Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Θ. Παπακωνσταντίνου και F.G. Lorca εναντίον ύπνου

Υπάρχει πιο θείος ποιητής του συμβαντικού συγκλονισμού απ' τον Λόρκα; Δεν ξέρω. Αν ναι, πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσω.
Η μετάφραση δική μου, με μερική χρήση της μετάφρασης αποσπάσματος στο stismites.wordpress.com.

Άυπνη πόλη (Ciudad sin sueño)

Ούτε ένας δεν κοιμάται στον ουρανό. Ούτε ένας, oύτε ένας.
Ούτε ένας δεν κοιμάται.
Τα πλάσματα της σελήνης
Μυρίζουν και κυκλώνουν τις καλύβες.
Θα ‘ρθουνε οι ζωντανές ιγουάνες να δαγκώσουν
τους άνδρες που δεν ονειρεύονται
και αυτός που φεύγει με ραγισμένη την καρδιά
θα συναντήσει στις γωνίες
τον απίστευτο κροκόδειλο ήσυχο
κάτω απ’ την τρυφερή διαμαρτυρία των άστρων.

Έξω στον κόσμο δεν κοιμάται ούτε ένας. Ούτε ένας, ούτε ένας.
Ούτε ένας δεν κοιμάται.
Είναι ένα κουφάρι στο πιο απόμακρο νεκροταφείο
που παραπονιέται τρία χρόνια
για ένα ξερό τοπίο που 'χει στο γόνατο·
κι ένα αγόρι που θάφτηκε σήμερα το πρωί έκλαψε τόσο πολύ
που φώναξαν τα σκυλιά για να το ησυχάσουν.

Δεν είναι όνειρο η ζωή. Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! Γρηγορείτε!
Πέφτουμε από τις σκάλες για να φάμε χώμα υγρό
ή ανεβαίνουμε στην κόψη του χιονιού
με τις νεκρές ντάλιες χορωδία.

Αλλά δεν υπάρχει λήθη, ούτε όνειρο:
σάρκα γυμνή. Τα φιλιά δένουν τα στόματα
σε κουβάρια νέας φλέβας
κι όσοι πονούν θα το αντέξουν δίχως ανασαμό
κι όσοι θάνατο φοβούνται θα τον κουβαλάν στους ώμους.

Μια μέρα
τ' άλογα θα ζουν μες τις ταβέρνες
και οργισμένα μυρμήγκια
θα επιτεθούν στους κίτρινους ουρανούς που προσφεύγουν μέσα στα μάτια των βοδιών.
Μια άλλη μέρα
θα μαρτυρήσουμε την ανάσταση των νεκρών πεταλούδων,
κι ακόμα και όταν περπατάμε σε ένα τοπίο γκρίζων σφουγγαριών και πλοίων σιωπηλών
θα δούμε το δαχτυλίδι μας να λάμπει και τα ρόδα να κυλούν από τις γλώσσες μας.
Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! Γρηγορείτε!
Όσοι είναι σημαδεμένοι ακόμα από νύχια και εκρήξεις του σύννεφου
το αγόρι που κλαίει γιατί δεν ξέρει πως υπάρχουν γέφυρες,
ή το κουφάρι που δεν έχει τίποτα παρά το κεφάλι του κι ένα παπούτσι --
όλοι τους πρέπει να οδηγηθούν στον τοίχο όπου περιμένουν τα ιγουάνα και τα ερπετά,
όπου περιμένουν τα δόντια της αρκούδας,
όπου περιμένει το σαβανωμένο χέρι ενός παιδιού
και το τρίχωμα της καμήλας σηκώνεται ορθό από τη βία του γαλάζιου ψύχους.

Έξω στον ουρανό, ούτε ένας δεν κοιμάται. Ούτε ένας, ούτε ένας.
Ούτε ένας δεν κοιμάται.
Μα αν κανείς τα μάτια κλείσει,
μαστιγώστε τον, παιδιά μου, μαστιγώστε τον!
Για να υπάρχει ένα πανόραμα ανοιχτών ματιών
και πικρές πληγές που καίνε.
Έξω στον κόσμο, ούτε ένας δεν κοιμάται. Ούτε ένας. Ούτε ένας.
Το 'πα ξανά.
Ούτε ένας δεν κοιμάται.
Μα τη νύχτα, αν σε κανενός το μέτωπο παραφυτρώσουν βρύα
ανοίξτε τ' αμπάρια για να δει στο φεγγαρόφως
τα πλαστά κύπελλα, το φαρμάκι, και το κρανίο των θεάτρων.
Federico García-Lorca, Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη, 1929-30.





9 σχόλια:

Disdaimona είπε...

Μα είσαι ο Άγιος Βασίλης των μπλογκς; Πόσα δώρα;

το τραγούδι εδώ απλά ΤΕΛΕΙΟ!Δεν προτείνω κάτι άλλο του Θανάση γιατί φαντάζομαι τον έχεις κάνει φύλλο και φτερό!

sofia είπε...

Σας έχω πει πόσο χαίρομαι που σας διαβάζω?
Καλό μήνα

Αντωνης είπε...

Καλό μήνα, φίλη Σοφία. Να είστε καλά.

Αντωνης είπε...

@Disdaimona: Ναι, τον έχω κάνει φύλλο και φτερό. Είχα ένα προαίσθημα ότι θα σου άρεσε αυτή η ανάρτηση:-)

ρίτσα είπε...

πολύ ωραίο, μοναδικό ανήσυχο

bastet είπε...

Lorca den kserw akomh, Shmera molis anakalipsa ton Pablo (Neruda), a poem for his dead dog.

Αντωνης είπε...

@bastet: Ο Νερούντα είναι άλλη, μεγάλη, πολύ μεγάλη αγάπη. Και το ποίημα που διάβασες είναι αγαπημένο μου.

bastet είπε...

nai? to kanw paste sto gnhsio kai sto metafrasmeno tote, na kosmisei to blog sou:)

--

Pablo Neruda

Un perro ha muerto

Mi perro ha muerto.
Lo enterré en el jardín
junto a una vieja máquina oxidada.

Allí, no más abajo,
ni más arriba,
se juntará conmigo alguna vez.

Ahora él ya se fue con su pelaje,
su mala educación, su nariz fría.

Y yo, materialista que no cree
en el celeste cielo prometido
para ningún humano,
para este perro o para todo perro
creo en el cielo, sí, creo en un cielo
donde yo no entraré, pero él me espera
ondulando su cola de abanico
para que yo al llegar tenga amistades.

Ay no diré la tristeza en la tierra
de no tenerlo más por compañero
que para mí jamás fue un servidor.
Tuvo hacia mí la amistad de un erizo
que conservaba su soberanía,
la amistad de una estrella independiente
sin más intimidad que la precisa,
sin exageraciones:
no se trepaba sobre mi vestuario
llenándome de pelos o de sarna,
no se frotaba contra mi rodilla
como otros perros obsesos sexuales.

No, mi perro me miraba dándome la atención necesaria
la atención necesaria
para hacer comprender a un vanidoso
que siendo perro él,
con esos ojos, más puros que los míos,
perdía el tiempo, pero me miraba
con la mirada que me reservó
toda su dulce, su peluda vida,
su silenciosa vida,
cerca de mí, sin molestarme nunca,
y sin pedirme nada.

Ay cuántas veces quise tener cola
andando junto a él por las orillas del mar,
en el Invierno de Isla Negra,
en la gran soledad: arriba el aire
traspasando de pájaros glaciales
y mi perro brincando, hirsuto,
lleno de voltaje marino en movimiento:
mi perro vagabundo y olfatorio
enarbolando su cola dorada
frente a frente al Océano y su espuma.
alegre, alegre, alegre
como los perros saben ser felices,
sin nada más,
con el absolutismo de la naturaleza descarada.
No hay adiós a mi perro que se ha muerto.

Y no hay ni hubo mentira entre nosotros.
Ya se fue y lo enterré, y eso era todo.


A dog has died

My dog has died.
I buried him in the garden
next to a rusted old machine.

Some day I'll join him right there,
but now he's gone with his shaggy coat,
his bad manners and his cold nose,
and I, the materialist, who never believed
in any promised heaven in the sky
for any human being,
I believe in a heaven I'll never enter.
Yes, I believe in a heaven for all dogdom
where my dog waits for my arrival
waving his fan-like tail in friendship.

Ai, I'll not speak of sadness here on earth,
of having lost a companion
who was never servile.
His friendship for me, like that of a porcupine
withholding its authority,
was the friendship of a star, aloof,
with no more intimacy than was called for,
with no exaggerations:
he never climbed all over my clothes
filling me full of his hair or his mange,
he never rubbed up against my knee
like other dogs obsessed with sex.

No, my dog used to gaze at me,
paying me the attention I need,
the attention required
to make a vain person like me understand
that, being a dog, he was wasting time,
but, with those eyes so much purer than mine,
he'd keep on gazing at me
with a look that reserved for me alone
all his sweet and shaggy life,
always near me, never troubling me,
and asking nothing.

Ai, how many times have I envied his tail
as we walked together on the shores of the sea
in the lonely winter of Isla Negra
where the wintering birds filled the sky
and my hairy dog was jumping about
full of the voltage of the sea's movement:
my wandering dog, sniffing away
with his golden tail held high,
face to face with the ocean's spray.

Joyful, joyful, joyful,
as only dogs know how to be happy
with only the autonomy
of their shameless spirit.

There are no good-byes for my dog who has died,
and we don't now and never did lie to each other.

So now he's gone and I buried him,
and that's all there is to it.

Translated by Alfred Yankauer

Αντωνης είπε...

@bastet: Merci:-)