Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Έρημη χώρα

Thomas Stearns Eliot
Έρημη Χώρα (αποσπάσματα)
Μτφρ.: Γιώργος Σεφέρης

Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pedere, et cum illi pueri dicerent: Σίβυλλα τι θέλεις; respondebat illa: ἀποθανεῖν θέλω.

Στον Ezra Pound
Il miglior fabbro

A' Η ταφή του νεκρού

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ' το Σταρνμπέργκερζε
με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Rusin, stamm' aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοί κλώνοι δυναμώνουν
μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του ανθρώπου,
να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο
(έλα κάτω απ' τον ίσκιο του κόκκινου βράχου).
και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ' ανταμώσει
μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

[...]

Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
χύνουνταν στο γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
δεν το χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.

[...]

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το σκυλί τον αγαπάει τον άνθρωπο
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι!

[...]

Ε'. Τι είπε ο κεραυνός

Ύστερα από το φως του πυρσού κόκκινο σε ιδρωμένα πρόσωπα
ύστερα από την παγερή σιωπή μέσα στους κήπους
ύστερα από την αγωνία σε τόπους πετρωτούς
τις κραυγές και τους αλαλαγμούς
τη φυλακή το παλάτι και τ’ αντιφέγγισμα
του ανοιξιάτικου κεραυνού πάνω από μακρινά βουνά
εκείνος που ήταν ζωντανός είναι τώρα πεθαμένος
εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
με λίγη υπομονή
δεν έχει εδώ νερό παρά μονάχα βράχια
βράχια χωρίς νερό κι ο άμμος του δρόμου
του δρόμου που ξετυλίγεται στα βουνά
που είναι βραχόβουνα χωρίς νερό
αν είχε νερό εδώ-πέρα θα στεκόμασταν να πιούμε
μέσα στα βράχια πώς να σταθούμε πώς να στοχαστούμε
ξερός ο ιδρώς και τα πόδια μες στον άμμο
αν είχε τουλάχιστο νερό στο βράχο
στόμα νεκρό του βουνού με σάπια δόντια που δεν μπορεί να φτύσει
εδώ κανείς δεν μπορεί να σταθεί ούτε να πλαγιάσει ούτε να καθίσει
δεν έχει μηδέ σιωπή μέσα στα βουνά
μόνο ο ξερός κεραυνός στείρος χωρίς βροχή
δεν έχει μηδέ μοναξιά μέσα στα βουνά
μόνο κόκκινα πρόσωπα βλοσυρά σαρκάζουν και γρυλίζουν
μέσα απ’ τις πόρτες ξεροσκασμένων λασποκαλυβιών
Αν είχε νερό
χωρίς τα βράχια
αν ήταν τα βράχια
μαζί με νερό
και νερό
μια πηγή
μια γούρνα μες στα βράχια
αν ήταν ήχος μοναχά νερού
όχι ο τζίτζικας
και το ξερό χορτάρι τραγουδώντας
μα ήχος νερού πάνω από βράχο
εκεί που η τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Βριξ βροξ βριξ βροξ βροξ βροξ βροξ
αλλά δεν έχει νερό

Ποιος είναι ο τρίτος που περπατεί πάντα στό πλάι σου;
Όταν μετρώ, είμαι μονάχα εγώ και συ μαζί μου
μα όταν κοιτάζω εμπρός τον άσπρο δρόμο
υπάρχει πάντα κάποιος που περπατεί στο πλάι σου
γλιστρώντας τυλιγμένος σε καστανό μανδύα, κουκουλωμένος
αν είναι άντρας αν είναι γυναίκα δεν το ξέρω
– Μ’ αυτός εκεί ποιος είναι απ’ τ’ άλλο πλάι σου;

Ποιος είναι αυτός ο ήχος ψηλά στον αέρα
μουρμούρισμα μητρικού ολολυγμού
ποιες είναι αυτές οι κουκουλωμένες ορδές που μερμηγκιάζουν
πάνω σ’ ατέλειωτους κάμπους, σκοντάφτοντας στη σκασμένη γης
ζωσμένες από τον ορίζοντα το χαμηλό μονάχα
ποια είναι η πολιτεία πέρα απ’ τα βουνά
σκάζει, ξαναγεννιέται, θρουβαλιάζεται μες στο μενεξεδένιο αέρα
πύργοι πέφτουν
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λόντρα
ανύπαρχτες
[...]

Εικόνα: www.thelighthouseband.com

3 σχόλια:

autre είπε...

Το ζήτημα της ποίησης θα 'πρεπε να είναι αν μπορεί να υπάρξει μετά τον Έλλιοτ. Αυτός ο κερατάς μέχρι στιγμής τα 'χει πει όλα. Σαν τον Λένιν δλδ.

Καλησπέρα κι ευχαριστώ.

Αντωνης είπε...

Και τι μετάφραση ο Σεφέρης όμως, ε; Απίστευτα καλή μετάφραση.

celin είπε...

o Tομας Ελλιοτ ειναι με διαφορα ο ποιητης που με εχει συγκλονισει/σημαδεψει
Τα 4 κουαρτετα ειναι το αγαπημενο μου αλλα το να μιλας για αγαπημενους στιχους απτο εργο του,μου φαινεται λιγο ιεροσυλια
Κ εγω ο ιδιος γραφω ποιηματα,πολλα μαλιστα απο αυτα μου μοιαζουν κακεκτυπα του[γιατι εχω επηρεαστει]
αλλα μολονοτι,γραφω ποιηση,δε διαβαζω πολυ ποιηση,δε με αγγιζει οσο τα μυθιστορηματα οι νουβελες κ τα βιβλια ψυχαναλυσης
να προσθεσω περα απτον Ελιοτ κ τον Καβαφη,φυσικα,τον Καρουζο,τον Σαχτουρη,το Ντυλαν Τομας,τον Μπωντλαιρ κ τον Παναγιωτοπουλο

Ομως ο Ελιοτ ειναι κατι παραπανω απο ποιητης,τον διαβαζω κ νομιζω οτι γινομαι σοφοτερος,οτι καταλαβαινω πραγματα,η μαλλον,οτι τα νιωθω,κ λεω νιωθω,γιατι αν με ρωτησεις,δε μπορω να τα εξηγησω

οταν οι γλωσσες της φλογας αναδιπλωθουν
μες στης φωτιας την εστεμμενη ενωση
κι η φωτια κ το ροδο γινουν ενα