Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Δημήτρης Δημητριάδης, "Πεθαίνω σα Χώρα" (απόσπασμα)



Εισαγωγικά (Radical Desire): Το εκπληκτικό για μένα με τον Δημητριάδη, ή τουλάχιστον ένα από αυτά που βρίσκω εκπληκτικά, είναι ότι το Πεθαίνω σα χώρα προεικόνισε όσο τίποτε άλλο τον ζόφο και την απελπισία του 2010 τριάντα χρόνια πριν, στις γεμάτες υποσχέσεις εποχές που άνοιγαν το 1980· ενώ τώρα, στην εποχή που όλα δείχνουν να σκοτεινιάζουν, ο Δημητριάδης δημοσιεύει ένα κείμενο εκστατικής ευφορίας όπως είναι ο Ευαγγελισμός της Κασάνδρας --ένα κείμενο που λειτουργεί, ανεξαρτήτως συγγραφικών προθέσεων, μετακειμενικά, ως εξορκισμός του ρόλου του μάντη κακών που το Πεθαίνω σα χώρα του πιστώνει, όπως συμβαίνει πάντα με τους προφήτες, εκ των υστέρων. Μόνο τώρα γίνεται εφικτό να δει κανείς το Πεθαίνω όχι απλώς ως κείμενο προφητικό, αλλά ως κείμενο που παραπέμπει ήδη στην διαλεκτική του άρνηση, στην κατάργηση του ρόλου της ομιλήτριας ως προφήτη, στην αυτοακύρωση της Κασάνδρας που ενσάρκωσε, θέλοντας και μη, από την πρώτη του σημαντική στιγμή ο Δημητριάδης.  Με τα συγκλονιστικά, παυλικά λόγια του Ευαγγελισμού: "Οι προφητείες θα καταργηθούν...Η άρνηση καταβροχθίστηκε...Μην λυπάστε/Χαρείτε/Χάθηκε η ζωή/για όλους χάθηκε.../Χάσαμε χρόνια και χρόνια/απορώντας για το τίποτε/αναλύοντας το τίποτε/ερμηνεύοντας το τίποτε/μιλώντας με το τίποτε/προσπαθώντας να καταλάβουμε το τίποτε/να κάνουμε το τίποτε να υπάρξει/...Το τίποτε/αυτό ήμασταν/Ήμασταν τίποτε πιστεύοντας πως κάτι είμαστε/Το τίποτε να είμαστε/αυτό να είμαστε/το τίποτε/Αυτό ας είμαστε για να γίνουμε κάτι/Από εκεί ας ξεκινήσουμε."

Ο Δημητριάδης παραδόθηκε σε μια εκτός χρόνου, παρ-άλογη λογική σύμφωνα με την οποία το κείμενο για το θάνατο του κόσμου που ζήσαμε προηγήθηκε του κειμένου για την γέννηση ενός νέου, που το ακυρώνει αναδρομικά. Δεν μπορώ να μην μιμηθώ τούτη την εκτός χρόνου --και τόπου-- παρουσίαση των πραγμάτων. Και έτσι, αφού πρώτα ανέρτησα απόσπασμα από τον Ευαγγελισμό της συλλογικής ελπίδας και της πίστης σε μια αρχή μετά το τέλος, σκέφτηκα ότι ήρθε η σειρά του κειμένου για το συλλογικό αδιέξοδο, τον θρήνο, την απελπισία και τον θάνατο. 

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα Χώρα, Άγρα, 1980.
...Εκείνες τις στιγμές, δεν υπήρχαν παρά μόνο κοινά αισθήματα. Όλοι μαζί, σα μια ψυχή ένιωθαν την ανάγκη να αφεθούν σε κάτι που θα χυμούσε πάνω τους και θα τους χάραζε με ανεξίτηλα σημάδια, ένιωθαν την ανάγκη να αλλαξοπιστήσουν, να περάσουν σε μια άλλη διάσταση, να υποστούν μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, να απαρνηθούν τη γλώσσα τους, να κυλιστούν στη ντροπή και στον εξευτελισμό, να ξεγυμνωθούν μπροστά σ' όλους κα ν' αρχίσουν να λένε και να κάνουν αυτά που πριν θα τ' αποκαλούσαν φοβερά, να μυρίσουν βρώμικες κάλτσες ειπνέοντας πολύ βαθιά, να σκοτώσουν τους γονείς τους, να καταστρέψουν τα ενθύμιά τους, να κάψουν τις ταυτότητές τους, να ζήσουν το φρικιαστικότερο από καταβολής κόσμου θέαμα, να παραδοθούν στην κτηνωδία με την ψυχική ρεύση ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτα απ' όλα όσα είχε συσσωρεύσει ως τότε ο πολιτισμός, που τίποτε δεν συντηρεί την εμπιστοσύνη τους σε τίποτα και που το μόνο που μπορούν να πουν ότι θέλουν να γίνει είναι μια μεγάλη καταστροφή μ' αυτούς μέσα, το είδος εκείνο του ανεπανόρθωτου κακού που συντελείται όταν το σώμα, έπειτα από πολλά χρόνια αμίλητης αρρώστιας, καταλαμβάνεται από το δισυπότατο προαίσθημα του θανάτου που ως τότε επενεργούσε με τη μυστικότητα της καλλιτεχνικής διεργασίας, και τραντάζεται εσωτερικά από έναν αχαρακτήριστο σεισμό που το σκορπίζει σε μυριάδες μυριάδων γκρεμίσματα που το καθένα μόνο του δε σημαίνει τίποτα, βγάζοντας έτσι στην επιφάνεια των αλαφιασμένων νερών της σάρκας τον σκοτεινό εκείνο ήλιο, φως μοναρχικό, ουσία μυστική, κάλλος αμήχανο, που μόνο σε στιγμές παρόμοιας πανωλεθρίας ανατέλλει με τον αποκλειστικό προορισμό να συντελέσει στην ταχεία αποσύνθεση μιας τέλειας, κιονικής διάταξης αμετάκλητα παραδομένης στην καταβροχθιστική στιλπνότητα του καθρέφτη που δεν τον φτάνει χνώτο κανένα και που κινείται αέναα γύρω απ' τη ζωή μας διαθλώντας την εν ερήμω στα απειράριθμα λαμπυρίσματα της θαλπερής αυταπάτης. Οι ψυχές όλων στέκοταν ακίνητες καθώς οι πιο αντίθετες τάσεις τις διεκδικούσαν την ίδια στιγμή· μέσα σ' όλες συνυπήρχαν το "γαμώ τη Χριστοπαναγία μου, παλιοπούστη κόσμε του κερατά, γαμώ τη μάνα σου, τσογλαναρά ντουνιά, πού θα μου πας, θα σε ξεσχίσω" και το "από των ποικίλων με παθών, Τριάς αμέριστε, μονάς ασύγχυτε, και της ζοφώσεως λύτρωσε των πταισμάτων, και καταύγασον μαρμαρυγαίς σου θεϊκαίς", πράγμα που έκανε όλους τους μορφασμούς να χαράζονται και να συνωθούνται πάνω στα πρόσωπα μπερδεύοντας σε τέτοιο σημείο τα χαρακτηριστικά τους που, αν κάποιος μπορούσε να τους δει αμέτοχος στο πάθος τους, θα 'λεγε πως το αδιέξοδο της χώρας ήταν στις ψυχές των κατοίκων της ή πως η ψυχή όλων των κατοίκων της δεν ήταν παρά το δικό της αδιέξοδο. Γιατί η μετάβαση από τον έναν ιστορικό κύκλο στον άλλο είχε εξαντλήσει και την τελευταία της περιστροφή....

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικό όντως.
Κυρίως, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την διαλεκτική απάντηση (ας την πούμε ετσι) που δίνει ο Δημητριάδης στην εξάντληση των ιστορικών περιστροφών με το νέο του κείμενο, το ότι μιλά "με βογγητά τού έρωτα"...
Tέτοια κείμενα απαιτούν πάντως πολυεπίπεδες αναγνώσεις.

Αντωνης είπε...

@ ανώνυμος: "Κυρίως, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την διαλεκτική απάντηση (ας την πούμε ετσι) που δίνει ο Δημητριάδης στην εξάντληση των ιστορικών περιστροφών με το νέο του κείμενο, το ότι μιλά "με βογγητά τού έρωτα"..."

Παρομοίως. Για μένα ο Δημητριάδης είναι στοχαστής με ψηλές θεωρητικές απαιτήσεις και όχι απλώς εξαιρετικά ταλαντούχος συγγραφέας.