Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

Τα μαθηματικά της αγάπης


Alain Badiou 
"Τι είναι η αγάπη;" (απόσπασμα)
Μτφρ.: Radical Desire

[...] Κατ' αρχάς, θα εναντιωθώ στην ιδέα ότι είναι εφικτό για κάθε μία από τις δύο σεξουαλικές θέσεις [1] να μάθει οτιδήποτε για την άλλη μέσα στην αγάπη. Δεν το θεωρώ καθόλου ακριβές αυτό. Η αγάπη είναι μια αναζήτηση στον κόσμο από την σκοπιά του Δύο, και όχι μια αναζήτηση του κάθε όρου του Δύο για τον άλλο. Υπάρχει ένα πραγματικό του χάσματος, το οποίο καθυπαγορεύει ακριβώς ότι κανένα υποκείμενο δεν μπορεί να βρίσκεται και στις δύο θέσεις την ιδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο. Αυτό το ανέφικτο βρίσκεται στον ίδιο τον τόπο της αγάπης. Ρυθμίζει το ερώτημα της αγάπης ως τόπο γνώσης: τι είναι αυτό που μπορεί να γίνει γνώση στη βάση της αγάπης;

Τώρα θα προχωρήσω στην προσεκτική διάκριση μεταξύ γνώσης και αλήθειας. Η αγάπη παράγει μια αλήθεια της κατάστασης με τέτοιο τρόπο ώστε το χάσμα να συγκροτείται ως νόμος. Η αλήθεια που συνθέτει η αγάπη εκτείνεται στο άπειρο. Το χάσμα συνεπώς δεν παρουσιάζεται ποτέ πλήρως. Κάθε γνώση σχετική με αυτή την αλήθεια σχηματίζεται εκ των προτέρων: αν αυτή η αλήθεια που ποτέ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί θα έχει λάβει χώρα, τότε τι κρίσεις μπορούν να θεωρηθούν --όχι αληθείς, αλλά-- αληθειολογικές; Αυτή είναι η γενική μορφή της γνώσης ως πράγματος που καθορίζεται από μια γενική διαδικασία ή μια διαδικασία αλήθειας. Για τεχνικούς λόγους την ονομάζω εξαναγκασμό [forçage/forcing] [2]. Μπορεί κάποιος να εξαναγκάσει την γνώση μέσα από μια γενική υπόθεση για το έχειν-λάβει-χώρα μιας αλήθειας σε διαδικασία (en cours). Στην περίπτωση της αγάπης, η διαδικασία της αλήθειας αφορά στο χάσμα. Κάθε ένας μπορεί να εξαναγκάσει την αγάπη να παρέξει κάποια γνώση σχετική με το σεξοποιημένο χάσμα μέσω μιας υπόθεσης για το έχει-λάβειν-χώρα του.

[...] Η γνώση, στην βάση της αγάπης, που έχει ο άνδρας για την αγάπη, και η γνώση που έχει η γυναίκα, παραμένουν χασματικές. Ή αλλιώς: οι αληθειολογικές κρίσεις που γίνονται για το Δύο, με την προϋπόθεση ότι άρχισε με ένα συμβάν, δεν μπορούν να συμπέσουν. Συγκεκριμένα, οι μορφές γνώσης για τη σεξουαλική διαφορά είναι οι ίδιες ανεπίστρεπτα σεξοποιημένες. Οι δύο σεξουαλικές θέσεις δεν αγνοούν η μία την άλλη· γνωρίζουν αληθειολογικά με χασματικό τρόπο.

Η αγάπη είναι αυτή η σκηνή όπου εξελίσσεται μια αλήθεια, μια αλήθεια για τις σεξοποιημένες θέσεις μέσα από μια σύγκρουση γνώσεων για την οποία δεν μπορεί να υπάρξει αποζημίωση.

[...]

Η θέση άνδρας υποστηρίζει τον χωρισμό του Δύο, το ανάμεσα όπου τοποθετείται το κενό του χάσματος. Η θέση γυναίκα κάνει το Δύο να παραμένει σε κίνηση. Σε μια προηγούμενη περίσταση, είχα διατυπώσει την ακόλουθη έκφραση: "η γνώση του 'άνδρα' συνίσταται σε κρίσεις που μορφοποιούνται γύρω από το τίποτε του Δύο. Και η γνώση της 'γυναίκας' τις μορφοποιεί γύρω από το τίποτε εκτός του Δύο." Θα μπορούσα να προσθέσω εδώ συνεπώς, ότι η σεξοποίηση της γνώσης σε ό,τι αφορά την αγάπη διαχωρίζει:

1. Την ακόλουθη ανδρική αληθειολογική πρόταση: "Αυτό που θα έχει υπάρξει αληθές είναι ότι ήμασταν δύο και όχι ένα"·
2. από την όχι λιγότερο αληθειολογική γυναικεία πρόταση: "Αυτό που θα έχει υπάρξει αληθές είναι ότι ήμασταν δύο, και ότι αλλιώς δεν ήμασταν."

Η γυναικεία πρόταση αφορά το είναι ως τέτοιο. Αυτό είναι το πεπρωμένο της στην αγάπη, και είναι οντολογικό. Η ανδρική πρόταση αφορά την αλλαγή του αριθμού, την επίπονη θραύση (effraction) του Ενός από την υπόθεση του Δύο, και είναι ουσιαστικά λογική.

Η συγκρουσιακή φύση της γνώσης στην αγάπη δείχνει ότι το Ένα μιας αλήθειας αποκαλύπτεται ταυτόχρονα ως λογικό και ως οντολογικό.


[1]ΣτΜ: Όπως γίνεται προφανές από το κείμενο, η λέξη "sex/sexes" δεν αφορά βιολογικά φύλα (άνδρας/γυναίκα) αλλά δομικές θέσεις. Για αυτό και δεν μεταφράζεται με το συνηθέστερο "φύλο/φύλα". Η θέση "άνδρας" μπορεί να πληρώνεται από υποκείμενα που ταυτοποιούνται βιολογικά τόσο ως άνδρες όσο και ως γυναίκες· το ίδιο ισχύει για την θέση "γυναίκα." Εξυπακούεται ότι κάθε χρήση των λέξεων "άνδρας"/"γυναίκα", "ανδρικό"/"γυναικείο" στο κείμενο βρίσκεται ουσιαστικά εντός αντι-ουσιοκρατικών εισαγωγικών, ανεξάρτητα απ' το αν εμφανίζεται κυριολεκτικά σε εισαγωγικά ή όχι.

[2]ΣτΜ: Ο όρος είναι του μαθηματικού Paul J. Cohen και αφορά την θεωρία συνόλων. Ο "εξαναγκασμός" είναι μια τεχνική που εξασφαλίζει την απόδειξη συνοχής και ανεξαρτησίας στα αποτελέσματα. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1962 για να αποδείξει την ανεξαρτησία της υπόθεσης συνέχειας (continuum hypothesis) και του αξιώματος της επιλογής από την θεωρία συνόλων Zermelo-Fraenkel. Για την χρήση του όρου στον Badiou, βλ. "Αλήθεια: Εξαναγκασμός και το Ακατανόμαστο", στο Conditions, και Είναι και Συμβάν· καθώς και την εισαγωγή του Francois Wahl  στο πρώτο, με τίτλο "Το αφαιρετικό".

Εικόνα: farm2.static.flickr.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: