Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Alain Badiou, "Το θάρρος του παρόντος"


Alain Badiou
Το θάρρος του παρόντος
Μτφρ. και εισγαγωγή: Μωυσής Μπουντουρίδης



Να το άρθρο του Αλαίν Μπαντιού, που εμφανίσθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 13 Φεβρουαρίου 2010. Στο άρθρο αυτό, ο Μπαντιού δίνει μια σύντομη εισαγωγή στην ιστορική περιοδολόγηση της ιδέας του κουμμουνισμού, για να καταλήξει στην ανάγκη της επαναθεμελίωσης στην εποχή μας της κουμμουνιστικής υπόθεσης, μέσα από την οποία θα επαναπροσανατολισθούν τα καθολικά αιτήματα της κοινωνικής χειραφέτησης. Ουσιαστικά, το άρθρο γράφηκε για να συνοδεύσει τη δημοσίευση στη Γαλλία του συλλογικού τόμου με τα πρακτικά του συνέδριου για την ιδέα του κουμμουνισμού, που έγινε στο Birkbeck του Λονδίνου στις 14 Μαρτίου 2009. Ο συλλογικός αυτός τόμος φέρει τον τίτλο L'idée du communisme κι έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Nouvelles Editions Lignes (στις 21 Ιανουαρίου 2010). Το μεγαλύτερο μέρος των ομιλιών του συνέδριου αυτού υπάρχουν μεταφρασμένες εδώ στο μπλογκ αυτό.


Ο χρόνος του παρόντος, σε μια χώρα σαν τη δική μας, για σχεδόν τριάντα χρόνια, είναι ένας αποπροσανατολισμένος χρόνος. Θέλω να πω: ένας χρόνος που δεν προτείνει στη νεολαία της χώρας, κι ιδιαίτερα στη νεολαία του λαού, καμιά αρχή για τον προσανατολισμό της ύπαρξης.

Σε τι ακριβώς συνίσταται ο αποπροσανατολισμός αυτός; Μια από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του συνίσταται στο να κάνει, σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, δυσανάγνωστη την προηγούμενη χρονική περίοδο, μια περίοδο η οποία, σαν τέτοια, ήταν καλά και σωστά προσανατολισμένη. Η λειτουργία αυτή είναι χαρακτηριστική όλων των αντιδραστικών, αντεπαναστατικών περιόδων, όπως είναι η παρούσα περίοδος που ζούμε, μετά το τέλος της δεκαετίας του 1970.

Μπορεί, για παράδειγμα, να παρατηρήσει κανείς ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιόδου της Θερμιδοριανής αντίδρασης, μετά τη συνομωσία της 9ης Θερμιδόρ και της εκτέλεσης χωρίς δίκη της ηγεσίας των Ιακωβίνων, ήταν να κάνει δυσανάγνωστη την προηγούμενη Ροβεσπιριανή περίοδο: η αναγωγή της στην παθολογία των αιμοδιψών εγκληματιών εμπόδισε την οποιαδήποτε πολιτική κατανόηση. Η άποψη αυτή για τα πράγματα διήρκεσε για δεκαετίες κι αποσκοπούσε στο να αποπροσανατολίσει μόνιμα το λαό, ο οποίος θεωρούνταν, όπως πάντα, ότι ήταν εν δυνάμει επαναστατικός.

Το να κάνουν μια περίοδο δυσανάγνωστη είναι ένα πράγμα πολύ ισχυρότερο από το να την καταδικάζουν. Γιατί μια από τις συνέπειες της δυσαναγνωσιμότητας είναι το ότι καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός κατά την εν λόγω περίοδο των αρχών εκείνων, οι οποίες μπορούν να την βγάλουν έξω από τα αδιέξοδά της. Αν η περίοδος κηρύσσεται παθολογική, δεν μπορεί να βγει τίποτε απ’ αυτή για να προσανατολίσει τον κόσμο και το συμπέρασμα, του οποίου τις ολέθριες συνέπειες αντιμετωπίζουμε κάθε μέρα, είναι ότι πρέπει να υποκύπτει κανείς στην ιδέα του αποπροσανατολισμού ως κάτι το λιγότερο κακό.

Ας τοποθετηθούμε, λοιπόν, αναφορικά με μια προηγούμενη περίοδο, που είναι σαφώς σχετική με τη χειραφετική πολιτική, η οποία πρέπει να παραμένει ευανάγνωστη σε μας, ανεξάρτητα της τελικής μας κρίσης γι’ αυτήν.

Στη συζήτηση αναφορικά με την ορθολογικότητα της Γαλλικής Επανάστασης, στο πλαίσιο της ΙΙΙης Δημοκρατίας, ο Κλεμανσό είχε διατυπώσει την περίφημη φράση: “Η Γαλλική επανάσταση σχηματίζει ένα μπλοκ.” Η διατύπωση αυτή είναι αξιοπρόσεκτη, γιατί διακηρύσσει την πλήρη αναγνωσιμότητα της διαδικασίας, ανεξάρτητα από τις τραγικές περιπέτειες της εξέλιξής της.

Σήμερα, προφανώς, είναι αναφορικά με τον κουμμουνισμό, που ο κυρίαρχος λόγος μετασχηματίζει την προηγούμενη περίοδο σε μια δυσνόητη παθολογία. Αναλαμβάνω, λοιπόν, την ευθύνη να πω ότι η κουμμουνιστική περίοδος, συμπεριλαμβανόμενων όλων των αποχρώσεών της, όταν ήταν είτε στην εξουσία ή στην αντιπολίτευση κι οι οποίες εξέφραζαν την ίδια ιδέα, κι αυτή επίσης σχηματίζει ένα μπλοκ.

Επομένως, ποια μπορεί να είναι σήμερα η αρχή και το όνομα αυτού αληθινού προσανατολισμού; Προτείνω, σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, να τον ονομάσουμε, παραμένοντας πιστοί στις χειραφετικές πολιτικές, υπόθεση του κουμμουνισμού.

Ας σημειώσουμε, παρεμπιπτόντως, ότι οι επικριτές μας θέλουν να ρίχνουν στα σκουπίδια τη λέξη “κουμμουνισμός” με το πρόσχημα της εμπειρίας του κρατικού κουμμουνισμού, ο οποίος διήρκεσε εβδομήντα χρόνια κι απέτυχε με τραγικό τρόπο. Πόσο αστείο! Απέναντι σ’ ο,τιδήποτε αφορά την ανατροπή της κυριαρχίας της πλουτοκρατίας και της κληρονομικής εξουσίας, καταστάσεις που βαστούν χιλιετίες, έρχονται να αντιτάξουν τα εβδομήντα χρόνια των παραπατημάτων, της βίας και των αδιέξοδων! Η αλήθεια όμως είναι ότι η κουμμουνιστική ιδέα έχει μόνο διασχίσει ένα απειροελάχιστο τμήμα του χρόνου, που χρειάζεται για την επαλήθευσή της και για την πραγμάτωσή της.

Ποια είναι η υπόθεση αυτή; Η απάντηση συνοψίζεται σε τρία αξιώματα.

Πρώτα, η ιδέα της ισότητας. Η κυρίαρχη πεσιμιστική άποψη, που για μια ακόμη φορά κυριαρχεί στην εποχή μας, είναι ότι η ανθρώπινη φύση είναι προορισμένη για την ανισότητα, κάτι το οποίο, φυσικά, είναι κρίμα που ισχύει, αλλά, αφού πρώτα ρίξουμε μερικά δάκρυα, είναι σημαντικό να το πιστέψουμε και να το αποδεχθούμε. Σ’ αυτή την άποψη, η κουμμουνιστική ιδέα απαντά όχι ακριβώς με μια προγραμματική πρόταση για την ισότητα –να αναγνωρίσουμε, δηλαδή, την εγγενή ισότητα που είναι εμμενής στην ανθρώπινη φύση – αλλά διακηρύσσοντας ότι η αρχή της ισότητας μας επιτρέπει να ξεχωρίζουμε, μέσα σε κάθε συλλογική δράση, μεταξύ ενός στοιχείου, που είναι συμβατό με την κουμμουνιστική υπόθεση κι, επομένως, κατέχει μια πραγματική αξία, κι ενός άλλου στοιχείου, που αντιτάσσεται στο πρώτο κι, επομένως, μας οδηγεί σε μια ζωώδη άποψη για την άνθρωπο.

Έπεται απ’ εδώ η πεποίθηση ότι η ύπαρξη ενός ξεχωριστού κράτους των καταναγκασμών δεν είναι απαραίτητη. Αυτή είναι η θέση, κοινή στους αναρχικούς και τους κουμμουνιστές, του μαρασμού του κράτους. Υπήρξαν κοινωνίες χωρίς κράτος κι είναι λογικό να υποθέτει κανείς ότι μπορεί να υπάρξουν κι άλλες. Αλλά, πάνω απ’ όλα, είναι δυνατή η οργάνωση της λαϊκής πολιτικής δράσης, χωρίς την υποταγή στην ιδέα της εξουσίας, του αντιπροσωπευτικού συστήματος του κράτους, των θεσμών, των εκλογών κ.λπ.

Η απελευθερωτική πίεση της οργανωμένης δράσης μπορεί να ασκηθεί έξω από το κράτος. Έχουμε πολλά παραδείγματα γι’ αυτό, συμπεριλαμβανόμενων και κάποιων πρόσφατων: η απρόσμενη δύναμη του κινήματος του Δεκέμβρη του 1955 (στη Γαλλία) είχε καθυστερήσει γι’ αρκετά χρόνια τα αντι-λαϊκά μέτρα πάνω στις συντάξεις. Η μαχητική δράση του κινήματος των εργατών-μεταναστών ‘χωρίς έγγραφα’ δεν κατάφερε να σταματήσει ένα πλήθος άθλιων νόμων, αλλά τους επέτρεψε να αναγνωρισθούν σαν τμήμα του συλλογικού και δημόσιου βίου.

Και το τελευταίο αξίωμα: η οργάνωση της εργασίας δεν συνεπάγεται τη διαίρεσή της, τις εξειδικεύσεις καθηκόντων κι, ιδιαίτερα, την καταπιεστική διαφοροποίηση μεταξύ της διανοητικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Πρέπει και μπορεί να επιδιώκεται η ουσιαστική πολυμορφία της ανθρώπινης εργασίας. Αυτό αποτελεί την υλική βάση για την εξαφάνιση των τάξεων και των κοινωνικών ιεραρχιών.

Οι τρεις αυτές αρχές δεν συνιστούν ένα πρόγραμμα, αλλά κάποια αποφθέγματα προσανατολισμού, τα οποία ο οποιοσδήποτε μπορεί να τα χρησιμοποιήσει σαν μέτρα αξιολόγησης αυτών που λεει ή κάνει, προσωπικά ή συλλογικά, αναφορικά με την κουμμουνιστική υπόθεση.

Η κουμμουνιστική υπόθεση έχει περάσει από δυο μεγάλες φάσεις και τώρα προτείνω ότι μπαίνουμε σε μια τρίτη φάση της ύπαρξής της.

Η κουμμουνιστική υπόθεση θεμελιώθηκε σ’ ευρεία κλίμακα μεταξύ των επαναστάσεων του 1848 και της Κουμμούνας του Παρισιού (1871). Τα κυρίαρχα θέματα, τότε, ήταν εκείνα του εργατικού κινήματος και της εξέγερσης. Μετά, ακολούθησε ένα μακρύ διάστημα, περίπου σαράντα ετών (μεταξύ 1871 και 1905), που αντιστοιχούσε στην αποκορύφωση του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και τη συστηματική λεηλασία πολυάριθμων περιοχών του πλανήτη. Τα χρόνια από το 1905 ως το 1976 (δηλαδή, μέχρι την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα) συνιστούν τη δεύτερη περίοδο της πραγμάτωσης της κουμμουνιστικής υπόθεσης.

Το κυρίαρχο θέμα της είναι το θέμα του κόμματος μαζί με το κύριο (κι αδιαμφισβήτητο) σύνθημά του: η πειθαρχία είναι το μόνο όπλο που έχουν αυτοί που δεν κατέχουν τίποτε. Από το 1976 ως σήμερα, διαμορφώνεται μια δεύτερη περίοδος αντιδραστικής σταθεροποίησης, μια περίοδος μέσα στην οποία ακόμη ζούμε, κι, ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια της οποίας έχουμε δει την κατάρρευση των σοσιαλιστικών δικτατοριών του μοναδικού κόμματος, που φτιάχτηκαν μέσα στη δεύτερη φάση.

Είμαι πεπεισμένος ότι είναι αναπόφευκτο να ανοίξει μια τρίτη ιστορική περίοδος της κουμμουνιστικής υπόθεσης, η οποία θα είναι διαφορετική από τις δυο προηγούμενες, αλλά παραδόξως θα βρίσκεται πιο κοντά στην πρώτη, παρά στη δεύτερη. Η περίοδος αυτή, στην πραγματικότητα, θα έχει κάτι το κοινό με την κατάσταση, που είχε επικρατήσει το δέκατο ένατο αιώνα: το γεγονός ότι το διακύβευμα της περιόδου αυτής, τότε και τώρα, είναι η ίδια η ύπαρξη της κουμμουνιστικής υπόθεσης, ένα γεγονός που σήμερα απορρίπτεται ολοκληρωτικά. Έτσι, μπορεί να ορισθεί αυτό που, μαζί μ’ άλλους, επιχειρώ να διαμορφώσω σαν μια προκαταρκτική προσπάθεια για την επαναθεμελίωση της κουμμουνιστικής υπόθεσης και την ανάπτυξη της τρίτης εποχής της.

Αυτό που έχουμε ανάγκη, στη φάση της έναρξης της τρίτης περιόδου της ύπαρξης της κουμμουνιστικής υπόθεσης, είναι μια προσωρινή ηθικότητα: μια ηθικότητα που χρειαζόμαστε προσωρινά μέσα στην τρέχουσα εποχή του αποπροσανατολισμού. Το ζητούμενο είναι να καταφέρουμε να συντηρήσουμε, ακόμη κι οριακά, σ’ ελάχιστο βαθμό, μια συνεπή υποκειμενική φιγούρα, χωρίς να στηριζόμαστε πάνω στην κουμμουνιστική υπόθεση, η οποία δεν έχει ακόμη επαναθεμελιωθεί σ’ ευρεία κλίμακα. Χρειάζεται να βρούμε ένα σημείο του πραγματικού, πάνω στο οποίο να μπορούμε να αγκιστρωθούμε πάση θυσία, ένα σημείο που είναι “αδύνατο,” που δεν μπορεί να εγγραφεί μέσα στους νόμους της τρέχουσας κατάστασης. Πρέπει να αγκιστρωθούμε πάνω σ’ ένα τέτοιο πραγματικό σημείο κι από εκεί να οργανώσουμε τις συνέπειες, που απορρέουν από την τοποθέτησή μας πάνω στ σημείο αυτό.

Η ζωντανή απόδειξη για την πασιφανή απανθρωπιά των κοινωνιών μας είναι σήμερα η ύπαρξη του ξένου εργάτη-μετανάστη ‘χωρίς έγγραφα’: αυτός αποτελεί το σύμβολο, που είναι εμμενές στην κατάστασή μας, της ύπαρξης ενός μοναδικού, κοινού σ’ όλους μας, κόσμου. Η αντιμετώπιση του ξένου προλετάριου σαν να ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, ακριβώς αυτή είναι η ασχήμια που εντάσσεται στις δραστηριότητες του (Γαλλικού) “Υπουργείου Εθνικής Ταυτότητας,” το οποίο διαθέτει ακόμη και τη δική του αστυνομική δύναμη (τη “συνοριακή αστυνομία”). Το να διαβεβαιώνουμε, αντίθετα με τις επιταγές ενός τέτοιου κρατικού μηχανισμού, ότι ο οποιοσδήποτε εργάτης-μετανάστης ‘χωρίς έγγραφα’ ανήκει στον ίδιο κόσμο με μας και το να εξάγουμε τις οποιεσδήποτε πρακτικές, δημοκρατικές ή αγωνιστικές συνέπειες απ’ αυτή τη διαβεβαίωση, να ένα παράδειγμα μιας προσωρινής ηθικότητας, ένας τοπικός κι ομοιογενής προσανατολισμός στο πλαίσιο της κουμμουνιστικής υπόθεσης, μέσα στον παγκόσμιο αποπροσανατολισμό, ο οποίος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντιτάσσεται στην επαναθεμελίωση της κουμμουνιστικής υπόθεσης.

Η κύρια αρετή, την οποία έχουμε ανάγκη, είναι το θάρρος. Αυτό δεν είναι πάντα το ίδιο: σ’ άλλες περιστάσεις, άλλες αρετές μπορεί να έχουν την προτεραιότητα. Για παράδειγμα, την εποχή του επαναστατικού πόλεμου στην Κίνα, η υπομονή ήταν αυτό που προωθούσε ο Μάο σαν την κύρια αρετή. Αλλά σήμερα, είναι αδιαμφισβήτητα το θάρρος. Το θάρρος είναι η αρετή που φανερώνεται, χωρίς να υπάρχει καμιά έγνοια για τους νόμους του κόσμου, με μόνη την εμμονή στην ιδέα του αδύνατου. Το ζητούμενο είναι η αγκίστρωση πάνω σ’ ένα αδύνατο σημείο, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη το σύνολο της κατάστασης: το θάρρος, στο βαθμό που το ζητούμενο είναι να αντιμετωπισθεί το σημείο σαν τέτοιο, είναι μια τοπική αρετή. Ορθώνεται από μια ηθικότητα του τόπου κι ο ορίζοντάς του είναι η επαναθεμελίωση της κουμμουνιστικής ιδέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: