Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Ντοσιέ: Θρησκεία και Πολιτική: Žižek/Θεολογία και συμβάν


Slavoj Žižek 



"Η διαλεκτική σαφήνεια ενάντια στο νεφελώδες σόφισμα του παράδοξου" (απόσπασμα)


...Για να περιγράψει την επαφή με την αυθεντικά υπερβατική θεία διάσταση, ο Caputo καταφεύγει στην έννοια του Συμβάντος στον Badiou. Το συμβάν είναι

μια ανεξάλειπτη δυνατότητα, μια δυνητικότητα που μπορεί να αποκτήσει διάφορες μορφές έκφρασης και έκφανσης. Το συμβάν δεν μπορεί να αναχθεί στο πραγματικό, αλλά κινείται ως παλλόμενη δυνητικότητα μέσα στο όνομα της κατάστασης πραγμάτων, ψάχνοντας αδιάκοπα μια διέξοδο, πιέζοντας συνεχώς για έκφραση στις λέξεις και στα πράγματα. Το συμβάν είναι μη αναγώγιμο· πράγματι...είναι η ίδια η μορφή της μη αναγωγιμότητας. Γιατί αυτό που είναι μη αναγώγιμο είναι αυτό που αντιστέκεται στην περιστολή σε αυτή ή την άλλη περατή μορφή, αυτό που ψάχνει, ελισσόμενο, να ξεφύγει από τα περατά δοχεία στα οποία βρίσκεται εγκατεστημένο (John Caputo και Gianni Vattimo, After the Death of God, σελ. 51-52).

Η κίνηση από την μεταφυσική στον μετα-μεταφυσικό μεταμοντερνισμό είναι η κίνηση από ουσιώδεις οντότητες σε συμβάντα. Το συμβάν δεν είναι κάτι που συμβαίνει, αλλά "κάτι που διαδραματίζεται μέσα σ' αυτό που συμβαίνει, κάτι το οποίο εκφράζεται ή υλοποιείται ή αποκτά μορφή μέσα στο συμβεβηκώς" (ό.π. σελ. 46). Πρέπει συνεπώς να διακρίνουμε

ανάμεσα στο όνομα και το συμβάν το οποίο κινείται ή αναπνέει μέσα σε ένα όνομα. Το όνομα είναι ένα είδος παροδικής διατύπωσης ενός συμβάντος, μια σχετικά σταθερή αν και εξελίξιμη δομή, ενώ το συμβάν είναι πάντα ανήσυχο, σε κίνηση, ψάχνοντας νέες μορφές για να τις αναλάβει, προσπαθώντας να εκφραστεί με τρόπους που ακόμη δεν έχουν βρεθεί. Τα ονόματα είναι ιστορικές, ενδεχομενικές, δοκιμαστικές εκφράσεις σε φυσικές γλώσσες, ενώ τα συμβάντα είναι αυτό που τα ονόματα προσπαθούν να σχηματίσουν ή να διατυπώσουν, να ονομάσουν ή να υποδιαιρέσουν (ό.π. σελ. 47-48).

Αυτό ανοίγει τον χώρο για την αποδόμηση: Το χρέος της είναι να συντηρήσει το χάσμα ανάμεσα στο φαντασματικό απροϋπόθετο Συμβάν και τις ενδεχομενικές του εκφάνσεις. Με αυτόν τον "αποδομητικό" τρόπο, κάθε συγκεκριμένη λήψη θέσης, κάθε έκφανση του θείου, σχετικοποιείται, και πρέπει να λαμβάνεται και να εφαρμόζεται με κάποια ειρωνική απόσταση. Οποτεδήποτε επικεντρωνόμαστε σε μια συγκεκριμένη διατύπωση του θείου, ce n'est pas ça. Μέσα σ' αυτόν τον χώρο απλά δεν υφίσταται τόπος για το παράδοξο της χριστιανικής ενσάρκωσης: στον Χριστό, σ' αυτό το εξαθλιωμένο άτομο, βλέπουμε τον ίδιο τον Θεό, και έτσι ο θάνατός του είναι ο θάνατος του ίδιου του Θεού. Η ορθά χριστιανική επιλογή είναι το "άλμα πίστης" μέσω του οποίου αναλαμβάνουμε το ρίσκο να εμπλακούμε πλήρως με μια ενική έκφανση ως ενσωμάτωση της Αλήθειας, χωρίς ειρωνική απόσταση, χωρίς να σταυρώνουμε τα δάχτυλά μας. Ο "Χριστός" αντιπροσωπεύει το πολύ ενικό σημείο που αποκλείει ο Caputo: ένα άμεσο βραχυκύκλωμα, ακόμα και μια ταυτότητα, ανάμεσα σε μια θετική ενικότητα και στο θείο Συμβάν. Ο Caputo επικαλείται την αγάπη του για τον Kierkegaard --αλλά πού πήγε η βασική έκλαμψη των Φιλοσοφικών σπαραγμάτων, η επιμονή του Kierkegaard για το βασικό παράδοξο του Χριστιανισμού: το ότι η αιωνιότητα μπορεί μόνον να πλησιαστεί μέσα απ' τον χρόνο, μέσα από την πίστη στην Ενσάρκωση του Χριστού ως ένχρονου συμβάντος;

Αυτό που δεν βλέπει εδώ ο Caputo είναι η "ανακλαστική" κίνηση δια μέσω της οποίας το ίδιο το πλεόνασμα του Συμβάντος σε σχέση με την ενσάρκωσή του σε όνομα πρέπει να επανεγγραφεί σε ένα όνομα, ένα όνομα που θα λειτουργεί ως "σημαίνον χωρίς σημαινόμενο", ως άδειο όνομα, όχι η πληρότητα ενός Νοήματος αλλά μια υπόσχεση, μια υποχρέωση. Το πλεόνασμα του σημαινομένου (πνεύμα) σε σχέση με το σημαίνον (γράμμα) πρέπει να εγγραφεί και να συρρικνωθεί μέσα σε ένα άδειο γράμμα. Και αυτή είναι η λειτουργία της Ενσάρκωσης του Χριστού: η περιστολή του κενού.

Το βασικό πρόβλημα με την θεολογία του Συμβάντος στον Caputo είναι ότι αποφεύγει να αναλάβει την (εγελιανή) κίνηση από την ανάκλαση στον ανακλαστικό καθορισμό. Πρώτον, το Συμβάν εμφανίζεται ως το μη αναγώγιμο πλεόνασμα το οποίο ανακατεύει τα πράγματα αλλά δεν μπορεί ποτέ να αδραχτεί από τις συνέπειές του, τους θετικούς του καθορισμούς: λάμπει μέσα από τις συνέπειές του, αντανακλάται από αυτές, αλλά πάντα με τρόπο εκτοπισμένο/παραμορφωμένο. Το επόμενο ζωτικό βήμα είναι να εννοηθεί αυτό το ίδιο το πλεοναστικό Χ ως συνέπεια των συνεπειών του, ως  προϋπόθεση που τίθεται --καθορίζεται-- η ίδια από τις παραμορφωμένες της ανακλάσεις. Το Συμβάν είναι μια αναδρομική επαγωγή της πράξης της ονομασίας: δεν υπάρχει Συμβάν πριν το όνομά του. Η λογική εδώ είναι η ίδια με το πέρασμα στον Einstein από την ειδική στην γενική θεωρία της σχετικότητας: από τον χώρο που καθίσταται κοίλος από την ύλη, στην ίδια την ύλη ως συνέπεια της κοιλότητας του χώρου. Με άλλα λόγια, το Συμβάν δεν είναι τίποτε παρά η παραμόρφωση του χώρου των συνεπειών του --αυτό το είναι το (εγελιανό) πέρασμα από τον ιδεαλισμό στον υλισμό. Το θέμα εδώ είναι όχι να περάσουμε από ανεπαρκείς/παραμορφωμένες ανακλάσεις σε μια πλήρως επαρκή και διαφανή (αυτο-)ανάκλαση: το χάσμα που χωρίζει την ανάκλαση από το (παραμορφωτικά) ανακλασθέν Χ παραμένει· απλώς μετατοπίζεται στην ίδια την καρδιά αυτού του Χ (ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Badiou είναι αμφίσημος στο σημείο αυτό, αποφεύγοντας το βήμα του να αντιληφθεί το Συμβάν το ίδιο ως αναδρομική συνέπεια των εγγραφών του).

Εικόνα: www.nexternal.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: