Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (τελευταίο μέρος)

Σημειώσεις άρθρου:

[1] Όπως ισχυρίζεται ο Μπαντιού στον διάλογό του με το θεατρικό έργο του Μπρεχτ Η απόφαση (1930), “μόλις γίνεται θέμα δημιουργικής απόφασης κάτι, το πραγματικό είναι προσβάσιμο μόνο μέσω της ενσωμάτωσης ενός ‘Εγώ’ από ένα ‘Εμείς’ (Le Siècle: 99).
[2] Βλ. Canguilhem, Vie et mort de Jean Cavaillès, 39. Οι εκτελέσεις των Cavaillès και Lautman, ιδρυτών ενός “σύγχρονου πλατωνισμού” και η έμπνευση μιας σύγχρονης συναρμογής των μαθηματικών και της φιλοσοφίας άφησαν το πεδίο της γαλλικής φιλοσοφίας ανοιχτό, ισχυρίζεται ο Μπαντιού, στον γερμανικό ρομαντισμό και στην γλωσσική στροφή (Abrége de métapolitique: 13). Το εγχείρημα του ίδιου του Μπαντιού, στην πολιτική όσο και στη φιλοσοφία, εκκινεί από εκεί που σταμάτησαν εκείνοι.
[3] Αυτοί που επέλεξαν να μην αντισταθούν, συμπεραίνει ο Μπαντιού, επέλεξαν απλά να μην σκέφτονται,: “δεν σκέφτηκαν σύμφωνα με το πραγματικό της κατάστασης της στιγμής [...]. Το να μην αντιστέκεσαι είναι να μην σκέφτεσαι” (Abrége de métapolitique: 17).
[4] “Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι εδώ η ‘ισότητα’ δεν αντιπροσωπεύει τίποτε αντικειμενικό. Δεν είναι καθόλου θέμα ισότητας στάτους, εισοδημάτων, ή λειτουργιών […] Η πολιτική ισότητα δεν είναι αυτό που θέλουμε ή αυτό που προβάλλουμε [στο μέλλον], είναι αυτό που διακηρύσσουμε στη μέση της στιγμής, εδώ και τώρα, ως κάτι που υπάρχει, και όχι ως κάτι που θα έπρεπε να ισχύει” (Abrége de métapolitique: 111-12). Ο Μπαντιού παραθέτει τον Μπρετόν επιδοκιμαστικά: “η εξέγερση κουβαλάει την δικαίωσή της μέσα της, εντελώς ανεξάρτητα από το πόσες δυνατότητες έχει να αλλάξει ή όχι την κατάσταση πραγμάτων που την προκαλεί”, εφόσον αυτό που έχει σημασία είναι "να ζεις όσο πιο έντονα γίνεται” (André Breton, Arcane 17, στο Le Siècle 114).
[5] Στο Θεωρία του υποκειμένου, ο Μπαντιού επιλέγει από τη γαλλική ιστορία “τρεις μορφές μιας εφικτής οικουμενικότητας”: την Κομμούνα, την Αντίσταση, και τον Μάη του 68 (Théorie du sujet: 13).
[6] “Η μεγάλη πρωτοτυπία και δύναμη του Organisation Politique είναι ότι κρατά απόλυτα τον διαχωρισμό” ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική, την αναλυτική περιγραφή και το πολιτικό πρόταγμα (La Distance politique 28.05.98: 2).
[7] “Κατά την άποψή μου, οι ‘κοινωνικές επιστήμες’ δεν είναι καν επιστήμες και δεν έχουν θέση στην κατανομή των διαδικασιών αλήθειας.” Αν και αριστερόστροφοι κοινωνικοί επιστήμονες όπως ο Μπαλιμπάρ και ο Μπουρντιέ είναι κάλλιστα ικανοί να αναλύουν σημαντικά θέματα (τους sans-papiers, τον φεμινισμό, το εργατικό κίνημα, τη φτώχεια) είναι “πολιτικά πολύ αδύναμοι, για τον απλό λόγο ότι δεν έρχονται σε ρήξη με τον κοινοβουλευτισμό με το ‘δημοκρατικό’ consensus”. Μπορούν μόνο να συνεισφέρουν σε μια ‘αντιπολιτευτική’ στάση, δηλαδή σε μια θέση διαμαρτυρίας μέσα στις εγκεκριμένες από το κράτος δομές και αρχές (κόμματα, εκλογές, συνδικαλιστικά σωματεία, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις…). Αλλά “δυστυχώς, η κατηγορία της ‘αντιπολίτευσης’ είναι ακριβώς μια κεντρική κατηγορία του κοινοβουλευτισμού, της ‘δημοκρατίας’. Οι κοινωνικές επιστήμες παραμένουν συνεπώς εξαρτημένες από το κράτος, και συνεπώς είναι χωρίς αλήθεια” ("Entretien avec Alain Badiou", 1999: 6).
[8] Charles Hoareau, στο “Chômeurs rebelles: chef-lieu Marseilles”, Le Nouvel Observateur, 8.01.98: 26-27.
[9] Σε ό,τι αφορά την ανάλυση και ταυτοποίηση των πολιτικών αλληλουχιών, ο Μπαντιού παραδέχεται ελεύθερα ότι “η σκέψη μου στο σημείο αυτό συντηρείται, απλά και καθαρά, από αυτή του Λαζάρους.” Η ενθουσιώδης βιβλιοκριτική του Μπαντιού στο βιβλίο του φίλου του L'Anthropologie du nom (1996) αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια του Abrégé de métapolitique. Όντας σε ίσο βαθμό μετα-“ιστορικιστικό, ταξικό, διαλεκτικό και θετικιστικό” το βιβλίο του Λαζάρους “εξαλείφει εντελώς την κατηγορία του αντικειμένου”, έτσι ώστε να πριμοδοτήσει την καθαρά υποκειμενική κατονομασία μιας πολιτικής αλληλουχίας ως αυτού που δεν μπορεί ποτέ να οριστεί, μόνο να γίνει αντιληπτό (Abrégé de métapolitique: 36· βλ. επίσης L'Anthropologie: 52). Η μοναδική επιφύλαξη του Μπαντιού αφορά στον περιορισμένο ρόλο που αφήνει στην ίδια την φιλοσοφία ο συσχετισμός όρων του Λαζάρους.
[10] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. http://www.mstbrazil.org
[11] Μαζί με τον Μπαντιού, οι σημαντικότερες μορφές του OP είναι οι επί μακρόν φίλοι του και σύντροφοι εξηνταοκτάρηδες [soixante-huitards] Σιλβέν Λαζάρους και Νατάσα Μισέλ. Η λειτουργία του OP με την σημερινή του μορφή και με το τωρινό του όνομα χρονολογείται από το 1984 (βλ. “Histoire de l'Organisation politique”, La Distance politique 30-31.03.99: 17-19). Ανάμεσα στο 1983 και το 1992, το OP δημοσίευσε το πρώτο του journal d'opinion, με τίτλο Le Perroquet. Από το 1991, γνωστοποιούν τις θέσεις τους μέσα από το Distance politique (το οποίο αργότερα αναφέρεται ως LDP). Το Distance politique είναι ένα σχετικά μικρό δελτίο ενημέρωσης (συνήθως από 6 ως 15 σελίδες), το οποίο συνήθως δημοσιεύεται τέσσερις φορές τον χρόνο, και περιλαμβάνει άρθρα και σημειώματα του εκδότη που συζητούν συγκεκριμένες διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις, συνεντεύξεις με εργάτες ή με ομάδες μεταναστών, συζητήσεις εκλογικών εκστρατειών και αποτελεσμάτων, και γενικές αναλύσεις για το “τι να κάνουμε.” Τα πρώτα τρία τεύχη συμπεριλάμβαναν σύντομες αναλύσεις βασικών έργων των Μαρξ, Λένιν και Μάο, με αυτή τη σειρά. Το τεύχος περιείχε ένα άρθρο για τον Αλτουσέρ. Από τότε η έμφαση είναι σχεδόν αποκλειστικά σε πρακτικά θέματα, και το Distance politique έχει παραμείνει πολύ περισσότερο εργαλείο οργάνωσης παρά συνεισφορά στην “πολιτική θεωρία”. Εκτός από τα τεύχη και τα cahiers που δημοσιεύει το Distance politique, το OP δημοσίευσε τρία βιβλία γραμμένα από τους Noyaux οι οποίοι βοηθούν τους εργάτες βοηθούν να οργανωθούν σε διάφορα εργοστάσια: ένα το οποίο αφορά την σχέση εργατών και προϊσταμένων, ένα άλλο για την απεργία της Μπουργκόν το 1994, και ένα τελευταίο για την ιστορία της Μπιγιανκούρ από το 1968 ως το 1992. Τέλος, από τον Ιούλη του 1995, και μετά την ρατσιστική δολοφονία του Brahim Bouarram τον Μάη από μέλη του Εθνικού Μετώπου, το OP άρχισε να βοηθά στην οργάνωση “Associations pour la paix civile et l'amitié entre les familles” [Ενώσεις για την πολιτική ειρήνη και την φιλία ανάμεσα στις οικογένειες] (βλ. La Distance politique, 14.07.95: 7-16). Από τον Σεπτέμβρη του 1997, τέτοιες Ενώσεις λειτουργούσαν στο Μοντρέιγ, την Λιλ, την Ρενς και την Τουλούζ. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα άρθρα του Distance politique, αν και κάποιες φορές γράφονται στο πρώτο πρόσωπο, είναι πάντα ανώνυμα και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοια. Αν και θα ήταν αρκετά εύκολο να εντοπίσει κάποιος τουλάχιστον κάποια από αυτά που έγραψε ο ίδιος ο Μπαντιού, δεν υπάρχουν πολλά που θα κέρδιζε κάνοντας κάτι τέτοιο. Το OP λειτουργεί μέσω της αυστηρής συλλογικής ευθύνης, και κατά κανόνα οι θέσεις που εκφράζει το Distance politique μπορούν να εκληφθούν ως πλήρως συμβατές με αυτές του ίδιου του Μπαντιού. Ο Μπαντιού είναι κατηγορηματικός στο σημείο αυτό: το OP είναι, με όλες τις αυστηρές συνεπαγωγές του όρου, μια “υποκειμενική προϋπόθεση της φιλοσοφίας μου” (Abrége de métapolitique: 117).
[12] Κάθε πολιτικός τρόπος, παραδέχεται ο Μπαντιού, θα έχει τους αντικειμενικούς του “τόπους” όπως και τις καθαρά υποκειμενικές του κατηγορίες (για παράδειγμα, στον Επαναστατικό τρόπο, οι τόποι που ανδεικνύονται από την Συνέλευση, τους ομίλους των sans-culottes, τον επαναστατικό στρατό...). Αλλά το ζήτημα είναι να μην συσχετίζεται, σε μια διαλεκτική “ετερογενών πολλαπλοτήτων”, η θεσμική υλικότητα ενός τόπου με την υποκειμενική πραγματικότητα των δραστών του. “Τοποθετώντας μαζί στη σκέψη το νοητικό (τις ιδέες και πεποιθήσεις των επαναστατών) και το υλικό (την Συνέλευση, τους ομίλους των sans-culottes, κλπ. ...), θυσιάζεις το όνομα του τρόπου (το οποίο εξαφανίζεται ως ενικότητα μέσα στην διαλεκτική ολότητα), και στο τέλος κάνεις και την πολιτική ως σκέψη να εξαφανιστεί και αυτή: η σκέψη γίνεται αδύνατη. Αν, αντιθέτως, σκεφτείς τη Συνέλευση, κλπ. ως τόπους του ονόματος, ως διαδικασίες που είναι οι ίδιες προταγματικές, και οι οποίες αποτελούνται από το ίδιο υλικό όπως και η υποκειμενική πολιτική, τότε κρατάς το όνομα, και διατηρώντας την διερεύνηση μέσα σε μια ομοιογενοποιημένη πολλαπλότητα, μπορείς να σκεφτείς τη σκέψη από μέσα, [en intériorité penser la pensée]” (Abrége de métapolitique: 42-3).
[13] Πρβ. την εκδοχή του Τέρι Ήγκλτον: “ το να επιθυμούμε την εξαφάνιση της τάξης ή του έθνους, το να προσπαθούμε να ζούμε στην ανεξάληπτη διαφορά τώρα, με τον τρόπο κάποιας σύγχρονης μεταδομικής θεωρίας, είναι το να παραδινόμαστε άμεσα στα χέρια των καταπιεστών […] [Η αυθεντική] σεξουαλική πολιτική, όπως ο ταξικός ή εθνικιστικός αγώνας, θα παγιδευτεί συνεπώς στις ίδιες τις εμταφυσικές κατηγορίες που ελπίζει να καταργήσει τελικά […]· κάθε αντιπολιτευτική πολιτική μετακινείται τελικά κάτω από το λάβαρο της ειρωνείας, εφόσον ξέρει ότι είναι αναπόφευκτα παρασιτική σε σχέση με τον ανταγωνιστή της” (Eagleton, 1990: 23-26; βλ. επίσης Moi, 1985: 13).
[14] Βλ. “Le pays comme principe,” 1992: 135. “Η ύπαρξη θυμάτων δεν μπορεί από μόνη της να εδραιώσει μια πολιτική διαδικασία —πρόκειται για μια αρχή που υποστηρίζω σταθερά” (Επιστολή στον συγγραφέα, 9.12.98).
[15] Το OP προσθέτει μια κάποια ηθικολογική γεύση στην εκστρατεία του: “το ζήτημα του να γνωρίζεις αν υπάρχουν εργοστάσια στις πόλεις μας (εργοστάσια και όχι σουπερμάρκετ) είναι αποφασιστικής σημασίας. Γιατί αν δεν είναι η μορφή της εργασίας που κοινωνικοποιεί τους ανθρώπους, που καθοδηγεί τις ανταλλαγές τους, που τους οδηγεί έξω από τα σπίτια τους, τότε θα υπάρξει μια άλλη μορφή: η διακίνηση ναρκωτικών, η κλοπή, οι συμμορίες και οι μαφίες” (La Distance politique 22.06.97: 2).
[16] Η αισχρή “συζήτηση” για τους αιτητές ασύλου, η οποία παρουσιάζει τόσο ξεκάθαρα την κυρίαρχη ανα-παράσταση της βρετανικής κατάστασης, θα έδινε ίσως στον Μπαντιού την πιο αποκαλυπτική αποτύπωση του επιχειρήματός του. Το ίδιο το όνομα (ο χαρακτηρισμός ανθρώπων ως παθητικών “αιτητών” και οι συνεπακόλουθες διακρίσεις ανάμεσα σε δικαιολογημένους και αδικαιολόγητους αιτητές, μεταξύ πολιτικών θυμάτων και οικονομικών απατεώνων, μεταξύ επιθυμητών μεταναστών και αναεπιθύμητων παράσιτων —και, από την πλευρά του παροχέα ασύλου, μεταξύ της ευγενούς γενναιοδωρίας ή της “ανθρωπιστικής” ενοχής, μεταξύ της “καλοπροαίρετης” αδιαφορίας και του “ρεαλιστικού” πραγματισμού…) αποτελεί μαρτυρία για το γεγονός ότι η επιθετική συντήρηση των προνομίων του πρώτου κόσμου έχει, απαρνούμενη ακριβώς την οικονομική επιθετικότητα που την συντηρεί, εξελιχθεί στην απόλυτα ξεκάθαρη και όχι απλώς αποτελεσματική αρχή της κρατικής πολιτικής.
[17] Ο μιτερανισμός συνδηλώνει “την απάρνηση κάθε ελεύθερης και κριτικής σκέψης”. Η πολιτική καρριέρα του Μιτεράν ανδεικνύει ως μοναδική της λειτουργική αρχή την μέγιστη προσέγγιση στην κυρίαρχη κοινή γνώμη της ημέρας, που είναι με τη σειρά πεταινική, αντιστασιακή, αποικιοκρατική, συμφιλιωτική, σοσιαλιστική και νεοφιλελεύθερη —κάθε φορά επειδή απλώς είναι έτσι [c'est comme ça] (La Distance politique 9.10.94: 3-4· La Distance politique 14.06.95: 1-3).
[18] Η οργή ενάντια στους νόμους Debré —που πυροδοτήθηκε από μια έκκληση που έκαναν σκηνοθέτες και διανοούμενοι και κορυφώθηκε με μεγάλες διαδηλώσεις τον Φλεβάρη του 1997 —ήταν σημαντικός παράγοντας για την ήττα της κυβέρνησης Juppé και την μη αναμενόμενη διάλυση του κοινοβουλίου από τον Σιράκ τον Μάη του 1997.
[19] Το εγχείρημα Weil-Chevènement διαφέρει από αυτό των Pasqua-Debré μόνο στο ότι χωρίζει την κατηγορία “ξένος” στα δύο: από τη μία πλευρά αποδεκτοί επαγγελματίες και φοιτητές, και από την άλλη μη αποδεκτοί φτωχοί και εργαζόμενοι (La Distance politique 25.11.97: 6).
[20] Η ίδια η έννοια της ενσωμάτωσης, βέβαια, αντιπαρέρχεται κάθε εφικτό εξωγενή προκαθορισμό (La Distance politique 23-24.09.97: 7). Με την έννοια αυτή, η θέση του OP είναι αρκετά διαφορετική από αυτή που πήρε το κάποτε σημαντικό SOS-Racisme καθώς και σχετικά κινήματα beurs. Το Distance politique παρουσιάζει αυτές τις ομάδες ως εξαρτήματα του μιτερανισμού και της αντι-εργατικής του εκστρατείας, μέρη της “απάρνησης των πατεράδων εργατών” από μια νέα γενιά (La Distance politique 14.07.95: 2-3). To SOS-Racisme και άλλες αντιρατσιστικές ομάδες, λέει το OP, ασχολούνται με την νεολαία και την νεανική κουλτούρα, εγκωμιάζοντας μια “εθνικότητα των νέων” με την πεποίθηση ότι η “ενσωμάτωση” μπορεί να επιτευχθεί μέσω της “ραπ και της μόδας”, χωρίς καμμία πολιτική αρχή (La Distance politique 17-18.10.96: 12; βλ. επίσης La Distance politque 19-20.04.97: 8-9).
[21] Το OP βοήθησε στην οργάνωση μεγάλων διαδηλώσεων τον Ιούνη και τον Σεπτέμβρη του 1996, και περισσότεροι από χίλιοι συμμετείχαν σε συναντήσεις μέσα και γύρω από το Παρίσι στις 15 Νοέμβρη και 6 Δεκέμβρη του 1997 και στις 9 Φλεβάρη του 1998. Μαζικές αντιπροσωπείες στάλθηκαν σε στυνομικούς σταθμούς στο Μπομπινί και την Ναντέρ τον Μάρτη του 1998, και στο Κρετέιγ τον Απρίλη του 1998.
[22] Συσπειρωμένη κάτω από το σλόγκαν “tous ensemble”, αυτή ήταν μια “απεργία απεργών” που παρ’ όλα αυτά υπερέβη τα όρια των συνηθισμένων συνδικαλιστικών ελιγμών. “Οι απεργίες του Δεκέμβρη έθεσαν αιτήματα, αλλά παρ’ όλα αυτά, τα αιτήματα υποτάχθηκαν στην υποκειμενικότητα των απεργών και όχι το αντίστροφο” (La Distance politique 26-27.02.98: 4).
[23] “Όλες οι προσπάθειες να δομηθεί μια εναλλακτική οικονομία μου φαίνονται απλές και καθαρές αφαιρέσεις, όταν δεν καθοδηγούνται κιόλας από την ασυνείδητη κατεύθυνση της αναδιοργάνωσης του ίδιου του κεφαλαίου. Μπορούμε για παράδειγμα να δούμε —και θα το βλέπουμε όλο και πιο πολύ—πώς όλες αυτές οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις παρέχουν απλώς στο κεφάλαιο νέους χώρους επενδύσεων, νέες αποχρώσεις και νέες χρήσεις. Γιατί; Επειδή κάθε πρόταση η οποία αφορά άμεσα την οικονομία μπορεί να ενσωματωθεί από το κεφάλαιο. Αυτό συμβαίνει εξ ορισμού, εφόσον το κεφάλαιο είναι αδιάφορο προς τον ποιοτικό συσχετισμό των πραγμάτων” (“Politics and Philosophy” 1998: 117).
[24] Ως το 1996, το OP ήταν έτοιμο να παραδεχτεί ότι η πρότερη “αδιαφορία [του] για το κράτος παρέμενε ταξικιστική” (La Distance politique 19-20.04.96: 14).
[25] Συγκρίσιμα παραδείγματα στο καπιταλιστικό μπλοκ μπορούν να περιλαμβάνουν τα επεισόδια που έγιναν διάσημα από τις αναλύσεις των Piven και Cloward ως Κινήματα των Φτωχών (1977).
[26] "Η ψηφοφορία είναι μια αντιδιακήρυξη που οργανώνεται από το Κράτος” (La Distance politique 8.07.94: 3).
[27] Όπως αναρωτιέται ο Daniel Bensaïd, “δεν είναι μια πολιτική χωρίς κόμμα απλά μια πολιτική χωρίς πολιτική;” (Bensaïd, 2001: 157-158).




Βιβλιογραφία
Έργα του Αλαίν Μπαντιού που αναφέρονται στο άρθρο, κατά χρονολογική σειρά δημοσίευσης:
Théorie de la contradiction. Paris: Maspéro, 1975.
De l'Idéologie. Paris: Maspéro, 1976
Théorie du sujet. Paris: Seuil, 1982.
Peut-on penser la politique? Paris: Seuil, 1985.
L'Etre et l'événement. Paris: Seuil, 1988.
D'un Désastre obscur (Droit, Etat, Politique). Paris: L'Aube, 1991.
Conditions. Paris: Seuil, 1992.
L'Ethique: Essai sur la conscience du mal. Paris: Hatier, 1993.
Saint-Paul et la fondation de l'universalisme. Paris: PUF, 1997.
Abrégé de métapolitique. Paris: Seuil, 1998.
Théorie axiomatique du sujet. Notes du cours 1996-1998. Αδημοσίευτο χειρόγραφο, 121 σσ.
Le Siècle. Paris: Seuil, 2002 [οι αναφορές είναι στο χειρόγραφο].
La Distance politique

Άλλα έργα του Μπαντιού που παρατίθενται:
“Le pays comme principe.” Le Monde. Bilan économique et social (1992): 134-5.
“Réponses écrites d'Alain Badiou.” Συνέντευξη με ομάδα φοιτητών στο πανεπιστήμιο Paris VIII (Vincennes/Saint-Denis). Philosophie, philosophie 4 (1992): 66-71.
“Philosophie et poésie au point de l'innommable”. Poésie 64 (1993): 88-96.
“Being by Numbers.” Συνέντευξη με την Lauren Sedofsky. Artforum 33.2 (Οκτώβρης 1994): 84-87, 118, 123-124.
“Politics and Philosophy.” Συνέντευξη με τον Peter Hallward. Angelaki, 3/3 (1998): 113-133.
“Entretien avec Alain Badiou.” Συνέντευξη με τον N. Poirier. Le Philosophoire 9 (1999): 14-32.

Έργα άλλων συγγραφέων:
Ahmad, A. (1992) In Theory: Classes, Nations, Literatures. London: Verso.
Bensaïd, D. (2001) 'Alain Badiou et le miracle de l'événement', στο Bensaïd, D. Résistances: Essai de taupologie générale. Paris: Fayard. 143-170.
Canguilhem, G. (1976) Vie et mort de Jean Cavaillès. Ville-franche: Pierre Laleur, Les Carnets de Baudasser.
Eagleton, T. (1990) “Nationalism: Irony and Commitment”. Στο T. Eagleton κ.α. (επιμ.), Nationalism, Colonialism, and Literature. Minneapolis: University of Minnesota Press.
Feltham, O. (2000) As Fire Burns: Of Ontology, Praxis and Functional Work. Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή. Deakin University, Australia.
Habermas, J. (1996) Between Facts and Norms. Cambridge, Mass.: MIT Press.
Jameson, F. (1991) Postmodernism, or the Cultural Logic of Late Capitalism. Durham: Duke University Press.
Lazarus, N. (1999) Nationalism and Cultural Practice in the Postcolonial World. Cambridge: Cambridge University Press.
Lazarus, S. (1996) L'Anthropologie du nom. Paris: Seuil.
Marx, K. & Engels, F. (1967) The Communist Manifesto. Μτφρ. S. Moore. Harmondsworth: Penguin.
Moi, T. (1985) Sexual/Textual Politics: Feminist Literary Theory. London: Methuen.
Piven, F. F. και Cloward, R. A. (1977) Poor People's Movements. NY: Pantheon.

Εικόνα: www.maisondescartes.com

7 σχόλια:

Greek Rider είπε...

Αντώνη καλησπέρα, έκανες ξεχωριστό ποστ τις σημειώσεις και την βιβλιογραφία, αυτό πολύ μου άρεσε.

Disdaimona είπε...

"αυτοί που επέλεξαν να μην αντισταθούν,επέλεξαν απλά να μην σκέφτονται"

αφιέρωσε σε παρακαλώ όποτε έχεις χρόνο-λίγο χρόνο-να μας το αναπτύξεις αυτό.(μετά μπορεί να το αντιγράψω και να το βάλω πάνω στην εξώπορτα,ως "κάρτα εισόδου" για τους φίλους!)

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

Στοιχειώδες ευχαριστω για μια μεταφραση ,που πλουσιοπάροχα (οπως παντα) μας εδωσες.

Greek Rider είπε...

Αντώνη μια πρόταση, δες - αν είναι εφικτό να γίνει- αν μπορούν να μπουν κάποιες εργασίες σου - που είναι σε συνέχειες- κάτω από ακόμη μια ίδια ετικέτα ώστε να μπορεί κάποιος να τις βρει εύκολα.

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

Συμφωνω
Εχεις ενα τεραστιο υλικό,ιδανικό για μερικους απο εμας λατρεις της αυτομόρφωσης.

Αντωνης είπε...

Φίλοι GR και LLS: Ευχαριστώ για τα σχόλια και για την πρότασή σας. Πράγματι, στόχος ενσυνείδητος και ιδεολογικός του ιστολογίου είναι ακριβώς η αυτομόρφωση που αναφέρει ο LLS --η αυτομόρφωση της γενικής διάνοιας με στόχο την πολιτική ισότητα. Μία λύση θα ήταν να μπαίνει ως ετικέτα και το όνομα του συγγραφέα, ώστε να βρίσκονται όλες οι αναρτήσεις που τον/την αφορούν. Ακριβώς επειδή έχει σωρευτεί πολύ υλικό πλέον όμως, θα χρειαστεί κάποιο διάστημα αυτό. Κάτι ακόμη που ίσως δεν έχετε προσέξει. Όλα τα εκτεταμένα θεωρητικά κείμενα τρίτων που έχουν δημοσιευτεί εδώ, συν ένα δικό μου εκτεκταμένο, συν όλα τα κείμενα αντι-φαινομενολογίας του Godel, έχουν ανέβει στην "Μικρή Ψηφιακή Βιβλιοθήκη" και μπορούν να "κατέβουν" σε pdf ή Word. Το κείμενο του Hallward, μαζί με την συνέντευξη Badiou έχουν κατατεθεί για δημοσίευση σε περιοδικό. Αναμένω απάντηση τις προσεχείς ημέρες. Όταν θα ξέρω αν και πού θα δημοσιευτούν εντύπως οι μεταφράσεις, θα τα ανεβάσω και αυτά.

Αντωνης είπε...

@Disdaimona: Ευχαριστώ για το σχόλιο και συγγνώμη για την καθυστέρηση της απάντησης. Θα απαντήσω πολύ σύντομα: "Σκέψη", για τον Badiou είναι κάτι που μπορεί να κάνει μόνο ένα υποκείμενο. Αυτό μπορεί να φαίνεται βλακωδώς προφανές --ποιος άλλος παρά ένα υποκείμενο θα μπορούσε να σκεφτεί άλλωστε; Ναι, αλλά για τον Badiou δεν είμαστε όλοι υποκείμενα από γεννέσεως και δεν είμαστε υποκείμενα ανεξαρτήτως συνθηκών. Γινόμαστε υποκείμενα υπό προϋποθέσεις. Πότε; Όταν ακριβώς μας δράττει μια αλήθεια και όταν, συνεπώς "υποκειμενοποιούμαστε" εξαιτίας της. Τούτη η υποκειμενοποίηση συμβαίνει πάντα ως αντίσταση σε μια "κατάσταση", στην οποία λειτουργούμε αυτόματα, αποφασίζουμε χωρίς σκέψη, λειτουργούμε με γνώμονα το "συμφέρον". Η "κατάσταση", το "state of the situation" είναι ο χώρος μη σκέψης, και μη σκέψη είναι αυτό που ΣΥΝΗΘΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ, ο κανόνας δηλαδή. Η σκέψη είναι εξαίρεση, έρχεται κατ΄εξαίρεση, και πάντα με την μορφή της βίαιης διακοπής της συμμετοχής μας στην κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή της εξέγερσης.

Ελπίζω αυτό να απαντά στο ερώτημά σου.