Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (έβδομο μέρος)

(γ) Μαρξιστής ή μετα-μαρξιστής;


Αν ο Badiou απορρίπτει κάθε άμεση συνάρθρωση οικονομίας και πολιτικής και ανέχεται ένα κάποιο βαθμό βασισμού στο κράτος, με ποια έννοια δικαιούται το εγχείρημά του την μαρξιστική ταμπέλα; Ο Badiou δεν αναγνωρίζει κανένα μοναδικό υποκείμενο της Ιστορίας, κανένα παγκόσμιο ιστορικό κίνημα, καμμία προτεραιότητα του τρόπου παραγωγής -- ούτε καν την τελική πολιτική πρωταρχικότητα του ταξικού αγώνα ως τέτοιου. Εφόσον κρίνεται βάσει των σχετικά ορθόδοξων κριτηρίων του Aijaz Ahmad, για παράδειγμα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δουλειά του Badiou πρέπει να φιγουράρει ως τμήμα της "εκλεκτικιστικής", αντισυστημικής τάσης που χαρακτήρισε σημαντικό τμήμα της δυτικής κοινωνικής και πολιτισμικής θεωρίας από την αρχή του 1970 (Ahmad, 1992: 5, 70-71). Το κυρίαρχο στοιχείο του μαρξισμού του Ahmad είναι ακριβώς η αντίληψή του ότι υπάρχει μια συστηματική ενδελέχεια γύρω από την ιστορική αλλαγή, και η συνεπαγώμενη υπόθεση ότι το "οικουμενικό" είναι συνέπεια της "παγκόσμιας λειτουργίας ενός και μόνο τρόπου παραγωγής" (Ahmad, 1992: 103; βλ. Jameson, 1991: 380; Lazarus, 1999: 16-19). Αντίθετα ο Badiou δεν είναι βέβαια "ιστορικιστής, γιατί δεν νομίζω ότι τα γεγονότα ενώνονται σε ένα παγκόσμιο σύστημα. Αυτό θα απαρνούνταν τον ουσιαστικά απρόβλεπτό τους χαρακτήρα, για τον οποίο είμαι απόλυτα πεπεισμένος" ("Being by Numbers", 1994: 118).

Το ίδιο το OP έχει σε διαφορετικές στιγμές υιοθετήσει τα επίθετα "μεταλενινιστικό" (La Distance Politique 2.02.92: 9; βλ. και L'Etre et l'événement 443) και "μεταταξικό" (La Distance Politique 19-20.04.96: 2). Αναμφίβολα δέχεται ότι ο αυστηρός μαρξισμός-λενινισμός των Ερυθρών Χμερ και του Φωτεινού Μονοπατιού είναι "ιστορικά νεκρός" (La Distance Politique 4.10.92: 5· βλ. και Peut-on penser la politique? 52· L'Etre et l'événement 368), και αποκηρύσσει ως "ταξικιστικό" έναν ιστορικό υλισμό ο οποίος προϋποθέτει κάποιου είδους διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πολιτική υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα των ταξικών σχέσεων. Εξίσου ταξικιστική και "συνδικαλιστική" είναι η "απαρχαιωμένη" ιδέα ότι το κράτος είναι το δημιούργημα, το παράγωγο και το εργαλείο της άρχουσας τάξης. Ο Badiou θεωρεί "ότι, για να το θέσουμε αρκετά απότομα, ο Μαρξισμός δεν υπάρχει" (Abrégé de métapolitique 67). Η διακλαδική αντίληψη του Badiou για την πράξη την αφαιρεί αναμβίφολα από κάθε "χυδαία" έκφανση του ενός --του ενός του κόμματος και της θεωρητικής του αυθεντίας όσο και του ενός της ιστορικής ή της κοινωνικής ολότητας (βλ. Feltham, 2000: 7, 150). Αλλά ο ίδιος αρνείται σταθερά τον όρο "μεταμαρξιστική" (με την έννοια του Laclau) ως όρο που περιγράφει τη δουλειά του (Συζήτηση με τον συγγραφέα 12.03.98). Η πρακτική και οι προτεραιότητες του OP αποτελούν αποδείξεις του πόσο απέχει ο Badiou από το να συναντήσει τον Laclau, μαζί με τον André Gorz ή τον Alain Touraine, καθώς "αποχαιρετούν την εργατική τάξη."
Σε καμουφλαρισμένη μορφή, η εκχωρητικότητα που προτείνεται από τον Gorz  και άλλους δείχνει στην πραγματικότητα ότι έχουν κερδηθεί πολιτικά από την καθεστηκυία τάξη. Αφήνει την αυστηρά πολιτική σφαίρα ανέγγιχτη. Αποτελεί ένα είδος εξιδανίκευσης της αυτορυθμιζόμενης κοινωνικής κίνησης του ίδιου του κεφαλαίου. Είναι το όραμα των πλουσίων, το όνειρο της μεγαλύτερης δυνατής άνεσης των πλούσιων κοινωνιών. Και έτσι πρέπει να ασχολούμαστε με το περιβάλλον, με την ανάπτυξη, με την μείωση της εργασιακής εβδομάδας, με την αναψυχή, με την εκπαίδευση για όλους ("Politics and Philosophy" 1998: 121).
Ενάντια σ' αυτό το μεταπολιτικό όραμα, ο Badiou υπογραμμίζει την συνεχιζόμενη συνάφεια και ακρίβεια της γενικής διάγνωσης της καπιταλιστικής οικονομίας από τον Μαρξ:
Νομίζω ότι οι παγκόσμιες τάσεις έχουν ουσιαστικά επιβεβαιώσει μερικές από τις βασικές ανακαλύψεις του Μαρξ. Δεν υπάρχει ανάκληση αυτού του γεγονότος. Δεν υπάρχει ανάγκη μεταρρύθμισης του μαρξισμού του ίδιου. Είναι ζήτημα του να προχωρήσουμε πέρα από την ιδέα ότι η πολιτική αντιπροσωπεύει αντικειμενικές ομάδες που μπορούν να περιγραφούν ως τάξεις. Η ιδέα αυτή είχε την δύναμή της και την σημασία της. Αλλά εμείς δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε ή να εφορμήσουμε από αυτή την ιδέα σήμερα. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από πολιτικές διαδικασίες, από πολιτικές αντιθέσεις, από συγκρούσεις και αντιφάσεις, φυσικά. Αλλά δεν είναι πλέον εφικτό να κωδικοποιήσουμε αυτά τα φαινόμενα με όρους αναπαράστασης των τάξεων. Με άλλα λόγια, μπορεί να υπάρχει χειραφετητική πολιτική ή αντιδραστική πολιτική, αλλά τούτες δεν μπορούν να καταστούν άμεσα συναφείς με μια επιστημονική, αντικειμενική μελέτη του πώς λειτουργούν οι τάξεις σε μια κοινωνία... Η υλοποίηση του κόσμου ως παγκόσμιας αγοράς, η αδιαχώριστη ηγεμονία των μεγάλων οικονομικών οργανισμών, κλπ, όλα αυτά είναι αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που συνάδει ουσιαστικά με την ανάλυση του Μαρξ. Το ερώτημα είναι: πού χωράει η πολιτική σε όλα αυτά; ("Politics and Philosophy" 1998: 117)
Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο ότι το Organisation Politique αποτελεί μια πλήρως ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ούτε είναι ξεκάθαρο με ποια έννοια η απάντησή του στο ερώτημα μπορεί ακόμη να αποκληθεί "μαρξιστική", αν η πολιτική δεν αρθρώνεται σε κάποιου είδους σχέση με τις αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και τους ταξικούς ανταγωνισμούς που ανακύπτουν. Με ποια έννοια θα μπορούσε μια πολιτική που αυτοκαθορίζεται ως πρόταγμα πάνω στο κράτος να παραμείνει αδιάφορη για τις παγκόσμιες οικονομικές τάσεις, των οποίων άμεσο αποτέλεσμα είναι να περιορίσει και να συρρικνώσει τις λειτουργίες ενός προγραμματικά οριζόμενου κράτους; Μπορεί ο Badiou να αποδέχεται και την πλήρως "τυχαία" κατανομή συμβάντων και την δομική κανονικότητα των "παγκόσμιων τάσεων" -- χωρίς, τουλάχιστον, να συσχετίζει το ένα με το άλλο;

* * * * *

Η πολιτική του Badiou υπήρξε πάντα πολιτική για την "συλλογική χειραφέτηση, ή για το πρόβλημα της εξουσίας της ελευθερίας σε ατέρμονες καταστάσεις" (D'un Désastre obscur  54· βλ. και Théorie de la contradiction 60). Οι πολιτικοί στόχοι του Badiou παρέμειναν σταθεροί κατά το πέρασμα του χρόνου, εφόσον
κάθε ιστορικό συμβάν είναι κομμουνιστικό, στον βαθμό που "κομμουνιστικό" σημαίνει την δια-χρονική υποκειμενικότητα της χειραφέτησης, το πάθος για ισότητα, την Ιδέα της δικαιοσύνης, την επιθυμία για ρήξη με τους συμβιβασμούς των υπηρεσιών στα αγαθά και των καταθέσεων του εγωισμού, την έλλειψη ανεκτικότητας απέναντι στην καταπίεση, την επιθυμία να επιβληθεί ο μαρασμός του κράτους. Την απόλυτη πρωταρχικότητα της πολλαπλής παρουσίασης πάνω στην αναπαράσταση (D'un Désastre obscur 12-14· βλ. και De l'Idéologie 55-6, 61, 67).
Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος ύπαρξης του κομμουνισμού. Στην πρώιμη δουλειά του Badiou, ο πρακτικός (αν και τελικά ανέφικτος) στόχος ήταν πάντα να υλοποιηθεί η πραγματική, ιστορική πραγμάτωση της κοινότητας δίχως το κράτος. Σήμερα, για να συντηρηθεί "η εμμενής σχέση [της πολιτικής[ με την αλήθεια" (D'un Désastre obscur 48), ο Badiou αναγκάστηκε να εγκαταλείψει σχεδόν κάθε πολιτική εμπλοκή με το οικονομικό και το κοινωνικό στοιχείο. Συνεχίζει να διακηρύσσει μια απόλυτα εξισωτική πολιτική, αλλά εφόσον αυτή αφορά ένα αυστηρά υποκειμενικό επίπεδο. Η απροϋπόθετη δικαιοσύνη ενός γενικού κομμουνισμού, όπως πρωτοπροτάθηκε στα Φιλοσοφικά και οικονομικά χειρόγραφα του 1844 από τον Μαρξ, και όπως έγινε αντιληπτή με τους όρους του ίδιου του Badiou ως έλευση της "καθαρής παρουσίασης", ως "η αδιαχώριστη αυθεντία του ατέρμονου, της έλευσης του συλλογικού ως τέτοιου" (Abrégé de métapolitique 91), παραμένει η μόνη ισχύουσα υποκειμενική νόρμα για την πολιτική σκέψη του Badiou. Η υποκειμενική αυτή νόρμα έχει καταστεί όμως όλο και πιο απόμακρη από τις καθημερινές ασχολίες της "αντικεμενικής" πολιτικής: η προγραμματική συμμόρφωση με το γεγικό ιδεώδες απορρίπτεται η ίδια τώρα ως "ρομαντικό" όνειρο το οποίο οδηγεί στην "αδερφότητα-τρόμο" (Abrégé de métapolitique 101). Είναι σαν η πρόσφατη δουλειά του Badiou να αγκαλιάζει με θετικό τρόπο αυτό που ο Χέγκελ ονόμασε δυστυχισμένη συνείδηση --την στωϊκή κατάφαση για ένα άξιο ιδανικό ή μια άξια υποκειμενική αρχή, αλλά ως κάτι που αποσπάται από κάθε ουσιαστική σχέση με την υλική οργάνωση της κατάστασης. Φαίνεται πως το σφάλμα των μαοϊστών δεν ήταν η έμφασή τους στην γενικότητα, ούτε καν η κατανόησή τους του τι απαιτείται για να καταστεί το γενικό ιστορική πραγματικότητα, αλλά απλά η αποφασιστικότητά τους να εφαρμόσουν αυτό που κατανόησαν στον κόσμο (βλ. L'Ethique: Essai sur la conscience du mal 75).

Μια κάποια αυτοσυγκράτηση είναι συνεπώς η συνθήκη που πρέπει να πραγματώσει η πολιτική αν είναι να σεβαστεί το δικό της "ακατανόμαστο" όριο. Εφόσον "η πραγματική πολιτική είναι το συλλογικό που φτάνει στην εμμενή του αλήθεια", το "συλλογικό ως συμβατό με την σκέψη" ("Philosophie et poésie" 1993: 88), τότε η πολιτική δεν θα πρέπει ποτέ να προσπαθήσει να ορίσει ή να θεσμοποιήσει τι μπορεί να είναι αυτή η συλλογικότητα. "Η κοινότητα, το συλλογικό, είναι τα ακατανόμαστα της πολιτικής: κάθε προσπάθεια να ονομαστεί 'πολιτικά' η κοινότητα επιφέρει ένα καταστροφικό Κακό", κατά το μοντέλο του ναζισμού ή του Εθνικού Μετώπου ( L'Ethique: Essai sur la conscience du mal 77). Μια πολιτική ή γενική κοινότητα είναι κοινότητα που υφίσταται όσο αντέχει να αντισταθεί στο να ονομάσει τον εαυτό της, στο να καταστήσει τον εαυτό της μια ταυτότητα. Κάθε υποκείμενο παραμένει τέτοιο εφόσον αντιστέκεται στην μετατροπή του σε αντικείμενο.

Εικόνα: Jackson Pollock, Number 7, 1951
abstract-art.com


Δεν υπάρχουν σχόλια: