Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (πέμπτο μέρος)

II. Πρακτική πολιτική

Όπως δείχνει η εκστρατεία στο Σεν Μπερνάρ, η δουλειά του OP δεν είναι καθόλου αφηρημένη ή ακαδημαϊκή, και αν και δεν υπάρχει χώρος εδώ για κάτι που να προσεγγίζει την πλήρη ιστορία του οργανισμού, είναι σημαντικό, σε οποιαδήποτε μελέτη της φιλοσοφίας του Badiou, να δωθεί κάποια αίσθηση του καθημερινού ακτιβισμού αυτής της πιο πιεστικής συνθήκης της. Εδώ μπορώ να αναφέρω τουλάχιστον τις δύο πιο εντατικές εκστρατείες του OP τα τελευταία χρόνια: την εκστρατεία για εργατικές αποζημιώσεις κατά το κλείσιμο του εργοαστασίου της Ρενώ στη Μπιγιανκούρ το 1992, και την εκστρατεία ενάντια στην κατεδάφιση των foyers ouvriers [εργατικές εστίες] στο παρισινό προάστιο του Μοντρέιγ (1996-1998). Αν τα ζητήματα αυτά μοιάζουν απομακρυσμένα από την υψηλή σφαίρα της φιλοσοφικής διερεύνησης θα πρέπει να θυμόμαστε ότι για τον Badiou --τον μοναδικό σύγχρονο φιλόσοφο της αλήθειας-- η αλήθεια δεν έχει καμμία σχέση με τις φιλοσοφικές υποθέσεις. Αν υπάρχει αλήθεια, είναι en acte, στην λεπτομέρεια μιας συνεχιζόμενης δέσμευσης ή εκστρατείας. Η φιλοσοφία ως τέτοια ανακύπτει πάντα εκ των υστέρων.

(α) Μπιγιανκούρ

Η ιστορία του OP ήταν πάντοτε συνδεμένη με την πολιτική στο εργοστάσιο. Εν μέρει, αυτό αντανακλά την συνέχιση της παράδοσης που εδραίωσε ο Μάης του 68 --την παράδοση της συζήτησης και της κινητοποίησης έξω από τις πόρτες των εργοστασίων που για πολλούς εξηνταοκτάρηδες (soixante-huitards) χτυπήθηκε θανάσιμα με την δολοφονία του Pierre Overney μπροστά από το εργοστάσιο της Ρενώ στη Μπιγιανκούρ το 1972. Ανάμεσα στις ομάδες που επιακλούνται πίστη στις αρχές του Μάη του 68, το OP είναι μοναδικά επίμονο. Το OP χωρίζει την πολιτική του εργοστασίου σε τρία τμήματα ή τροπικότητες (La Distance politique 8.07.94: 7-10): (1) Την κρατική ή διαχειριστική τροπικότητα, η οποία αφορά τις πιέσεις του οικονομικού ανταγωνισμού, ενθαρρύνει με την περιστασιακή υποστήριξη του συντηρητικού συνδικάτου CFDT το γνωστό πακέτο απολύσεων, περικοπών, πρόωρων συντάξεων και άλλων μορφών "ευλυγισίας" που αφαιρούν κάθε ασφάλεια ή αυτονομία από τους εργάτες. Το αποτέλεσμα είναι ένα εργαζόμενο εργοστάσιο "χωρίς εργάτες" (La Distance politique 7.07.93: 10). (2) Την παλιά κομμουνιστική ή ταξικιστική τροπικότητα, η οποία συντηρείται από τα απομεινάρια των πιο στρατευμένων συνδικάτων, είναι φυσικά εχθρική απέναντι στις απολύσεις και τις πρόωρες συντάξεις, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε για αυτό. Το Distance politique είναι συνεπές στην αποκύρηξη της "αδυναμίας και της παθητικής συνενοχής" του CGT, καθώς και της "μιζερολόγου ρητορείας του θύματος" που το χαρακτηρίζει. (3) Πιο κοντά στο παλιό αναρχικό μοντέλο, το οποίο θυμίζει το POUM της Καταλωνίας, το ίδιο το OP υποστηρίζει την άμεση κινητοποίηση των εργατών, οργανωμένων σε μικρές, σφιχτοδεμένες ομάδες ή Noyaux, όπως τις ονομάζουν.

Όταν η Ρενώ αποφάσισε να κλείσει το τεράστιο εργοστάσιο της Μπιγιανκούρ τον Μάρτη του 1992, η απόφαση χαιρετίστηκε απ' τον τύπο ως το τέλος μιας εποχής, η παράδοση του "φρουρίου" των εργατών, μια ρήξη με την κληρονομιά της εργοστασιακής σύγκρουσης που ήταν ριζωμένη στο 1968. Μετά από κάποιες αρχικές διαπραγματεύσεις, το μάνατζμεντ της Ρενώ συμφώνησε να παραχωρήσει ένα ισχνό πακέτο αποζημίωσης ύψους FF80,000 (περίπου £8,000) για τους εργάτες που έμεναν άνεργοι --ορισμένοι από αυτούς μετά από είκοσι ή τριάντα χρόνια βιομηχανικής εργασίας. Αυτό που ήταν αξιοπρόσεχτο στην συμφωνία ήταν ότι οι εργάτες θα λάμβαναν αυτά τα χρήματα μόνο αν υπέγραφαν συμφωνία για πρόωρη συνταξιοδότηση. Η πραγματική, συγκρουσιακή κατάσταση --μαζικές απολύσεις-- επρόκειτο να μετατραπεί σε μια κατάσταση προφανώς εθελούσιας περιττότητας, δια της οποίας οι εργάτες θα έγραφαν τους εαυτούς τους κυριολεκτικά εκτός ύπαρξης. Τα χρήματα πληρωνόντουσαν όχι σαν αναγνώριση δεκαετιών μόχθου στην γραμμή παραγωγής, αλλά ως επιβράβευση για την αποδοχή των προτεραιοτήτων της διαχείρισης. Σε ό,τι αφορούσε το OP, αυτό που διακυβευόταν ήταν δύο ασύμβατες αντιλήψεις του εργοστασίου, δύο ασύμβατα προτάγματα:

Υπάρχει εδώ μια αδήριτη διαμάχη ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις της πολιτικής. Η πίεση που ασκήθηκε στους εργάτες να υπογράψουν αυτό το χαρτί στο οποίο δηλώνουν ότι 'αποχωρούν' ενώ στην πραγματικότητα διώχνονται δεν έχει οικονομική σημασία. Σκοπός της είναι να καταστρέψει την υποκειμενική σχέση των εργατών με τον εαυτό τους, ως εργατών, και να μετρήσει ως τίποτε τα χρόνια που ξοδεύτηκαν στην γραμμή παραγωγής. ('Réponses écrites,' 1992: 70· βλ. La Distance politique 1.12.91: 13-16)

Όταν απολύθηκαν 130 εργάτες που αρνήθηκαν να υπογράψουν την συμφωνία συνταξιοδότησης τον Μάρτη του 1991, οι εντάσεις έγιναν εντονότερες και οι συγκρούσεις ξέσπασαν για περισσότερο από μία χρονιά. Το OP οργάνωσε συγκεντρώσεις στην Place Nationale στη Μπιγιανκούρ κάθε Τετάρτη απόγευμα για τους πρώτους έξι μήνες του 1992, τόσο πριν όσο και μετά το κλείσιμο του εργοστασίου τον Μάρτη. Ενώ "τα συνδικάτα έκαναν ότι μπορούσαν για να τελειώσουν όλα ήσυχα στη Μπιγιανκούρ", το OP δημοσίευσε ακτιβιστικά φυλλάδια και τα μοίρασε μέσω των Noyaux στο εργοστάσιο (La Distance politique 23-24.09.97: 14; βλ. La Distance politique 3.05.92: 10). Οι Noyaux ενθάρρυναν τις απρόβλεπτες στάσεις εργασίας, την συνεχή σύγκρουση με τους προϊσταμένους και άσκησαν σταθερή πίεση πάνω στην Régie. Στο τέλος μόνο μια μειοψηφία εργατών υπέγραψαν το σχέδιο συνταξιοδότησης, και οι περισσότεροι πήραν τα 80,000 φράγκα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

(β) Μοντρέιγ

Το Distance politique πρωτοκάλυψε την εκστρατεία αντίστασης στην κατεδάφιση των foyers ouvriers (εργατικών εστιών) στο Μοντρέιγ τον Ιούλη του 1995 (τεύχος 14). Το Μοντρέιγ είναι ένα κυρίως εργατικό προάστιο του Παρισιού. Πολλοί από τους τωρινούς του κατοίκους ήρθαν από το Μαλί πριν δύο ή τρεις δεκαετίες. Οι εστίες παρέχουν συλλογικές, φθηνές κατοικίες, κυρίως σε εργένηδες που κοιμούνται ως και έξι ανά ένα μικρό δωμάτιο.  Οργανώνονται σε ημικοινοτική βάση, διατηρούν κάποια από τα παλιά έθιμα των χωριών, και γενικά βοηθούν τα μέλη τους να επιβιώσουν με τους όλο και πιο ανεπαρκείς μισθούς τους. Τον Μάρτη του 1995 ο Jean Pierre Bard, αριστερός δήμαρχος του Μοντρέιγ και υπέρμαχος της ενσωμάτωσης, άρχισε την κατεδάφιση της εστίας Nouvelle France έχοντας την υποστήριξη της νομαρχίας του Bobigny. Την ολοκλήρωσε δια της βίας τον Ιούλη του 1996, πριν βρει κατάλληλες κατοικίες για τους ενοίκους. Το CRS απλά πέταξε τους 336 ενοίκους της εστίας στο δρόμο. Ταυτόχρονα, οι αφρικανικές οικογένειες αποκλείστηκαν από  την ενοικίαση σπιτιών που ανήκαν πρωτύτερα σε "γαλλικές" οικογένειες μέσω μιας πολιτικής ενοικιαστικού απαρτχάιντ με στόχο την συστηματική εκδίωξη των "νομάδων" (La Distance politique 14.07.95: 13-14). Έχοντας λάβει μόνο αναξιόπιστες προτάσεις επανεγκατάστασης σε διάφορες περιοχές στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού, οι παλιοί ένοικοι του Nouvelle France άρχισαν μια εκστρατεία, με την βοήθεια του OP, για την ανακατασκευή της εστίας στο Μοντρέιγ. Η εκστρατεία συνεχίζεται από τον Μάρτη του 95 (La Distance politique 17-18.10.96: 16-17· La Distance politique  23-24.09.97: 10-13).[21]

Όπως και το κίνημα του Σεν Μπερνάρ με το οποίο πλέον συνδέεται, η κινητοποίηση των κατοίκων του Μοντρέιγ είναι απόδειξη αυτού που το OP διακρίνει ως μια νέα πολιτική τροπικότητα μετά τις μεγάλες απεργίες στον δημόσιο τομέα και στα πανεπιστήμια τον Δεκέμβρη του 1995.  Αυτές οι ευρείας αποδοχής "λαϊκές απεργίες" έκαναν φανερό, για πρώτη φορά στα πρόσφατα χρόνια, έναν δεσμό ανάμεσα στα ενεργά δημοκρατικά προτάγματα απέναντι στο κράτος και στην λαϊκή κινητοποίηση στους χώρους εργασίας (La Distance politique  26-27.02.98: 13). [22] Σήμερα, στον απόηχο του Δεκέμβρη του 95, το  OP βλέπει το κίνημα του Σεν Μπερνάρ, την εκστρατεία στις εστίες και το πρόσφατο mouvement des chômeurs ως παραδείγματα (μιας ελλιπούς και αποπασματικής ακόμα) πολιτικής υποκειμενικοποίησης. Σε κάθε περίπτωση "οι άνθρωποι συγκεντρώνονται μαζί, δείχνοντας ότι έχουν τις δικές τους πολιτικές δυνατότητες, τις οποίες το κράτος είναι αναγκασμένο να λάβει υπόψη" (La Distance politique  26-27.02.98: 19).

Δεν υπάρχουν σχόλια: