Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (τέταρτο μέρος)

(γ) Ίσως το πιο αμφισβητούμενο από όλα τα σύγχρονα πολιτικά προτάγματα συνεπώς αφορά αυτό το οποίο ο Badiou και το OP αποκαλούν τη "μορφή του εργάτη" [figure ouvrière].

Με τη φράση 'μορφή του εργάτη' εννοούμε μια πολιτική υποκειμενικότητα η οποία συγκροτείται στο εργοστάσιο, μια ικανότητα να κάνει κανείς διακηρύξεις για το εργοστάσιο και τον εργάτη που είναι διαφορετιές από αυτό της διαχείρισης, των συνδικάτων [...] και του κράτους. Αυτή η διαπλοκή ανάμεσα στη μορφή του εργάτη και την ικανότητα να κάνεις διακηρύξεις που αφορούν τα εργοστάσια και τους εργάτες είναι ουσιώδης. Μόνο αυτή βάζει τέλος στην ταξική μορφή που εδραίωσε τον συνδικαλισμό, και μόνο αυτή επιτρέπει στον 'εργάτη' να είναι κάτι άλλο από μια εκφραστική, διακινούμενη μορφή. (La Distance politique 26-27.02.98: 8)

Η μορφή του εργάτη είναι ο εργάτης που γίνεται υποκείμενο· η φράση, δύσκολο να μεταφραστεί στα αγγλικά, συνδηλώνει την στρατευμένη ενδυνάμωση των εργατών. Δεν είναι ζήτημα του να ζητάς από την εργοδοσία σεβασμό και εκτίμηση, ή μια λίγο-πολύ πατροναριστική αποδοχή της σημασίας τους στην παραγωγική διαδικασία. Είναι ζήτημα αλήθειας και δύναμης, της δύναμης να κρατάς τους προϊσταμένους της διαχείρισης σε απόσταση (La Distance politique 26-27.02.98: 15). Το να αποδεχτείς την πρόταση "στο εργοστάσιο υπάρχουν εργάτες" σημαίνει να αποδεχτείς ότι "στο εργοστάσιο ο εργάτης υπάρχει ως υποκειμενικότητα, ως πολιτική δυνατότητα", το ότι το εργοστάσιο δεν είναι απλώς χώρος παραγωγής· αντίστροφα, "το να καταστρέφεις τη μορφή του εργάτη είναι να καταστρέφεις ανθρώπους, να περιστέλλεις τους εργάτες, υποκειμενικά, στο τίποτα" (La Distance politique 26-27.02.98: 8-9).

Με τη λέξη "εργάτες" ο Badiou εννοεί κάτι σχεδόν τόσο ευρύ όσο ο "λαός", στον βαθμό που οι εργάτες δεν μπορούν να περισταλλούν σε μονάδες του κεφαλαίου. Με δεδομένη την υποκειμενική απουσία του εργάτη, απομένουν μόνο οι αξίες του κεφαλαίου (παραγωγή, ανταγωνισμός, κατανάλωση). Ξεκάθαρα, η δουλειά εδώ περιλαμβάνει τόσο την διανοητική όσο και την χειρωνακτική εργασία. Η χειρωνακτική εργασία, και κυρίως η εργοστασιακή εργασία, παραμένει κυρίαρχη στις αναλύσεις του Badiou επειδή προφανώς είναι αυτή που μετράει λιγότερο, η πιο ευάλωττη στον αποκλεισμό από τα κριτήρια της κυρίαρχης κοινωνικής αρίθμησης. Όπως το εργοστάσιο (και τα ανάλογά του) βρίσκεται συνεπώς στο άκρο του κενού ή στην λιγότερο προστατευμένη πλευρά της πολιτικο-οικονομικής μας κατάστασης, έτσι "κάθε σύγχρονη πολιτική έχει το εργοστάσιο ως τόπο της" (Abrégé de métapolitique 59). Όταν δεν μετρά τους εργάτες του, το εργοστάσιο δεν γίνεται τίποτε περισσότερο από ένα τόπο βιομηχανικής παραγωγής που ρυθμίζεται από διαχειριστικές αποφάσεις. Όταν δεν μετρά τους εργάτες της, μια χώρα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένας ισολογισμός μεγάλου μεγέθους, ένας καθαρά αντικειμενοποιημένος (δηλαδή χωρίς σκέψη) χώρος. Με την έννοια αυτή, "η λέξη 'εργάτες' είναι μια συνθήκη της ελευθερίας της σκέψης. Κοιτάξτε πόσο αδρανής έχει γίνει η πολιτική σκέψη, πόσο ομοιογενής, με άλλα λόγια ολοκληρωτική, από τότε που εξαφανίστηκε ο όρος" (La Distance politique, 1.12.91: 3).[15]

Το κενό που προκύπτει από την εξαφάνισή της, βέβαια, έχει γεμίσει από την ασαφή κατηγορία "μετανάστες". Ο Badiou δεν δυσκολεύεται να δείξει ότι "το μίσος κατά των μεταναστών εδραιώθηκε μαζικά, συναινετικά, στο επίπεδο του κράτους, από τη στιγμή που αρχίσαμε να παραλείπουμε τους εργάτες, τη μορφή του εργάτη, από την αναπαράσταση του κόσμου" (La Distance politique 1.12.91: 3). Είναι προφανές ότι "η τεράστια πλειοψηφία των μεταναστών είναι εργάτες ή άνθρωποι που ψάχνουν για δουλειά" (La Distance politique 1.12.91: 3) --συνεπώς είναι παράλογες οι σύγχρονες διακρίσεις ανάμεσα στους "αιτούμενους ασύλου" και τους "οικονομικούς μετανάστες". Εξίσου προφανές είναι ότι η εφεύρεση των ψευδοπολιτικών ετικετών "μετανάστης", "ξένος", "étranger", "clandestin", κλπ, συμπίπτει με την παγκόσμια πολιτική οικονομία της δεκαετίας του 80, ενάντια στην οργανωμένη εργατική τάξη και τα λαϊκά κινήματα γενικότερα.[16] Στη Γαλλία, λέει ο Badiou, αυτή η μετατόπιση μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια. Ένας από τους πρώτους πρωθυπουργούς του Μιτεράν, ο Pierre Mauroy, δικαιολόγησε την καταστολή της απεργίας στο εργοστάσιο Renault-Flins το 1983 λέγοντας ότι οι απεργοί εργάτες ήταν "ξένοι προς την κοινωνική πραγματικότητα της Γαλλίας" (La Distance politique 3.05.92: 12). Η βίαια καταστολή μιας άλλης απεργίας στο εργοστάσιο Talbot αργότερα την ίδια χρονιά επιβεβαίωσε την τάση (La Distance politique 26-27.02.98: 18). Δύο χρόνια αργότερα, ο σοσιαλιστής Λωράν Φαμπίς ομολόγησε ότι "ο Λε Πεν θέτει τα πραγματικά ερωτήματα" (La Distance politique 19-20.04.96: 2), μια ομολογία που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από τον Μισέλ Ροκάρ ("Δεν μπορεί η Γαλλία να ανοίξει τις πόρτες της στην αθλιότητα του κόσμου") και ο ίδιος ο Μιτεράν ("πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην παράνομη μετανάστευση") (La Distance politique 7.07.93: 6). Η συμφωνία που επήλθε ήταν πράγματι συνεπής, όπως φροντίζει να υπογραμμίσει το OP, με την γενική προσέγγιση του Εθνικού Μετώπου [Front National]. Πάνω στα θέματα του οικονομικού φιλελευθερισμού, της μετανάστευσης, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών, των banlieues, το Εθνικό Μέτωπο είναι "μέσα στην συναίνεση" που θεμελιώθηκε από περισσότερες από δύο δεκαετίες  μιτερανισμού (La Distance politique 22.06.97: 3).17 Συνεπώς, το συμπέρασμα είναι "δυναμώστε τους εργάτες και έτσι περιορίστε τον λεπενισμό" (La Distance politique 1.12.91: 3). Χωρίς μια ισχυρή μορφή του εργάτη δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική απάντηση στο ούτως καλούμενο "μεταναστευτικό ζήτημα".

(δ) Το τέταρτο και πιο σύγχρονα πιεστικό αξίωμα, το οποίο συνδέει την οικουμενικότητα του κράτους με την υποκειμενική παρουσία των εργατών, αφορά συνεπώς το στάτους των sans-papiers. Ότι "όλοι αυτοί που βρίσκονται εδώ είναι από εδώ" [tous les gens qui sont ici sont d'ici] είναι χωρίς αμφιβολία το πιο πολυτυπωμένο σλόγκαν του La Distance politique. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι απλούστερο, και όμως τίποτε δεν είναι περισσότερο αμφισβητήσιμο στην σημερινή πολιτική κατάσταση. Η κρατική καμπάνια ενάντια στους μετανάστες είναι ήδη δύο δεκαετιών (το 1977, τέλος της επανένωσης οικογενειών· το 1982, πάγωμα των αδειών εργασίας και της βίζα για τους μετανάστες). Η σύγχρονή της στρατηγική όμως χρονολογείται από τους διαβόητους νόμους Pasqua του 1993, οι οποίοι θεμελίωσαν ένα "ειδικό στάτους" για τους "λαθραίους" ξένους που ζούσαν στη Γαλλία. Ανάμεσα σε άλλα εξανάγκασαν ένα δήμαρχο να αρνηθεί να παντρέψει ένα ζεύγος μεταναστών χωρίς χαρτιά· εξουσιοδότησαν τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις να αρνηθούν ιατρική περίθαλψη και κοινωνική πρόνοια στους παράνομους μετανάστες· επέτρεψαν στην αστυνομία να απελάσει τους ξένους γονείς γάλλων παιδιών αν αυτά διέπραταν αδικήματα σχετικά με τα ναρκωτικά. Συνολικά, απετέλεσαν κάτι το οποίο το OP αποκαλεί ένα γενικό "νόμο κατατρεγμού" (La Distance politique 10.11.94: 2), το πρώτο βήμα για την επίσημη "λεπενοποίηση του κράτους" (La Distance politique 7.07.93: 5-6). Οι νόμοι Pasqua επιβεβαιώθηκαν γρήγορα, με δεδομένη την ηχηρή διαμαρτυρία και μια μαζική καμπάνια αιτημάτων, από τους νόμους Debré (La Distance politique 19-20.04.96: 1-4), [18] και οι βασικοί τους στόχοι έχουν επιβιώσει από τις πρόσφατες (1997-98) αναδιατυπώσεις Ζοσπέν, που είναι γνωστές ως νόμοι Weil-Chevènement.[19] Όλοι αυτοί οι νόμοι είναι ιδιαίτεροι με την έννοια ότι αφορούν μόνο ιδιαίτερα τμήματα του πληθυσμού. Ο σκοπός τους ο ίδιος είναι να χωρίσουν την πολιτική κοινότητα σε ανα-παραστόμενα μέρη αντί να εφαρμόσουν τα ίδια τυπικά κριτήρια σε όλα της τα μέλη. Αντιμέτωπα με αυτή την νομοθετική επίθεση, τα προτάγματα του OP είναι ρητά και κατηγορηματικά: απαιτούν την άμεση αποκατάσταση του droit du sol (δηλαδή της αυτόματης ιθαγένειας για όλα τα παιδιά που γεννιούνται στη Γαλλία), την νομιμοποίηση όλων των sans-papiers, το τέλος των απελάσεων και των κέντρων προσωρινής κράτησης, και την ρητή προστασία των εργατών και των οικογενειών τους (La Distance politique 25.11.97: 3, 7). Με λίγα λόγια, το OP ζητά το τέλος όλου του "μεταναστευτικού" λεξιλογίου, και μαζί του, το τέλος στην έμφαση που δίνεται στην ενσωμάτωση μέσω μιας συγκεκριμένης ομάδας προνομιούχων πολιτισμικών κριτηρίων (La Distance politique 23-24.09.97: 6).[20]

Συγκεκριμένα, αυτό έχει σημάνει την προσφορά σημαντικής οργανωτικής βοήθειας στην αυξανόμενη κινητοποίηση των sans-papiers από το καλοκαίρι του 1996, όταν εκατοντάδες αφρικανοί μετανάστες κατέλαβαν την εκκλησία Saint Bernard για αρκετούς μήνες, απαρνούμενοι έτσι τον επίσημο χαρακτηρισμό τους ως "clandestine" με τους πιο ξεκάθαρους όρους. Αφού εκδιώχθηκαν από την εκκλησία δια της βίας τον Αύγουστο του 1996, και αφού ξαναεκδιώχθηκαν από το δημαρχείο του 18ου διαμερίσματος του Παρισιού των Ιούνη του 1997, η καμπάνια Saint Bernard έχει οργανώσει με την βοήθεια του OP μια σειρά μεγάλων διαδηλώσεων (15 και 22 Νοέμβρη 1997, 6 Δεκέμβρη 1997, και 7 Φλεβάρη 1998...). Σε όλη την διάρκεια της καμπάνιας έχει υπογραμμιστεί η στρατευμένη υποκειμενική παρουσία των ίδιων των sans-papiers --η ιδέα ότι δεν είναι με κάποιο τρόπο ξένοι ή αόρατοι, αλλά απλά βρίσκονται εδώ ως συνηθισμένοι εργάτες κάτω από ασυνήθιστες πιέσεις. "Το [κίνημα] Saint Bernard αποτελεί απόδειξη μιας ισχυρής αρχής αυτοσύστασης, με την έννοια ότι οι άνθρωποι αποφάσισαν μια μέρα να βγουν απ' τα σπίτια τους και να συγκροτήσουν τους εαυτούς τους συλλογικά στην απαίτησή τους για άδειες παραμονής" (La Distance politique 19-20.04.97: 7).

Εικόνα: luttennord. files.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: