Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Ηθική και διανόηση, ή, το δίλημμα Gauguin

Διάβαζα πριν λίγες ημέρες στο Chronicle of Higher Education για το περιστατικό της επίκουρης καθηγήτριας βιολογίας που δολοφόνησε τρεις συναδέλφους της και τραυμάτισε αρκετούς ακόμη σε Τμηματικό συμβούλιο, μετά την άρνηση προαγωγής της σε Αναπληρώτρια. Το ευρύτερο θέμα συζήτησης αφορούσε τον αν οι υποκειμενικές ψυχικές παραμορφώσεις στις οποίες υποβάλλεται κάποιος στην ακαδημαϊκή ζωή έπαιξαν κάποιο ρόλο σ' αυτό το ανατριχιαστικό περιστατικό. Ένας από τους αναγνώστες του περιοδικού, επιζητώντας να αναδείξει την τρομακτική παραμόρφωση του κόσμου στην οποία εξαναγκάζεται συχνά ο ακαδημαϊκός ήδη από το στάδιο του διδακτορικού του, κατέθεσε το εξής: όταν, σε συναγερμό για πραγματική φωτιά που ξέσπασε στις εστίες όπου διέμενε, αναγκάστηκε να τρέξει προς την έξοδο, το πρώτο πράγμα που θέλησε να σώσει ήταν το λάπτοπ με τη δουλειά του, και η σκέψη του ήταν όχι αν θα σωθεί ο ίδιος αλλά αν θα γλιτώσει το περιεχόμενο του υπολογιστή. Ταξιδεύοντας --κυρίως υπερατλαντικά-- έχω κάνει πολλάκις την ίδια θλιβερά πραγμοποιημένη και απόλυτα παρανοϊκή σκέψη: τι θα γίνει με τη δουλειά μου αν πέσει το αεροπλάνο; Σίγουρα, έχω αφήσει αντίγραφά της πίσω στο σπίτι μου, αλλά είναι ημιτελή. Ποιος θα αναλάβει να τα ανασύρει από τον υπολογιστή; Πώς θα δημοσιευτεί κάτι στο οποίο δουλεύω επί χρόνια αν εγώ έχω πεθάνει;

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το αξιοθρήνητο τέτοιων σκέψεων, η μαρτυρία τους για την απώλεια αίσθησης επαφής με "τα σημαντικά πράγματα" της ζωής, για την παραμόρφωση των βασικών δεδομένων της επισφαλούς μας ύπαρξης. Το πρόβλημα είναι ότι χωρίς αυτή την τρομακτική παραμόρφωση της πραγματικότητας, τα κίνητρα που έχει κάποιος για να εκθέσει --ιδιαίτερα στους καιρούς μας-- τον εαυτό του στην μακροχρόνια μοναξιά, στο ακατάπαυστο άγχος του κυνηγιού της γνώσης, στο βάσανο της έκφρασης, στον ασκητισμό που προϋποθέτει η ακαδημαϊκή ζωή --όλα αυτά τα κίνητρα εκλείπουν. Αν δεν πιστεύεις, κόντρα σε κάθε λογική αντένδειξη, ότι αυτό που κάνεις είναι το πιο σημαντικό πράγμα που θα μπορούσε άνθρωπος να κάνει, σημαντικότερο από την ίδια σου τη ζωή (την οποία κατά κανόνα οι ακαδημαϊκοί δεν πολυφροντίζουν), τότε ποιος ο λόγος να αντέχεις όλες τις αυτοεπιβαλλόμενες στερήσεις τις οποίες έχεις μεταβάλλει σε απαράβατους κανόνες;

Στην ουσία, το πρόβλημα αναπαράγει τους όρους με τους οποίους ο Bernard Williams συζητά την απόφαση του Paul Gauguin να εγκαταλείψει σύζυγο και παιδιά για να αφιερωθεί στην ανάπτυξη της καλλιτεχνικής του ευφυίας στην Αϊτή: το ερώτημα του αν αυτή ήταν μια ανήθικη ή μια ηθική πράξη, παρατηρεί ο Williams, δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο αναδρομικά, από μια χρονική θέση κατά την οποία γνωρίζουμε ήδη το αποτέλεσμα της απόφασης. Εφόσον ο Gauguin έγινε τελικά μεγάλος ζωγράφος, η απόφασή του μπορεί να ειδωθεί ως μια αυθεντικά τραγική απόφαση, μια πράξη επίπονης επιλογής ανάμεσα στην οκογενειακή ζωή και τη ζωή της τέχνης, που δικαιώνεται, στον βαθμό που μπορεί βέβαια να δικαιωθεί, από την ίδια την τέχνη την οποία έκανε εφικτή. Αν όμως ο Gauguin εξελισσόταν σε έναν απλώς μέτριο και ιστορικά ασήμαντο ζωγράφο, η ίδια απόφαση θα φάνταζε από στενά εγωϊστική ως αξιοπεριφρόνητα γελοία. Μια μετριότητα φαντάστηκε τον εαυτό της ως ευφυϊα και θυσίασε πραγματικές ζωές για να πραγματοποιήσει την ψευδαίσθησή της. Τι περισσότερο αισχρό και κατάπτυστο από αυτό;

Κάνω αυτές τις σκέψεις σκεπτόμενος ακόμα για τους 49 υπογράφοντες την επιστολή υπέρ των εκδόσεων Άγρα. Και αυτό γιατί η κατανόηση των κινήτρων τους θα ήταν χοντροκομμένη και χυδαία εάν υποθέταμε ότι το κίνητρο συνίσταται απλώς στην επιθυμία για απρόσκοπτη πρόσβαση των βιβλίων τους στον εκδότη. Μια βασική διάσταση που χάνεται από τέτοιου είδους προσεγγίσεις είναι η υποκειμενική: είναι εφικτό, με δεδομένη μια συγκεκριμένη υποκειμενική συγκρότηση --αυτή του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα-- να δει κανείς την απόλυτη αδιαφορία για τον άλλο ως κάτι άλλο από χυδαίο εγωϊσμό, εφόσον αυτό για χάρη του οποίου αδιαφορεί κανείς για τον άλλο είναι --υποτίθεται-- κάτι που υπερβαίνει τον κάθε ένα ατομικά (η τέχνη, η φιλοσοφία, η αισθητική, κλπ κλπ). Για να θυμηθούμε το δίλημμα της αξιολόγησης της απόφασης του Gauguin, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει η επίκληση του επιτυχημένου και σημαντικού εκδοτικού επιτεύγματος της Άγρας ως νόμιμης βάσης αδιαφορίας για την άλλη πλευρά της υπόθεσης: από μια συγκεκριμένη υποκειμενική θέση, η αναδρομική πορεία δικαιώνει τον εκδοτικό οίκο ως θεματοφύλακα αξιών σε ένα υπερβατικό επίπεδο, τον εξυψώνει πάνω από κάθε ευαισθησία για "τετριμμένα" θέματα όπως οι εργασιακές σχέσεις.

Καθένας από τους 49, και καθένας από τους υπόλοιπους από μας, μπορεί κάλλιστα να φανταστεί έναν εκδοτικό οίκο που θα ήταν άψογος σε ό,τι αφορά το εργασιακό περιβάλλον αλλά δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεπεράσει λιγότερο προοδευτικούς αλλά περισσότερο εκλεκτικούς ή περφεξιονιστές εκδότες. Καθένας μας μπορεί να φανταστεί έναν διανοούμενο που, ενώ έχει άψογη ηθικά στάση σε μια σειρά ευαίσθητων ή δύσκολων ζητημάτων, δεν καταφέρνει ποτέ να ξεπεράσει τη μετριότητα ως στοχαστής ή συγγραφέας. Το δίλημμα Gauguin, όμως, κόβει προς δύο κατευθύνσεις. Η αναδρομική ματιά στην απόφαση των 49 εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αντοχή του δημοσιευμένου έργου τους στον χρόνο· αν το έργο αυτό, που τώρα ίσως τους φαντάζει ως άξιο θυσιών εαυτού και αλλήλων, δεν αφήσει πίσω του μια οικουμενική παρακαταθήκη, η τωρινή τους στάση θα είναι διπλά καταδικαστέα, διπλά αξιοπεριφρόνητη, μιας και αναδρομικά θα φαντάζει απόλυτα, αδικαίωτα ναρκισιστική. Εάν το έργο αποδειχθεί όντως οικουμενικά σημαντικό, θα είναι πάντα εφικτό να δει κανείς την απόφαση ως τραγική, δηλαδή ως ούτε απροβλημάτιστα αξιέπαινη ούτε εύκολα καταδικαστέα.  Η ηθική, τελικά, όπως παρατηρεί ο Zizek, προαπαιτεί τύχη --την καλή εκείνη τύχη που επιτρέπει σε μια απόφαση να διεκδικήσει την ηθική της νομιμότητα εκ των υστέρων, να δικαιωθεί, στο βαθμό που οποιαδήποτε ανθρώπινη πράξη είναι δικαιώσιμη, από τον χρόνο.

Όλα αυτά από την σκοπιά της ίδιας της διανόησης βέβαια· οι μάζες, που ζουν τις δικές τους θυσίες και τις δικές τους δύσκολες αποφάσεις, δεν δεσμεύονται καθόλου από αυτή την λογική. Η αδιαφορία του Flaubert για την σφαγή της παρισινής Κομμούνας και η παθιασμένη υπεράσπιση της εξέγερσης των κομμουνάρων από τον Rimbaud τραβάει μια βαθιά γραμμή ανάμεσά τους, η οποία παραμένει εντελώς ανεξάρτητη από την καλλιτεχνική αξία του έργου τους. Η ιστορία δεν κρίνει τους διανοούμενους όπως θα έκριναν οι ίδιοι τον εαυτό τους, γιατί η αλήθεια της αφορά, πάνω από όλα, την ανώνυμη μοίρα των πολλών. Και για αυτό η ιστορία κρίνει με μια ξεχωριστή αυστηρότητα, χωρίς να την ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι υποκειμενικές παραμορφώσεις, οι αναπροσαρμογές στη ζυγαριά του σημαντικού που προαπαιτεί η αφιέρωση στην διανοητική εργασία.

Εικόνα: Paul Gauguin, Ταϊτινές στην παραλία.
www.shafe.co.uk

5 σχόλια:

Greek Rider είπε...

Ο φιλόσοφος Thomas Nagel έθεσε το δίλημμα Gauguin ως εξής: τι, λέει, διαφορά υπάρχει μεταξύ ενός μεθυσμένου οδηγού που χτυπάει ένα παιδάκι και μεταξύ ενός μεθυσμένου οδηγού που είναι τυχερός και δεν περνάει κάποιο παιδάκι από μπροστά του...Νομίζω αυτό αποτέλεσε και θέμα που συζητήθηκε δημόσια σε σχέση με κάποιο περιστατικό στη Βρετανία πριν κάποια χρόνια.

Αντίστοιχα τι διαφορά έχει ένας επαναστάτης που οδήγησε στο θάνατο π.χ. 100,000 ανθρώπους και τελικά συλλαμβάνεται και εκτελείται από έναν άλλο που οδήγησε 100,000 στο θάνατο αλλά ανέτρεψε και την εξουσία.

Πράγματι η τύχη ή το αποτέλεσμα καθορίζει την ηθική μας κρίση.

Νομίζω ότι οι ζωές των ανθρώπων είναι γεμάτες εμμονές, μόνο έτσι εξηγούνται πολλά πράγματα. Εμμονή για ποτό, για τζόγο, για σεξ, για business, για τα ακαδημαικά, για τα καλλιτεχνικά, για οτιδήποτε.

Και όλοι κρίνονται εκ του αποτελέσματος.

Ακόμη και στις επιχειρήσεις, ιδίως εκεί, η τύχη παίζει τρομακτικότερο ρόλο από όσο νομίζουν οι περισσότεροι. Για να αυξήσουν τις κερδοφορίες οι μάνατζερ έχουν την ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν, ακόμη και παρανομίες, κανείς δεν τους ζορίζει να είναι νόμιμοι, αρκεί να μην τους πιάσουν. Αν όμως τα πράγματα δεν πάνε καλά π.χ. ανατιναχτεί το εργοστάσιο χημικών στην Ινδία, επειδή δεν θυσιάστηκε η κερδοφορία 3-4 ετών για να αντικατασταθούν τα χαλασμένα μηχανήματα ή αν πέσει κάποιος μάνατζερ πάνω σε μια οικονομική κρίση, τότε φαίνεται η αλήθεια και καθορίζεται η ηθική του στάθμη, μπαίνει δηλαδή στη φυλακή.

Αυτό το τελευταίο παράδειγμα νομίζω δείχνει ότι κρυβόμαστε ως σύστημα πίσω από το δάχτυλό μας

Συνεχίζεται.....

Greek Rider είπε...

Ο κάθε ένας από τους 49 μπορεί να το βλέπει έτσι όπως λες, αλλά και εμείς έχουμε την υποχρέωση να το δούμε όπως το βλέπουμε.

Μια επίσης ερώτηση θα μπορούσε να είναι, μειώνει την ποιότητα του έργου της η προσωπική τους συμπεριφορά που ίσως έρχεται σε αντίθεση με αυτά που πρεσβεύουν;

Και η απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι δεν μειώνει την ποιότητα του έργου τους αλλά την ποιότητα των ίδιων ως διανοουμένων. Και γι΄ αυτό άλλωστε καταδικάστηκαν.

Πάρα πολύ ενδιαφέρον το άρθρο σου.

Αντωνης είπε...

Και πολύ ενδιαφέρουσα η παρέμβασή σου, φίλε GR. Ξεχωρίζω και κρατώ την μπρεχτική οικονομία του παρακάτω: "Ο κάθε ένας από τους 49 μπορεί να το βλέπει έτσι όπως λες, αλλά και εμείς έχουμε την υποχρέωση να το δούμε όπως το βλέπουμε."

el Romandante είπε...

Γεια σου Αντώνη
η τελευταία παράγραφος του άρθρου σου ήταν κάτι παραπάνω από απαραίτητη, κατά τη γνώμη μου.

Αναρωτιέμαι παρόλα αυτά πώς η οικουμενική σημαντικότητα ενός έργου του διανοούμενου δεν θα μπορέσει να αναδειχθεί ούτως ή άλλως, και αν πραγματικά η συμβολή του εκδοτικού οίκου είναι τόσο καθοριστική σε αυτή την οικουμενική σημαντικότητα. Η περιορισμένη μου πρόσβαση στο θησαυροφυλάκιο της παγκόσμιας βιβλιογραφίας μου υπευνθυμίζει ότι ο τραγικός και συνάμα οικουμενικός συναισθηματισμός του Κάφκα, διεσώθηκε, διαδόθηκε και έγινε διαχρονικός ακριβώς εξαιτείας της οικουμενικότητάς του παρά την αυτοκαταστροφική τάση του ξενιστή της.
Καταλαβαίνω και αναγνωρίζω βέβαια ότι και ένας διανοούμενος έχει το δικαίωμα να αισθάνεται ανασφαλής ειδικά όταν η αγωνια της οικουμενικότητας του δημιουργήματός του μπορεί για εκείνον να έχει μόνο τη διάσταση του "τώρα".

Με βάση τα παραπάνω, αναρωτιέμαι αν στη περίπτωση των "'Αγρα" ενεργοποιήθηκε όντως το ένστικτο πνευματικής επιβίωσης των 49 στη διλημματική μορφή που το έθεσες ή αν απλά πρόκειται για μια απλή, ξεκάθαρη και "τίμια" επαγγελματική συνδιαλλαγή.

Αντωνης είπε...

Γεια σου Romandante. 'Ολες σου οι ερωτήσεις είναι και δικές μου. Τα όσα έγραψα εκφράζουν δικές μου δεύτερες σκέψεις και αμφιβολίες και όχι απαραίτητα τα κίνητρα άλλων. Αισθάνθηκα την ανάγκη να δω ξανά το θέμα από μια πιο γενναιόδωρη πλευρά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πλευρά αυτή είναι αναγκαστικά ακριβέστερη.

Χαίρομαι να διαβάζω τα σχόλιά σου. Δείχνουν περίσκεψη και βοηθούν και μένα να ξεκαθαρίσω σκέψεις και προβλήματα στο δικό μου μυαλό.