Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Φυσική ιστορία

Τα ποιήματα αυτά ξεκίνησαν να γράφονται στο ιστολόγιο Radical Desire στις 26 Αυγούστου του 2008. Συνεχίστηκαν να γράφονται στο ιστολόγιο Through the Loophole εδώ και περίπου ένα μήνα. Εν τω μεταξύ, το σύνολο (34 ποιήματα όλα μαζί) πήρε μια κάποια μορφή για τον συντάκτη τους, και η προσωπική και πολιτική ιστορία που έλεγαν, τουλάχιστον στον ίδιο, όταν έμπαιναν σε μια συγκεκριμένη αλληλουχία, άρχισε να διαφαίνεται καθαρότερα καθώς περνούσε ο χρόνος. Τα ανεβάζω όλα μαζί εδώ στην τελική μορφή που πήρε η συλλογή αυτή που γράφτηκε χωρίς να το ξέρω. Διαγράφουν ένα κάποιο κύκλο, του οποίου όμως το τέλος δεν συμπίπτει με την αρχή. Θα ήθελα να πιστεύω ότι διασχίζουν μάλλον ένα διαλεκτικό σπιράλ.




Φυσική Ιστορία/Ποιήματα 2008-10

Περιεχόμενα
I. Η Εποχή του Σιδήρου
Η εποχή του σιδήρου……………………………………………5
Μετέωρα……………………………………………………………….7
Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1943……………………………….8
Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος
του Αλέξανδρου Σχινά………………………………………...9
Laika…………………………………………………………………….11
3461 Mandelstam………………………………………………..13
Μια τέτοια μέρα…………………………………………………….14
Στην κουζίνα………………………………………………………..15
Τέσσερα στοιχεία, λίγο μετά………………………………..16
Οι φράσεις που ζουν για πάντα…………………………..17
Φιλοκτήτης μαινόμενος……………………………………….18
Οι ηγεμόνες………………………………………………………….20
Άτιτλον………………………………………………………………….21

ΙΙ. Arcadia
Πλατάνια, Θέρμα Σαμοθράκης…………………………….23
Νήσος Μύκονος…………………………………………………….24
Οι μικρές ώρες……………………………………………………..25
Ερωτηματολογίου απάντησις……………………………….26
Πέντε αδέρφια……………………………………………………..27
Λευκής μαγείας πραγματεία………………………………..28
Andante Moderato……………………………………………….29
Μάτια μες στο ποτήρι……………………………………………30
Είδη σιωπής………………………………………………………….31
Kούπα……………………………………………………………………32

III. Fides
Επιστροφή…………………………………………………………….34
Fides……………………………………………………………………..35
Ένα τραγούδι………………………………………………………..36
Απ’ την ευθύβολη αναλγησία των καιρών…………..37
Άτιτλον ΙΙ……………………………………………………………..38
Άτιτλον ΙΙΙ………………………………………………………….…39
Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή…………………………….40
Αρχίλοχου, στρατιώτου ποιητού…………………………..41
Ενέχυρο…………………………………………………………………42
Το επόμενο θαύμα………………………………………………..43
Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά………………………..44



Ι. Η εποχή του σιδήρου

Η εποχή του σιδήρου

Στην αρχή, ξεπαστρέψαμε αυτούς που ζούσανε στα δέντρα:
Αιμομίκτες, φάρα διεστραμμένη, προσκολλημένοι
στο βυζί της μάνας τους ακόμα
παρά τα γένια τους και τα μαλλιά τους,
έτρωγαν και ερωτοτροπούσαν σαν τα ζώα ξαπλωμένοι
και σαν αισχρά, επαίσχυντα γουρούνια σκούζανε
όταν μες στο λαιμό τους μπήγαμε τη σκουριασμένη λόγχη
κι όταν κεντάγαμε στις μαλακές κοιλιές τους
με άλικο τα γράμματα του αποκαθαρμού.

Μετά εκστρατεύσαμε ενάντια στους βάρβαρους,
που ζούσαν πουλιά και ερπετά σκοτώνοντας
με σαϊτιές και πέτρες κοφτερές.
Ήταν πιο δυνατοί από τους άλλους τούτοι.
Τα σώματά τους όρθια, και οι γυναίκες τους κλεισμένες στις σπηλιές
αντί να τριγυρνάν λάσκα όπως των πρώτων.
Στη μάχη έβγαζαν κάτι ακατάληπτους αλλαλαγμούς.
Έζεχναν, θυμάμαι ακόμα, από ακάθαρτο φόβο και ζώο.
Να ναι καλά το μήκος των ακοντίων και η συνδρομή του τόξου
γιατί τον φόνο εκ του σύνεγγυς με δαύτους
δεν θα τον άντεχε άνθρωπος σωστός.

Όταν στομώναν τα μαχαίρια απ’ το αίμα
και κουραζόντουσαν τα γόνατα
παίρναμε αμίλητοι το δρόμο της επιστροφής.
Είχαμε ακόμα αβέβαιες τελετουργίες, ακαθόριστες·
τα σύμβολά μας σκέψεις ακόμα ημιτελείς πάνω στο χώμα.
Τις νύχτες έβγαιναν από μέσα μας συλλαβές και επιφωνήματα,
άλλες φορές στον ύπνο μας κι άλλες στον ξύπνιο
και έτσι βογγώντας και παραμιλώντας
λίγο-λίγο οδηγούσαμε ο ένας τον άλλο στα τυφλά
πάνω στο δρόμο που ενώνει νόημα και νόμο.

Δεν ξέραμε πολλά να πούμε ακόμα·
μόνο πως τούτα τα δυο ήταν ζευγάρι
αδιάσπαστο, με αίμα παντρεμένο, που η σάρκα το φοβάται.
Έτσι το γράψαμε τουλάχιστο ένα πρωϊνό
πάνω στις πέτρες των θυσιών και των βασάνων,
εκεί που σπάζαμε τους ασεβείς στα δύο με λοστούς.
Έτσι πια το χαράξαμε και στα νομίσματα τα πρώτα,
μαζί με νύχια του αρπαχτικού και εμβλήματα θανάτου.
Τέτοια εντολή κουβάλαγαν κι οι πρώτοι μας Θεοί,
αυτοί που γέννησε το αμόνι και η λάμα
και το σκοτάδι το πηχτό της νύχτας στο χωριό.



Μετέωρα

Ι
Πάγωσε μονομιάς θαρρείς ο σίελος του κόσμου
και αποκρυσταλλώθηκε κραυγή
απ’ τα ενδότερα.
Το τραύμα που αφήνει πίσω του
ο τοκετός το λέμε βράχο.

ΙΙ
Άλλες φορές φαίνεται πως η θάλασσα
τους ξέβρασε, όταν αποσυρθήκαν πια τα βάθη
όπου κοιμούνται οι έρημοι κρυφά
και ψιθυρίζουν τα οστά πνιγμένων.
Η σμίλη του ανέμου ανέλαβε να συμπληρώσει
το κείμενο που άφησε στη μέση το αλάτι.

ΙΙΙ
Ακάνθινο νιώθω το ίχνος τους
πάνω στο βλέμμα μου, τραχύ.
Άπτερο έντομο που περπατά στα δάχτυλα
μελαχρινού αγοριού μεσοκαλόκαιρο.

IV
Και όταν κοιμόμαστε στον ίσκιο τους
ποιος χρόνος μας καταβροχθίζει
με τα φρικτά του δόντια, ποια σιωπή;
Τα βράδια με τρομάζει
η θέα γιγάντων πίσω απ’ τις σκεπές
το υψωμένο χέρι μιας κατάρας
πάνω από σπίτια που καπνίζουν νυσταλέα.

V
Το σπέρμα νεκρών γαλαξιών
απόκοσμα ιριδίζει μες το χιόνι.
Βράδιασε, ψάχνουμε να ξεκουραστούμε.
Βλέπουμε τις ανάσες μας
μα το σκοτάδι ολόγυρα βαθαίνει.
Πέτρα και ουρανός έγιναν ένα.


Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 1943

Ήταν πολύ το αίμα που υπόσχονταν τα πρωινά εκείνα·
τόσο που απόκαναν οι παπαρούνες στο σταθμό
κι έπαψαν να φοράν ξετσίπωτα το χρώμα
τόσο που ξεφουσκώσανε για τα καλά
οι αυτοκρατορικοί μανδύες των Βυζαντινών
και αφέθηκαν στο έλεος του σκώρου και της σκόνης
τόσο που βάζαν μόνα τους στο μαχαίρι το λαιμό
τα ζωντανά, μήπως κι εξαγοράσουνε
την τιμή της, που στων σφαγέων το κρεβάτι κυλισμένη
ονειρευόταν η ξεμωραμένη απαγωγές σωτήριες του Δία.

Κλειώ, χλωμή ερωμένη, δεν ξέρω τι ζητάς ούτε πώς να στο δώσω.
Με τρομάζεις. Το κάθε σου συρτάρι κρύβει πτώματα
και στα φόρεματά σου ανθίζουνε
σαν κίτρινοι λεκέδες οι ταυτότητες, οι πράξεις ληξιαρχείου
αστέρια πάνινα στο γαλαξία του χαμού.
Και στα μαλλιά σου ανεμίζουνε ονόματα
που ανασύρει, πλοκάμι μυθικό,
απ’ του θανάτου τα θολά τα βάθη το μελάνι
κάθε όνομα και όλεθρος, κάθε όνομα και κρίμα,
Ιωσήφ, Αβραάμ, Μωυσής, Σάρα, Έμμα, οδός Βαρώνου Χιρς,
Μπέρκεναου, Άουσβιτς...

Δεν έχει άλλο χώρο.
Σαν τα κορμιά στα βαγόνια στριμώχτηκαν οι λέξεις
και βαριανασαίνουν.
Σαν τον Βαρδάρη ξεχύνονται στους δρόμους
οι νεκροί, παρά την τόσην άνοιξη.


Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος του Αλέξανδρου Σχινά

Το βιβλίο το αγόρασα στη Σαλονίκη.
Σελίδα 75.
1913, Γεώργιος, Θεσσαλονίκη, πυροβολισμός, Αλέξανδρος Σχινάς,
πολιτικές πεποιθήσεις άγνωστες—
φερόμενος τρελός,
εθνικότης Έλλην,
ερωτηματικό—
εγώ στο αεροπλάνο για την Αμερική,
ένα αγκίστρι μέσα στον εθνικό οισοφάγο,
μια κάποια ανησυχία που
φωλιάζει σαν τυφλοπόντικας στα σωθικά.

Επιστροφή στην Κύπρο.
Άυπνη νύχτα, το όνομα αίφνης να επιστρέφει
απ’ τα σκοτάδια
σαν το κλειδί που έχεις χάσει
και ξαναβρίσκεις στις τσέπες σου
στο όνειρο.
Μυστηριώδης έµεινε πάσα σχεδόν λεπτοµέρεια του εγκλήµατος και αυτής της ανακρίσεως, ης ο φάκελλος
εξηφανίσθη ευθύς, µετά την διάδοσιν ότι την ηµέρα,
καθ’ ην εκλήθη (ο Σχινάς) εις το εν Θεσσαλονίκη ∆ικαστήριον προς
ανάκρισιν, πεσών εκ του παραθύρου, αυτοκτόνησε…

Κόντευε αιώνα το μυστήριο του θανάτου
κι ο μετεωρισμός της πράξης
Κι εγώ έτρωγα τα αποφάγια των εξορκισμών:
τρελό τον έλεγαν, πράκτορα των εχθρών, έκφυλο,
αιώνιο φοιτητή, αλήτη.
Πάνω στην έννοια του αρχείου
άπλωνε τα πλοκάμια το χταπόδι.
Ποτάμι το μελάνι της χολής των νοικοκύρηδων
τυφλές οι ερμηνείες σαν τις οδούς
των πολυκατοικιών που ξέχασαν την θάλασσα
και μας κρατάνε ομήρους στην Κρήνη, το Ντεπώ.

Τι είναι η πατρίδα μου;
Το σφίξιμο απ’ το κενό αέρος
μια θουκυδίδειος σκοτοδίνη
μία στημένη φωτογραφία όπου χαμογελάς με τους εκτελεστές
η αντανάκλαση του ψεύδους στον καθρέφτη
μια χαλασμένη οδοντοστοιχία από χαμένες δεκαετίες,
μια πόρτα που ξεβάφει σφαλιστή.

Αργότερα,
Transatlantic Telegraph, στους Times της Νέας Υόρκης,
20 Μάρτη του 1913.
Από την άλλη ακτή ο Σχινάς κοιτάζει,
λουσμένος στους ατμούς των πλυντηρίων του Fifth Avenue Hotel,
δυο χίμαιρες στο μαξιλάρι του.
"Mια πληγή χρειάζεται
ώστε να ανοίξει η ιστορία μας
στο φως, μια πληγή για να μπορούμε
να κοιτάμε μέσα"
του ψιθυρίζουν
σαν τις γάτες στο αυτί.

Αλέξανδρε, δεν έχει λυτρωμό
το λάθος που ήσουν
το λάθος που είμαστε
ψυχορραγεί στην Όλγας κάθε πρωινό.
Μπρος στα κομμάτια που γέμισαν το οδόστρωμα,
τον χάρτη όπου σκορπίζουμε,
τρέμει η βελόνα, κόβεται η κλωστή.


Laika

Ιδού τώρα παρελαύνει η λιτανεία της προόδου·
ιδού, αποκαλύπτεται
η έλλογη κατάληξις μοναχικών ονειρώξεων
υπό το φως φθορίου στα εργαστήρια
ιδού νέες αποικίες ανοίγονται, τρόποι αναδιάταξης
των πραγμάτων. Τώρα εξάγονται συμπεράσματα
έξω απ’ το ανθρώπινο κορμί. Δεν επαρκούν οι ομολογίες
που συλλέγουνε ξερογλύφοντας οι ιεροεξεταστές.
Δεν τους αρκούν οι χάρτες προς τα χωριά των ιθαγενών.
Ονειρεύονται πιο παγωμένες θάλασσες, πιο βουβά θέατρα,
πιο ξέπνοες αναρτήσεις εμβλημάτων.

Ο μπόγιας που ήξερα στη Μόσχα αλλάζει εμφάνιση διαρκώς.
Μία προβάρει τις περούκες του Νεύτωνος και του Κοπέρνικου,
μια τη μικροφωνική χροιά του κρατικού εκπροσώπου,
μια κουδουνίζει την αρμαθιά με τα κλειδιά.
Καθώς απλώνεται η μυρωδιά της κάψας
που αναδύουνε τα δίποδα μόλις οσμιστούν υπέρβαση
σφραγίζεται η θυσία διακριτικά με το κοχλάζον αίμα μου
μακριά από θεατές, όπως στις τραγωδίες.
Μόνο που ανάμεσα στον φόβο
και τον έλεον
στέκεται ο κέρβερος γρυλίζοντας αδέσποτος
με δόντια ανήμπορα, το κάτουρο ποτάμι.

Γκιοργκ Φρήντριχ, σου επιστρέφω το αντίτυπο
της Φιλοσοφίας της Ιστορίας
ιδού ως αντάλλαγμα μια συλλογή γραμματοσήμων
όπου στοχάζομαι πυραύλους ή κοιτώ
από το τζάμι καθώς συνηθίζουνε οι της ράτσας μου
όταν μας βγάζουν βόλτα στους αυτοκινητοδρόμους.
Κατανοώ, κατανοώ. Ήμουν εκεί στο ξερίζωμα της
αυτοκρατορικής φύτρας, ήμουν εκεί,
στη σύλληψη αιματηρών
συνομοσιών, ήμουν εκεί,
στην περιφέρεια των βασιλικών πορτραίτων,
στα πόδια νάνων και παιδιών.
Ήμουν εκεί,
άηχη πίσω απ’ το τζάμι των αφηγήσεων,
θνησιγενής, εκ των προτέρων νεκρή, εκ των υστέρων ζώσα,
ήμουν εκεί,
δίπλα απ’ το μεγάφωνο
που διακομίζει τις φωνές των φαντασμάτων.

Γκιοργκ Φρήντριχ, ξέρεις πώς φαίνεται
η όψη της ολότητας
απ' τα νεκρά μάτια μιας σκύλας
που μετεωρίζεται στα άστρα;


3461 Mandelstam

Ώστε η μαύρη γη ·
ώστε η μαύρη γη να σκεπάσει το αλέτρι
που σκάβει στου χρόνου το χωράφι.
Ώστε να απλωθεί στο χώρο η αλληλουχία των οστών
ώστε να γεμίσει ο ορίζοντας απ’ τ’ αρχιπέλαγα των σπαραγμών
ώστε οι λέξεις που ανασύρθηκαν απ’ τα πηγάδια
να αναφλέγονται διάσπαρτα στις εχθρικές γραμμές.

Ώστε καιόμενοι βάτοι να καπνίζουμε τα απογεύματα στις εξορίες,
ώστε ως αποφάγια στο στομάχι του Λεβιάθαν
να αναδυόμαστε ξινοί και αναφομοίωτοι,
ώστε ως εγκατελειμμένοι απ’ τις Γραφές πιστοί
στων μανιφέστων τα βυζιά να ξεδιψάμε,
ώστε σφαχτάρια στην ποδιά του λινοτύπη
που επιβλέπει εκτυπώσεις της Ωδής να αιμορραγούμε,
ώστε να διαμεσολαβούμε ανάμεσα στην πληγή
του γράμματος και την ηλεκτροδότηση
τρεμάμενοι καθώς ανοίγουμε στο φως σαν φάκελοι υπόπτων.

Μπούκωσαν ούτως ή άλλως
τα μαυσωλεία Όσιπ. Ανοίγουν τάφους παντού
τώρα. Zούμε, αλλά δεν αισθανόμαστε τη γη
κάτω απ’ τα πόδια μας·
οι δρασκελιές μας αιωρούνται στο κενό
δεν ταξιδεύει πια ο ήχος της ανάσας μας
μόνο η μυρωδιά μας έμεινε
κι οι αλεπούδες όλο και μας ζυγώνουν.


Μια τέτοια μέρα

Μια τέτοια μέρα τρώγαμε γύρω απ’ το τραπέζι
κι ίσως γελούσαμε, ίσως να χασμουριόμασταν
και ίσως σκεφτόμασταν το απόγευμα ταινίες
στον καναπέ· πέρασαν εννιά χρόνια.
Σήμερα ο πατέρας μου χωρίς δόντια
μέσα απ’ τη μάσκα οξυγόνου τραύλιζε κάτι
στο τηλέφωνο, δεν άκουγα καλά.
Ολόγυρά μου μύριζε αναισθητικό και θλίψη
Αθήνα οι γονείς μου, εγώ στη Λευκωσία
πίσω στη Σαλονίκη μόνο φαντάσματα
δίπλα μου έπαιζε ο μικρός
σκόρπια ζωή κι αυτός
το παζλ του ασυμπλήρωτο,
κομμάτια που χαθήκαν κάτω απ’ το χαλί
των ημερών που πέρασαν
που όταν ξυπνήσει θα τα ψάχνει κλαίγοντας
όπως συμβαίνει μερικές φορές άγρια χαράματα.
Κι εμείς οι δυο να ακουμπάμε πια
μόνο με ξυραφιές,
από τον εαυτό του ο καθένας χωρισμένος
χαμένος απ’ τα ίδια του τα μάτια
σαν τον άγνωστο που απ’ τον σταθμό καθώς κοιτάς
μακραίνει μες στο τραίνο.
Κανένας δεν το γνώριζε.
Κανείς δεν διαισθάνθηκε του μέλλοντος την ψύχρα.
Κανείς δεν το πε πως σαν φυσήξει αέρας,
σα φύλλα θα σκορπίσουμε του Νιόβρη ορφανά.


Στην κουζίνα

Ήμουνα πάλι στην κουζίνα
μια Κυριακή απόγευμα.
Έξω ασημένια βελονιά
και γω, απ’ τα τετράδια
και τους ατμούς της χύτρας
αναδυόμενος, να χάνομαι
μέσα στο δάσος της φορμάϊκας
σαν ξυλοκόπος χάρτινος, μικρός.
Σαν το ρολόι όλα πένθιμα ηχούσαν
το γάλα στο ποτήρι ζάρωνε
όπως εγώ μεσ’ την μπανιέρα
τις μέρες που κρυώναμε.
Τα ρούχα, πεταμένα
πάνω στην καρέκλα
μοιάζανε τραυματίες φριχτοί
απ’ τις εφημερίδες.
Γκρίζο ήτανε το όνειρο.
Είχανε ξεθωριάσει πια τα χρώματα
που μέτραγαν το κόστος
Βουλγαροκτόνου με Δαβάκη,
στο έτος των σεισμών.


Τέσσερα στοιχεία, λίγο μετά

Στις μεθυσμένες ψαλιδιές δυο αστραπών
οι πανοπλίες των νεφών αίφνης διάτρητες.

Καθώς πια βρέχει, βυθίζονται έκπληκτα τα δέντρα
με τις μουσούδες τους τη λάσπη γλύφοντας.

Όλα είναι τώρα πιο βαριά. Σκουραίνει η στιλπνότητα
της χλόης. Και στων σκυλιών τη ράχη
ο ψύλλος ονειρεύεται μέλλουσες αποικίες.

Βουλιμικά τα στόματα της γης
πάνω που μάχονται να καταπιούν, ξερνάνε πάλι.

Της στάχτης που μας κέρασαν όσα γινήκαν ήδη
έμεινε μόνο η οργή, κι ο θρήνος του αέρα.

Καήκαν όρθιες οι κιβωτοί πριν το νερό πατήσουν.


Οι φράσεις που ζουν για πάντα

Δεν τις ζηλεύω, τις φράσεις που ζουν για πάντα.
Τριγυρνάνε με κάτι φθαρμένα παλτά, τρικλίζοντας,
κι όταν θυμώνουν, εκσφενδονίζουν
δυο-τρεις ξεδοντιασμένες απειλές
καθώς τις δυο τους μαραμένες πια γροθιές
μικραίνουνε τα ρούχα, λες κι ήταν το πετσί
που μάζεψε στο πλύσιμο, τόσες και τόσες Κυριακές
που βάζαν τα καλά τους να βγούνε στην πλατεία.

Πάει καιρός που ξέχασαν μάνα και κύρη.
Ούτε ορφάνια πια δεν θυμούνται. Νέες ακόμα έπεσαν
σε χέρια επιτήδειων. Η λευτεριά τους είναι
δυνάστες στιβαγμένοι ο ένας πα’ στον άλλον,
έτσι που εξέπνευσε στο τέλος και η ίδια η σκλαβιά.
Τις ξεχνάς ή τις θυμάσαι το ίδιο πράμα.
Ούτε που ξέρουνε κι αυτές τη διαφορά.
Μόνο κάποιες στιγμές που φεύγει η θολούρα
απ’ το μυαλό ρωτάνε

αν είναι αυτό το Καθαρτήριο
το κρίμα μου ποιό είναι και δεν έχει πληρωθεί;


Φιλοκτήτης μαινόμενος

Μη με ρωτάτε για τον πόλεμο.

Ούτε τη ματοκυλισμένη σκόνη της Τροίας κουβαλάω στα ρούχα μου
ούτε κλαγγές σπαθιών και ουρλιαχτά συντρόφων
μεσ’ τ’ αυτιά μου. Μόνο τον απεχθή εκείνο παφλασμό
του κύματος πάνω στον ξεχασμένο βράχο,
τ' αλάτι που σκαλίζει την ηλίθια επιμονή της πέτρας
όπου αντικρίζω στεφανωμένος με τα φύκια
την αλμυρή μου τη ντροπή.

Χωρίς μια μάχη πέρασε η ζωή, αλλά η πληγή, πληγή.

Τι κι αν σκορπίσανε τα εντόσθιά τους σύντροφοι
μέσα στα χώματα αναζητώντας
δόξα ή εκδίκηση ή μία τέλoς πάντων ομηρική αράδα·
εγώ κυλιέμαι σαν τον σκύλο μακριά απ' τα γεγονότα.
Δεν έχει λυτρωμό το σφίξιμο των γνάθων μου·
στην άμμο γράφονται όλες μου οι στριγγλιές
και οι βρισιές και οι κατάρες μου άδεια όστρακα κατάντησαν
κέλυφος μόνο αδειανό, η σάρκα τους λιωμένη.

Κι έτσι όπως σαπίζω και σαπίζω χωρίς τέλος,
έγινε η αρρώστια μου νησί, και το νησί αρρώστια.
Αυτάρκης ξετυλίγεται, γύρω απ’ τον εαυτό της
και έτσι, έναν ακόμα βρήκε ο δαίμονας τρόπο να με σαρκάσει:
φιδιού κουλούρα ο πόνος μου, φίδι και η πηγή του.

Το ξέρω πώς θα έρθουνε κάποτε να με βρουν
ένδοξοι κάποιοι Αχαιείς και βιαστικοί για δράση.
Οι καιροσκόποι άλλωστε καιρό πάντοτε βρίσκουν·
άλλοτε αρκετό για να ξεχνούν, άλλοτε να θυμούνται.
Δεν θα χουν δώρο γιατρειά. Θα ρθουν για ένα διάλειμμα
αφηγηματικό, παρένθεση στο δράμα,
μια αφορμή να αλλάξουν φορεσιές οι πρωταγωνιστές
καθώς θα ανακλαδίζεται του έθνους η ομήγυρη
ανάμεσα σε τζίτζικες και σε χασμουρητά.

Θα ρθουν να αρπάξουν απ’τα χέρια μου ό,τι έχει απομείνει.
Μια δήλωση ευπείθειας, ή εθνικοφροσύνης,
αλληλεγγύης με τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής—
ο Οδυσσέας έχει πρόσωπα πολλά, κανένα τους δικό του.
Και γω θα τους τα δώσω κι αυτά και άλλα,
ο ευτελής, κι ας συνεχίζει να ζέχνει το ποδάρι μου
κι ας συναντάει της ψευτιάς η άυλη μπόχα της σάρκας το σκουλίκιασμα
κι ας φτάνουνε κι οι δυο τους ως πάνω, στου Ολύμπου τα ρουθούνια.

Τόσο πολύ με τσάκισε αυτή η εξορία.
Τόσο πολύ σιχάθηκα το κρώξιμο του γλάρου.


Οι ηγεμόνες

Μιλούσαν, κι ανοιγόκλεινε νεκρού ψαριού σαγόνι,
οι ηγεμόνες. Δέρμα φιδιού, φίλντισι
στα μανικετόκουμπα, και στο λαιμό
το μήλο του Αδάμ το τρώει σκουλήκι.

Κλικ-κλικ κάνουν οι λέξεις τους.
Κλικ, και υποδέχονται την αυγή τα περίστροφα
των αξιωματικών και οι εκτελεσμένοι
Κλικ, και εκπυρσοκροτούν πάνω στις κόλλες
οι γραφομηχανές του ημιορόφου
Κλικ, και σφαλίζουν ηδυπαθώς τις πόρτες
διαμπερών διαμερισμάτων οι νοικοκυραίοι.

Έτσι μιλούσαν,
κι ήταν θηλιές για σένα και για μένα οι γραβάτες τους
φύτρωναν ικριώματα κρυφά μεσ’ την κουζίνα μας
και λαιμητόμοι το πρωί που ξυριζόμαστε πριν τη δουλειά
με τη σκιά του γερακιού επάνω στον καθρέφτη.


Άτιτλον

Την πόρτα βλαστημώντας σα γερόντια
έκλεισαν πια τα αυτιά μου.
Οι γλώσσες μου η μία πάνω στην άλλη κουλουριάστηκαν
φίδια χορτάτα, και κοιμούνται.
Πνιγήκανε τα μάτια μου στων λέξεων το θάμβος.
Δυο άδεια χέρια μείνανε, να βηματίζουν
νευρικά, βήχοντας τον καπνό
να ράβουν πάνω στο χαρτί διακριτικά της ήττας
ένα για κάθε μια πληγή της λόγχης των πραγμάτων.


II. Arcadia

Πλατάνια, Θέρμα Σαμοθράκης

Τα αίτια θανάτου ασαφή.

Ίσως σας έθελξε η ακατάπαυστη κίνηση των σκιών
στο σώμα των υδάτων ώσπου, λιγοθυμώντας
από επιθυμία για ταξίδι, αφήσατε να σας ζέψουν,
ως πλάνητες Αλέξανδροι, το κάστανο και η περικοκλάδα.

Ίσως σας κούρασαν οι εκστρατείες της ακρίδας
η φλυαρία του νερού και οι θυμοί των βράχων
και έγιναν μονότονες οι μεταναστεύσεις των πουλιών,
και αβάσταχτο το χαίνον θέαμα του ουρανού.

Ίσως, πάλι, από ένα ύψος να φαίνονται όλα πράματα ανιαρά,
της μέρας ενοχλήσεις που ξεχνάς να θυμηθείς
καθώς σε όνειρο βυθίζεσαι, μέσα στις φυλλωσιές
ασφυκτιώντας άηχα, δίχως έγνοια.

Λογίστε με παρ’ όλα αυτά πιστό στην αφεντιά σας.
Μπρος σε θεόρατα κουφάρια μεγαλώνοντας
έμαθα χρόνο με το χρόνο να γιορτάζω άλλο Πάσχα.


Νήσος Μύκονος

Νύχτα· άφαντη η ακτή

Στο υπογάστριο της θάλασσας
το πιο βαθύ σκοτάδι
και στο κατάστρωμα όλα τα συμβάντα
εσωτερικά.

Στιγμές που απ' τα πρόσωπα
σωσίβια προβάλουν φωσφορίζοντα
στιγμές που ο προορισμός
όλο και ξεμακραίνει
στιγμές που δεν υπάρχει το καράβι.

Και ύστερα το μούδιασμα
κι η ηλικία της μέρας
κι ύστερα η αυγή
και να ροδίζει σαν το μάγουλο παιδιού
ο πρωϊνός καφές.


Οι μικρές ώρες

Σα μετανάστες τις Κυριακές
βγαίνουν στους δρόμους οι ώρες οι μικρές.
Οι μηχανές σωπαίνουνε για λίγο
η επικράτεια του θορύβου βουλιάζει στη δροσιά
και στο σχολείο των πουλιών
τα ράμφη συλλαβίζουνε το φως
και το τρεμούλιασμα το πρωινό του φύλλου.

Το βάρος όλο αυτού του κόσμου αιωρείται σα σκοινί
όπου χοροπηδούνε φτερωτά τα πόδια κορασίδων.
Είναι η στιγμή που οι στέγες των σπιτιών
μπήγουν τα νύχια μ’ αγωνία στο μπετόν.
Μόλις που αντιστέκονται στην τόση αλαφράδα
μόλις που καταφέρνουνε τον ύπνο να φυλάξουν.


Ερωτηματολογίου απάντησις
(Της Σταυρούλας)

Η γλώσσα που θα μιλάμε στον παράδεισο
θα είναι τούτη που μιλάμε τώρα δα·
μόνο που θα έχει περισσότερες ανάσες.
Δεν θα 'χει στίξη. Κυρίως δεν θα χει
παρενθέσεις και εισαγωγικά.
Όλες οι λέξεις θα ναι λεύτερες
από νόημα, και κάθε πράγμα θα σημαίνει κάτι άλλο
από το ίδιο, και το άλλο θα σημαίνει κάτι
όχι τελείως αλλιώτικο από το πρώτο,
και όλα θα σημαίνουν
κάτι άλλο και το ίδιο μαζί.

Όσο για τη μορφολογία, θα είναι άδηλη.
Και η σύνταξη δεν θα χει δέντρα αλλά πουλιά
και η φωνολογία θα συνίσταται στη μίμηση
ιχθύων και σκαντζοχοίρων κατά τους μήνες της αναπαραγωγής
και η σημασιολογία θα εγκαταλειφθεί
ως πεπτωκύια γνώσις, κατάλοιπο παρεξηγήσεων
γύρω απ’ τη σωστή χρήση οπορωφόρων δέντρων·
το ναι και το όχι έχοντας πια συμφιλιωθεί
ούτε απαγορεύσεις θα εκδίδονταν, ούτε εγκρίσεις βλέπεις.

Τότε λοιπόν η ποίησις και η ομιλία,
έχοντας πια βρει την άκρη μεταξύ των
θα εγκατέλειπαν πια την έριδα που τις χωρίζει
τόσα χρόνια: ωσαννά θα έλεγεν η ομιλία
και ωσαννά η ποίησις θα απαντούσε
κι ούτε θα καταλάβαιναν η μία την άλλη·
μόνο θα χαμογέλαγαν, κι εξόριστη για πάντα
θα έμενε η μετάφραση, για να φυλά τις πύλες.


Πέντε αδέρφια

Ένα μικρό, αλαφροίσκιωτο, που όταν καλοκαιριάζει
στο πάτωμα ξαπλώνει
ανάμεσα σε ψίθυρους και σε πυγολαμπίδες.

Ένα δύστροπο, που το κρεβάτι αφήνει
δύσκολα, στα άλλα τ'αδέρφια γαντζωμένο,
αυθάδες, μ' ανατροφή κακή.

Ένα μονίμως με μανίκια σηκωμένα για καυγά
θερμόαιμο αυτό, λάγνο συνάμα,
γνήσιο θρέμμα της αλάνας.

Ένα ιδεαλιστικό, κεφάλι μεσ' τα σύννεφα χαμένο
που όλο δρόμους βλέπει, κι όλο προτρέχει
ξέπνοο, κι όλο διψά για μέλλον.

Τέλος το πιο μοναχικό. Άλλο σκαρί το σώμα του
θαρρείς, έφυγε σ' άλλη χώρα.
Συγγενικό παρ' όλα αυτά με τ' άλλα.

Όταν τυχαίνει μια φορά και σμίγουνε τα δυο τους
τα άλλα τρία δίπλα τους στριμώχνονται
φρόνιμα ξάφνου, σιωπηλά, για χάρη μαρτυρίας.


Λευκής μαγείας πραγματεία

Εν μέσω τυφώνος σείεται των κεκτημένων η δομή:
Ίπτανται στους αιθέρες, τα μάτια τους μια έκπληκτα
σαν σκύλων, μια ήμερα σα γάλα στο φλυτζάνι
τις μέρες τις συνηθισμένες, που τρως το πρωινό.

Μεταναστεύει προς βορά η πόρτα,
λεύτερη από μεντεσέ, κι' από σκοπό και χρήση
και στη βροχή το πάτωμα φουσκώνει
λες και καράβι ήτανε, συνάμα και πανί

κι όλη την ώρα πέφτουνε πολύχρωμα τα ρούχα
μιας μεθυσμένης μουσικής ουράνια κονφετί
και αιμορραγούν τα ερμάρια μυστικά —ορφάνεψε η αράχνη—
και όλα είναι έκθετα και καθαρά μαζί.

Τανάλια τα θεμέλια ξεδόντιασε.
Χώρισαν τα δοκάρια, σκουριάσαν τα καρφιά.
Τι έμεινε; Δυο άλικα παπούτσια που τα τακούνια τους χτυπάς
άστεγος πλέον, χωρίς επιστροφή.


Andante Moderato

Εάν επρόκειτο για ποίημα ερωτικό, θα ήτανε πιο εύκολο.
Θα έγραφα για την φτερωτή ικμάδα των ποδιών σου,
τις φλέβες σαν υπόγεια ποτάμια
κάτω απ’ την αρραγή, σχεδόν διάφανη εξίσωση
του δέρματος, και τον λαιμό σου,
ανάλαφρο ερωτηματικό αλαργινού πουλιού
που ξεδιψάει σε σκοτεινά, υπάνεμα νερά.

Όμως δεν πρόκειται για τέτοιου είδους άσκηση.
Οι λέξεις μία-μία ανοίγουνε τα χέρια τους
και απ’ τις παλάμες τους κυλάει χάμω
η επιθυμία. Καθώς τινάζεις από πάνω σου τη σκόνη
των σχημάτων, οι ξώβεργες φαντάζουν θλιβερές,
τα δίχτυα μάταια· μένει το αποτύπωμα της πρόθεσης μονάχα,
γελαστό, σαν να ’τανε φρεσκοβαμένο σπίτι.


Μάτια μες στο ποτήρι

Όταν βυθίζομαι
στον ήλιο
βυθίζομαι
στον πάγο
βυθίζομαι αργά
σαν ρούχο
που μουσκεύει
μεσ’ τη σκάφη
όταν βυθίζομαι
είμαι το δάχτυλο
στο μέλι
το έντομο
στο κεχριμπάρι

Είμαι το βουνό
Είμαι ο βυθός
κατασταλάζω αθόρυβα
διακρίνω ατμούς
μετράω το κριθάρι
διατρέχω την απόσταση
συλλέγω τις λέξεις
αναγγέλω τα σύννεφα
καταπίνω τον χρησμό
εξαφανίζομαι εδώ, μπροστά σου.


Είδη σιωπής

Η σιωπή του βελούδου καθώς υποδέχεται, για παράδειγμα,
ένα ακριβό μονόπετρο, ή απορροφά ένα ψίθυρο συνομωσίας
πίσω από πόρτες υψηλές, ή πνίγει τον θόρυβο
που προκαλεί μια αδιακρισία μεταξύ ζεύγους
αγνώστων υποτίθεται χεριών εν μέσω δεξιώσεως.

Η σιωπή του τοίχου σε ένα φτωχικό δωμάτιο
καθώς ο νέος ένοικος κάνει σκέψεις απελπισίας,
ή μια γυναίκα σκέφτεται τις ώρες που περνούν
με μάρτυρες τον φούρνο ή τα πιάτα,
τις ζάρες που μεσολαβούν ανάμεσα στα δάχτυλα και το σεντόνι.

Η σιωπή του γρασιδιού μια μέρα ανοιξιάτικη
γεμάτη από ήχους του αδήλωτου και του μικρού,
μίας ακρίδας ή μίας διμοιρίας μυρμηγκιών
καθώς εσύ αφήνεσαι στην νύστα και το δέρμα σου
κι αυτό ερωτοτροπεί με άνεμο διαχυτικό, με πλάνη ήλιο.

Η σιωπή του μπλε ή του μαύρου στον καμβά,
που πλημμυρίζει το δωμάτιο καθώς μεταμορφώνεται
η ίδια σε σφουγγάρι, τα δόντια της γεμάτα απ’ το μεδούλι
του φωτός. Μια σιωπή παλλόμενη,
φωσφορίζουσα, με την καρδιά της βρεγμένη στο μελάνι.

Η σιωπή του ενυδρείου, πολύχρωμη, χορευτική,
κρυμένη σε ανύποπτες κρυψώνες.
Η έκθλιψη, ξαφνικά, του ορατού· το σπέρμα του άηχου
μέσα στις φυσαλίδες που εξέρχονται από το στόμα ενός ψαριού.
Η απουσία του ανέμου στην κυματίζουσα χλωρίδα.


Κούπα
(της Σ.)

Μισό μηδέν:
λευκό χιόνι
πορσελάνης
βάζεις τον δείκτη
μέσα και λες
ευχαριστώ και
γρήγορα, δεν
περνάει πολύ
ώρα,
οι ατμοί σε
χαϊδεύουν
στο πρόσωπο
χωρίς προφητεία
αλλά με μια
κάποια
παρηγοριά,
γιατί έξω
βρέχει πικρή
βροχή.


III. Fides

Επιστροφή

Αργά ή γρήγορα, από την άλλη πλευρά ξαναπροβάλλεις, αγνώριστος.
Ταξίδι κάθετο, χωρίς ξεπροβόδισμα,
αναβατόρι λυσσασμένο, πάνω-κάτω
(αυτή η άλλη Αμερική, γεμάτη κάρβουνο!)
Η θέρμη από τα έγκατα ακόμα στα μαλλιά.
Στα πόδια περισσότερες απ’ το δέρμα οι πληγές.
Μαρμαρυγή περίεργη στα μάτια.

Εδώ είναι ακόμα η χαίνουσα ρωγμή, το έδαφος που πάλλεται
η σκόνη που αφήνει ο κουρχνιαχτός αγγέλων.
Να και το τόξο που ο μικρός άφησε τεντωμένο
τα βέλη όλα να συγκλίνουν, μεγάλα και μικρά
για να χτυπούν στο κέντρο, ώστε η καρδιά της μέρας
όπως ανοίγει, από μέσα της εσύ να επιστρέφεις.

Πώς γέμισε η στέρνα πάλι με νερό, μυστήριο.
Λες και υφίστανται αντίποδες του ουρανού.
Λες και βρέχει ξάφνου από κάτω.
Όπως και να χει, αναβλύζει, πιες, λήθη για όσα ξέχασες!
Τα κρίματα όλα συγχωρεμένα από πριν.
Τακτοποιημένα σε κοιτούν τα πιάτα στο τραπέζι
και το μαχαίρι έχει ακόμα όλα τα δόντια του στο στόμα.


Fides

Τα δικαιώματα αυτού που δεν καταλαβαίνω νοιάζομαι.
Είναι ο μηρυκασμός χίλιων ανοίξεων στον κρόταφό μου.
Είναι ο αέρας που ανασαίνει στον αυχένα μου.
Είναι ο κεραυνός που διακόπτει την συνομιλία των οστών μου.

Τη μιλιά που μ’ αφήνει ξέπνοο αφουγκράζομαι.
Είναι μια στοά ανθρακωρυχείου στα πνευμόνια μου.
Είναι φωτοβολίδες ναυαγού μεσ’ στο στομάχι μου.
Είναι μια αόρατη διαδήλωση στα δάχτυλά μου.

Τις προσταγές αυτού που δε μ’ ακούει υπακούω.
Είναι μια θάλασσα θολή μέσα στο αίμα μου.
Είναι ο ήχος μιας σειρήνας στο μυαλό μου.
Είναι μια πτήση χαμηλή μέσα στο βλέμμα μου.

Ό,τι δραπέτευσε απ’ τα χέρια μου υπερασπίζομαι.
Είναι το πλάνο απόδρασης που σχηματίζουν οι λέξεις.
Είναι το αναπάντεχο τηλεγράφημα στην πόρτα μου.
Είναι το καραβάνι που ακολουθεί η σκιά μου.

Πότε έγινε φυλακή ο θώρακας;
Πώς θα αντέξεις, σώμα μου, τόσων αλόγων
την αχαλίνωτη ορμή, τόσων οπλών τα ποδοβολητά
τόσων στοιχειών βουβά επισκεπτήρια;


Ένα τραγούδι

Ποιοί είναι αυτοί που μιλάνε
όταν δεν ξέρουν μια
γλώσσα να μιλήσουνε;
Ποιοί είναι αυτοί που μουντζουρώνουν
τα τετράδια, που ζωγραφίζουν
καράβια που βυθίζονται, ποιοί
είναι αυτοί που συνθηματολογούν
στο κρεβάτι
και παραμένουν
μουγγοί στις συγκεντρώσεις
ποιοί είναι αυτοί που μας εκνευρίζουν
με τη φάτσα τους κάθε φορά
που συμφωνούμε
να συμφωνούμε όλοι εμείς;

Ποιοί είναι αυτοί που δεν ξέρουν το
όνομα του συμβολαιογράφου στη γωνία;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν χαιρετούν τον υπουργό;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν βάζουνε
τα γράμματα σωστά με τη σειρά;
Ποιοί είναι αυτοί που δεν ήρθανε στο γάμο
και δεν κλαίνε στις κηδείες
ποιοί είναι αυτοί που αγνοούν τα προσκλητήρια;

Δεν ξέρουμε.

Δεν ξέρουμε πού είναι το κρεβάτι μας που είναι το ταβάνι
πού είναι ο κόκκορας, ο πυροκροτητής
πού είναι τα ρούχα μας, πού είναι το πάτωμα
οι εραστές μας. ο προσωπικός μας εξομολογητής.
Φταίμε και μεις φταίνε και οι άλλοι
όλοι φταίμε όλοι δουλεύουμε ξεχνάμε αγγίζουμε
τρώμε κοιμόμαστε συλλέγουμε
πεθαίνουμε πεθαίνουμε πεθαίνουμε.


Απ' την ευθύβολη αναλγησία των καιρών

Απ’ την ευθύβολη αναλγησία των καιρών
έπεσες χτυπημένη άλλη μια φορά ψυχή.
Θα πρεπε να υπάρχουν νόμοι για τούτα τα πράγματα.
Θα πρεπε να αποσύρονται εκ της κυκλοφορίας
τα τσακισμένα οχήματα, να παραδίδονται στο αγριολούλουδο
και την τσουκνίδα οι λαμαρίνες.
Θα πρεπε να καλλιεργούνται ακόμη
και τα σφάλματα με κάποια μέριμνα,
με κάποιον τέλος πάντων σεβασμό σε ό,τι παρεκτράπη.

Αντ’ αυτών, βλέπουμε μια διάχυση συναισθημάτων
την ανυπόστατη φημολογία των λωτοφάγων
να τρώει τα πάντα σαν τερμίτης.
Αντ’ αυτών, κυκλοφορούν τα της επικαιρότητας
πάνω σε ξυλοπόδαρα σαν μεθυσμένοι
σαλτιμπάγκοι της σειράς.

Μόνο οι τρελοί ονειρεύονται τώρα με τα μάτια ανοιχτά.
Στους δρόμους παρελαύνουν τα λογότυπα πολυκαταστημάτων
και από πίσω διάτρητοι, ντυμένοι επιδέσμους, οι καταναλωτές.
Εκρήγνυται κανείς βραδυφλεγώς, με δόσεις χαμηλότοκες.

Απουσιάζουν τα θηρία απ' τον όμορφο αυτό κήπο.
Μόνο κλουβιά προς θέασιν και τέρψιν του κοινού.


Άτιτλον ΙΙ

Όποιος βυζαίνει μες στων γιγάντων τις σκιές
νιώθει το βάρος που κρατά στη θέση τους τα λόγια.
Kι ας είναι ο ίδιος ελαφρύς·
μια μόνο ανάσα κι ας μετρά με όλο του το είναι.
Τον φόβο απέναντι στο όξινο το γάλα του μετά
έχοντας συνηθίσει από πριν
να πιπιλάει σιγά-σιγά, λίγα πια τον φοβίζουν.
Πιάνει τα πράγματα γερά, και τα αφήνει κάτω
χωρίς να αγκυλώνονται τα δάχτυλα στο σχήμα.
Θυμάται σαν την γη, που κάθε μια πληγή της
είναι ένα πρόσφορο στη ρίζα, μία θυσία
αναίμακτη στης άνοιξης το στόμα.

Ανηλεείς οι γίγαντες· άλλοτε σαν τα μικρά
παιδιά αθώοι, σαν μάνες που γυρνάνε απ’ τη δουλειά
και σου χαμογελάνε με τα χέρια
και άλλοτε οργισμένοι σαν προφήτες
που φτύνουν θειάφι και αφρούς, κατάρες, απειλές.
Δεν έχει χαϊδολόγημα μέσα στην αγκαλιά τους
ούτε κλαυθμούς κι ολοφυρμούς
αν πεις να ξεστρατίσεις, να ζεσταθεί
και σένα το σαρκίο σου στον ήλιο.

Κι όμως γυρίζεις πίσω.
Δεν είναι που σου λείψανε, ούτε και συ σ’ αυτούς.
Δεν είναι θέμα τέτοιο.
Είναι που εκεί στα πεδινά
κατέβηκε μαζί σου
λίγη απ’ τη σκιά απ’ τα ψηλά που ήσουν
είναι που πήρε η όψη σου κάτι από τη δική τους.


Άτιτλον ΙΙΙ

Φλέγεται ο κήπος μου ατέλειωτα.
Μέσα σε πράσινα καλώδια κυκλοφορούν
μελλοντικοί σπινθήρες, άλλοι μενεξεδί
και μωβ, άλλοι στο χρώμα του αίματος,
άλλοι με του αυγού τα σωθικά βαμένοι.

Τούτη η επιμονή στην ομορφιά με σκιάζει.
Ποιος την αξίζει; Ποιος την πλήρωσε;
Όλα τα έργα μας σχεδόν θυσίες στον καθρέφτη·
τα εχθρεύεται η μέλισσα και ο δρυοκολάπτης.

Ω θαρραλέα, ένοπλη αναλαμπή του κόσμου,
κράτα γερά, ριζώσου μέσα μου, σκάψε τα σωθικά μου
δώσε στα κόκκαλα δροσιά, βόηθα με να γεράσω
όρθιος· όχι επίορκος του ιερού σου κλήρου.


Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή
(Για την Κ.Κ)

Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή
Όχι το πρόσωπο αλλά η φωνή

τιθασεύει τη φλόγα
επαυξάνει τον άνεμο
συλλαβίζει τις πιθανότητες
χαϊδεύει το άπειρο

απ’ το λαιμό, απ’ το θώρακα
απ’ τα χημικά στα πνευμόνια
απ’ τα τραίνα στις στοές
παντού
φυσάει αγέρας
και ανερχόμαστε στα ψυχρότερα στρώματα

Κι είμαστε πάλι εδώ
ποιοί
είμαστε, ποιός
θυμάται, μικρύναμε
ή μεγάλωσε η απόσταση
απ’ τα κορμιά μας, κανείς
δεν το γράφει
μόνο να, τώρα, εδώ
που μιλάμε

κατέφθασαν προάγγελοι νέων
συνομωσιών
κόπηκαν τα σκοινιά
και να,

ελαφρύναμε.


Αρχίλοχου, στρατιώτου ποιητού

Ο άνεμος που πνέει στα ενδότερα
στρέφεται μια εδώ και μια εκεί·
άλλοτε μηχανεύεται ναυάγια
άλλοτε ασφαλείς αφίξεις επισπεύδει
κι άλλοτε το ξανθό κεφάλι του
μες στις φτερούγες κρύβει
και μένουν όλα ακίνητα, εν τάξει.


Ενέχυρο

Προς το τέλος
ο Μιχάλης Κατσαρός δεν είχε δόντια.

Τα είχε αφήσει φαίνεται ενέχυρο
στην ποίηση.

Έτσι εξηγείται που οι λέξεις του δαγκώνουν
σάρκα και μεδούλι μονομιάς

σαν ένα σμάρι από υπέροχα
πιράνχα.

Ίσως η διαθήκη του πραγματικά
να τανε αυτά τα δόντια

και οι σελίδες χώμα, για να θρέφεται
μία σπορά γιγάντων

μαλλιαρών, μονόφθαλμων
με χέρια σαν δρεπάνια

με μια φωνή από σπηλιές και ποδοβολητά
με γράμματα στο μέτωπο

από θεσπέσια φλόγα
για νύχια ράμφη των πουλιών

για στόμα τα πηγάδια
όπου ενεδρεύουνε στρατιές ανήσυχων νεκρών.


Το επόμενο θαύμα

Χόρευε στο χιόνι λένε
ο Λένιν, όχι για την νίκη
την ίδια, αλλά επειδή
κράτησε μια μέρα
παραπάνω απ' την προηγούμενη.
Μια μέρα παραπάνω
είναι η εξίσωση της λύτρωσης,
το άνοιγμα του ατέρμονου,
μια μέρα παραπάνω
είναι η αιωνιότητα
αλγεβραϊκά. Ο χρόνος όλος
δεν εξαντλεί ποτέ
τη μια μέρα παραπάνω.

Το σκέφτομαι καθώς περιμένω
το επόμενο θαύμα, χωρίς
σιγουριά, στο περβάζι πάντα
της απελπισίας γαντζωμένος,
χωρίς ανάσα, χωρίς ησυχία,
χωρίς σημάδι κανένα ότι
θα ρθει άλλο ένα,
χωρίς ορίζοντα αναμονής·
ευγνώμων για το θαύμα του επόμενου,
για το ότι υπάρχει ακόμα
χρόνος για μια μέρα παραπάνω,
χούφτα που να ρίχνει έναν
ακόμα κόκκο άμμου στο γυαλί.


Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά

Στο μέλλον δεν θα έχουμε λεφτά.
Θα ακούμε καλύτερα τον ηλεκτρισμό
ανάμεσα στα σώματά μας, τον τηλέγραφο των
καρδιών μας· τον καταρράχτη της σκέψης μας
θα αφήνουμε να μας τραντάζει γυμνούς,
τα μάτια μας θα τα γεμίζουνε τα φύλλα και τα σύννεφα.

Θα εκτινάζεται σαν πίδακας το αίμα της ανοίξεως
από τις φλέβες μας. Το στόμα μας
θα ναι γεμάτο ρίζες. Θα ιχνηλατούμε
ασύμπτωτες γραμμές στις κόλλες. Θα χαρακώνουμε
το μηδέν με μια διαγώνιο. Θα κραυγάζουμε
καθώς φιλιόμαστε. Δεν θα θλιβόμαστε,

μα θα σπαράζουμε στο κλάμμα. Θα είμαστε βίαιοι
και ακριβείς. Των εχθρών μας τα ονόματα θα
τα σβήνουμε με θάλασσα. Θα χορεύουμε κυκλικά,
σαν στρόβιλοι από σπαθιά, σαν αγκάθια του ρόδου.
Θα μας αρέσει να βρεχόμαστε όσο και να στεγνώνουμε.
Θ' αφήνουμε την αγάπη να μας μαχαιρώνει.



Εικόνα: John Heartfield, "Deutsche Naturgeschichte: Metamorphose", 1934.
Πηγή: maeb-naeb-tab.blogspot.com

6 σχόλια:

Νοσφεράτος είπε...

που ειν ο συνδεσμος;

Αντωνης είπε...

Δεν έχω ιδέα γιατί δεν φαίνεται.

Νοσφεράτος είπε...

δεν πειραζει ..Ξερω κιαλλο μονοπάτι..
Ωραια ποιητική συλλογή στην Μπλογκοσφαιρα ..Και θα την διαβασουν περισσοτεροι απο οσους αν την τυπωνες ...

plagal είπε...

Πωπωωω, αλλα πρεπει να τυπωθει ομως. Εχεις pdf ή να το TeXαρω μονος μου? :) :) :)

Αντωνης είπε...

Μπορώ να το βγάλω σε pdf, δεν είναι πρόβλημα.

Αντωνης είπε...

Ανέβηκε σε pdf στη μικρή ψηφιακή βιβλιοθήκη του blog.