Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Το δεύτερο μέρος του "Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ..."

Το δεύτερο μέρος της σημαντικής κριτικής αναδρομής στο θεωρητικό έργο του Λουί Αλτουσέρ από το ιστολόγιο aformi.



Κριτική στο Σοβιετικό Μαρξισμό
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η θεωρητική παρέμβαση του Αλτουσέρ ήταν εξαιρετικά καθοριστική για την αποδόμηση του σοβιετικού μαρξισμού, της θεωρίας που κυριάρχησε στα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού (αλλά και της Δύσης) και που καθοδήγησαν με αυταρχισμό τις κοινωνίες τους σε μία τροχιά κρατικού καπιταλισμού. Στο χωρίο αυτό, θα παρουσιάσουμε τις βασικές αρχές του Αλτουσέρ αναφορικά με την επιστήμη του μαρξισμού (ιστορικού υλισμού) και την ανάδειξη και την κριτική των προβληματικών πυλώνων της θεωρίας του σοβιετικού μαρξισμού.

Κατ’ αρχήν, αφετηρία της σκέψης του αποτέλεσε το γεγονός ότι ο μαρξισμός, ως αυτοτελές επιστημονικό πεδίο (η επιστήμη της ιστορίας), δεν αποτελεί ένα μονολιθικό θεωρητικό σύστημα, χωρίς αντιθέσεις στο εσωτερικό του. Αντιθέτως, βρίθει αντιφάσεων και αναπτύσσεται μόνο χάρη στη σύγκρουση αντιπαρατιθέμενων τάσεων που ενυπάρχουν στους κόλπους του. Η ύπαρξη λοιπόν του μαρξισμού κατά τον Αλτουσέρ, είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη αντιτιθέμενων θεωρητικών ρευμάτων και σχολών εντός του.

Σύμφωνα με το Γιάννη Μηλιό [1], ο Αλτουσέρ υποστήριζε πως η συγκρουσιακότητα της μαρξιστικής θεωρίας είναι προϋπόθεση και τεκμήριο της επιστημονικότητας και αντικειμενικότητάς της. Μάλιστα, έδειξε ότι ο μαρξισμός αναπαράγει στο εσωτερικό του τις αντιφάσεις που διαπερνούν τον καπιταλισμό. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Η εξέλιξη του μαρξισμού επικαθορίζεται πάντα από την εξέλιξη και τις καμπές της πάλης των τάξεων, και πιο συγκεκριμένα από τα αποτελέσματα της πάλης των τάξεων στο επίπεδο της ιδεολογίας».[2]

Χαρακτηριστική απόληξη αυτής της τοποθέτησης του Αλτουσέρ της εσωτερικής συγκρουσιακής φύσης του μαρξισμού ως εννοιακό χώρο, είναι η περιχαρής και εμφατική αναγγελία της κρίσης του στα τέλη του ’73. Με τον όρο «κρίση του μαρξισμού» εννοούσε τη συρρίκνωση της δυνατότητάς του να αναπαράγεται ως ιδεολογία των μαζών, την αδυναμία συγχώνευσής του με το εργατικό κίνημα και τη στασιμότητά του όσον αφορά το θεωρητικό του προχώρημα. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, έχει την πεποίθηση πως αυτή η κρίση (κυρίως έχει στο νου του τη μαζικότερη ιστορικά εκδοχή μαρξισμού, το σοβιετικό μαρξισμό) αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα-όρο της ανάπτυξης και διεύρυνσης της εμβέλειας της μαρξιστικής θεωρίας.

Αυτά σχετικά με τη θεωρία του ιστορικού υλισμού συνολικά. Αναφορικά με το σοβιετικό μαρξισμό, η καθοριστική κριτική που του άσκησε το ρεύμα του δομικού μαρξισμού, αξονίζεται (και πάλι συμβουλευόμενοι το Μηλιό) στις εξής τρεις κεντρικές ενότητες:

Α. Οικονομισμός. Θεωρεί ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν την πρωτοκαθεδρία πάνω στις παραγωγικές σχέσεις – θέση που εκθέσαμε αναλυτικά πιο πάνω – και αντιλαμβάνεται την ιστορική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, υποτίθεται ότι η ανάπτυξη αυτή οδηγεί απαρέγκλιτα προς το σοσιαλισμό και οι αστικές σχέσεις παραγωγής αναχαιτίζουν την επιστημονική, τεχνολογική και παραγωγική πρόοδό της κοινωνίας. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός είναι υπό κατάρρευση και είναι θέμα χρόνου αγωνιζόμενοι για την οικονομική πρόοδο, να επιταχύνουμε αυτήν την κατάρρευση.[4] Για το σοβιετικό μαρξισμό, ειδικά οι χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελούν υπό διαρκή γενική κρίση!

Β. Εξελικτισμός. Μία από τις απόρροιες του οικονομισμού είναι ο εβολουσιονισμός ή αλλιώς η θεωρία των σταδίων. Το στάδιο είναι ακριβώς το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης του δοσμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και κρίνεται από τη τεχνολογική στάθμη και τις δεδομένες παραγωγικές δυνάμεις (ή με όρους σοβιετικού μαρξισμού, από τη φάση της Επιστημονικο-τεχνολογικής επανάστασης, ΕΤΕ). Αυτή η θεωρία έχει στρεβλώσει και αποπροσανατολίσει την πολιτική καθοδήγηση των ΚΚ και έχει ορθώσει αναχώματα στην επαναστατική διαδικασία πολλών χωρών στον 20ό αιώνα.[5] Σε πολλές χώρες στις οποίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει την ανάπτυξη της Δύσης, τα ΚΚ δεν επεξεργαζόντουσαν κάποια επαναστατική στρατηγική, αλλά προσανατολίζονταν σε μία δημοκρατική-αστική επανάσταση που θα εξαλείψει τα φεουδαρχικά υπολείμματα, απόλυτη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης. Το παράδοξο με τη θεωρία αυτή είναι ότι στη Ρωσία – χώρα της οποίας το ΚΚ επεξεργάστηκε και συστηματοποίησε τη θεωρία των σταδίων – η επανάσταση έγινε σε συνθήκες καθόλου ανεπτυγμένου καπιταλισμού.[6]

Γ. Μηχανιστική-εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και την άρχουσα τάξη. Είναι η αντίληψη που θεωρεί ότι το κράτος με τους μηχανισμούς του είναι ένα απλό όργανο-εργαλείο στα χέρια της άρχουσας τάξης, η οποία το μεταχειρίζεται κατά βούληση. Στο πεδίο του κράτους, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της δεν αποκρυσταλλώνονται κατά κανένα τρόπο, αφού αυτό βρίσκεται εξολοκλήρου στα χέρια της αστικής τάξης. Αυτό επιπρόσθετα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κράτος είναι ουδέτερο και αρκεί να το κατακτήσει η εργατική τάξη, αποσιωπώντας ωστόσο, το σπουδαιότερο: την αναγκαιότητα μετασχηματισμού και κατάργησής του. Αυτή η τοποθέτηση μπορούμε να πούμε ότι στοιχειοθέτησε μεταπολεμικά, ένα σημαντικό θεωρητικό άλλοθι της απεμπόλησης από τα ΚΚ των χωρών του δυτικού καπιταλισμού της επαναστατικής τους γραμμής, προς όφελος ενός ξεκάθαρου εκλογικού προσανατολισμού (που θα φέρει δια των εκλογών το κράτος στα χέρια του προλεταριάτου).

Η παραπάνω στρεβλή κωδικοποίηση απογειώθηκε τη δεκαετία του ’50 με τη θεωρία του Κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού,[7] την οποία το ρεύμα του Αλτουσέρ πολέμησε σθεναρά, με προεξάρχοντα το Νίκο Πουλαντζά. Ο Πουλαντζάς, που εργάστηκε θεωρητικά πάνω στο κράτος, ανέδειξε ότι το κράτος αποτελεί την υλική συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών δυνάμεων. Το κράτος για τον Πουλαντζά – και το δομικό μαρξισμό – είναι το πεδίο διεξαγωγής της πάλης των τάξεων και εκφράζει την αστική ταξική κυριαρχία. Αυτή όμως ανάλογα πάντοτε με το δεδομένο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων.[8] Δεν αποτελεί κατά συνέπεια ένα αρραγές και μονολιθικό οικοδόμημα, αντιθέτως είναι αντιφατικό και ρωγματώδες. Το κράτος δεν είναι ένα απλό εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης λοιπόν, αλλά ούτε και κορπορατιστικό, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει τη διαιτησία των ταξικών ανταγωνισμών. Και για να βαθύνουμε την προβληματική του Πουλαντζά, το κράτος, με τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις που εισάγουν οι κρατικές μορφές και οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί, αλλά και με κάποιες τακτικές παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, επιτυγχάνει δύο πράγματα: Εκφράζει τα πολιτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αναδεικνύοντας την άρχουσα τάξη ως ενσαρκωτή της γενικής βούλησης και τον αποκλειστικό εκπρόσωπο των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων.[9]

Παρατηρούμε ύστερα από όλα αυτά, ότι οικονομισμός, ουδετερότητα κράτους, η ανυπαρξία ταξικού προσδιορισμού επιστήμης, τεχνολογίας και μέσων παραγωγής και η θεωρία των σταδίων συμφύρονται αρμονικά σε μία θεωρητική ενότητα, με το ένα παραπέμπει στο άλλο. Θέσεις από τις οποίες πρέπει να ξεκόψουμε μια και καλή.

Στις ρίζες της πιο πάνω ανάλυσης ανάγεται και το ενδιαφέρον του Αλτουσέρ για την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, που ξεκίνησε το 1965. Τη θεωρούσε την πρώτη έμπρακτη κριτική και αμφισβήτηση του σοβιετικού μοντέλου σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήταν η κατεύθυνση επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής ιδεολογίας, των εξουσιαστικών παραγωγικών σχέσεων, των αστικών κοινωνικών πρακτικών, της άρσης του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Ήταν η ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας των μαζών και η προσπάθεια να μπει το Κόμμα στο «σοσιαλιστικό δρόμο» μέσω της αμφισβήτησης της εξουσίας της νεότευκτης κρατικής αστικής τάξης, που αποτέλεσε, στα μάτια του Αλτουσέρ, ίσως το πρώτο μαζικό αντι-οικονομίστικο εγχείρημα στην ιστορική σκηνή ενός «επαναστατικού κράτους». Πολιτιστική Επανάσταση είναι το όνομα μιας επανάστασης στην ιδεολογική σφαίρα του κράτους, που παίζει σημαίνοντα ρόλο στην αναπαραγωγή της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειωθεί ότι τόσο ο Λένιν στο τέλος της ζωής του, όσο ιδίως ο Γκράμσι (κατά τη διατύπωση του πολέμου θέσεων ως επαναστατική στρατηγική του προλεταριάτου στη Δύση) είχαν διαβλέψει την αναγκαιότητα διεξαγωγής από το προλεταριάτο μιας πολιτιστικής/ ιδεολογικής επανάστασης.[10]

Υπό το πρίσμα της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, άσκησε και ο Σαρλ Μπετελέμ κριτική στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ από το 1917 ως το 1930.[11] Εστιάζει στην ταχεία επανενεργοποίηση, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, των αστικών ιδεολογικών πρακτικών και σχέσεων στη σφαίρα του εποικοδομήματος, στην αναπαραγωγή εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων στο εργοστάσιο, στη βίαιη εκβιομηχάνιση και κολεκτιβοποίηση, που οδήγησε στη διάσπαση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας της ΝΕΠ, στην εσωτερική δημοκρατία και λειτουργία του μπολσεβίκικου κόμματος, στην οικονομίστικη θεωρία του, κλπ.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα και στη βάση των προηγούμενων θεωρητικών αρχών, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Αλτουσέρ το 1978 θα κριτικάρει το Γαλλικό ΚΚ, σχετικά με τη οικονομίστικη θεωρία του Κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού, τον εσωτερικό διάλογο στο κόμμα και την άρση της διαλεκτικής σχέσης βάσης και κορυφής, με την κεντρική επιτροπή να κυριαρχεί πάνω στη βάση και συχνά να της επιβάλλεται και να την υποτάσσει στις αποφάσεις της.[12] Βέβαια, η εμβέλεια της κριτικής αυτής δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια του Γαλλικού ΚΚ, αλλά αναμφισβήτητα έχει γενική ισχύ…


Η περιοδολόγηση του έργου του Μαρξ
Είναι η απόλυτη επιστημονική-θεωρητική χειρονομία στην ιστορία του ιστορικού υλισμού. Ο Αλτουσέρ, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, επιχείρησε να περιοδολογήσει το έργο του Μαρξ. Το κριτήριο αυτής της περιοδολόγησης ήταν το πότε (σε ποιο σημείο του έργου του και έπειτα) ο Μαρξ αρχίζει να συγκροτεί μια θεωρητική προβληματική, μια επιστήμη.

Ο Αλτουσέρ, εμπνεόμενος από το Λακάν, ο οποίος θα κάνει κάτι παρόμοιο με το έργο του Φρόυντ, θα θέσει τη διαχωριστική γραμμή το χρονικό σημείο στο οποίο ο Μαρξ θα θωρακίσει την θεωρητική του σκέψη από την παρείσφρηση της ιδεολογίας και θα αρχίσει βαθμιαία να διαμορφώνει την επιστημονική του μεθοδολογία. Διαπιστώνει λοιπόν, ότι ο Μαρξ από μία χρονική στιγμή και έπειτα στοχάζεται τελείως διαφορετικά (δηλαδή επιστημονικά) και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μαρξ προβαίνει σε μία «συμπτωματική» ανάγνωση του έργου του Ρικάρντο και του Σμιθ.[13] Ο όρος «σύμπτωμα» είναι δανεισμένος από το Λακάν, ο οποίος τη χρησιμοποιεί, όταν θέλει να αναφερθεί σε ένα επί μέρους στοιχείο ρήξης ή ανατροπής της ίδιας δομής εντός της οποίας, απαντάται η εντοπιότητά του. Αυτά τα καταστατικά κενά αναζητεί ο Μαρξ στο Ρικάρντο και Σμιθ, η ανεύρεση των οποίων θα τον βοηθήσουν στη διατύπωση των νόμων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη συγκρότησή τους σε επιστήμη αργότερα στο Κεφάλαιο.

Αυτό το μεταίχμιο, που χωρίζει τη σκέψη του Μαρξ στην «ιδεολογική» του περίοδο και την «επιστημονική», ο Αλτουσέρ το ονομάζει «επιστημολογική τομή», αξιοποιώντας τον όρο που εισήγαγε στην επιστημολογία ο Γκαστόν Μπασελάρ και θεωρεί ότι λαμβάνει χώρα στα 1845 και εκφράζεται από έργα όπως η Γερμανική Ιδεολογία και οι Θέσεις για το Φόυερμπαχ. Η επιστημολογική τομή είναι, για τον Μπασελάρ, η κρισιμότερη στιγμή στην πορεία συγκρότησης κάθε νέου επιστημονικού πεδίου.

Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή περιήγηση στη θεωρητική περιπέτεια του Καρλ Μαρξ συγκεφαλαιώνοντας – κατά Αλτουσέρ – τις διάφορες περιόδους και φάσεις τους. Η περίοδος, πριν την επιστημολογική τομή, καλείται περίοδος της νεότητας, εκτείνεται από το 1840-1844 και περιλαμβάνει έργα όπως: Εβραϊκό ζήτημα, Αγία Οικογένεια, Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, κα. Η μετά τομής περίοδος, έχει δύο φάσεις: Εκείνη της θεωρητικής ωρίμανσης (1845-1857), στην οποία ανήκουν έργα σαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Αθλιότητα της φιλοσοφίας, Μισθός, Τιμή και Κέρδος και εκείνη της θεωρητικής ωριμότητας (1857-1883), στην οποία και εντάσσεται το Κεφάλαιο.[14]


Ορισμός της φιλοσοφίας
Στο σημείο αυτό θα μας απασχολήσει ο δεύτερος χρονικά ορισμός της φιλοσοφίας του Αλτουσέρ και όχι ο πρώτος («θεωρία των θεωρητικών πρακτικών») που θεωρείται εδώ μάλλον προβληματικός. Η φιλοσοφία λοιπόν είναι η ταξική πάλη στη θεωρία. Στον ίδιο τον Αλτουσέρ [15] διαβάζουμε:

«Η φιλοσοφία δεν είναι η απόλυτη Γνώση, δεν είναι η Επιστήμη των Επιστημών, ούτε η Επιστήμη των Πραχτικών […] δεν κατέχει την Απόλυτη Αλήθεια, ούτε σε σύγκριση με καμία επιστήμη […] και πραχτική […] Ο μαρξισμός επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής πάνω στη φιλοσοφία. […] η θέση της είναι στο χώρο της θεωρίας και της «σχετικής της αυτονομίας» […] Το αντίτιμο της φιλοσοφίας είναι τα πραγματικά προβλήματα των κοινωνικών πρακτικών. Επειδή η φιλοσοφία δεν είναι μία επιστήμη […] δε μας δίνει τους τύπους που, τάχα, θα «εφαρμόζαμε στα προβλήματα». Η φιλοσοφία δεν εφαρμόζεται […] επενεργεί […] μεταβάλλοντας την τοποθέτηση των προβλημάτων [16] […] τη σχέση ανάμεσα στις πραχτικές και το αντικείμενό τους».
Έτσι, η φιλοσοφία έχει ορισμένες επιπτώσεις τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και της πολιτικής.

Στο χώρο της πολιτικής, τις επιπτώσεις της φιλοσοφίας λίγο-πολύ τις περιγράψαμε παραπάνω. Προάγει την ταξική πάλη που διεξάγει η εργατική τάξη και οι υπόλοιπες κυριαρχούμενες τάξεις απέναντι στο συνασπισμό εξουσίας, βοηθά στην ταξική τους συγκρότηση (οργανώσεις, συνδικάτα, κλπ), όπως επίσης προσφέρει και στην επαναστατική αναβάθμιση της μαρξιστικής θεωρίας, που ένα πρωτοπόρο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης επεξεργάζεται, με ορίζοντα την ανατροπή του καπιταλισμού.

Όσον αφορά τις επιστήμες, η φιλοσοφία επενεργεί πάνω τους είτε με τρόπο προοδευτικό, είτε με τρόπο οπισθοδρομικό, αφού όπως προαναφέραμε είναι εν γένει αντιφατική ως θεωρητική αναπαραγωγή των ταξικών αντιθέσεων.

Καθαρή φιλοσοφία, είτε υλιστική είτε ιδεαλιστική δεν υπάρχει! Σε κάθε φιλοσοφικό σύστημα υπάρχει μία κυρίαρχη τάση που απορρέει από τις αντιφάσεις της και τις μεταμφιέζει. Έτσι, έχουμε «ιδεαλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν οπισθοδρομικές θεωρητικές επιπτώσεις στην επιστήμη της ιστορίας και […] υλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν προοδευτικές θεωρητικές επιπτώσεις […] και μπορούν να έχουν επαναστατικές επιπτώσεις στους τομείς που δεν έχουν ακόμα αληθινά προσπελαστεί από την επιστήμη της ιστορίας (πχ ιστορία των επιστημών, της τέχνης, των φιλοσοφιών). Αυτό είναι το αντίτιμο της ταξικής πάλης στο χώρο της θεωρίας».[17]


Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους
Το κεφάλαιο αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της σκέψης του Αλτουσέρ. Θα στηριχτούμε στις θεωρητικές του αναλύσεις έτσι όπως τις εξέθεσε στο πασίγνωστο άρθρο του «ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους».[18]

Κατά τον Αλτουσέρ, η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, συντίθεται από επίπεδα, που μπορούν, με βάση την κλασική μαρξιστική γραμματεία, να κατηγοριοποιηθούν στην υποδομή ή οικονομική βάση (ενότητα παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων) και την υπερδομή ή εποικοδόμημα (με το δίκαιο και το κράτος, όσο και τις διάφορες επιμέρους ιδεολογίες του). Αυτή η περιγραφή είναι αρκετά αφαιρετική και σχηματική και αν θέλουμε να εντρυφήσουμε σε αυτήν, πρέπει να μιλήσουμε με όρους σύνθετα αρθρωμένης και έκκεντρης δομής, όπως την παρουσιάσαμε στην πρώτη ενότητα. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτή τη διάκριση είναι πως η υπερδομή έχει μία σχετική αυτονομία σε σχέση με τη βάση και μπορεί να αναδρά προς αυτήν. Αυτό μας προφυλάσσει από μία μεγάλη παρεξήγηση: Ότι το εποικοδόμημα είναι αντανάκλαση της βάσης, ότι αυτή έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο, συνεπώς μόνο με αυτή είναι κρίσιμο και αναγκαίο να ασχολούμαστε (το δίπολο οικονομισμός/ εργατισμός).

Εδώ κάπου, ανακύπτει η σπουδαιότερη θεωρητική και πολιτική παρέμβαση του Αλτουσέρ. Το κράτος ή αλλιώς ο κρατικός μηχανισμός, δεν εξαντλείται μόνο στο μηχανισμό καταπίεσης. Δεν διαθέτει μόνο μία καταναγκαστική και κατασταλτική λειτουργία της άρχουσας τάξης πάνω στην εργατική τάξη, με στόχο το απρόσκοπτο της απόσπασης της υπεραξίας. Το κράτος διαθέτει και μία άλλη ουσιαστικότερη πτυχή, όσον αφορά την αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Είναι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους.

Πλάι στους καταπιεστικούς μηχανισμούς του κράτους (η αστυνομία, ο στρατός, τα δικαστήρια, οι φυλακές), δρουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (ΙΜΚ). Σε αυτούς ανήκει ο θρησκευτικός ΙΜΚ (το σύστημα των διαφόρων εκκλησιών), ο σχολικός ΙΜΚ (το σύστημα των σχολείων σε όλες τους τις βαθμίδες, ιδιωτικών και δημοσίων), ο οικογενειακός ΙΜΚ (που έχει και άλλες λειτουργίες, όπως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, κλπ), ο νομικός ΙΜΚ, ο συνδικαλιστικός ΙΜΚ (ρεφορμιστικά και μη συνδικάτα), ο ΙΜΚ των ΜΜΕ (τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Ιντερνέτ), ο πολιτικός ΙΜΚ (το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα), αλλά και ο πολιτιστικός ΙΜΚ (γράμματα, τέχνες, αθλητισμός).

Κύρια λειτουργία των ΙΜΚ είναι η διάδοση και η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, δηλαδή της αστικής ιδεολογίας. Σαφώς δεν πρόκειται για όργανα τις αστικής τάξης, με την έννοια του ελέγχου και της υλικής διασύνδεσής τους με αυτήν, αλλά διαπερνώνται από τους κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων, με συνέπεια να εκφράζεται αντιφατικά η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας. Επομένως, ανταγωνιστικά ιδεολογικά υποσύνολα (μικροαστική και προλεταριακή ιδεολογία), που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων τάξεων, βρίσκουν πεδίο έκφρασης στους ΙΜΚ, αλλά πάντοτε κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης.

Είμαστε στη στροφή πριν καταρρίψουμε το μύθο, ότι το κράτος ταυτίζεται με το «δημόσιο». Αντίθετα, η διάκριση «δημοσίου» και «ιδιωτικού» τομέα, είναι απόρροια της ύπαρξης του κράτους ως μηχανισμός κυριαρχίας μίας κοινωνικής τάξης. Το κράτος αποτελεί δηλαδή, προϋπόθεση της διάκρισης αυτής. Ένας ΙΜΚ μπορεί – κατά κύριο λόγο – να είναι είτε δημόσιος, είτε ιδιωτικός (πχ εκπαίδευση), ωστόσο είναι κρατικός μηχανισμός, στο βαθμό που συμβάλλει στην εδραίωση της εξουσίας μιας τάξης.Εν συνεχεία, υπογραμμίζουμε ότι και οι δύο τύποι κρατικών μηχανισμών λειτουργούν με «βία και ιδεολογία». Απλώς στο καταναγκαστικό μηχανισμό, τη δεσπόζουσα την έχει το στοιχείο της βίας (και της φυσικής βίας), ενώ στον ιδεολογικό μηχανισμό, δεσπόζον είναι το στοιχείο της ιδεολογίας. Δεν υπάρχει αμιγής καταπιεστικός μηχανισμός. Για παράδειγμα, ο στρατός και η αστυνομία διαθέτουν ιδεολογική λειτουργία, κυρίαρχα για την εσωτερική τους συνοχή και αναπαραγωγή, αλλά και για να απολαμβάνουν της «εκτίμησης» του κοινωνικού συνόλου.Θεωρούμε πως ακριβώς στο ζήτημα των ΙΜΚ ο Αλτουσέρ επεκτείνει και συστηματοποιεί τις απόψεις του Αντόνιο Γκράμσι (άκρως πρωτοποριακές για την εποχή που τις διατύπωνε) για τους διανοούμενους του κράτους. Αυτός πρώτος, όπως και ο Αλτουσέρ αργότερα, ισχυρίστηκε πως καμία κοινωνική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την πολιτική εξουσία, αν δεν ασκεί την ιδεολογική της ηγεμονία στην κοινωνία (είναι χαρακτηριστικό το γκραμσιανό σχήμα ιδεολογία + καταστολή ή ηγεμονία + δικτατορία). Αυτό που ο Αλτουσέρ θεωρεί ως ΙΜΚ, ήταν για τον Γκράμσι όλο το κρατικό και μη υπαλληλικό προσωπικό, δηλαδή η κρατική γραφειοκρατία, το εθνικό διδασκαλικό σώμα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες, οι «άνθρωποι των γραμμάτων». Οι ΙΜΚ, οι γκραμσιανοί διανοούμενοι δηλαδή, αν ασκούν μία καθοριστική λειτουργία, αυτή είναι η ιεράρχηση, η συστηματοποίηση, η ενοποίηση και η ομογενοποίηση ετερογενών και ποικιλόμορφων ιδεολογικών υποσυνόλων σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό σώμα, που προσιδιάζει στις αντιλήψεις και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Διαδίδει λοιπόν και αναπαράγει αυτήν την ιδεολογία και καθιστώντας τα άτομα κοινωνούς της, τα κάνει φορείς ιδεολογικών και ευρύτερα κοινωνικών πρακτικών και σχέσεων, οι οποίες γειτνιάζουν, νομιμοποιούν και προσομοιώνουν τις υφιστάμενες εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις (η ιδεολογία για την εκμεταλλευτική φύση του ατόμου πχ, νομιμοποιεί την απόσπαση υπεραξίας από τον εργάτη κατά την παραγωγική διαδικασία).[19] Εξαιρετικά σπουδαίο ρόλο, εντός της αστικής ιδεολογίας, παίζει το εθνικιστικό ιδεολογικό υποσύνολο. Η «διαχρονικότητα» του έθνους (πλάνη, αφού η έννοια χρονολογείται από τη συγκρότηση των πρώτων καπιταλιστικών κρατών), η εθνική συνείδηση, η αναγκαιότητα συγκρότησης εθνικής ομοψυχίας, ενότητας και συνοχής, συμβάλλουν καθοριστικά στην απόκρυψη της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας και των ταξικών σχέσεων που τη διαπερνούν. Κατά μείζονα λόγο, το σχολείο είναι εκείνο το τμήμα του ΙΜΚ που αναλαμβάνει με αποφασιστικό και συστηματικό τρόπο να εμπεδώσει αυτήν την ιδεολογία στους υπό ένταξη κοινωνικούς φορείς.[20] Το γεγονός αυτό, θα ωθήσει τον Αλτουσέρ να υποστηρίξει ότι στον καπιταλισμό, το σχολείο είναι ο σημαντικότερος ΙΜΚ.Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι οι ΙΜΚ παίζουν τον πιο κρίσιμο ρόλο αναφορικά με την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, αλλά και την απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τη συγκρότηση των ταξικών συμμαχιών της άρχουσας τάξης και τη νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών αυτής. Σε ιστορικές περιπτώσεις όμως, που οι λαϊκές τάξεις διεκδικήσουν την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, ο καταναγκαστικός μηχανισμός του κράτους γίνεται ο κυρίαρχος κρατικός μηχανισμός, μια που είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αστικής εξουσίας (δια του μονοπωλίου της βίας), καταστέλλοντας το λαϊκό κίνημα. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει αναδειχτεί ιστορικά και σε πόλο άσκησης κρατικής εξουσίας, όπως πχ στις στρατιωτικές δικτατορίες.Ο Γκράμσι είχε κατανοήσει αυτή την περίπλοκη και πολυσύνθετη δικτύωση και λειτουργία των μηχανισμών ηγεμονίας (όπως τις αποκαλούσε) συγκεκριμένα για τις χώρες της Δύσης.[21] Θεωρούσε λοιπόν, εκείνη τη χρονική συγκυρία (δεκαετία του ’20), ότι η υπονόμευση και η ανατροπή ενός τόσο πολυδιάστατου κρατικού μηχανισμού από το προλεταριάτο, περνούσε μέσα από μια μακρόπνοη διαδικασία αναδιάταξης των συσχετισμών δυνάμεων μέσα από την εδραίωση της ιδεολογικής του ηγεμονίας πριν πραγματοποιήσει το επαναστατικό άλμα. Είναι η γνωστή στρατηγική του πολέμου θέσεων, που είναι κατά τη γνώμη μας επίκαιρη στη Δύση μέχρι σήμερα.

Ας πούμε λίγα λόγια τώρα, για την ιδεολογία ως τέτοια.

1. Η ιδεολογία για τον Αλτουσέρ, είναι η «παράσταση» της φαντασιακής σχέσης του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι δε φαντάζονται, με την ιδεολογία, τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους, τον πραγματικό κόσμο, αλλά κυρίως, με την ιδεολογία, αναπαριστούν τη σχέση τους με τις συνθήκες ύπαρξής τους, δηλαδή ο βιωματικός τροπισμός αυτών. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ιδεολογία δεν είναι μόνο παραπλανητική, αλλά έχει και ένα θετικό χαρακτήρα, είναι πραγματικές «χειρονομίες». Ο αδιαμφισβήτητος φενακιστικός της χαρακτήρας, μπορεί να ειδωθεί μόνο αφαιρετικά, ύστερα από την αναγωγή της στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών. Αυτή η διαπίστωση, δεν ακυρώνει άραγε εν μέρει, τη πάγια λενινιστική πρακτική της «εισαγωγής της συνείδησης στην εργατική τάξη από έξω», από τους «ειδικούς» του κομμουνιστικού κόμματος;[22]

2. Η ιδεολογία έχει υλική υπόσταση. Η ιδεολογία υπάρχει μόνο ως ιδεολογική πρακτική, δηλαδή διαθέτει μετασχηματιστική δυναμική σαν κάθε κοινωνική πρακτική. Οι «ιδέες» δεν υπάρχουν μόνο στο νου, αλλά κινητοποιούν το άτομο προς πραγματοποίησή τους. Οι ιδέες δεν υπάρχουν, παρά μόνο στη διάσταση της υλοποίησής τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, οι «ιδέες» και οι ιδεολογίες κωδικοποιούνται και παίρνουν υλική διάσταση στους ΙΜΚ. Αυτοί με τη σειρά τους, εγκαλούν τα άτομα να δράσουν σύμφωνα με τις επιταγές των ιδεών που αναπαράγουν.

3. Η ιδεολογία εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα. Αυτό σημαίνει ότι εγκαλεί τα άτομα ως μοναδικά, ανεξάρτητα και αυθύπαρκτα υποκείμενα, λες και δε συμμετέχουν στις κοινωνικές σχέσεις, λες και δεν είναι «στοιχεία» των κοινωνικών δομών. Αποτελεί τον εσώτατο πυρήνα τηςλειτουργίας της ιδεολογίας, από εκεί απορρέει εντέλει, η απόκρυψη των ταξικών σχέσεων, φορέας των οποίων είναι αυτό το «υποκείμενο».

Η ιδεολογία έτσι, διαπλάθει τα συγκεκριμένα άτομα σε υποκείμενα και δεν είναι τίποτε άλλο από την υλική μορφή της λειτουργίας της. Ύστερα από όλα αυτά, είναι φανερή, θεωρούμε, η επιρροή του έργου του Λακάν στον ορισμό αυτό της ιδεολογίας. Την αξιολογούμε ως την κυριότερη επίδραση του γάλλου ψυχαναλυτή πάνω στο έργο του Λουί Αλτουσέρ.

Η έγκληση του ατόμου ως «υποκείμενο» που υλοποιείται από τους ΙΜΚ με συντονισμένο τρόπο, μας παραπέμπει εμμέσως στο συμβολικό επίπεδο της ύπαρξης του ατόμου του Λακάν. Το δίκτυο των ΙΜΚ μας θυμίζει τη λακανική συμβολική τάξη, που διαμεσολαβεί ως σύστημα αναφοράς, τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των ατόμων. Είναι η βαθμίδα εκείνη με την οποία τα άτομα διατηρούν ενός είδους «απολογητική» στάση, αντίληψη με την οποία «φλερτάρει» κάποιες φορές στο άρθρο του ο Αλτουσέρ. Είναι τέλος, το συνεκτικό εκείνο πεδίο σημαινόντων, που εγκαλεί τα άτομα να επιθυμήσουν κατά τις αξιώσεις του – να δράσουν βάσει συγκεκριμένων ιδεολογικών επιταγών – διαμέσου πρακτικών, χειρονομιών και τελετουργικών, που διαθέτουν μία μορφή θετικότητας και υλικότητας. Επομένως, τηρουμένων των αναλογιών, οι ΙΜΚ του Αλτουσέρ δεν είναι η πολιτική «μετάφραση» του Μεγάλου Άλλου του Λακάν;[23] Συμπέρασμα; Αυτός ο «εν γένει» φαντασιακός χαρακτήρας της ιδεολογίας, οδηγεί στον Αλτουσέρ στη θέση ότι πάντα με κάποιο τρόπο θα διαμεσολαβεί τη σχέση των ατόμων με τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής τους, δηλαδή ποτέ δε θα απαλλαγούμε από αυτήν τη λειτουργία. Άρα η ιδεολογία δεν έχει ιστορία.


(Επίλογος)
Θα κλείσουμε την εργασία αυτή, αντλώντας έμπνευση από μία παρατήρηση που κάνει κάπου ο Πέρυ Άντερσον.[24] Ο Λουί Αλτουσέρ, με τις αντιλήψεις του για την ιδεολογία που στερείται ιστορίας, τον υλισμό της συνάντησης και την ιστορία χωρίς τέλος, δεν είναι άραγε το «επιστημονικό» ανάλογο του Βάλτερ Μπένγιαμιν των «Θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας».[25] Δεν καταστρώνουν και οι δύο (από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και σκοπιές) ένα σχέδιο επαναστατικής ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας, δομημένο στη βάση πολιτικού και φιλοσοφικού πεσιμισμού;

Όπως και να’ χει, η προσφορά του Αλτουσέρ στο μαρξισμό είναι ανεκτίμητη και πρωτοποριακή και γι’ αυτό πρέπει να τον διαβάσουμε!

Δήμος Ε


Σημειώσεις

1 Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Γιάννης Μηλιός, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

2 Στο ίδιο.

3 Για την κρίση του μαρξισμού, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Αγώνας.

4 Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι τόσο στο έργο του Μαρξ όσο και σε εκείνο του Λένιν (πχ, «ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού») μπορούμε να βρούμε πληθώρα τέτοιων «παραγωγίστικων» σημείων, που να υπονοούν το αναπόφευκτο του σαπίσματος του καπιταλισμού και επομένως το αναπόφευκτο της κομμουνιστικής ιστορικής αναγκαιότητας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως ένα θεωρητικό έργο είναι μία αντιφατική ενότητα, η οποία διασχίζεται από αντίρροπες τάσεις και θέσεις. Γιατί λοιπόν, να ξεφεύγει το έργο του Μαρξ ή του Λένιν από αυτήν την αρχή;

5 Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα και η χώρα μας, όπου η θεωρητική ανάλυση και η πολιτική κατεύθυνση του ΚΚΕ, πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προσδιοριζόταν απόλυτα από τη θεωρία των σταδίων. Θεωρούμε ότι έπαιξε σε τελική ανάλυση σημαντικό ρόλο στο να μην προχωρήσει το ΕΑΜ σε κατάληψη της πολιτικής εξουσίας μετά την αποχώρηση των Γερμανών το 1944.

6 Τονίζουμε εδώ, ότι η θεωρία των σταδίων δεν οδήγησε από μόνη της (και δε θα μπορούσε άλλωστε) στον επαναστατικό εφησυχασμό των ΚΚ. Απλά λειτούργησε προς αυτήν την κατεύθυνση, συναρτούμενη με τις διεθνείς ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, δηλαδή την ισχυρή πρόσδεση των ΚΚ της Ευρώπης στο ΚΚΣΕ μέσω της Κομιντέρν, την υποχώρηση του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος μετά το 1920, κα που ξεφεύγουν από τους στόχους του παρόντος κειμένου.

7 Είναι η θεωρία της συγχώνευσης των μονοπωλίων με το κράτος «σε ένα ενιαίο μηχανισμό…καμία σχετική αυτονομία δεν αναγνωρίζεται στον κρατικό μηχανισμό ως πολιτικού ενοποιού της μονοπωλιακής μερίδας όσο και όλου του συνασπισμού εξουσίας», στο Οι κοινωνικές τάξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, Νίκος Πουλαντζάς, Εκδόσεις Θεμέλιο.

8 Οι δομές που αποτυπώνουν συσχετισμούς δυνάμεων και διαθέτουν αντιφατική και συγκρουσιακή φύση είναι από τα πιο γνωστά μοτίβα του δομικού μαρξισμού. Ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη του Μπαλιμπάρ, ο οποίος θεωρούσε το συσχετισμό δύναμης για το κράτος, ότι είναι το διαφορικό για μία καμπύλη τροχιά. Καθορίζει ανά πάσα στιγμή την «πορεία» της. Βλέπε το Η φιλοσοφία του Μαρξ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Εκδόσεις Νήσος.

9 Προτάσεις για περαιτέρω διάβασμα πάνω στο ζήτημα του Κράτους: Για τον Γκράμσι: Μεταξύ Σαρτρ και Αλτουσέρ παρεμβάσεις, Νίκος Πουλαντζάς, Εκδόσεις Πολύτυπο και Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, Γιάννης Μηλιός, Εκδόσεις Κριτική.

10 Για πιο συγκεκριμένα, βλέπε: Ο Γκράμσι και το κράτος, Κριστίν-Μπυσί Γκλύξμάν, Εκδόσεις Θεμέλιο.

11 Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1917-1923 (τόμος Α’) και 1923-1930 (τόμος Β’), Σαρλ Μπετελέμ, Εκδόσεις Κέδρος.

12 Τι πρέπει να αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Αγώνα.

13 Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Λουί Αλτουσέρ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ροζέ Εσταμπλέ, Πιερ Μασρέ, Ζακ Ρανσιέρ, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

14 Για τον Μαρξ, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Γράμματα.

15 Απάντηση στον Τζων Λιούις, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Θεμέλιο.

16 Προσιδιάζει κάπως αυτός ο ορισμός της φιλοσοφίας περί επανατοποθέτησης των προβλημάτων της πολιτικής, με την άποψη του Μπαντιού για τη φιλοσοφία, ως εννοιακό χώρο στοχασμού των πεδίων ανάπτυξης διαδικασιών αλήθειας, στο Μανιφέστο για τη φιλοσοφία, Αλαίν Μπαντιού, Εκδόσεις Ψυχογιός.

17 Στο ίδιο.

18 Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, στο Θέσεις, Λουί Αλτουσέρ, Εκδόσεις Θεμέλιο.

19 Στον Γκράμσι, βρίσκουμε εκπεφρασμένες τις ιδέες αυτές, στα εξής βιβλία: Οι Διανοούμενοι, Παρελθόν και Παρόν, Λογοτεχνία και Εθνική Ζωή, (όλα) Εκδόσεις Στοχαστή.

20 Εκπαίδευση και εξουσία, Γιάννης Μηλιός, Εκδόσεις Κριτική.

21 Ο Γκράμσι και το κράτος, Κριστίν-Μπυσί Γκλυξμάν, Εκδόσεις Θεμέλιο.

22 Κάτι αντίστοιχο ισχύει για την αστική τάξη. Δε γνωρίζει ότι πραγματικά είναι η εκμεταλλεύτρια τάξη της κοινωνίας και άρα ο μοναδικός κάτοχος της Αλήθειας, την οποία και κρατά ως «κόρη οφθαλμού» από τις κυριαρχούμενες τάξεις. Αντιθέτως, θεωρεί πως είναι η μόνη ικανή να αναλάβει ρόλο καθοδηγητή για το σύνολο του κοινωνικού ιστού (πάλι όψη θετικότητας και εδώ).

23 Περισσότερη ανάλυση για τον Άλλον στο Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, Σλαβόι Ζίζεκ, Εκδόσεις Scripta.

24 Ο δυτικός μαρξισμός, Πέρυ Άντερσον, Εκδόσεις Κέδρος.

25 Βάλτερ Μπένγιαμιν: Προμήνυμα κινδύνου. Μία ανάγνωση των θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας, Μικαέλ Λεβύ, Εκδόσεις Πλέθρον.


2 σχόλια:

gregoris είπε...

ενδιαφέρον κείμενο, ενδιαφέρον ιστολόγιο

Αντωνης είπε...

Ευχαριστώ, αν και τα μπράβο για την συγκεκριμένη ανάρτηση ανήκουν βέβαια στον συντάκτη του aformi.wordpress.com.