Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Alain Badiou, Για το φιλοσοφικό πρόβλημα του υποκειμένου

Alain Badiou
Θεωρία του υποκειμένου, 9 Μάρτη 1979
Μτφρ.: Radical Desire

Σε όλη την μεγάλη κλασική παράδοση του ιδεαλισμού, το υποκείμενο αποτελεί το διάφανο σημείο του είναι, όντας σε μια θέση άμεσης αυτο-δοτικότητας, μέσα από την οποία πρέπει να περνά κάθε πρόσβαση στην ύπαρξη ως τέτοια. Κάθε απόδειξη, ακόμα και όταν αποδεικνύεται τελικά κενή περιεχομένου, καθορίζεται στη βάση του υποκειμένου. Εδώ θα αναγνωρίσετε την μορφολογική λειτουργία του cogito. Στην οπτική του Καντ, για την οποία το υποκείμενο αποτελεί την προϋπόθεση της δυνατότητας να έχουμε εμπειρία, χωρίς όμως το ίδιο να αποτελεί αντικείμενο εμπειρίας, απομένει η απόδειξη της ηθικής, όπου βρίσκουμε την σημασία της οντολογικής διαφάνειας του υποκειμένου.

Το κλασικό υποκείμενο είναι συνεπώς ένας λειτουργός [operateur], ο οποίος είναι επενδεδυμένος με μια διπλή λειτουργία. Αφενός αποδίδει ένα μη αναγώγιμο είναι στο υποκείμενο, αφετέρου περιορίζει αυτό το οποίο, μέσα από το "υπόλειμμα" του είναι, είναι προσβάσιμο στη γνώση. Διχοτομεί αυτό το οποίο είναι άμεσα δεδομένο και αυτό το οποίο απαγορεύεται έμμεσα στην εμπειρία.

Στο αποκορύφωμά τους, αυτές οι δύο λειτουργίες μοιάζουν να αναστρέφονται. Το είναι του υποκειμενικά υπαρκτού αποδεικνύεται πως είναι το είναι του μη υπαρκτού. Αυτή είναι η θέση του Σαρτρ. Το όριο της γνώσης αποδεικνύεται πως είναι μη όριο. Αυτή είναι η θέση του Χέγκελ.

Όμως αυτή η αντιστροφή δεν είναι πραγματική. Το μη είναι της ελεύθερης συνείδησης του Σαρτρ στην πραγματικότητα αποτελεί το όνομα της διαφάνειάς της. Θα λέγαμε υπερβολικά πολλά αν θέταμε πως αυτό το οποίο προσφέρει τον εαυτό του με διαφάνεια είναι. Η συνείδηση είναι η διαφάνεια της διαφάνειάς της, η συνείδηση του εαυτού, "μη τοποθετήσιμου ως τέτοιου". Το ότι ένα τέτοιο είναι δεν είναι τίποτε δείχνει από ποιό σημείο γίνεται εφικτή η οντολογία, δηλαδή από το σημείο του cogito και μόνον, το οποίο μας δίνει το τίποτε, δηλαδή, την ύπαρξη στην ουσία της.

Η μη περατότητα της εγελιανής γνώσης (η απόλυτη γνώση) θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αρχή ολότητας, τον "κύκλο των κύκλων" της εξάντλησής της, με τον οποίο περιορίζει το απεριόριστο, δίνοντάς του αυτή την εγκυκλοπαιδική μορφή που ένα βιβλίο θα μπορούσε να καταγράψει καθ' ολοκληρίαν. Τώρα, για μας τους καντοριανούς, η ιδέα ότι υπάρχει ένα όλον της γνώσης αποτυγχάνει να προσεγγίσει την πραγματική απεραντότητα, η οποία είναι η εμμενής κίνηση του πλεονάσματος πάνω σε κάθε νοήσιμη ολότητα.

Η διπλή--υπαρξιακή και περιοριστική--λειτουργία στιγματίζει έτσι την κλασική έννοια του υποκειμένου από άκρο σε άκρο. Είναι η βάση πάνω στην οποία ένα τέτοιο υποκείμενο μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναχώρησης.

Υποστηρίζω ότι στην πραγματικότητα μπορούμε μόνο να αφιχθούμε στο υποκείμενο. Αυτό είναι που χαρακτηρίζει τον καιρό του Μαρξ και του Φρόυντ, δηλαδή το γεγονός ότι το υποκείμενο δεν είναι δεδομένο αλλά πρέπει να αναζητηθεί.

Η σημασία αυτού του συσχετισμού όπως διαγράφεται από τον μαρξισμό στην πολιτική και τον φροϋδισμό στην φιλοσοφία συνίσταται παρ' όλα αυτά στην μη εγκατάλειψη του υποκειμενικού στοιχείου. Αν και το υποκείμενο δεν είναι ούτε διαφάνεια, ούτε πυρήνας, ούτε, τέλος, ουσία, και αν τίποτε δεν μαρτυρά υπέρ της αναγκαιότητάς του για την οργάνωση της εμπειρίας, εξακολουθεί όμως να ισχύει ότι το υποκείμενο αποτελεί τον όρο-κλειδί εκ του οποίου αποκαλύπτεται η δυνατότητα να σκεφτούμε για την απόφαση, για την ηθική και για την πολιτική.

Για κάθε στάδιο του μαρξισμού (υπάρχουν τρία) και του φροϋδισμού (υπάρχουν δύο) θα πρέπει να επιλύσουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα των διερευνητικών λειτουργών [operateurs] οι οποίοι βάζουν σε λειτουργία την ανακάλυψη και την σύλληψη του υποκειμένου.

Όταν ο Μαρξ αναλαμβάνει να αφουγκραστεί την επαναστατική δραστηριότητα του καιρού του, την ιστορική αταξία των μαζών, είναι ζήτημα της ακριβούς ανάδειξης μέσα σ' αυτή, μετά από σκληρή θεωρητική και πρακτική εργασία, της διαλεκτικής μορφής του πολιτικού υποκειμένου ως τέτοιου. Η συνεπαγωγή της γενικής του δραστηριότητας προαπαιτεί μόνο τις εξεγέρσεις του δέκατου ένατου αιώνα. Από εκεί, θα καταστεί απαραίτητο να ξεδιπλωθεί η ολική τοπολογία μιας τάξης (της καπιταλιστικής τάξης), να αναπτυχθεί η λογική των χασμάτων της, και να μετακινηθεί το στοιχείο της ετερογένειας ως τα άκρα του, ούτως ώστε να ονομαστεί "προλεταριάτο" το υποκείμενο εκείνο το οποίο σχεδόν δεν μπορεί να εντοπιστεί πάνω στην αναρχική επιφάνεια των γεγονότων.

Ο Φρόυντ αφουγκράζεται την πρόζα και την γλώσσα του σώματος των υστερικών, από την οποία προκύπτει ότι στο τέλος, το ζήτημα είναι το υποκείμενο της νεύρωσης ως τέτοιο, και όχι το ποιος υπόκειται σε νευρώσεις. Το "ασυνείδητο" είναι το όνομα αυτού του υποκειμένου, που είναι και αυτό εγκλωβισμένο σε μια τοπολογία, αυτή της ψυχικής ζωής.

Αν και ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση δεν έχουν καμμία σχέση μεταξύ τους --η ολότητα που θα σχημάτιζαν είναι μη νουνεχής-- είναι αναμφισβήτητο ότι το ασυνείδητο του Φρόυντ και το προλεταριάτο του Μαρξ έχουν το ίδιο επιστημολογικό στάτους σε σχέση με την ρήξη που εκπροσωπούν απέναντι στην κυρίαρχη αντίληψη του υποκειμένου.

"Πού" βρίσκεται το ασυνείδητο; "Πού" βρίσκεται το προλεταριάτο; Αυτές οι ερωτήσεις δεν μπορούν να επιλυθούν ούτε μέσω της εμπειρικής περιγραφής, ούτε μέσω της διαφάνειας μιας αντανάκλασης. Απαιτούν την ξερή και πεφωτισμένη εργασία της ανάλυσης και της πολιτικής.

Πεφωτισμένη και επίσης οργανωμένη, τόσο σε έννοιες όσο και σε θεσμούς.

Το μοναδικό επιφανειακό αποτέλεσμα το οποίο αρχίζει να μας βάζει στο κατόπι του υποκειμένου (το βλέπει κανείς ξεκάθαρα στις πολιτικές εξεγέρσεις όσο και στο θέατρο του υστερικού) είναι η ύπαρξη, ήδη κάτω από τις προϋποθέσεις ενός διαυγασμένου υλισμού, της μίας αληθούς πρότασης, της οποίας η προδιάθεση αναστατώνει την άλγεβρα της αλήθειας.

Το υποκείμενο δεν είναι ούτε αιτία ούτε βάση. Υφίσταται σε αυτό το οποίο φέρνει σε σύγκρουση, και υποστηρίζει τις συνέπειες του γεγονότος ότι προηγείται του εαυτού του στον χώρο τοποθέτησής του: είναι πάντοτε αόρατο μέσα στο πλεόνασμα της ορατότητάς του.

Εικόνα: "Γραφείο και δωμάτιο", Kasimir Malevich, 1913.
www. theartwolf.com