Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, ή, Soul Kitchen

Σε αυτό το φιλμ αναμιγνύονται οι εκκεντρικές πεποιθήσεις και τα κοινωνικά ιδεώδη, με τη δύναμη των ιστοριών των ανθρώπων των λαϊκών τάξεων.
cine.gr
Είναι χαρακτηριστικό της αστικής ουτοπίας ότι δεν μπορεί ακόμα να φανταστεί μια εικόνα τέλειας ευτυχίας χωρίς αυτή του ανθρώπου που αποκλείεται από αυτή...Στην ουτοπία των παραμυθιών, επίσης, η μητριά που πρέπει να χορέψει με φλεγόμενα παπούτσια ή  που καταχωνιάζεται σε ένα βαρέλι γεμάτο καρφιά αποτελεί αχώριστο κομμάτι του ευτυχούς γάμου. Η μοναξιά που τιμωρεί ο Schiller [στην "Ωδή στην Χαρά"] όμως δεν παράγεται παρά από την ίδια την κοινότητα των χαροκόπων.
Theodor W. Adorno, Μπετόβεν: Η φιλοσοφία της μουσικής
Το "Ολύμπιον" στην Αριστοτέλους ήταν κατάμεστο, η ατμόσφαιρα γιορταστική, οι συστάσεις εξαιρετικές, και η ανταπόκριση του κόσμου στη ζεστή, ανθρώπινη κωμωδία του Φατίχ Ακίν για τα όνειρα και τις απογοητεύσεις των κοινωνικά περιθωριοποιημένων σχεδόν λατρευτική (η συλλογική αντίδραση όταν ο κακός πολυεκατομμυριούχος πνίγεται από ένα κουμπί πουκαμίσου και δεν κατορθώνει να αρπάξει το εστιατόριο του πάλι πτωχού πλην τίμιου και εργατικού Ζίνο Καζαντζάκη ήταν σχεδόν εκστατική).

Η γενικότερη αντίληψη για την ταινία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρωπισμό με τον οποίο αγκαλιάζει τους περιθωριοποιημένους, τους ne'er do wells, και την προσπάθειά τους να επιβιώσουν μέσα από την αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Τι λαμπερή ουτοπία! Δυο ελληνικής καταγωγής μετανάστες, ο ένας με ποινικό παρελθόν για κλοπές, ένας εκκεντρικός άπορος γέροντας, ένας ασυμβίβαστος μάγος της μαγειρικής, μπόλικοι γερμανοί νεολαίοι και ρόκερς, ζεστά, φλογερά χρώματα, μουσική, σάρκα,  έρωτας, φαγητό, πλησμονή των αισθήσεων: μια σύγχρονη Schlarraffenland, η γη της Cockaygne, το Big Rock Candy Mountain στα γκρίζα εργατικά προάστια του Αμβούργου, η επισφαλής αλλά γεμάτη υπόσχεση της ευτυχίας για τους μη έχοντες. Και ο κόσμος στα καθίσματα χαμογελαστός, ρουφώντας άπληστα τούτη την υπόσχεση εκπλήρωσης και δικαίωσης, ίσως διαισθανόμενος ότι καθώς διανύουμε το όλο και πιο κακοτράχαλο έδαφος του μονοπατιού της οικονομικής κρίσης  θα έχουμε περισσότερη ανάγκη από ενέσεις αισιοδοξίας όπως αυτή του Ακίν.

Κι όμως, κάτι έχει περάσει απαρατήρητο. Όλη αυτή η φαντασμαγορία προσφέρθηκε, έστω φαντασιακά, μόνο στη βάση μιας θυσίας για την οποία κανείς δεν αναρωτιέται και κανείς δεν θρηνεί. Στην αρχή της ταινίας, όταν ακόμα τα χρώματα είναι μονότονα και το φαγητό άθλιο και βαρετό, οι πελάτες του Ζίνο δεν είναι μαγευτικοί λούμπεν αλλά βαρετοί, ανέκφραστοι και σιωπηλοί γερμανοί εργάτες, πολλοί από αυτούς μονίμως περιβεβλημένοι με τα θλιβερά χρώματα των ρούχων της δουλειάς. Τρώνε ανθυγιεινά τηγανητά, μιλούν ελάχιστα, πληρώνουν και φεύγουν για να επιστρέψουν στη βάρδια. Ο αφηγηματικός κόσμος της ταινίας όσο η εργατική κουζίνα του Ζίνο είναι πραγματικά κουζίνα που απευθύνεται σε εργάτες είναι ανιαρός. Οι μέρες κυλάνε αργά, πανομοιότυπα: ξύπνημα, οδήγηση, μαγείρεμα, καθάρισμα πάγκων, συλλογή σκουπιδιών, επιστροφή στο σπίτι. Και μετά, αίφνης, ο exotic τσιγγάνος σεφ, και η πρώτη απόπειρα να μετατραπεί η κουζίνα σε οικονομικό μεν αλλά ποιοτικό, "γκουρμέ" εστιατόριο. Και η σκυθρωπή άρνηση των εργατών να δοκιμάσουν, να πειραματιστούν, να αποδεχθούν το καινούργιο. Και η ομαδική τους έξοδος. Και η εξαφάνισή τους στην αφηγηματική λήθη. Και μόνο τότε, η δημιουργία προϋποθέσεων για απογείωση της πλοκής, για ουτοπικά οράματα χαράς και πλησμονής. Η καταθλιπτική αποθήκη γίνεται ένα glamorous loft όπου συρρέει, τελικά, όλος ο "in" κόσμος του Αμβούργου. Και ο κόσμος χειροκροτά αυτό ακριβώς που λέγεται gentrification με την επαναστατική θέρμη που θα αντιστοιχούσε στον Οκτώβρη του Eisenstein.

Το ιδεολογικό μήνυμα, και είναι ένα μήνυμα που ελάχιστα έγινε αντιληπτό από τον συγκεχυμένο αριστερισμό της εποχής μας, είναι αρκετά ωμό: η βιομηχανική εργατική τάξη, τα απομεινάρια του φορντισμού στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, είναι συνώνυμη του κονμφορμισμού, της έλλειψης φαντασίας, της μονοτονίας και του γκρίζου χαρακτήρα του ίδιου του συστήματος που την εκμεταλλεύτηκε. Στην ουσία, αποτελεί εξίσου αναφομοίωτη οντότητα με το ίδιο το μεγάλο κεφάλαιο των σπεκουλαδόρων και των golden boys, το διαμετρικό αντίθετo του κεφαλαιοκράτη που όμως καταδικάζεται εξίσου ανηλέητα στο μέτρο που κουβαλάει στο σκυμμένο κορμί της τα σημάδια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αν υπάρχει μια προοπτική λυτρωτικής απόδρασης από την φυλακή του παρόντος, αυτή απαιτεί την θυσία της ίδιας αυτής τάξης, την απέλασή της από ένα παράδεισο όπου πρωταγωνιστεί το πολύχρωμο, πολυεθνικό, λιμπιντινικά επενδεδυμένο και οιονεί λούμπεν στοιχείο, αυτοί που κατρακυλούν στα βάθη και για αυτό μπορούν να ονειρεύονται τα ύψη. Η ουτοπία του μεγάλου τραπεζιού, του μεγάλου οργίου, της πολύχρωμης επικύρωσης της σαγήνης της "μετα-φορντικής", πολυπολιτισμικής διεξόδου, απαιτεί την έξωση όσων θυμίζουν την ενοχή του "ταξικού, πολύ ταξικού" παρελθόντος (αλλά είναι αλήθεια παρελθόν η εικόνα του αποψιλωμένου από προσωπικότητα δούλου της μισθωτής εργασίας);

Δεν θέλουμε θλιμμένους στην γιορτή μας. Και η εργατική τάξη δεν πάει στον παράδεισο, γιατί παράδεισος, με τους όρους του "μεταμοντέρνου" αριστερισμού που βρίσκει έκφραση στην ταινία του Ακίν, σημαίνει: το όραμα αταξικότητας που βασίζεται στον εξοβελισμό από το πεδίο ορατότητας των κατεξοχήν μαρτύρων για την συνεχιζόμενη ύπαρξη της τάξης. Πολλά χρόνια πριν, ο Μαρξ είχε παρατηρήσει ότι στόχος του προλεταριάτου είναι η αυτοκατάργησή του. Αυτή την ουτοπική υπόσχεση φαντασιώνεται και ο Ακίν, αλλά πρόωρα, αφηρημένα, και συνεπώς διαστροφικά: ως καθαρή ιδεολογία.



18 σχόλια:

grsail είπε...

[ Η εργατική τάξη ... είναι συνώνυμη του κονμφορμισμού, της έλλειψης φαντασίας, της μονοτονίας και του γκρίζου χαρακτήρα του ίδιου του συστήματος που την εκμεταλλεύεται ]

Παλιά γνωστή όσο και σκληρή αλήθεια ! Η μη αποδοχή αυτής της αλήθειας αποτελεί την υπέρτατη έκφραση του ιδεολογικού κονφορμισμού ...

dytistonniptiron είπε...

Διεισδυτικότατος όπως πάντα. Καλή χρονιά!

Αντωνης είπε...

@grsail: Η πραγματική καθαίρεση της κονφορμιστικής, τσακισμένης από την απάνθρωπη ρουτίνα εργατικής τάξης, αγαπητέ φίλε, δεν είναι οι γκλάμουρους λούμπεν του Σόουλ Κίτσεν, αλλά η _επαναστατική_ εργατική τάξη που παίρνει τα όπλα και ξεριζώνει από μέσα της ό,τι έμαθε να σκύβει.

Εκεί να δεις ροκ εν ρολ!

Αντωνης είπε...

@dytis: Hail, λεπταίσθητε και χαμηλών τόνων σύντροφε.

grsail είπε...

Ακούγεται ορθό και ωραίο αλλά αυτό που σήμερα (ή αύριο) θα είναι _επαναστατικό_ δεν θα προσομοιάζει (κατ’ εμέ) σε κανένα παρελθοντολογικό μοντέλο παρά θα είναι συνειδητή επαναστατική δράση όχι της εργατικής τάξης (με όποιον ορισμό) αλλά _των_πολιτών_ !

Εδώ θα μιλάμε για Heavy Metal !

Αντωνης είπε...

Δεν προβλέπουμε το μέλλον, φίλε grsail, απλά το σεισμογραφούμε όπως έλεγε και το παλιό μότο του RD.

Δεν λατρεύουμε το παρελθόν, απλά δεν του επιτρέπουμε να ξεχαστεί πριν αρπάξουμε μέσα από τα χέρια του αυτό που μας οφείλει: γνώση, (αυτο)κριτική, προετοιμασία για το νέο.

grsail είπε...

Δεν θα μπορούσα -φυσικά- να διαφωνήσω !

Δημήτρης είπε...

Αντώνη, καλή χρονιά. Πολύ εύστοχη και διεισδυτική η ανάλυσή σου, όπως πάντα. Και αγγίζει ένα πρόβλημα που μου φαίνεται πολύ μεγάλο και πολύ πολύπλοκο ακόμα και για να το διατυπώσω...

Επίσης, μου θύμισε για κάποιο λόγο ένα άρθρο του Ζίζεκ για τους "300" το οποίο, in typical Zizekian fashion, αντέστρεφε τη συνήθη ανάγνωση της ταινίας ως υπεράσπισης του αμερικανικού μιλιταριστικού ιμπεριαλισμού, ισχυριζόμενος περίπου πως οι Σπαρτιάτες στης ταινίας πρέπει να ιδωθούν ως εκφραστές μιας στρατευμένης, πειθαρχημένης, αντικαπιταλιστικής συλλογικότητας, ενώ οι Πέρσες αντίθετα απεικονίζονται ως φορείς ενός ακραίου, πολυπολιτισμικού, ατομικιστικού, ηδονιστικού, θεαματικού υπερκαπιταλισμού.

Αλλά μήπως τότε η μουσική που μας αρέσει είναι (μεταξύ άλλων) δείγμα της ψευδούς μας συνείδησης;

Αντωνης είπε...

Δημήτρη, δεν είμαι με τον Ζίζεκ σε αυτά τα θέματα. Μπενγιαμινικά, εφόσον, "κάθε μνημείο πολιτισμού" που παράγεται υπό κοινωνικές συνθήκες εκμετάλλευσης είναι επίσης "μνημείο βαρβαρότητας", η ενοχή για την ανθρώπινη καταπίεση καλύπτει _κάθε_ έμφανση της κουλτούρας και της αισθητικής.

Σε ό,τι αφορά ΚΑΙ τη μουσική λοιπόν, η αισθητική εκπλήρωση μπορεί να παραμένει πολιτικά προοδευτική εφόσον δεν απεμπολεί την διαλεκτικά φορτισμένη συνείδηση της ανεπάρκειάς της ως μορφή επίλυσης των κοινωνικών αντιφάσεων τις οποίες, αναγκαστικά, εμπλέκει.

Και αυτό που με ενόχλησε ιδιαίτερα στο Soul Kitchen ήταν η απεμπόληση αυτής της συνείδησης, τόσο από την ίδια την ταινία όσο και από το κοινό της.

Αντωνης είπε...

Ουπς, ξέχασα, καλή χρονιά και από μένα Δημήτρη, πάντα χαίρομαι να διαβάζω σχόλιά σου. :-)

Δημήτρης είπε...

Ομολογώ ότι όταν είδα την ταινία, μου έφτιαξε το βράδυ (το χρειαζόμουν) και δεν ασχολήθηκα καθόλου με μια πιο κριτική θεώρησή της. Η ανάρτησή σου μου πρόσφερε μια οπτική πολύτιμη. Σ' ευχαριστώ και για την απάντηση για τα μουσικά: εξαιρετική διατύπωση.

Κατά τα άλλα, το έχω καταλάβει ότι περισσότερο διαφωνείς παρά συμφωνείς με τον Ζίζεκ σε διάφορα -και όχι άδικα... Το σχόλιο ομολογώ ότι το έγραψα λίγο προβοκατόρικα.

Απ΄την άλλη: αν η εσωτερίκευση "του κονφορμισμού, της έλλειψης φαντασίας, της μονοτονίας και του γκρίζου χαρακτήρα" του συστήματος από την εργατική τάξη είναι αναπόφευκτη (που μάλλον είναι), τότε πώς είναι το "φορντικό" προλεταριάτο με οποιοδήποτε τρόπο relevant με τα ζητήματα που θέτει η παρούσα συγκυρία -αν όχι με τον Ζιζεκιανό τρόπο της "προσκόλλησης στο Πράγμα" κ.λπ; Μήπως είναι το προλεταριάτο όντως ένα "καταραμένο υπόλειμμα", όχι μόνο για την trendy εικονογραφία της gentrification και των συγγενών της μεταμοντέρνων μεθόδων άντλησης υπεραξίας, αλλά και για οποιαδήποτε προσπάθεια απάντησης στον πολυσυλλεκτικό, οργιώδη, εξαϋλωμένο καπιταλισμό του καιρού μας; (φυσικά, ούτε το αισθητικοποιημένο λούμπεν συνιστά απάντηση: είναι γνωστό ότι όχι μόνο αφομοιώνεται θαυμάσια από το σύστημα, αλλά του ανανεώνει και τις διεξόδους, του ανοίγει νέες αγορές, κ.λπ.). Δεν ξέρω...

Αντωνης είπε...

Ε, τώρα θα απαντήσω μάλλον ζιζεκικά Δημήτρη:-) (έχει τις χάρες του ο Σλοβένος, δεν τον υποτιμώ): Μήπως η ανάστροφη εξωτικοποίηση ενός "γκρίζου" και εξαντλημένου βιομηχανικού προλεταριάτου δεν είναι παρά ένας τρόπος του να παραμένουμε τυφλοί ως προς το γεγονός ότι _το ίδιο γκρίζα_ παραμένει η ζωή των white collars στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού που έχουν εξοβελίσει την βιομηχανική παραγωγή αλλού, στον χώρο του αόρατου τριτοκοσμικού;

Mήπως η έμφαση σε αυτή την ανάστροφη εξωτικοποίηση δεν είναι παρά ένας τρόπος με τον οποίο ο καπιταλισμός σου λέει "τουλάχιστον δεν είσαι σαν αυτούς" _ακριβώς_ επειδή δεν πρέπει να αναπτύξεις την συνείδηση ότι με κάποιους αρκετά βασικούς τρόπους _είσαι_;

Η ανάγνωσή μου δεν είχε ως στόχο να περάσει το μήνυμα "what about the poor proletarians"; Είχε ως στόχο να επεξηγήσει την -συμβολική_ λογική της περιθωριοποίησης μιας _συγκεκριμένης_ εκδοχής του τι σημαίνει εργασία υπό συνθήκες καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Και η λογική αυτή έχει δύο σκέλη στην ταινία: όχι μόνο απώθηση/καταστολή του "σκυθρωπού φορντικού προλετάριου" αλλά και ναρκισσιστική ταύτιση με την ίδια την ιδέα ότι ζούμε σε μια ζώνη συγκριτικής "απελευθέρωσης": απολαμβάνουμε την ταινία στο βαθμό που επενδύουμε συναισθηματικά στους "κουλ" τύπους που δίνουν ζωντάνια στο μαγαζί, που ξέρουν να εκτιμήσουν τις ποιοτικές χαρές της ζωής, κλπ.

Ή όχι;

Αντωνης είπε...

Ξέχασα να προσθέσω ότι όλα όσα παρατήρησα εδώ εμπεριέχονται, λίγο κρυπτικά είναι η αλήθεια, στο ακόλουθο απόσπασμα της αρχικής ανάρτησης: "(αλλά είναι αλήθεια παρελθόν η εικόνα του αποψιλωμένου από προσωπικότητα δούλου της μισθωτής εργασίας);"

Δημήτρης είπε...

Αντώνη, points taken. Όπως τοποθετήθηκες στα τελευταία σχόλια, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Ειδικά τα περί συμβολικής απώθησης της εργασίας τα βρίσκω ευφυέστατα και χαίρομαι που συνέβαλα στο να τα ξεκαθαρίσεις. Έχω μια μόνο παρατήρηση στα περί "ναρκισιστικής ταύτισης", που θα διακινδυνεύσω πολύ πρόχειρα.

Θεωρώ πως ορθά αναφέρεσαι σε αυτό το μηχανισμό (οπωσδήποτε ενεργοποιείται), αλλά δεν δικαιολογείται παράλληλα και μια άμεση, σωματική-μηχανική απόκριση στο οπτικοακουστικό ερέθισμα (και έχω στο νου κυρίως τις σκηνές με δυνατή μουσική), που μπορεί και από μόνη της να δικαιολογεί την απόλαυση; Και, χωρίς να θέλω να φανώ αφελής ψευδο-ντελεζιανός, δεν έχει αυτό το άυλο συμβάν και η "μοριακή" του επήρεια μια οιονεί απελευθερωτική δυναμική -οσοδήποτε στιγμιαία, φευγαλέα, αδιάρθρωτη και αβέβαια;

Αντωνης είπε...

"δεν δικαιολογείται παράλληλα και μια άμεση, σωματική-μηχανική απόκριση στο οπτικοακουστικό ερέθισμα (και έχω στο νου κυρίως τις σκηνές με δυνατή μουσική), που μπορεί και από μόνη της να δικαιολογεί την απόλαυση; Και, χωρίς να θέλω να φανώ αφελής ψευδο-ντελεζιανός, δεν έχει αυτό το άυλο συμβάν και η "μοριακή" του επήρεια μια οιονεί απελευθερωτική δυναμική -οσοδήποτε στιγμιαία, φευγαλέα, αδιάρθρωτη και αβέβαια;"

Παραγωγικότατος και πάλι, Δημήτρη. Θα αρκεστώ να παραπέμψω στο ιδιαίτερα σημαντικό σε ό,τι αφορά την σκοπιά που θέτεις εδώ άρθρο του Richard Dyer "Entertainment and Utopia", όπου το επιχείρημα είναι ακριβώς (και σε σχέση με το μιούζικαλ) η ικανότητα του οπτικοακουστικού ερεθίσματος να παράγει την δική του affective (να τος ο Ντελέζ) ουτοπικότητα, την δική του αίσθηση απελευθέρωσης και χειραφέτησης. Είναι ουσιαστικά το counterpoint από την φρανκφουρτιανή οπτική που υιοθέτησα εγώ και ένας τρόπος σκέψης που οπωσδήποτε έχει αξία.

Σε ευχαριστώ για αυτή την δημιουργική και ελπίζω αμοιβαία ενδιαφέρουσα κουβέντα πάνω στην ανάρτηση.

Δημήτρης είπε...

Κι εγώ σ' ευχαριστώ Αντώνη, όχι μόνο για τον κόπο που κάνεις να μου απαντάς, αλλά και για τα ερεθίσματα που προσφέρεις. Εννοείται πως η συζήτηση είναι αμοιβαία ενδιαφέρουσα, και μακάρι να είχα το χρόνο να ασχοληθώ περισσότερο με το εξαιρετικό σου blog. Πολλές αναρτήσεις δεν προλαβαίνω καν να τις διαβάσω! Αν μιλάμε για παραγωγικότητα...

(Θα προσπαθήσω να βρω το άρθρο του Dyer, σ' ευχαριστώ!)

connectionwithcairo είπε...

Ενδιαφέρουσα ανάγνωση... Εγώ πάντος ως θεατής πόλύ το χάρηκα όταν σηκώθηκαν κι έφυγαν οι εργάτες αρνούμενοι να καταπιούν γκουρμεδιές, όπως και του παππού με τη βάρκα (Τούρκου όπως φάνηκε στους υπότιτλους) που συνέχιζε να έρχεται στο μαγαζί με τα ακουστικά του...

Αντωνης είπε...

@connectionwithcairo: Ωραίος!