Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (τρίτο μέρος)



Ι. Αξιωματική πολιτική
Το OP εφορμάται από τέσσερις διακριτές αρχές: οι δύο πρώτες είναι βασικά μορφολογικές, και αφορούν την φύση της πολιτικής ως προτάγματος και ως δικαιοσύνης· οι άλλες δύο είναι περισσότερο εμφατικά απτές, και αφορούν το υποκειμενικό στάτους των εργατών και των μεταναστών κάτω από συνθήκες που έχουν γίνει όλο και περισσότερο εχθρικές από τα τέλη του 1970.

(α) Το στάτους των οικουμενικών πολιτικών αρχών, όπως και το στάτους κάθε μορφής αλήθειας, είναι απαραίτητα αξιωματικό (δηλαδή, δεν επιδέχεται ορισμού). Εφόσον η ισότητα είναι υποκειμενική, έτσι συνεπώς και η δικαιοσύνη --η κατεξοχήν πολιτική αρχή-- μπορεί να είναι μόνο κανονιστική. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να οριστεί· είναι μια "καθαρή κατάφαση χωρίς εγγύηση ή απόδειξη". Αντί να σηματοδοτεί την ιδανική κατάσταση που κάθε δεδομένος συσχετισμός μπορεί μόνον να πλησιάσει, "η δικαιοσύνη σηματοδοτεί μια υποκειμενική μορφή που είναι αποτελεσματική, αξιωματική, άμεση [...] και αναφέρεται απαραίτητα σε μια εντελώς χωρίς συμφέροντα υποκειμενικότητα." Είτε είμαστε υποκειμενικά χωρίς συμφέροντα, είτε αντικειμενικά κινούμενοι από συμφέροντα, χωρίς πεδίο σύνδεσης ανάμεσά στις δύο καταστάσεις· είτε σκεφτόμαστε (δίκαια) είτε αποφεύγουμε τη σκέψη (λόγω συμφέροντος) (Abrégé de métapolitique 112-13). Το ότι η πολιτική είναι συνεπώς αξιωματική ή "προϊόν σκέψης" σημαίνει ότι δεν είναι μια αναπαράσταση ή μια αντανάκλαση ενός άλλου πράγματος (της οικονομίας, του κράτους, της κοινωνίας...) (La Distance politique, 2.02.92: 4). Όταν οι υπόδουλοι εξεγείρονται για ελευθερία, για παράδειγμα, ή όταν οι αποικιοκρατούμενοι ζητούν απελευθέρωση, ή όταν οι γυναίκες ζητούν ισότητα, η διακήρυξη της ελευθερίας και της ισότητας είναι η ίδια πρωταρχική ή χωρίς καθορισμό, και όχι ζήτημα που μπορεί να διερευνηθεί ή επιβεβαιωθεί. Η ισότητα δεν είναι κάτι που μπορεί να διρευνηθεί ή να διαπιστωθεί αλλά μια αρχή που διακηρύσσεται. Η μοναδική πολιτική ερώτηση είναι: τι μπορεί να γίνει, στο όνομα αυτής της αρχής, στην στρατευμένη μας πιστότητα στην διακήρυξή της; Η ερώτηση αυτή μπορεί να απαντηθεί μόνο μέσα από μια άμεση κινητοποίηση ή ενδυνάμωση που δεν έχει καμμία σχέση με την συγκαταβατικά "συμπονετική" αξιολόγηση κάποιων ανθρώπων ως περιθωριακών, αποκλεισμένων ή δυστυχισμένων (La Distance politique, 19-20.04.96: 9; 17-18.10.96: 13).

Τα προτάγματα του OP είναι αδιαφοροποίητα απλές, ελάχιστα "θεωρητικές" αρχές --για παράδειγμα: κάθε άτομο μετρά ως ένα άτομο, όλοι οι φοιτητές πρέπει να έχουν την ίδια αντιμετώπιση (La Distance politique 21.05.97: 4), "καθένας που ζει εδώ είναι από εδώ", τα εργοστάσια πρέπει να είναι χώροι εργασίας περισσότερο από ότι χώροι κέρδους, κλπ. Μια πολιτική κατάσταση υπάρχει μόνο κάτω από τα προτάγματα τέτοιων διαφανών διακηρύξεων, των οποίων η οικουμενικότητα είναι ξεκάθαρη (La Distance politique 7.07.93: 8; βλ. και La Distance politique τεύχος 13). Η πίεση, η αντίσταση ή η κατακραυγή, ακόμα και η κινητοποιημένη ή οργανωμένη κατακραυγή, δεν επαρκούν. Το OP επιμένει ότι μόνο οι πολιτικοί οργανισμοί, και όχι τα κινήματα, μπορούν να συντηρήσουν προτάγματα (τα οποία μπορούν ακολούθως να παρουσιάσουν ή να φέρουν τα κινήματα) (La Distance politique17-18.10.96: 3-4). Από αυτήν την άποψη, το OP παραμένει πιστό στις λενινιστικές του ρίζες: η δημιουργία μιας αληθινής συνείδησης είναι εντελώς ξεχωριστή λειτουργία από την αυθόρμητη ανάπτυξη ενός κινήματος (La Distance politique 2.02.92: 9; βλ. επίσης La Distance politique 15.12.96: 4).

(β) Κάθε γνήσια πολιτική πρέπει να αποζητά να αλλάξει την κατάσταση συνολικά, προς συμφέρον του οικουμενικού συμφέροντος. Αλλά αυτή η αλλαγή πυροδοτείται πάντα από ένα συγκεκριμένο συμβάν, το οποίο τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο χώρο και φέρεται από ένα συγκεκριμένο συμφέρον (οι sans culottes, τα σοβιέτ, οι εργάτες, οι sans-papiers...). 1792 στη Γαλλία, 1917 στη Ρωσία, 1959 στην Κούβα, 1988 στη Μπούρμα: κάθε φορά, το συμβάν φέρνει σε σύγκρουση αυτούς που έχουν επενδεδυμένο συμφέρον στην καθεστηκυία κατάσταση των πραγμάτων και αυτούς που υποστηρίζουν ένα επαναστατικό κίνημα ή μια οπτική από την οποία αντικρίζεται η κατάσταση ωσάν για όλους. Άλλες, πιο στενές αρχές ή απαιτήσεις, όσο άξιοι βοήθειας και να είναι οι παραλήπτες τους, είναι απλώς ζητήματα "συνδικαλισμού" ή διαπραγματεύσεων εργατικών σωματείων, δηλαδή διαπραγματεύσεων με στόχο μια βελτιωμένη, καλύτερα ενσωματωμένη θέση μέσα στην υπάρχουσα κατάσταση. Ξεκάθαρα, αυτό το οποίο παρουσιάζεται με την ταμπέλα της "πολιτικής" με την συνηθισμένη και καθημερινή έννοια σημαίνει απλώς "αποκατάσταση και μνησικακία [...] εκλεκτορικό μηδενισμό και τυφλή σύγκρουση κοινοτήτων" (Abrégé de métapolitique 110).

Η ίδια η έννοια της "ταυτοτικής πολιτικής" είναι συνεπώς ορισμικά αντιφατική. Το OP καταδικάζει συχνά την άρθρωση μιας "'γαλλικής' ταυτότητας η οποία επιτρέπει τις διακρίσεις και τους κατατρεγμούς" οποιουδήποτε τύπου· η μοναδική νόμιμη εθνική μονάδα είναι αυτή που μετρά όλα της τα στοιχεία ως ένα, ανεξάρτητα από την εθνο-πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα ("Le pays comme principe", 1992: 135). Η φιλελεύθερη αριστερή επιμονή στο κενόδοξο "δικαίωμα να παραμείνουμε 'ίδιοι με τους εαυτούς μας'" δεν έχει καμμία ελπίδα απέναντι στην "αφηρημένη οικουμενικότητα" του σύγχρονου κεφαλαίου, και δεν κάνει τίποτε άλλο από το να "οργανώνει έναν αποκλεισμό που υποκρίνεται ότι αντιπαλεύει" (Badiou, Επιστολή στον συγγραφέα, 11.06.96). Φυσικά, συχνά έχει διατυπωθεί το επιχείρημα ότι αν καταπιεζόμαστε ως Άραβες, ως γυναίκες, ως μαύροι, ως ομοφυλόφιλοι, τότε αυτή η καταπίεση δεν θα σταματήσει μέχρι τούτες οι συγκεκριμένες κατηγορίες να επαναξιολογηθούν. [13] Η απάντηση του Badiou σ' αυτή τη γραμμή αξίζει να παρατεθεί αναλυτικά:

Όταν ακούω ανθρώπους να λένε "καταπιεζόμαστε ως μαύροι, ως γυναίκες", έχω μόνο ένα πρόβλημα: τι ακριβώς εννοούμε "μαύροι" ή "γυναίκες"...Μπορεί αυτή η ταυτότητα, από μόνη της, να λειτουργήσει σε προοδευτική κατεύθυνση, δηλαδή ως κάτι άλλο από μια ιδιότητα που έχει εφευρεθεί από τους ίδιους τους καταπιεστές; [...] Καταλαβαίνω πολύ καλά τι σημαίνει "μαύρος" για αυτούς που χρησιμοποιούν αυτό το κατηγόρημα μέσα σε μια λογική διαφοροποίησης, καταπίεσης και διαχωρισμού, όπως καταλαβαίνω πολύ καλά τι σημαίνει "Γάλλος" όταν χρησιμοποιεί τη λέξη ο Λε Πεν για να υπεραμυνθεί της εθνικής επιλογής, της Γαλλίας για τους Γάλλους, του αποκλεισμού των Αράβων, κλπ. [...] Η Negritude, για παράδειγμα, όπως την ενσάρκωσαν ο Césaire και ο Senghor, αποτελούνταν βασικά από τον επανακαθορισμό ακριβώς αυτών των παραδοσιακών κατηγορημάτων που χρησιμοποιούνταν κάποτε για να καθορίσουν τους μαύρους: ως διαισθητικούς, ως φυσικούς, ως πρωτόγονους, ως ζώντες με τον ρυθμό και όχι με τις έννοιες, κλπ. [...] Καταλαβαίνω γιατί η κίνηση αυτή έλαβε χώρα, γιατί ήταν απαραίτητη. Ήταν μια μια πολύ δυνατή, πολύ όμορφη, και πολύ απαραίτητη κίνηση. Αλλά έχοντάς το παραδεχτεί αυτό, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να εγγραφεί ως τέτοιο στην πολιτική. Νομίζω πως είναι θέμα ποιητικής, κουλτούρας, ανατροπής της υποκειμενικής κατάστασης. Δεν προσφέρει κάποιο εφικτό πλαίσιο για την πολιτική πρωτοβουλία.
Η προοδευτική διατύπωση ενός αγώνα που αφορά πολιτισμικά ή κοινοτικά κατηγορήματα, τα οποία συνδέονται με αδιαμφισβήτητες καταστάσεις καταπίεσης και εξευτελισμού, προϋποθέτει ότι προτείνουμε αυτά τα κατηγορούμενα, αυτές τις ιδιαιτερότητες, αυτές τις ενικότητες, αυτές τις κοινοτικές ποιότητες, με τέτοιο τρόπο ώστε να τοποθετούνται σε έναν άλλο ώρο και να γίνονται ετερογενείς σε σχέση με την συνηθισμένη τους καταπιεστική λειτουργία. Δεν γνωρίζω ποτέ εκ των προτέρων ποια ποιότητα, ποια ιδιαιτερότητα, είναι ικανή να γίνει πολιτική ή όχι· δεν έχω προκαταλήψεις για το θέμα. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι πρέπει να υπάρχει προοδευτικό νόημα σε αυτές τις ιδιαιτερότητες, νόημα που να είναι κατανοητό από όλους. Αλλιώς, έχουμε κάτι που έχει τον λόγο ύπαρξής του, αλλά που είναι απαραίτητα της τάξης μιας απαίτησης ένταξης, δηλαδή μιας απαίτησης ότι η ιδιαιτερότητα κάποιου πρέπει να πάρει αξία στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων [...]
Το ότι υπάρχει ένα υπόλειμμα ή ένα στήριγμα ανεξάλειπτης ιδιαιτερότητας είναι κάτι που είμαι έτοιμος να αποδεχτώ για κάθε είδους πραγματικότητα[...] Αλλά στο τέλος, ανάμεσα σε αυτή την ιδιαιτερότητα που παρίσταται στην πρακτική, απτή στήριξη κάθε πολιτικής διαδικασίας και στις διατυπώσεις στο όνομα των οποίων εκτυλίσσεται η πολιτική διαδικασία, νομίζω πως υπάρχει απλώς μια σχέση στήριξης αλλά όχι και μια σχέση μεταπλασιμότητας. Δεν μπορείς να πας από το ένα στο άλλο, ακόμα και αν το ένα φαίνεται να "φέρεται" από το άλλο [...] Δεν γίνεται επειδή ένας όρος είναι κοινοτικό κατηγόρημα, ούτε καν επειδή υπάρχει ένα θύμα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, να μεταμορφωθεί αυτόματα, ή εύκολα καν, σε πολιτική κατηγορία ("Politics and Philosophy": 1998: 118-19).[14]

Σε μια περίσταση όπως αυτή της πρώην Γιουγκοσλαβίας, για παράδειγμα, ο Badiou ισχυρίζεται ότι μια βιώσιμη ειρήνη δεν θα έρθει μέσα από την έξωθεν παρέμβαση, ούτε, ακόμα λιγότερο, μέσα από την χάραξη εδαφών σύμφωνα με τις υπάρχουσες εθνοτικές κοινότητες, αλλά μάλλον μέσα από ένα συντεταγμένο, λαϊκό κίνημα ενάντια σε κάθε εθνοτική, γλωσσική και θρησκευτική ουσιοκρατία, σε ένα κοινό κράτος που μετρά όλους τους ανθρώπους ως ένα (La Distance politique 6.05.93: 8). Παρόμοια, μπορεί να υπάρξει ειρήνη στην Μέση Ανατολή μόνο με το τέλος ενός Ισραήλ που καθορίζεται ως εβραϊκό κράτος, και την θεμελίωση, σε συμφωνία με τις αρχικές απαιτήσεις του PLO, μιας μοναδικής, οικουμενικής Παλαιστίνης, ανοιχτής σε όλους χωρίς διακρίσεις (La Distance politique 4.10.92: 6· "Le pays comme principe" 1992: 135). Με λίγα λόγια, μια εξισωτική πολιτεία μπορεί να υπάρξει μόνο όταν η οικουμενικότητά της καθορίζεται από αυτούς που "συναποτελούν την ίδια τη χώρα". Και κάθε τέτοια χώρα, ισχυρίζεται συνακόλουθα ο Badiou, μπορεί να υπάρξει μόνο όταν οι εργάτες της υπάρχουν ως ενδυναμωμένα πολιτικά υποκείμενα που αντικρίζουν και προκαθορίζουν την αντικειμενική αδράνεια του κεφαλαίου. "Χωρίς τους εργάτες της, δεν μπορεί να υπάρξει χώρα" (La Distance politique 4.10.92: 7). Στο σημείο αυτό, η αφηρημένη αρχή της ισότητας γίνεται επίμονα συγκεκριμένη.

Εικόνα: http://clairefontaine.ws/works/med/32.jpg

Δεν υπάρχουν σχόλια: