Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Peter Hallward, Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και Δικαιοσύνη (πρώτο μέρος)

Peter Hallward
Η πολιτική του Badiou: Ισότητα και δικαιοσύνη
Culture Machine 4, 2002. culturemachine.net
Μτφρ.: Radical Desire

Σκέφτηκα ότι μετά τις τελευταίες συζητήσεις στο ιστολόγιο με αφορμή αναρτήσεις του Godel και δικές μου, και με δεδομένη την συχνότητα λέξεων και ερμηνευτικών τάσεων που ακούγονται πιθανότατα υπαινικτικές έως συνθηματολογικές, είναι, εκ των υστέρων, η ώρα για μια καλή εισαγωγή στην πολιτική σκέψη του Alain Badiou. Βέβαια, η εισαγωγή αυτή θα αφήσει ένα σωρό άλλα ερωτήματα που για να απαντηθούν θα χρειαστεί μεγάλος κόπος σε ό,τι αφορά τις φιλοσοφικές και μαθηματικές βάσεις εννοιών όπως "παρουσίαση" (presentation), "παραβίαση" (forçage), "Όλον" (Le Tout), "τόπος" (lieu), κλπ. Αλλά και αυτά θα πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους.

Κατά την άποψη του Badiou, "η πολιτική μπορεί να σκεφτεί μόνο ως η σκέψη του όλου" (Abrége de métapolitique 156-7). Η πολιτική οργανώνεται πρώτα και κύρια γύρω από το Πραγματικό μιας ριζοσπαστικής αδελφότητας, πριν μαγνητιστεί από το Φαντασιακό κυνήγι της ισότητας ή την Συμβολική υπόθεση της ελευθερίας. Η πραγματική πολιτική αρχίζει με μια έκθεση στην "αληθινή βία της αδελφότητας" και συντηρείται στο πρακτικό παρόν της "φανέρωσής της" (Le Siècle 83). [1] Η πολιτική υπάρχει μόνον στο μέσο αυτής της ενεργής φανέρωσης: η αδελφότητα δεν μπορεί να είναι περισσότερο αναπαραστάσιμη, ούτε να είναι περισσότερο μια λειτουργία της κοινωνιολογικής γνώσης ή της νομικής διαδικασίας από ό,τι είναι μια διαδήλωση ή μια εξέγερση.
Η αντίληψη του Badiou για την πολιτική αλήθεια δεν έχει καμμία σχέση, συνεπώς, με άγευστες υποθέσεις περί κοινωνικής ευθύνης ή φιλελεύθερης "επικοινωνίας". Ο Badiou γνωρίζει ότι "μόνο μια στρατευμένη αντίληψη της πολιτικής... μπορεί να ενώσει την πολιτική και την σκέψη" (Abrége de métapolitique 22). Πιο συγκεκριμένα, μόνο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να αποφύγει την προσφυγή σε μια ψευδή διχοτομία θεωρίας και πρακτικής. "Υπάρχει σίγουρα ένα πράττειν ["faire"] της πολιτικής, αλλά είναι άμεσα η καθαρή, απλή εμπειρία μιας σκέψης, η εντοπιοποίησή της. Δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτή" (Abrége de métapolitique 56). Το φιλοσοφικό ή μεταπολιτικό πρόβλημα είναι απλώς πρόβλημα κατανόησης του πώς σκέφτεται η πολιτική, σύμφωνα με ποιον τρόπο σκέψης και μέσα από ποιες κατηγορίες --τις κατηγορίες της αρετής και της διαφθοράς για τον Σεν Ζυστ, για παράδειγμα, ή της επαναστατικής συνείδησης για τον Λένιν. Η πραγματική πολιτική σκέψη δεν είναι ούτε θέμα ακριβοδίκαιης απόφασης (Arendt), ούτε αγωνιώδους επιλογής (Sartre), ούτε, πολύ περισσότερο, εξειδικευμένης κοινωνικής μηχανικής (Rorty) ή διαδικαστικών εννοιών δικαιοσύνης (Rawls). Όπως ο Λένιν, όπως ο Φανόν, όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστατικοί στοχαστές, ο Badiou διατηρεί μια αυστηρά κλασική μορφή της πολιτικής λογικής: είτε p είτε όχι-p, χωρίς κανένα εφικτό συμβιβασμό ανάμεσά τους. Ο Badiou αντιλαμβάνεται την πολιτική ακριβώς ως θέμα αυτού που ο Ρεμπώ απεκάλεσε "λογική εξέγερση", ως ζήτημα ξεκάθαρα δεδηλωμένης αρχής --του είδους της αρχής που ενσάρκωσαν οι μεγάλοι στοχαστές αντιστασιακοί, Jean Cavaillès και Albert Lautman (Abrége de métapolitique 12).[2] Το πολιτικό υποκείμενο ενεργεί ή αντιστέκεται σαν να πρόκειται για κάτι δεδομένο, όχι εξαιτίας της λογικής του σύνδεσης με μια συγκεκριμένη ομάδα, τάξη ή άποψη. Αντιστέκεται, όχι σαν αποτέλεσμα επικοινωνίας ή συμφωνίας, αλλά με μιας, παραμερίζοντας κάθε "τρίτο δρόμο" (Abrége de métapolitique 15).[3]
Το μοναδικό κριτήριο της αληθινής πολιτικής δέσμευσης είναι η απροϋπόθετη ισότητα (L'Etre et l'événement 447; βλ. επίσης D'un Désastre obscur. Droit, Etat, Politique 15). Είναι μια βασική αρχή της οντολογίας του Badiou ότι όλα τα στοιχεία που ανήκουν σε μία κατάσταση ανήκουν (η παρουσιάζονται, ή υπάρχουν, ή μετρούν) με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με το ίδιο ακριβώς βάρος. Η πολιτική είναι η διαδικασία δια της οποίας το απλό αυτό ανήκειν αφαιρείται, ενεργητικά και αποτελεσματικά, από κάθε διαφοροποιητική συνθήκη ή ανα-παράσταση. Τα κριτήρια της ισότητας θεμελιώνουν μια ριζοσπαστική αλλά πλήρως αφηρημένη λογική του Ίδιου, της οποίας το ακριβές τακτικό "πλεονέκτημα είναι η αφαίρεσή της. Η ισότητα ούτε προϋποθέτει τον κλειστό χαρακτήρα [cloture] ούτε ταυτοποιεί τους όρους που αγκαλιάζει, ούτε προδιαγράφει μια περιοχή για την άσκησή της" (Conditions 247-8). Όπως κάθε κριτήριο αλήθειας με την μπαντιουϊκή έννοια του όρου, η ισότητα αυτή είναι απαραίτητα υποκειμενική ισότητα.[4] Εν τη απουσία κάθε μίας υπερβατικής Αλήθειας και εν τη αιρέσει αντικειμενικών κριτηρίων, τα πολιτικά υποκείμενα είναι απλώς ίσοι "συν-εργάτες" στην αλήθεια, έχουν γραπωθεί από την "ισότητα μιας κοινής μοιρασιάς εργασίας" (Saint-Paul et la fondation de l'universalisme 63-4).[5]
Η πραγματική πολιτική είναι κατ' εξαίρεση· μια εξαίρεση στο σύγχρονο κλισέ ότι "τα πάντα είναι πολιτικά" (La Distance politique, 1.12.91: 6). Η πολιτική προχωρά ως αδιάφορη ως προς την "διαλεκτική του υποκειμενικού και του αντικειμενικού...η εκδίπλωση της υποκειμενικής σκέψης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μέσα από το ίδιο το υποκείμενο, μέσα από την υπόθεση της θεμελίωσης του υποκειμενικού στο υποκειμενικό, και όχι στην συνάντηση υποκειμενικού και αντικειμενικού", ούτε βέβαια "σε συνάρτηση με την οικονομία, το κράτος, την αποξένωση, κλπ" (La Distance politique 1.12.91: 7). Το είδος συσχετισμού υποκειμένου-αντικειμένου το οποίο πρότεινε η όλο και πιο κρατικοκεντρική αντίληψη της πολιτικής του Χάμπερμας, για παράδειγμα, έχει ως στόχο να παγιδεύσει την απαραίτητη βία της πολιτικής παράστασης μέσα σε νομικές νόρμες ανα-απαράστασης (βλ. Habermas, 1996; Le Siècle 140 σημ.37). Σε ό,τι αφορά τον Badiou, η κοινωνικο-οικονομική "ανάλυση είναι απόλυτα διαχωρισμένη από την πολιτική" [6]: η πρώτη είναι θέμα "ειδίκευσης" και εξυπακούει την ιεραρχία, η δεύτερη όχι. Μια γενική [generique] ή αξιωματική πολιτική αποδέχεται την "πολιτική ικανότητα κάθε ανθρώπου" την αρχή ότι "ο καθένας μπορεί να καταλάβει τον χώρο της πολιτικής, εφόσον το αποφασίσει" (La Distance politique 28.05.98: 3). Ενώ το είδος της κοινωνιολογίας που εξασκούν οι σύγχρονοι του Badiou, Balibar και Bourdieu, μπορεί μόνο να "συζητήσει" πολιτικά θέματα, οι πραγματικές πολιτικές αλληλουχίες μεταμορφώνουν "τα αντικείμενα" σε στρατευμένα, αυτοδικαίως, υποκείμενα.[7]
Ότι όλοι μπορούν να εισέλθουν σε μια πολιτική διαδικασία σημαίνει ότι η διχοτόμηση (η διαίρεση στα δύο) του πολιτικού ανταγωνισμού δεν μπορεί να συλληφθεί ως καθαρά καταστροφικός ανταγωνισμός. Μια πολιτική διαδικασία δεν φέρνει δύο ξεκάθαρα ορισμένους αντιπάλους τον ένα ενάντια στον άλλο σε ένα αγώνα ζωής και θανάτου για την κυριαρχία. Υπάρχει, κυριολεκτικά ομιλώντας, μόνο ένας πολιτικός δράστης, δηλαδή το εμείς που εξέρχεται ή εκδηλώνεται στο πραγματικό της αδελφότητας (δηλ. το στοιχείο της καθαρής παρουσίασης ως τέτοιας). Αυτό που ανθίσταται στο οργανωμένο πολιτικό εμείς δεν είναι ένα εναλλακτικό πολιτικό υποκείμενο αλλά η ωμή αδράνεια της ανα-παράστασης, που δεν είναι άλλη από την αδράνεια του ίδιου του κατεστημένου. Η πολιτική συνεπώς προχωρά μέσα από την επινόηση νέων μηχανισμών αφαίρεσης και μορφοποίησης που μπορούν να αντιμετωπίσουν και να μεταμορφώσουν αυτή την άμορφη αντίσταση στην αλλαγή (Le Siècle 89).

Εικόνα: http://johncopenhaver.files.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: