Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Ντοσιέ: Θρησκεία και Πολιτική: Μωυσής Μπουντουρίδης, "Agamben: Διαθετικότητα και βεβήλωση" (απόσπασμα)


Μωυσής Μπουντουρίδης
"Agamben: Διαθετικότητα και βεβήλωση" (απόσπασμα)
Το πλήρες κείμενο εδώ

Στο σηµείο αυτό, θα δώσουµε ένα δικό µας παράδειγµα για το ζήτηµα του εθνικισµού – που πρόσφατα αποτέλεσε το αντικείµενο µιας δηµόσιας συζήτησης στα Ενθέµατα της Αυγής µε ενδιαφέροντα άρθρα από τους Άκη Γαβριηλίδη και Γιώργο Φουρτούνη, µεταξύ άλλων. Αναµφισβήτητα, ο εθνικισµός είναι µια διάθεση ή καλύτερα µια διαθετικότητα, µε την έννοια της συγκρότησης ενός ετερογενούς δικτύου πρακτικών (που περιλαµβάνει την ιστορία, την πολιτική, το σχολείο, το στρατό, την εκκλησία κ.λπ.), πάνω στο οποίο ξετυλίγονται διάφορες στρατηγικές και παίζονται διάφορα παιχνίδια εξουσίας, ενώ το τελικό διακύβευµά του βρίσκεται σε συνθήκες ασταθούς ισορροπίας µεταξύ της κοινωνικής αποδοχής και της κοινωνικής απόρριψης. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι ο εθνικισµός µπορεί να χρησιµοποιηθεί (κι όχι µόνο κάτω από καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης µε τη στενή έννοια) σαν µια κοινωνική δραστηριότητα διαχείρισης του οικοδοµήµατος της εθνικής κυριαρχίας, αλλά και της ίδιας της πολιτείας, µέσω των θεσµών της ισότητας και της δηµοκρατικής συµµετοχής. Εποµένως, ο εθνικισµός έχει όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι, σαν διαθετικότητα, γεννά µια διακριτή µορφή υποκειµενικότητας, αυτής των εθνικιστικών υποκειµένων. Τι είναι όµως αυτό το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης, που συλλαµβάνει και παγιδεύει µέσα της η εθνικιστική διαθετικότητα; Η απάντηση βρίσκεται στους µυχιότερους δεσµούς της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης, που είναι οι πρωτογενείς δεσµοί συγγένειας, αίµατος, φυλής. Σαν τέτοιοι, οι κοινωνικοί δεσµοί, που υφαίνουν τον ιστό της εθνικής αλληλεγγύης κι οµοψυχίας, δεν είναι ούτε καλοί, ούτε κακοί. Γι’ αυτό, από µόνη της, αυτή καθεαυτή, η εθνικιστική υποκειµενικότητα δεν µπορεί να είναι ούτε καλή, ούτε κακή – εκτός βέβαια αν, από τη φύση της, εµπνέεται από ένα απόλυτο κι ακατανόµαστο µίσος για την εθνική ετερότητα.

Συνήθως, απλώς και µόνο, αποτελεί µια διαδικασία υποκειµενοποίησης, που αρθρώνεται µέσα από την ισορροπία τρόµου του συσχετισµού δυνάµεων στην ατέρµονη σύγκρουση µεταξύ της κοινωνικής φύσης της ανθρώπινης γυµνής ουσίας και της στρατηγικά σχεδιασµένης, χειραγωγηµένης και αλλοτριωµένης διαχείρισής της, στο πλαίσιο των ανταγωνισµών για τη νοµή της εξουσίας. Σαφέστατα, τότε, η εθνικιστική υποκειµενικότητα γίνεται κακή, όταν η διαχείριση της εθνικιστικής διαθετικότητας αποσκοπεί στην απόλυτη κυριάρχηση πάνω σε µορφές ασθενέστερης ή περισσότερο ανυπεράσπιστης γυµνής ζωής, στην οποία βιώνονται άλλοι, ξένοι προς τους πρώτους, κοινωνικοί δεσµοί αναφοράς και ταυτότητας, τους οποίους η αυταρχική εθνικιστική διάθεση θέλει και τείνει να περιορίζει ζωτικά ή να εξαλείφει ολοκληρωτικά. Εποµένως, το λογικά επακόλουθο ερώτηµα είναι πώς αντιµετωπίζεται µια τέτοια κακή ή αρνητική διαθετικότητα σαν τον εξουσιοκρατικό εθνικισµό, που υποδουλώνει την ουσιοκρατική κοινωνική υποκειµενικότητα µέσα σκοτεινά νερά της µισαλλοδοξίας και της αποστροφής του ανεπιθύµητου ξένου;

Ο Agamben δίνει µια απάντηση στο τελευταίο ερώτηµα µέσω µιας άλλης έννοιας, πάνω στην οποίαν έχει δουλέψει πρόσφατα, την έννοια της ‘βεβήλωσης’ (profanazione/profanation). Πρόκειται για µια τεχνική δικανική έννοια, που προέρχεται από τον Ρωµαϊκό νόµο, σύµφωνα µε τον οποίον “ιερά ή θρησκευτικά ήταν τα πράγµατα, που κατά κάποιο τρόπο ανήκαν στους θεούς [και] ως τέτοια δεν µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν ελεύθερα ... Ιερόσυλη ήταν κάθε πράξη, που παραβίαζε ή παρέβαινε αυτό το ειδικό καθεστώς της µη διαθεσιµότητάς τους ... Και αν ‘καθαγιάζω’ (sacrare) ήταν ο όρος που προσδιόριζε την έξοδο των πραγµάτων από τη σφαίρα του ανθρώπινου δικαίου, αντιστρόφως ‘βεβηλώνω’ (profane) σήµαινε την επαναπόδοσή τους στην ελεύθερη χρήση των ανθρώπων.” Με τον τρόπο αυτό, ο Agamben ορίζει τη θρησκεία σαν τη διαθετικότητα εκείνη, “που αποσπά αντικείµενα, τόπους, ζώα ή ανθρώπους από την κοινοχρηστία και τα µεταφέρει σε µια ξεχωριστή σφαίρα,” τη σφαίρα του ιερού. Κι ο “µηχανισµός, που επιφέρει και ρυθµίζει τη διάζευξη, είναι η θυσία,” η οποία συνίσταται από ένα σύνολο ενεργειών και κανόνων, που ρυθµίζουν τη µετάβαση, το πέρασµα, κάποιου πράγµατος από τη σφαίρα του βέβηλου στη σφαίρα του ιερού, αλλά, κι αντιστρόφως, τη µετάβαση από το ιερό στο βέβηλο. Διότι “ό,τι έχει ιερουργικώς διαχωριστεί µπορεί να αποδοθεί εκ νέου από το τελετουργικό στη σφαίρα του βέβηλου.”

“Πράγµατι,” συνεχίζει ο Agamben, “το πέρασµα από το ιερό στο βέβηλο µπορεί να συντελεστεί ακόµη και δια µέσου µιας εξ ολοκλήρου ανάρµοστης και άτοπης χρήσης (ή, καλύτερα, µιας νέας χρήσης) του ιερού. Πρόκειται για το παιχνίδι. Είναι γνωστό πώς η σφαίρα του ιερού και εκείνη του παιχνιδιού συνδέονται άρρηκτα µεταξύ τους. Το µεγαλύτερο µέρος των παιχνιδιών που γνωρίζουµε σήµερα προέρχεται από αρχαίες ιερές τελετές, από ιεροπραξίες και µαντικές πρακτικές, οι οποίες κάποτε ανήκαν στη θρησκευτική σφαίρα µε την ευρύτερη έννοια.” Με την έννοια αυτή, το παιχνίδι είναι ένα ωραίο και πολύ σηµαντικό παράδειγµα βεβήλωσης, διότι δηµιουργεί “µια νέα διάσταση της χρήσης, που µικρά παιδιά και φιλόσοφοι παραδίδουν στην ανθρωπότητα. Μια χρήση αυτής της µορφής πρέπει να είχε κατά νου ο Φραντς Κάφκα, όταν έγραφε στο ‘Νέο Δικηγόρο,’ πως το δίκαιο, που δεν εφαρµόζεται πλέον, αλλά µόνο µελετάται, είναι η πύλη της δικαιοσύνης. Όπως η religio, που δεν τηρείται, αλλά µεταφέρεται στο πεδίο του παιχνιδιού, διανοίγει την πύλη της χρήσης, έτσι οι δυνάµεις της οικονοµίας, του δικαίου και της πολιτικής, απενεργοποιηµένες στο παιχνίδι, µετατρέπονται στην πύλη µιας νέας ευδαιµονίας.”

Ο Walter Benjamin, µας λέει ο Agamben, έγραψε ένα απίστευτου κάλλους µικρό κείµενο, που δηµοσιεύτηκε µετά θάνατον, µε τον τίτλο Ο Καπιταλισµός ως Θρησκεία (Kapitalismus als Religion) – το οποίο σχετικά τελευταία (το 2002) το ανέλυσε µ’ έναν πολύ όµορφο τρόπο ο Werner Hamacher σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Diacritics. Ακολουθώντας λοιπόν τους στοχασµούς του Benjamin, ο Agamben φθάνει να ισχυριστεί “ότι ο καπιταλισµός, εξωθώντας στα άκρα µια τάση ήδη παρούσα στον χριστιανισµό, γενικεύει και απολυτοποιεί σε κάθε πεδίο τη δοµή της διάζευξης , που προσδιορίζει τη θρησκεία. Εκεί όπου η θρησκεία χάρασσε τη µετάβαση από το βέβηλο στο ιερό και από το ιερό στο βέβηλο, βρίσκεται τώρα µια µοναδική, πολύµορφη, ακατάπαυστη διαδικασία διάζευξης, που περιβάλλει κάθε πράγµα, κάθε τόπο, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, για να τη διαχωρίσει από τον εαυτό της και που αδιαφορεί παντελώς για την τοµή ιερό/βέβηλο, θεϊκό/ανθρώπινο. Στην ακραία µορφή της η καπιταλιστική θρησκεία πραγµατώνει την καθαρή µορφή της διάζευξης, καθώς δεν υπάρχει τίποτε πλέον που να επιδέχεται διαχωρισµό. Μια απόλυτη και δίχως περίσσευµα βεβήλωση ταυτίζεται τώρα µε µια εξίσου κενή και ολική καθιέρωση. Και όπως, στο εµπόρευµα, η διάζευξη είναι συµφυής στην ίδια τη µορφή του αντικειµένου, που διασπάται σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία και µεταµορφώνεται σε ένα ασύλληπτο φετίχ, έτσι και τώρα τα πάντα, ό,τι γίνεται, παράγεται ή βιώνεται – ακόµη και το ανθρώπινο σώµα και η σεξουαλικότητα και η γλώσσα – διαχωρίζονται από τον εαυτό τους και εκτοπίζονται σε µια διακριτή σφαίρα, η οποία δεν προσδιορίζει πλέον καµιά ουσιώδη διαίρεση και όπου κάθε χρήση καθίσταται διαρκώς ανέφικτη. Αυτή η σφαίρα είναι η κατανάλωση. Αν, όπως υπαινίχτηκαν κάποιοι, αποκαλέσουµε θέαµα την ακραία φάση του καπιταλισµού που ζούµε, όπου κάθε πράγµα εκτίθεται στον διαχωρισµό από τον εαυτό του, τότε θέαµα και κατανάλωση είναι οι δυο όψεις µιας και µοναδικής δυνατότητας χρήσης. Ό,τι δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί, ως τέτοιο, παραδίδεται στην κατανάλωση ή στη θεαµατική έκθεση. Αυτό όµως σηµαίνει πως η βεβήλωση έχει καταστεί ανέφικτη (ή, έστω, ότι απαιτεί κάποιες ειδικές διαδικασίες). Αν βεβηλώνω σηµαίνει αποδίδω εκ νέου στην κοινοχρηστία ό,τι είχε διαχωριστεί στη σφαίρα του ιερού, η καπιταλιστική θρησκεία στην ακραία φάση της αποσκοπεί στη δηµιουργία ενός απολύτως Αβεβήλωτου.”


6 σχόλια:

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

RD
Η "βεβηλωση" του Agamben ,θα μπορούσε να χρησιμοποιηθει ως νοηματικό εργαλείο αν θα θέλαμε να δούμε μερικές πρακτικές πλευρές της πολιτικής.
ΠΧ Η ανάλυση μορφών του "ακραίου" (π χ τρομοκρατία , λεηλασία ,σοκαριτιστικο τηλεθεαμα κλπ) νοούμενη ως διάσπαση των νοημάτων και των κοινωνικών μορφών σε αντίθεση με την κατα Ag "βεβήλωση" ως ανασύνθεση.
Τσαλαβουτωντας (ως συνήθως)εδω
http://leftliberalsynthesis.blogspot.com/2009/07/blog-post_13.html
εχουμε δει ενα τετοιο δίπολο (ακρότητα - βεβήλωση) ως εργαλείο για την κατανόηση της καθήλωσης που προκαλεί το ακραίο,απέναντι σε μια ζητούμενη αυθεντική ριζοσπαστικότητα (βεβήλωση)
Τελος εχουμε βρει στην σκεψη του Agamben μια σειρά από ιδέες που είναι πολύ πιο πρακτικές από οτι αφήνει να εννοηθεί ο πεσιμιστής αλλα διεισδυτικος GA.
Χαιρετώ

Αντωνης είπε...

Φίλε LLS, ευχαριστώ για το σχόλιο. Διάβασα την ανάρτησή σου με ενδιαφέρον. Το Βεβηλώσεις είναι το αγαπημένο μου βιβλίο του Agamben με τον οποίο κατά τα άλλα έχω ουσιώδεις πολιτικές διαφωνίες (κάποια στιγμή θα πρέπει να τελειώσω ένα εκτεταμένο κείμενο που έγραψα σχετικά πριν καμμιά τρία χρόνια).

Σε ό,τι αφορά την δική σου αντίστιξη ακρότητας και βεβήλωσης: μπορείς να ορίσεις κάπως ακριβέστερα πώς εννοείς τον πρώτο όρο; Ο δεύτερος είναι δεδομένος από το επιχείρημα του Αgamben και βέβαια, του Benjamin, μια και αυτός ήταν που πρώτος μίλησε για "βέβηλη έκλαμψη" (profane illumination) ως στόχο της ιδιόρρυθμης διαλεκτικής που ανέπτυξε ως προς την κουλτούρα της νεωτερικότητας.

Παρεμπιπτόντως, όταν έψαχνα για κάποια φωτο για το απόσπασμα του Μωυσή, 90% των εικόνων κάτω από το λήμμα "profanation" ήταν ναζιστικών σταυρών πάνω σε εβραϊκά μνήματα. Δεν είναι μόνο η απόλυτη και σκοτεινή ειρωνεία του γεγονότος αυτού (δεδομένων και των ιδιαίτερων ευαισθησιών του Agamben για το Ολοκαύτωμα και την εβραϊκή διανοητική παράδοση), είναι και ότι, στην περίπτωση αυτή, ο Agamben εμφανίζεται ως μάλλον ανεπαρκώς σκεπτικιστής παρά ως υπερβολικά τέτοιος.

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

RD
Δεν εχω ενα αυστηρο βιβλιογραφικό ορισμο της ακροτητας,αναφέρομαι κυρίως στην εμπειρία της τρομοκρατίας η της αλογης βίας.
Με ενδιαφέρον θα δω την κριτική σου στον GA.Μια ενδελεχή κριτική εχει κανει ο Negri στο "In the praise of commons".

Αντωνης είπε...

Ναι, βέβαια ο Νέγκρι είναι αρκετά κοντύτερα στον Agamben από ό,τι εγώ και η κριτική του είναι αρκετά milder.:-)

Θα σε ενημερώσω όταν τελειώσει το κείμενο. Παρεμπιπτόντως, ο φίλος Tim Brennan έχει γράψει μια devastating κριτική του Νέγκρι, "The Empire's New Clothes" στο Critical Inquiry. Μου λεγε πριν κάποια χρόνια ο Jameson ότι προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν να μην την βγάλει καθώς, με τα λόγια του, ο Negri είναι "σύντροφος" (και ο Hardt συνάδελφος του στο Duke, βέβαια).

Αξίζει πάντως τον κόπο εκείνο το κείμενο--ίσως η πληρέστερη κριτική στον Νέγκρι που έχω διαβάσει.

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

Rd
Αναμενω με χαρα τα περί GA
Εχω δει πληθος κριτικων για τον AN.Αδυνατώ να τις αξιολογήσω με την εννοια οτι ο Negri,τολμα να πειραματιστεί με έννοιες,συγκροτεί μια συνεκτική ιδιαίτερη θεωρία και επιμένει.Οι κριτικες που διαβάζω στην ουσία τον εγκαλούν για τον πειραματισμό του,περίπου τον "επαναφέρουν" στην τάξη.Την ίδια στιγμή που δεν βλέπουμε και πολλούς που να τολμούν κατι αντίστοιχο.
Για καποιο λόγο που δεν μπορω ακριβως να τεκμηριώσω ,νομίζω οτι το Project του εχει μέλλον.

Αντωνης είπε...

@LLS: Αξιοσέβαστο defense. Όντως, σε ό,τι αφορά προσωπικό θάρρος και εννοιολογική τόλμη, ο Negri είναι αξιοθαύμαστος (και αξιοζήλευτος).