Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Οι σκισμένες σελίδες

Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1977, σελίδα 84, υποσημείωση 2:

Όταν ξαναβγήκε το Επί τα Πρόσω [σημ.: αναρχο-σοσιαλιστική εφημερίδα που πρωτοκυκλοφόρησε στην Πάτρα το 1896] οι εκδότες του είχαν μεγάλες απενταρίες. Γράψανε λοιπόν στον Πύργο και ζητούσαν ψιλά. Στην Πάτρα δυο αδελφές εργάτριες-ράφτρες, που παίρναν τη μέρα 1.20, δήλωσαν πως κάθε Σαββατόβραδο θα δίνανε για τη συντήρηση της εφημερίδας 3.50 η καθεμιά. Στον Πύργο πάλι ο Πάνος Γιαννόπουλος ή Μαχαιράς μαζί με τον Μπατούνα πήγαν σ' ένα αριστοκρατικό καφενείο και βγάλανε μαντίλι για μια φτωχειά οικογένεια. Έτσι μάζεψαν 35 δραχμές (σπουδαίο ποσό για την εποχή εκείνη) και τις στείλανε στη σύνταξη του Επί τα Πρόσω. Οι παραπάνω εργάτριες, ύστερα από ένα χρόνο, πέθαναν και οι δυο φθισικές, ωστόσο όμως ίσαμε τα τελευταία τους δείχνανε παραδειγματική αφοσίωση στην ιδέα τους και με την προπαγάνδα τους προσπαθούσαν να ξυπνήσουν και τις άλλες εργάτριες.

Χωρίς όνομα, χωρίς προσωπική προϊστορία, χωρίς επεξήγησιμη πολιτική γενεαλογία, δυο φυματικές εργάτριες της Πάτρας που ξοδεύουν τον τελευταίο χρόνο της ζωής τους συντηρώντας μια από τις πρώτες αναρχο-σοσιαλιστικές εφημερίδες της χώρας, περισσότερα από εκατό χρόνια πριν.

Τα βιβλία μας είναι γεμάτα σκισμένες σελίδες, εδάφια που λείπουν, ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, ή μάλλον, που εμφανίζονται σαν ανεπίλυτα αινίγματα μιας ιστορικής Σφίγγας. Η ριζοσπαστική ιστοριογραφία δεν είναι ποτέ μόνο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη. Είναι αγώνας ενάντια στη λήθη για το γεγονός ότι η λήθη είναι ανεξάλειπτη, ότι δεν μπορεί να υπερκεραστεί  γιατί είναι μέρος των συνθηκών που δημιουργούν την υποτέλεια, δηλαδή την ταξική ιστορία ως τέτοια. Σ' αυτές τις πνιγμένες φωνές δεν μπορείς ποτέ να δώσεις ξεκάθαρο περιεχόμενο. Μπορείς μόνο να αποκαταστήσεις το ποσοστό αδιαφάνειάς τους, να τους επιστρέψεις το δικαίωμα να ζουν για πάντα στο μεταίχμιο του εκ των υστέρων κατανοητού, μισοβυθισμένες και μισοφανερές, επίμονες απαιτήσεις να ξεθαφτεί κάτι που δεν έχει όνομα και που δεν είναι θαμμένο πουθενά.

Για αυτούς τους άγνωστους προγόνους γράφει κανείς όταν μιλάει για ιστορία, μ' αυτούς υπογράφει μια μυστική συμφωνία, από αυτούς παραλαμβάνει μια κρυπτογραφημένη υπόσχεση, απ' τα μάτια τους βλέπει το μέλλον. Τι είναι το μέλλον; Εκεί που οι ράφτρες θα έχουν πάλι όνομα. Εκεί που θα ράβουν και θα ράβουν τις σκισμένες σελίδες με μια λαμπερή κόκκινη κλωστή.

Την ίδια στιγμή...



Ντοσιέ: Ζητήματα τάξης και ταξικών αναταραχών στην Ελλάδα. Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1342-49 (ολοκλήρωση)


Κεφάλαιο 4, “Η Επανάσταση των Ζηλωτών” (αποσπάσματα)

…Σ’ όλα τα μεγάλα αστικά κινήματα, που έγιναν πριν από τη Γαλλική Επανάσταση (κυρίως στη Δύση), πάντα η ένοπλη πάλη των τάξεων έπαιρνε μιαν άλλη εξωτερική μορφή (πολλές φορές θρησκευτική). Στο βάθος όμως, τα επαναστατικά αυτά κινήματα ήταν εξεγέρσεις ενάντια στην τότε κυρίαρχη τάξη (φεουδαρχία και κλήρο) και απόβλεπαν στην αλλαγή των μορφών της ιδιοκτησίας.

Στο Βυζάντιο όμως, μια που η παράδοση του αρχαίου ελληνικού κόσμου δεν έσβησε στα χρόνια του Μεσαίωνα και η θεολογία δεν αποξήρανε ολότελα την παράδοση της ελληνικής αρχαιότητας, δεν ήταν δυνατό με θρησκευτικό σύνθημα ν’ αρχίσει ο αγώνας ο επαναστατικός ενάντια στη φεουδαρχία.

Έτσι λοιπόν με σύνθημα: αγώνας για τον νόμιμο αυτοκράτορα, ξέσπασε από το τέλος του 1341 και κυρίως στα 1342 ένας εμφύλιος πόλεμος μέσα στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, που στο βάθος του ήταν αγώνας ταξικός.

…Εκεί όμως που ο εμφύλιος σπαραγμός πήρε ολοκάθαρη μορφή και κατέληξε σε μιαν αληθινή επανάσταση, ήταν η Σαλονίκη. Άμα μαθεύτηκε το πραξικόπημα του Καντακουζηνού, έκλεισε αμέσως το κάστρο της (αρχές του καλοκαιριού στα 1342). Οι Ζηλωτές τότες δεν χάνουν καιρό. Ξεσήκωσαν τις λαϊκές μάζες ενάντια στους ευγενείς. Τα πιο θαρρετά και έμπιστα στελέχη απ’ το Κόμμα τους, μ’ ένα σταυρό στο χέρι (παλιά συνήθεια των αρχόντων όταν παρουσάζονταν κανένας κίνδυνος στην πόλη), ήρθαν στην αγορά και κυρήξανε τον πόλεμο στους ευγενείς (αρχοντάδες) που ήταν υποστηρικτές του Καντακουζηνού….Η Σαλονίκη σε λίγο γίνεται ανάστατη. Δεν γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του. Η οχλοβοή κι η αντάρα μέσα στο κάστρο της έδιναν την όψη της επανάστασης, που έπιασε σαν την φωτιά που βρίσκει βοηθό τον αέρα για να απλώσει από χίλιες μεριές τις κόκκινες γλώσσες της. Οι ζηλωτές ήταν αποφασιστικοί. Ούτε δειλιάζουν ούτε υποχωρούν. “Και ξεσηκώνεται στο λεπτό εναντία τους (στους ευγενείς δηλαδή) ο δήμος και γίνεται μεγάλος σκοτωμός από αδελφοχτόνα όπλα μέσα στην πολυάνθρωπη και εύανδρη (Σαλονίκη).” Έτσι γράφει ο Γρηγοράς (ΧΙΙΙ. 2).

…Οι Ζηλωτές , για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας, ούτε κήρυξαν ούτε εφάρμοσαν την αρπαγή και την μοιρασιά. Το σύνθημά τους ήταν: Γκρέμισμα από την εξουσία των ευγενών και του Κλήρου. Γι’ αυτό και σχημάτισαν αμέσως δική τους κυβέρνηση, καταργώντας κάθε προνόμιο γραπτό και άγραφο που είχαν οι αρχοντάδες (ευγενείς). Είναι αλήθεια πως εφάρμοσαν δικτατορικά μέσα, μα στις τέτοιες επαναστατικές περιόδους η δικτατορία είναι το μόνο αποτελεσματικό όπλο στην επαναστατημένη τάξη. Εξάλλου, παρ’ όλη την επικράτησή τους, έβλεπαν πολύ καλά πως δεν τσακίστηκε ολότελα ούτε η εσωτερική, ούτε η εξωτερική αντίσταση κι’ αντίδραση της φεουδαρχίας. Αυτό δεν ήτανε εύκολο. Έπρεπε να περάσει καιρός για να οργανώσουν τις δυνάμεις τους και  να στερεώσουν το νέο καθεστώς τους.

Κεφάλαιο 5, “Η Κομμούνα” (αποσπάσματα)

…από τα 1345 που έγνε το νέο κίνημα των Ζηλωτών ως τα 1349, η εξουσία της Κομμούνας στερεώθηκε. Στο διάστημα αυτό η Σαλονίκη ήταν μια επαναστατική λαοκρατική δημοκρατία που δεν αναγνώριζε ούτε την κυριαρχία του Βυζαντίου ούτε το παλιό καθεστώς. Κάθε εξάρτηση από την Πόλη κι από το Παλάτι έπαψε. Η προδοσία του Απόκαυχου έδωκε στην επανάσταση ένα δυνατό σπρώξιμο προς τα αριστερά. Στα τέσσερα αυτά χρόνια, η Σαλονίκη οργανώνεται εσωτερικά με ολότελα νέους θεσμούς. Οι Ζηλωτές κόβουν κάθε τους δεσμό με την φεουδαρχία και οργανώνουν το πολίτευμα της Σαλονίκης επάνω σε νέες λαοκρατικές βάσεις, δηλαδή στα χρόνα αυτά οργανώνεται η πρώτη λαϊκή πολιτεία μέσα στη νεώτερη ιστορία [έμφαση Radical Desire]. Και από την άποψη αυτή έχει μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον το κίνημα των Ζηλωτών. Δυστυχώς μας λείπουν οι πηγές. Ως τα σήμερα δεν βρέθηκαν χειρόγραφα που να μας δίνουν από φιλική πηγή μια πλήρη ανάπτυξη του συστήματος των Ζηλωτών. Ό,τι έχει γραφτεί, γράφτηκε από εχθρούς τους.

…Ποιο ήταν όμως το νέο σύστημά τους; Ο Γρηγοράς γράφει:

Κι είχε την εξουσία ένα μπουλούκι, που πήρε το όνομα και λεγόντανε Ζηλωτές. Το σύστημα δε, με το οποίο διοικότανε η Σαλονίκη, δεν έμοιαζε με κανένα γνωστό πολίτευμα. Γιατί ούτε αριστοκρατικό ήτανε, σαν εκείνο που είχε βάλει τον παλιό καιρό ο Λυκούργος στους Σπαρτιάτες, ούτε δημοκρατικό, σαν κείνο που έβαλε ο Σόλωνας πρώτα στους Αθηναίους κ΄ύστερα το μεταρρύθμισεν ο Κλεισθένης, χωρίζοντάς τους σε δέκα φυλές, αντίς τέσσαρες που ήταν πριν. Μα ούτε (έμοαιζε) και σαν κείνο που έκρινε ταιριαχτό για τους Λοκρούς που λέγονται Επιζεφύριοι ο νομοθέτης Ζάλευκος, ούτε σαν κείνο που έβαλε στην Κατάνη της Σικελίας ο Χαρώνδας. Ούτε πάλι ήταν κάτι τι καινουργιότερο, φτιαγμένο από ανακάτωμα δυο ή και πιότερων άλλων (πολιτευμάτων) σαν κείνο που είχανε οι Κύπριοι, ούτε σαν κείνο που λεν πως (έφτιασε) ο δήμος στην παλιά Ρώμη, όντας επαναστάτησε και τα βαλε με τους υπατικούς (ευγενείς), μα ήταν μια οχλοκρατία πρωτόφαντη. Πολίτευμα τέτοιο που μόνο του μπορεί να ξεφυτρώσει, χωρίς να το σκεφθεί ο άνθρωπος. Δηλαδή, αφού μαζευτήκανε μερικοί θρασείς, πήρανε ετσιθελικά την εξουσία, παρασέρνοντας με δημαγωγίες τον όχλο της Σαλονίκης στο θέλημά τους κι’ αρπάζοντας τις περιουσίες από τους πλούσιους κ’ έτσι καλοπερνούσαν. Έβγαλαν δε διαταγές να μην υπακούσει ο λαός σε καμμιά προσταγή, ούτε στου Παλαιολόγου (σημ. του νόμιμου δηλαδή μονάρχη του Ιωάννη του 5ου) ούτε στου Καντακουζηνού, μα όλοι τους να χουν κανόνα στις πράξεις τους και ν’ αναγνωρίζουν για νόμο τις αποφάσεις αυτουνών (των Ζηλωτών) (Γρηγορά ΙΙ, 796).

Ο ίδιος λέει ακόμα πως οι Ζηλωτές κατάργησαν το σύστημα της αυτονομίας (αυτοδιοίκησης) της Σαλονίκης, καθώς και τους γραπτούς νόμους που έβαλαν οι έμπειροι σ’ αυτά τα πράγματα κι έφτιασαν νέα νομοθεσία.

Από τις παραπάνω “κατηγορίες” του Γρηγορά βγάζουμε τρία συμπεράσματα: α) Πως ύστερα από το γκρέμισμα των ευγενών από την εξουσία, οι Ζηλωτές συγκέντρωσαν όλη την εξουσία στα χέρια τους και διοίκησαν δικτατορικά β) Πως κατάργησαν την παλιά νομοθεσία και το παλιό διοικητικό σύστημα, δημιουργώντας νέους θεσμούς διοικητικούς που ανταποκρινότανε στη νέα κατάσταση και γ) Χτύπησαν κάθε πνευματική μορφή καταπίεσης.

…Δεν μπορούμε να πούμε πως το νέο καθεστώς, που επέβαλαν με την επανάστασή τους οι Ζηλωτές μέσα στη Σαλονίκη, ήταν μια καθαρή προλεταριακή κομμούνα. Στα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε ακόμα σχηματισμένο προλεταριάτο. Στην αρχή, την πρωτοβουλία στην επανάσταση την είχε η τρίτη (μέση) τάξη, δηλαδή η μπουρζουαζία της Σαλονίκης. Ο ρόλος μάλιστα της ναυτικής συντεχνίας στο κίνημα των Ζηλωτών είναι ολοφάνερος. Ωστόσο οι εργαζόμενες μάζες πήραν πολύ ενεργό μέρος στο επαναστατικό κίνημα των Ζηλωτών και του έδωκαν ολότελα κοινωνικό περιεχόμενο. Βέβαια οι απαιτήσεις που πρόβαλαν δεν είχαν ξεκαθαρισμένη κομμουνιστική μορφή. Ο βαθμός της κοινωνικής εξέλιξης στα χρόνια εκείνα δεν μπορούσε να δώσει στους Ζηλωτές ένα πρόγραμμα από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που να λύνουν ριζικά τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής τους. Αυτό ήταν πολύ πρόωρο. Με το επαναστατικό τους όμως ένστικτο οδηγήθηκαν στο να χτυπήσουν την φεουδαρχία κατακέφαλα, κι ως ένα σημείο άρχισαν να οργανώνουν το καθεστώς τους επάνω σε ισοπεδωτικές βάσεις. Γι’ αυτό, μια που το Κίνημα των Ζηλωτών δεν περιορίστηκε μέσα στα πλαίσια της αστικής επανάστασης, το αίτημα της ισότητας, που τον καιρό εκείνο ήταν σύνθημα της μπουρζουαζίας (που ο ρόλος της ήταν προοδευτικός), δεν εφαρμόστηκε από τους Ζηλωτές στενά, δηλαδή για λογαριασμό μόνο της αστικής τάξης, μα πολύ πλατειά: για όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις. Δεν ξέρουμε βέβαια τι ζυμώσεις έγιναν μέσα στην μπουρζουαζία της Σαλονίκης ύστερα από την πρώτη επανάστασή της (1342). Από τα μέτρα όμως που εφάρμοσαν οι Ζηλωτές βγαίνει το συμπέρασμα πως η επανάσταση πήρε αριστερή κατεύθυνση και διαμορφώθηκε σε κίνημα της εργαζόμενης φτωχολογιάς.

Οι Ζηλωτές, το επαναστατικό αυτό κόμμα της Σαλονίκης, αν και πρωτοοργανώθηκε από την σαλονικιώτικη μπουρζουαζία, μέσα στην αιματηρή πάλη με τη φεουδαρχία κράτησε ολότελα επαναστατική τακτική, γιατί επηρεάστηκε από τις καθ’ αυτό μάζες, που όπως είπαμε είχαν, απ’ αφορμή τις τότε ειδικές συνθήκες μέσα στη Σαλονίκη, επαναστατική ψυχολογία και επεδίωκαν γενικότερες κοινωνικές μεταβολές.

…Είναι αλήθεια πως στα τελευταία χρόνια (1347-49) η Κομμούνα, απομονωμένη και αποκλεισμένη από ξηρά και θάλασσα, περνούσε άσχημες μέρες. Η φτώχια μεγάλωσε και μια γενική ανεργία επικρατούσε. Δεν υπήρχε καμμιά οικονομική κίνηση. Ούτε εμπόριο ούτε βιομηχανία. Ο Μετοχίτης, μ’ ένα του κρυφό γράμμα στον Καντακουζηνό, του έγραψε όλα τα καθέκαστα και τον προσκαλούσε να στείλει στρατό και στόλο να χτυπήσει τη Σαλονίκη. Ο ίδιος τα κατάφερε μάλιστα να διασπάσει τη ναυτική συντεχνία. Ο Καντακουζηνός όμως, για να ναι πιο σίγουρος, ζήτησε τη βοήθεια του Ουρχάν. Σε λίγο, με αρχηγό τον Σουλεϊμάν, ήρθαν 20 χιλιάδες Τούρκοι απ’εξω απ’ τη Σαλονίκη.

…οι Ζηλωτές ξαναπήραν θάρρος και για μια στιγμή επικράτησαν πάλι, μα όταν έφτασαν οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να βαστάξουν, γιατί χτυπήθηκαν κι απέξω κι από μέσα από το κάστρο. Έτσι έπεσε η Κομμούνα. Όσοι δεν πρόφθασαν από τους Ζηλωτές να φύγουν σφαχτήκανε. Η τρομοκρατία τώρα των ευγενών αντικατέστησε την τρομοκρατία της Κομμούνας.

Η Σαλονίκη για μέρες βουτήχτηκε στο αίμα και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο “νόμιμος” μητροπολίτης της, βγάζει λόγους στις εκκλησίες για την ειρήνη και την ομόνοια των πολιτών, εξορκίζοντας τους δαίμονες (τους Ζηλωτές) και το κακοποιό τους έργο. Φτιάχνει μάλιστα μια προσευχή και παρακαλεί το Θεό να βοηθήσει ώστε στο μέλλον να βασιλέψει η κοινωνική αρμονία στη Σαλονίκη και οι λαϊκές μάζες, με έργο και με λόγο, να υπακούουν και να σέβονται τους “θειοτάτους Βασιλείς”, που τους εδικαίωσε (ο Θεός) να βασιλεύουν επάνω στη γης.



Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Ζητήματα τάξης και ταξικών αναταραχών στην Ελλάδα. Η κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1342-49 (πρώτο μέρος)

Γιάννης Κορδάτος, Η κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1342-1349.

Αρχ. Εκδ. 1928. Αθήνα, Εκδόσεις Συλλογή, 2009.

Κεφάλαιο 3, “Η Πάλη των τάξεων και η οικονομική εξέλιξη της Σαλονίκης” (αποσπάσματα)*

*Σημ. Έχω "εκσυγχρονίσει" την ορθογραφία του κειμένου στη βάση της σημερινής κοινής νεοελληνικής.

…Όπως και στις άλλες πόλεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, έτσι και στη Σαλονίκη, από τη μια μεριά υπήρχανε οι άρχοντες κι ο κλήρος κι από την άλλη η φτωχολογιά (το κοινόν, οι πένητες, ο συρφετώδης όχλος, η άσημος μερίς, οι ευτελείς, ο δήμος). Οι μέσοι, η νέα τάξη (αστοί) που σχηματιζότανε, ακόμα δεν είχε πάρει ως τον 13ο αιώνα ξεχωριστή οντότητα. Γι’ αυτό δεν γίνεται διάκριση φτωχολογιάς και αστών. Καθένας που δεν ήταν άρχοντας (ευγενής) ανήκε στην άσημη μερίδα, το κοινόν, δηλαδή στον όχλο, στους πένητες. Άλλος ταξικός διαχωρισμός δεν υπήρχε. Από τον 13ο αιώνα και δώθε οι μέσοι αναφέρονται από μερικούς χρονογράφους και ιστοριογράφους σαν ξεχωριστή κοινωνική τάξη. Οι περισσότεροι όμως ιστορικοί παίρνοντας για βάση την ευγένεια εξακολουθούν και στον 14ο αιώνα να ξεχωρίζουν δύο μόνο κοινωνικές τάξεις: τους άρχοντες και τους πένητες.

…Αυτή ήταν η αιτία που η μέση τάξη που άρχιζε να παίζει από τον ενδέκατο αιώνα σοβαρό κοινωνικοοικονομικό ρόλο μέσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, δε λογαριαζόταν για ξεχωριστή τάξη. Όταν έλεγαν το κοινόν, ο δήμος, εννοούσαν όχι μόνο τη φτωχολογιά, τους καθαυτό φτωχούς, τους κοινωνικούς απόκληρους, μα και τους αστούς, τη μέση τάξη. …Οι αντιθέσεις που υπήρχανε ανάμεσα αστών και προελταρίων δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα σε ταξική πάλη. Ο αγώνας ήταν κοινός ενάντια στον κοινό εχθρό, την κυρίαρχη τάξη: τη Φεουδαρχία (άρχοντες και κλήρο).

…Το είπαμε και πιο μπροστά πως από νωρίς στη Σαλονίκη με την μελέτη της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού αρχίζουν να καλλιεργούνται οι ανθρωπιστικές ιδέες. …Η εκκλησιαστική φιλολογία σιγά σιγά παραμερίζεται και αρχίζει η τάση να ρετουσαριστεί με την γνώση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Έτσι η Σαλονίκη έγινε, σαν να πούμε, από πνευματική άποψη, αι Αθήναι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα χρόνια αυτά. Όσο δε οι μεταβολές στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων γινόταν αισθητότερες, τόσο αναπτυσσόταν μια φιλολογία που κι’ αν δεν είχε ακόμα την τόλμη φανερά να κριτικάρει τα θεολογικά δόγματα, ωστόσο όμως με το πρόσχημα του ξαναγυρισμού στον Πλάτωνα έριχνε το σπόρο της δυσπιστίας και της αμφιβολίας ενάντια στην επίσημη θεολογική κοσμοθεωρία.

…Οι εξωτερικές όμως επιδρομές των Λατίνων (σταυροφόρων), των Σλάβων και των Τούρκων τελευταία, στμάτησαν την πνευματική αυτή εξέλιξη.

Από τις αρχές μάλιστα του 14ου αιώνα η Σαλονίκη περιστοιχίζεται από εχθρούς, ενώ όλη η αυτοκρατορία κλονίζεται συθέμελεα και τρίζει όλο της το οικοδόμημα.

Στην εποχή αυτή ένας μεγάλος θρησκευτικός καυγάς ξεσπάει μέσα στη Σαλονίκη απ’ αφορμή μιας θεολογικής συζήτησης που είναι γνωστή με το όνομα: αίρεση των Ησυχαστών.

Οι ησυχαστές ήταν καλόγεροι αντιδραστικοί και μ’ αρχηγό τον Γρηγόριο Παλαμά εκήρυχναν τον ασκητισμό και την μυστικοπάθεια. …Ο πνευματικός αυτός μυστικισμός από τη μία μεριά ερχόταν σαν αντίδραση ενάντια στην ερευνητική κίνηση που άρχισε με τη σπουδή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και, από την άλλη, ήταν η φιλοσοφική απολογία του τεμπέλικου και χαύνου καλογερισμού. Στο αντιδραστικό αυτό κήρυγμα των ησυχαστών εξεγέρθηκαν όλοι οι ελευθερόφρονες θεολόγοι και πρώτ’ απ’ όλους ο καλόγερος Βαρλαάμ που ήταν όχι μοναχά από τους πρώτους διανοούμενους της εποχής του μα είχε και γερή φιλοσοφική μόρφωση. …Έτσι έγινε το ζήτημα της ημέρας ο θεολογικός αυτός καυγάς μέσα σ’ όλην την αυτοκρατορία. Το Πατριαρχείο, όπως ήταν επόμενο, αναγνώρισε για ορθόδοξη τη διδασκαλία των Ησυχαστών και καταδίωξε τους βαρλααμίτες και τον αρχηγό τους για αιρετικούς. Η πάλη αυτή ήταν το πρώτο φανέρωμα της κοινωνικής αντίθεης που υπήρχε ανάμεσα στη φεουδαρχία και τη νέα τάξη, την αστική, που είχε μαζί της και τα λαϊκά στρώματα. Όσο κι αν ο αγώνας αυτός φαινότανε σαν ένας μεγάλος καλογερικός καυγάς, στο βάθος του είχε άλλες αιτίες. Και ως ένα σημείο αντικαθρέπτιζε ταξικές κοινωνικές διαφορές.

…Από τις αρχές όμως του 14ου αιώνα μέσα στη Σαλονίκη άρχισε και μια άλλη πάλη με μορφή ολότελα πολιτική. Η καινούργια τάξη αν και είχε από οικονομική άποψη ανέβει, ωστόσο όμως ήταν μια τάξη υποδουλωμένη. Οι αρχόντοι κρατούσαν την εξουσία στα χέρια τους. Αυτοί διοικούσαν τη Σαλονίκη ή καλύτερα το θέμα της Σαλονίκης. Φόρους δεν επλήρωναν. Καμμία προσωπική εργασία δεν έκαναν…

Οι αστοί της Σαλονίκης, έμποροι και βιομήχανοι, όχι μοναχά δεν έπαιρναν μέρος στη διοίκηση και δεν είχαν καμμία πολιτική πρωτοβουλία, μα κ’ έβρισκαν ένα σωρό εμπόδια στην οικονομική τους εξέλιξη. Οι λογής λογής φεουδαρχικοί περιρισμοί δεν άφηναν ελεύθερη την οργάνωση του εμπορίου και της βιομηχανίας. Οι τοπικοί φόροι ήταν βαρείς και ο έμπορας ταξιδεύοντας από επαρχία σε επαρχία ήταν αναγκασμένος να πληρώνει φόρους στους τοπικούς φεουδάρχες.

Στη Σαλονίκη ωστόσο προς το τέλος του 13ου αιώνα είχε συγκεντρωθεί αρκετός πλούτος. Από τη μια μεριά μια φούχτα ευγενών, καμμιά πενηνταριά αρχοντικές οικογένειες, έκαναν ό,τι ήθελαν κ’ είχαν πάρει στην κατοχή τους, μαζί με τον κλήρο, όλη την αστική και αγροτική κτηματική περιουσία. Από την άλλη μεριά οι έμποροι και βιομήχανοι είχαν αποκτήσει ταξική συνείδηση. Κ’ έτσι άρχισε φανερά πια η πάλη. Η νέα τάξη, τα πιο προχωρημένα στοιχεία της, είχαν σχηματίσει και ξεχωριστό πολιτικό οργανισμό, κόμμα δικό τους: το κόμμα των Ζηλωτών. Έτσι λεγότανε η πολιτική οργάνωση της νέας (αστικής) τάξης. Το όνομα “ζηλωτής” ήταν γνωστό μάλλον από τη Νέα Διαθήκη. Οι Ζηλωτές λοιπόν ήταν το Κόμμα που αγωνιζόταν με ζήλο για τα δίκαια της φτωχολογιάς. Στην περίοδο αυτή, η αστική τάξη της Σαλονίκης (και στη Δύση στην πρώτη περίοδο των αστικών κινημάτων, η μπουρζουαζία παρουσιάστηκε σαν εκπρόσωπος όλων των τάξεων της κοινωνίας που υπόφεραν) είχε γενικότερο και πλατύτερο κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα. Αντιπροσώπευε όχι μοναχά τα δικά της συμφέροντα μα και τα συμφέροντα όλου του εργαζόμενου λαού. Οι Ζηλωτές στα συνθήματά τους ζητούσαν πολιτικά δικαιώματα για όλο το “λαό” και δίκαιο μοίρασμα του κοινωνικού πλούτου. Η αστική τάξη, ή καλύτερα τα πιο μαχητικά και προχωρημένα στοιχεία της, οι Ζηλωτές, ήταν η πρωτοπορία της αντιφεουδαρχικής πάλης. Δεν πρέπει δε να ξεχνούμε πως μέσα στη Σαλονίκη υπήρχανε μεγάλες λαϊκές μάζες που εργάζονταν στα εργαστήρια και στο λιμάνι.

Το κόμμα λοιπόν των Ζηλωτών ήταν ένα επαναστατικό κόμμα. Ζητούσε όχι μοναχά πολιτικές ελευθερίες μα και κοινωνικοοικονομικές μεταρρυθμίσεις. Κι ακόμα, όπως θα ιούμε παρακάτω, είχε ολότελα φιλελεύθερες αντιλήψες για τα θρησκευτικά ζητήματα και ήταν εχθρικό στον καλογερισμό και την παπαδοκρατία. Με μια λέξη ήταν (για την εποχή του) ένα επαναστατικό δημοκρατικό κόμμα.

Για αυτό και στην πάλη ησυχαστών και βαρλααμιτών πήρε φανερά το μέρος των βαρλααμιτών και πολέμησε τους ησυχαστές όσο μπορούσε.

…Από την εποχή της σερβικής στρατιωτικής επιδρομής το λιμάνι της Σαλονίκης νεκρώνεται. Οι δρόμοι με την άλλη Βαλκανική και με την Πόλη είναι φραγμένοι. Η Μακεδονία δεν στέλνει πια τα προϊόντα της στη Σαλονίκη και ούτε η αγορά της είναι παμβαλκανική αγορά. Από την άλλη μεριά οι στρατιωτικές επιδρομές στη Μακεδονία γεμίζουν με πρόσφυγες τη Σαλονίκη. Κάτω απ’ τις συνθήκες αυτές ήταν επόμενο να ξεσπάσει μια μεγάλη οικονομική κρίση. Η αναδουλειά μέρα με τη ημέρα μεγάλωνε, το χρήμα σπάνιζε και η φτώχεια άπλωνε παντού τις μαύρες φτερούγες της. Παράλληλα η εγκληματικότητα αύξαινε και οι κλεψιές και οι ληστείες γενικεύονταν. …Οι άρχοντες μέσα στην κοινωνική αυτή αθλιότητα βρήκαν την ευκαιρία να κάνουν την τύχη τους, γδύνοντας το λαό με την τοκογλυφία….Οι τοκογλύφοι, δηλαδή η κυρίαρχη τάξη των Δυνατών, εξακολουθούσαν με όλη τη σκληράδα και την απληστία που μπορεί να φαντασθεί κανένας, τη δουλειά τους.

Έτσι, το μίσος της λαϊκής μάζας ενάντια στους άρχοντες και στους καλόγερους είχε φτάσει στο απροχώρητο. Η πάλη των τάξεων τώρα είχε πάρει ολοκάθαρη μορφή. Το κόμμα των Ζηλωτών είχε μαζί του τις πλατειές μάζες του λαού, όλη τη φτωχολογιά.

…Εδώ όμως πρέπει να προσθέσουμε πως η πάλη των τάξεων σχεδόν σ’ όλη την αυτοκρατορία προπάντων όμως στη Μακεδονία και Θράκη, είχε φτάσει στο σημείο να γίνονται συγκρούσεις στους δρόμους. Ο Καντακουζηνός (ΙΙΙ. 28) μας πληροφορεί πως στην Ανδριανούπολη, Φερές, Ποτίδαια, ο “όχλος” είχε ξεσηκωθεί ενάντια στους άρχοντες και με στασιαστικά μέσα ζητούσε να διευθύνει αυτός τα κοινά. …ο Πατριάρχης Φιλόθεος λέει, πως στην Ηράκλεια ο δήμος βρίσκονταν σε επαναστατική εξέγερση ενάντια στους άρχοντες.

Η ταξική λοιπόν πάλη είχει πάρει γενικότερο χαρακτήρα. Η φεουδαρχία που έβλεπε το “καθεστώς” της να τρίζει ήθελε να γκρεμίσει τη δυναστεία των Παλαιολόγων από το θρόνο. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε δαύτη.

Ήθελε τον αυτοκράτορα να' χει “πυγμή”. Ζητούσε το Δικτάτορα που θα χτυπούσε αλύπητα και θ’ έπνιγε στο αίμα τις λαϊκές εγεγέρσεις. Έβλεπε πως η καινούργια τάξη ολοένα σήκωνε κεφάλι κ’ είχε μαζί της τους δουλοπάροικους των χωριών και την εργατιά των πόλεων. Κ’ ένιωθε πως η τάξη αυτή ήταν μια επαναστατική τάξη, για αυτό για να προλάβει τον κίνδυνο άρχισε να συνομωτεί και να ζητάει να βρει τον “κατάλληλο” αυτοκράτορα. Ο Ανδρόνικος της φαινότανε πολύ μαλακός Μονάρχης. Δεν ήταν ο άνθρωπος των περιστάσεων.

Η οικονομική κρίση είχε τον αντίκτυπό της όχι μόνο μέσα στις μεγάλες πόλεις, αλλά και στην πρωτεύουσα. Η άνοδος πάλι της αστικής τάξης όλο και επηρέαζε την πολιτική ζωή και στην Κων/λη και στο Πατριαρχείο γίνονταν ζυμώσεις που δημιουργούσαν τις ανάλογες ιδεολογικές συνθήκες για γενικότερες πολιτικές μεταβολές. Έτσι, οι αυτοκράτορες ήταν αναγκασμένοι να ρυμουλκούνται πότε με τους φεουδάρχες και πότε από τους αστούς.




Ντοσιέ: Ζητήματα τάξης και ταξικών αναταραχών στην Ελλάδα. Μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις


Σε ό,τι αφορά στον ιστορικό αναστοχασμό, τα γεγονότα του Δκέμβρη του 2008--η ένταση, το χρονικό μήκος και το γεωγραφικό εύρος μιας σειράς από συγκρούσεις πολιτών με το κράτος και την αστυνομία-- μας έφεραν αντιμέτωπους, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, με αυτό που ο Walter Benjamin, στις "Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας", περιέγραψε ως το καθήκον μιας υλιστικής θεώρησης της ιστορίας. Όπως είναι γνωστό, στο τελευταίο αυτό σημαντικό κείμενο της ζωής του, ο Benjamin επιχείρησε μια διάκριση μεταξύ του αστικού ιστορικισμού και του επαναστατικού ιστορικού υλισμού στη βάση της πρόταξης του ρηγματικού, αποσπασματικού και θραυσματικού χαρακτήρα του δεύτερου, της θέλησής του όχι "να διηγηθεί το παρελθόν όπως ήταν", όχι να υποτάξει την ετερογένεια του αρχείου στην ιστοριογραφική ρητορική της συνοχής και της "προόδου", αλλά να αδράξει τα ξεχασμένα, πολιτικά αναπρεπτικά θραύσματα του παρελθόντος "σε μια στιγμή κινδύνου."

Στην ουσία, οι αντιδράσεις στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη δεν έκαναν άλλο από το να φέρουν στο προσκήνιο, για μία ακόμη φορά, μια από τις ανεπίλυτες απορίες της θεωρητικής επεξεργασίας της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας. Διότι βέβαια η ταυτόχρονη διαπίστωση του ευάλωττου της ελληνικής κοινωνίας στις εκρήξεις συλλογικής βίας και του πολιτικά ανερμάτιστου και ασαφούς χαρακτήρα τέτοιου είδους συγκυριών δεν αποτελεί παρά μια μορφή αναδιατύπωσης του παλιού και βασικού αινίγματος της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας: στα γενικά της περιγράμματα, πρόκειται αφενός για μια ιστορία κάθε άλλο παρά εξειρηνευμένη, αποπολιτικοποιημένη ή πολιτικά "ομαλή"--μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα διεξάγει ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου. Είναι μια από τις ελάχιστες με τόσο έντονη και συντεταγμένη αντιστασιακή δράση κατά του φασισμού, και όχι βέβαια μόνον από την κομμουνιστική αριστερά. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης χαιρετίζονται ως οι δράστες της μοναδικής εξέγερσης σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και χαρακτηρίζονται από διεθνείς πηγές ως οι πλέον πολιτικοποιημένοι και ανυπότακτοι Εβραίοι της Ευρώπης. Η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης κατά το 1920 περιγράφεται (από τον Άγι Στίνα) ως η πιο προχωρημένη στην Ευρώπη. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως το 1949, η Ελλάδα βιώνει την ραγδαία εξάπλωση των ιδεών του κομμουνισμού και του αναρχισμού μέσω εντύπων, φυλλαδίων και βιβλίων, την δολοφονία μονάρχη από αναρχικό με θητεία στις Η.Π.Α, την αγροτική εξέγερση στο Κιλελέρ, την μαζική αυτοοργάνωση ένοπλου αγώνα κατά των Γερμανών ναζί, και τον εμφύλιο ανάμεσα όχι μόνο στους "εθνικόφρονες" και τους κομμουνιστές αλλά και μέσα στην ευρύτερη αριστερά τροτσκιστών, αναρχικών, αναρχοσυνδικαλιστών και κομμουνιστών διαφωνούντων με την πολιτική ενός ΚΚΕ συμβιβασμένου με την σταλινική realpolitik. Η εικόνα μιας Ελλάδας άνευρης και αποπολιτικοποιημένης, μιας Ελλάδας σε πολιτικό λήθαργο, δεν είναι απλώς υπερβολική όταν η ιστορία της χώρας εξεταστεί σε συγκριτικά ευρωπαϊκά πλαίσια (με δεδομένο βέβαια τον λίγο-πολύ πανευρωπαϊκό χαρακτήρα της περιόδου σχετικής αποπολιτικοποίησης στην περίοδο 1980-2007). Είναι βαθύτατα παραπλανητική, τόσο που να κάνει κάποιον να υποπτεύεται ότι αντί να περιγράφει μια παρατεταμένη ύπνωση, μάλλον επιχειρεί να την προκαλέσει δια της υποβολής.

Και από την άλλη πλευρά, από τα πρώιμα κείμενα του Γιάννη Κορδάτου στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση κατά τη δεκαετία του 20 ως την εισαγωγή του Παναγιώτη Κονδύλη στην Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, οι κοινωνιολογικές και οικονομολογικές αναλύσεις της ταξικής σύστασης και συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας διαπιστώνουν την ουσιαστική έλλειψη καθαρών ταξικών διαστρωματώσεων, τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου (κυρίαρχα εμπορικού, μεταπρατικού και παρασιτικού), την δυσανεξία της οικονομικής παραγωγικότητας, την προσωπολατρεία που μαστίζει τις υπάρχουσες μορφές πολιτικοποίησης, την ασθενικότητα και υποτέλεια μεγάλου κομματιού της δημόσιας σφαίρας σε παγιωμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, την οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό, την απουσία ευρύτερης ταξικής αλληλεγγύης, τον συντεχνιακό χαρακτήρα των κοινωνικών αιτημάτων.

Το παράδοξο λοιπόν--και είναι το ίδιο παράδοξο που έφερε πίσω στο προσκήνιο ο περασμένος Δεκέμβρης--μπορεί να εκφραστεί με την φόρμουλα: υπερπολιτικοποίηση/ιδεολογική υπανάπτυξη, ή υπερσυγκέντρωση πολιτικής συνείδησης/συγκριτική ένδεια ξεκάθαρων εναλλακτικών πολιτικών κατευθύνσεων. Με απλούστερα λόγια, αυτό που προκύπτει, τόσο από τις πιο πρώιμες εγχώριες αναλύσεις όσο και από τις πρόσφατες συζητήσεις είναι η εικόνα μιας χώρας ταυτόχρονα βαθιά και επιδερμικά πολιτικοποιημένης, ταξικά συγκρουσιακής και όμως εγκλωβισμένης σε ένα επί μακρόν αδιαφοροποίητο ή ελάχιστα διαφοροποιημένο ταξικό σύστημα, εντυπωσιακά προχωρημένης και καταθλιπτικά οπισθοδρομικής σε ό,τι αφορά τον βαθμό στον οποίο έχει αφομοιώσει και διδαχθεί από την πολιτική κουλτούρα της αστικής νεωτερικότητας από τον διαφωτισμό και μετά.

Επιπλέον, οι αντιφάσεις αυτές έχουν βρει έκφραση στον ίδιο τo λόγο των δύο κυρίαρχων ιστοριογραφικών και θεωρητικών ρεύματα της εγχώριας αριστεράς, δηλαδή το κομμουνιστικό και το αναρχικό. Έτσι, τα πολύτιμα γραπτά του Γιάννη Κορδάτου--στα οποία το Radical Desire προτίθεται να αφιερώσει χώρο και χρόνο--μαρτυρούν από νωρίς, δηλαδή ήδη από τη δεκαετία του 20, τα σημάδια ενός επιδερμικά λενινιστικού κανονικισμού: το εργατικό κίνημα της εποχής δεν έχει ακόμη την ταξική οργάνωση που θα έπρεπε, δεν έχει ακόμη την απαραίτητη ωριμότητα, απομένουν σημαντικές αναδιαμορφώσεις του για να αποτελέσει επαναστατικό υποκείμενο, το αγροτικό κίνημα είναι ιστορικά οπισθοδρομικό σε χαρακτήρα και πρέπει να πειθαρχήσει στη λογική της ιστορίας που το θέλει απλό αρωγό του προλεταριάτου, κλπ. Η ακατάπαυστη αναζήτηση του "ορθά" διαμορφωμένου ταξικού υποκειμένου οδήγησε την εγχώρια μαρξιστική ανάλυση επανειλημμένα σε αυτό που ο άγγλος μαρξιστής ιστορικός E.P. Thompson θα περιέγραφε (στην Δημιουργία της Αγγλικής Εργατικής Τάξης) ως "συγκαταβατικότητα της υστεροφημίας" (condescension of posterity), δηλαδή στην άρνηση αποδοχής του παρελθόντος με τους δικούς του, αντιφατικούς αλλά και εγγενείς όρους, στην τάση να προβάλλεται επάνω του η ψευδο-επιστημονική "κανονικότητα" ενός "ιστορικού υλισμού" για τον οποίο οι υπαρκτοί αγώνες είναι διηνεκώς πρώιμοι, ανώριμοι, προφητικοί του μέλλοντος, κλπ. Από αυτή την τάση (την οποία ο Κορδάτος, προς μεγάλη του τιμή, αντιμάχεται όσο και αν αυτή η εσωτερική διαμάχη τον οδηγεί σε εντυπωσιακές αντιφάσεις), στην μεταμόρφωση του Κ.Κ. σε κόμμα που νομιμοποιεί την τάξη, κόμμα του οποίου θεωρητικό καθήκον είναι να μας διαβεβαιώσει ότι οι ώριμα επαναστατικές συνθήκες είναι αυτές που δεν έρχονται ποτέ, ο δρόμος είναι ιδιαίτερα βραχύς. Η μεθοδολογική κριτική που ασκείται από την σχολή της μελέτης της υποτέλειας (Ranajit Guha, Gayatri Spivak, Gyan Prakash, Dipesh Chakrabarty, κλπ), αλλά και από τον μαοϊσμό  του 60 (και γενικότερα από ριζοσπαστικά κινήματα σε χώρες με ελλιπή εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη της αστικής τάξης) σε αυτού του είδους την κανονιστική εμμονή με την "ορθή" πορεία της ιστορίας των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών είναι  νομίζω, ιδιαίτερα σημαντική για τα εγχώρια πεπραγμένα.

Από την άλλη πλευρά, ο "θετικός" πόλος των πιο πάνω διπόλων, η έμφαση δηλαδή στην εκρηκτική πολιτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, στον ιδιαίτερα αναπτυγμένο βαθμό της κοινωνικής ανυπακοής, εξεγερσιακότητας ή συγκρουσιακότητας, αποτελεί ίδιον της ιστοριογραφίας και πολιτικής θεωρίας που έχει επηρεαστεί από την μία ή την άλλη εκδοχή αναρχισμού και αναρχοσυνδικαλισμού. Στον αντίποδα ενός δογματικού μαρξισμού που είναι καταδικασμένος να μην βρίσκει ποτέ αρκούντως "ώριμες" συνθήκες για ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα, ο ιστοριογραφικός και θεωρητικός αναρχισμός που ανθίζει στη χώρα μας τις βρίσκει παντού, κάθε στιγμή, στο κάθε τι. Την μεταφυσική της "λογικής της ιστορίας" και τη φετιχοποίηση της κατηγορικής "καθαρότητας" αντικαθιστά η υποστασιοποίηση του αυθορμητισμού και της "αδιαμεσολάβητης" πράξης. Αν η πρώτη οπτική λοιπόν μας παρέδωσε ένα πολύτιμο αρχείο καταγράφοντας μια σειρά εγχώριων κοινωνικών αναταραχών αλλά ταυτόχρονα του στέρησε οποιαδήποτε αξία πέραν αυτής του "προδρόμου" μιας "αυθεντικά" κομμουνιστικής επανάστασης που δεν ήρθε ποτέ (και που είναι απίθανο να έρθει ποτέ με τους όρους του 1920), η δεύτερη μας τυφλώνει σε όλα όσα αφορούν στην ανεπάρκεια του αυθορμητισμού και του βολονταρισμού για την συλλογική βιωσιμότητα της επαναστατικής διαδικασίας. Αν ο δογματικός μαρξιστής ξοδεύει τη ζωή του προετοιμαζόμενος για ένα κοσμοϊστορικό συμβάν που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ με τα κριτήρια που ο ίδιος έχει θέσει ως αναγκαία, ο άκριτος αντιεξουσιαστής την ξοδεύει εφευρίσκοντας συμβάντα παντού. Ρήξεις που προήλθαν με μεγάλες θυσίες και κάτω από κατ΄εξαίρεση ευνοϊκές συνθήκες εντάσσονται σε μια ροή "συμβαντικότητας" τόσο ομοιογενοποιημένη  και διαχεόμενη ώστε τελικά να χάνουν κάθε πρόσβαση στην απτή ιστορικότητα και κάθε δυνατότητα στιβαρής θεώρησης των συμφραζομένων τους.

Στην ουσία, η επανεξέταση του παρελθόντος των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων εντός του ελλαδικού χώρου δεν έχει κάποια επιλογή που να είναι αμιγώς ξεχωριστή από τις δύο προαναφερθείσες--όχι, τουλάχιστον, αν θέλει να παραμείνει στρατευμένη στην αριστερά. Έξω από την μαρξιστική και την αναρχική οπτική υπάρχει μόνο η φιλελεύθερη, για την οποία ο απώτερος στόχος του ιστορικού πάσχειν είναι πάντα η βελτιστοποίηση της οικονομικής  παραγωγικότητας και του συστημικού ορθολογισμού. Ο δρόμος λοιπόν δεν μπορεί να είναι ούτε η υιοθέτηση ενός δογματικού  κανονικισμού ή ενός εκστατικού βολονταρισμού ούτε η απόρριψή τους για χάρη μιας "επιστημονικότερης" ή "νηφαλιότερης" μεθόδου. Ο δρόμος μπορεί να είναι μόνο η χρήση των δύο πόλων ως μέσων αμοιβαίας κριτικής (και όχι βέβαια κάποιου είδους μηχανικής "σύνθεσης"). Η αναρχικά χρωματισμένη οπτική υπερέχει σαφώς σε ό,τι αφορά την κατανόηση των πολιτικά δυναμικών συστατικών μιας συγκυρίας--των απρόβλεπτων, δημιουργικών, μη τελεολογικών και αντισυστημικών διαστάσεών της--, ενώ η μαρξική επιτρέπει την πολύ μεγαλύτερη κριτική αφομοίωση των συστημικών αδυναμιών και αντιφάσεων που εκδηλώνονται σε μια πολιτική συγκυρία--την σχέση της με την άνιση ανάπτυξη των οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συσχετισμών, τα όρια μέσα στα οποία αναγκάζεται να κινηθεί, τον ρόλο της αναγκαιότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ληφθούν τα κείμενα που θα δημοσιευτούν σε αυτό το ντοσιέ. Αποτελούν ψηφίδες μιας ερμηνευτικής διαδικασίας που μπορεί να παραμείνει ζωντανή στο παρόν μόνον εφόσον ομολογεί ανοιχτά τα ελείμματα και τις αντιφάσεις της, ελείμματα και αντιφάσεις που όπως προσπάθησα συνοπτικά να δείξω παραπάνω, στοιχειώνουν κάθε απόπειρα σύλληψης της πολιτικής ιστορίας των μαζικών κινημάτων στη σύγχρονη Ελλάδα. Αν είναι όμως αλήθεια ότι δεν έχουμε στα χέρια μας μια έτοιμη θεωρητική λύση, είναι επίσης αλήθεια ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη θέση μας τόσο από αυτό που ο Benjamin καταδίκασε κάποτε ως "αριστερή μελαγχολία" όσο και από την επιθυμία για μια "επιστημονικοποίηση" της συζήτησης για την ιστορική σημασία του Δεκέμβρη που  τελικά μεταφράζεται στην παράδοση της συλλογικής αυτενέργειας στον κατασταλτικό πανοπτισμό μιας γραφειοκρατικής ελίτ "ειδικών".




Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Ένα κομμάτι ουτοπίας

Είναι μια καλή μέρα για να πεις ευχαριστώ.

Στη Σταυρούλα, τη Στέλλα, το Φίλιππο, την Αντριάνα, τη Μαριλένα, τον Απόστολο, τον Γρηγόρη, τον Πήτερ, τον Γιάννη, τον Γιώργο, τον Τέο, τον Αντρέα και το Shoppinghour, που ακολούθησαν μέσω facebook. Κάποιοι ήταν αναγνώστες από την αρχή, όλοι τους έθρεψαν την θέληση του blog να υπάρχει.

Στον Αλέξανδρο, που αναδημοσίευσε συχνά και στήριξε έμπρακτα, και στον Μωυσή, που ενέπνευσε την απόφαση να αρχίσω να μεταφράζω θεωρητικό υλικό.

Στον Νίκο, που έγραψε το πρώτο σχόλιο που με πήρε σοβαρά. :-) Στον Άρης MUC, που έγραψε το δεύτερο. :-)

Στα ερυθρόλευκα φιλαράκια του thrylos-fans, που έγιναν αγόγγυστα κάποια από τα πρώτα "πειραματόζωα" για τις αναρτήσεις εδώ.

Στο critical psychology και το pessimistic lines, τα πρώτα, εξ όσων γνωρίζω, blog που με κατέγραψαν στο ραντάρ τους και μου έδωσαν μια αίσθηση κοινότητας στην άγνωστη και μυστηριώδη ακόμα μπλογκόσφαιρα.

Στον goedel του symvanta που με ενθάρρυνε στις φιλοσοφικές μου εφορμήσεις. Χωρίς εσένα δεν θα είχε μεταφραστεί ο Παύλος. ;-)

Στα καλώδια (πόσο να σε ευχαριστήσω), το left liberal synthesis, την παρλάτα (γεια σου Κώστα!), τον greek rider (γερά στις επάλξεις της πολιτικής οικονομίας!), τον Νικόλα Δευτερά, τα μαγισσοκαμώματα, τον plagal, τον γκιώνη, τον exiled in berlin, το vlemma, τον head charge, το βυτίο, τον greek gay lolita, τον thas, τον δύτη των νιπτήρων, τις διαλείψεις και παρεμβολές, τον la belle indifference, τα Ηνωμένα Βουστάσια, τον sraosha, τον Αυγουστίνο Ζενάκο, τα arxedia media, τους leftg700 (που με έκαναν να κοκκινήσω από αμηχανία μια φορά), τον Νοσφεράτο, το Κουτί της Πανδώρας, το yetanotherblog, το μετά την εφημερίδα, τον herrk, το στάχτη και burberry, την αγορά χαλκού, τον Ναύπλιο, το kalamata free space, τους ποδηλάτες και πεζούς Καλαμάτας, την αριστερή στρουθοκάμηλο, την αφορμή, το τζέκυλ και χάιντ, και την e-αριστερά που διέδωσαν, ενθάρρυναν, και έδειξαν εμπιστοσύνη.

Στους bloggers του buzz.reality-tape που με τίμησαν με την ψήφο τους, μου άσκησαν κριτική, μου έγραψαν σχόλια. Τα πρώιμα buzz ειδικά με κράτησαν απ' το να κλείσω νωρίς το μαγαζί πολλές φορές.

Σε όλους όσους με τίμησαν ως google followers στο radical desire και στο through the loophole.

Σε όλους όσους έγραψαν σχόλια και επαίνεσαν, πρόσθεσαν, αμφισβήτησαν, προκάλεσαν, διευκρίνησαν, έθεσαν ερωτήματα.

Σε όλους όσους βρήκαν το λόγο να διαβάσουν κάτι εδώ μέσα, από την Καλιφόρνια ως την Πετρούπολη, και από τη Σκωτία και τη Νορβηγία ως την Αίγυπτο και την Νέα Ζηλανδία.

Στην ανώνυμη, διασπαρμένη, ετερογενή και ετεροχρονική κοινότητα που αφήνει λαμπερούς παλμούς, κόκκινα αστέρια στον χάρτη επισκεπτών.

Στους ενεργούς συνομώτες της γενικής διάνοιας.

Ευχαριστώ για το κομμάτι ουτοπίας.

Να άλλο ένα:





Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Κοπεγχάγη


Άλλα δύο από τα μεγαλύτερα κείμενα του through the loophole, αμφότερα εμπνευσμένα από την σύνοδο της Κοπεγχάγης.

Ζωοπολιτική

"Και μόνος απ' όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι' αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ' όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες."
Αριστοτέλης, Πολιτικά, Βιβλίο Ι

Ο άνθρωπος, είπε ως γνωστόν ο Αριστοτέλης, είναι ζώον πολιτικό. Την ίδια στιγμή όμως, ο Σταγειρίτης πρόσθετε και την αντίστροφη ιδέα: το ζώο είναι αυτό που αποκλείεται από την σφαίρα της πολιτικής. Για δυο λόγους, ή μάλλον για έναν: για τον λόγο, εξαιτίας του λόγου.

Ο λόγος δεν είναι φωνή. Η φωνή δεν είναι λόγος. Ο αριστοτελικός λόγος είναι η καταδίκη της φωνής του ζώου στην πολιτική αλαλία. Η φωνή είναι ο αγωγός της "λύπης και της ευχαρίστησης", των "συναισθημάτων". Ο λόγος, αντιθέτως, εκφράζει "το συμφέρον και το βλαβερό", "το δίκαιο και το άδικο." Η φωνή δεν μπορεί να μιλήσει για δίκαιο και άδικο: oι στριγκλιές των ζώων που σφάζονται εργοστασιακά, που καίγονται από πυρκαγιές, που εγκαταλείπονται από τους ιδιοκτήτες τους τα καλοκαίρια, δεν είναι πολιτικές, δεν σημαίνουν πολιτικά. 'Ετσι αρχίζει η (ζωο)πολιτική. Και τα Πολιτικά. Θα μπορούσαν να άρχιζαν με τα λόγια του Μαρξ στην 18η Μπρυμέρ: "Δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους, πρέπει να εκπροσωπηθούν."

Και εκπροσωπούνται. Από τη μία, από αυτούς που πίσω απ' τις στριγκλιές της φωνής, μέσα στις οιμωγές της, ακούνε τον λόγο: παραληρούντες, απ' την σκοπιά του λόγου τουλάχιστον, ακτιβιστές των δικαιωμάτων των ζώων. Και από την άλλη, από ιδιόμορφους κωφούς που ακούν τα κλικ του μετρητή της βενζίνης ή τα χαρούμενα καμπανάκια της ταμειακής μηχανής, αλλά όχι τη φωνή του κόσμου (και ο "κόσμος" δεν είναι ο "κυρίαρχος λαός"· δεν είναι καν "κυρίαρχος").

Όπως και να χει, η φωνή του έχει λόγο. Λόγο που υπάρχει, λόγο επειδή υπάρχει. Η φωνή αυτή δεν δηλώνει, διαδηλώνει· δεν εκφράζει επιχειρήματα, μόνο ηδονή, ή θρήνο και οργή. Δεν είναι όμως το άλλο του λόγου· όχι χωρίς να είναι ταυτόχρονα ο απαρνημένος πυρήνας του. Όπως το ζώο σε σχέση με τον άνθρωπο. Όπως το ζώο σε σχέση με την πολιτική.

Ο Τσάβεζ έκανε λάθος: το βουβό φάντασμα που πλανιόταν πάνω απ' την Κοπεγχάγη δεν ήταν ο καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός δεν είναι βουβός· ο λόγος του, ακόμα και όταν είναι άλογος, είναι νόμος: ο μόνος νόμος που εισακούγεται. Όχι, ο καπιταλισμός είναι απλώς κουφός. Το βουβό φάντασμα που εκπροσωπήθηκε ή αποσιωπήθηκε από πολιτικά αντίπαλες ανθρώπινες κοινότητες στην σύνοδο της Κοπεγχάγης δεν ήταν λοιπόν το Κεφάλαιο. Ήταν, πάνω από όλα, η άλαλη φωνή της κοινοπολιτείας του μη ανθρώπινου.




Ήδη αργά

Πήγα προχθές στον οδοντίατρό μου για ένα δόντι το οποίο κουνιέται επίπονα. Εδώ και δύο μήνες πρέπει να παίρνω καθημερινά βιταμίνες μήπως και δυναμώσει κάπως το οστό που έχει φαγωθεί από περιοδοντίτιδα. Μετά από τέσσερις φοβισμένες επισκέψεις, βρήκα το κουράγιο να τον ρωτήσω τι μέλλει γενέσθαι. "Κοίτα, μου λέει. Πάμε καλά. Φυσικά, το δόντι σου δεν θα επανέλθει ποτέ στο φυσιολογικό. Απλά έχει περισσότερες πιθανότητες να μην πέσει άμεσα."

Σε όλα τα χρόνια που έχω οδοντικά προβλήματα, ποτέ δεν υπήρξα τόσο συνεπής με την οδοντική υγιεινή όσο τώρα, που λειτουργώ με δεδομένη την ιδέα ότι η ζημιά έχει ήδη γίνει, και ότι τίποτε δεν θα μου επιτρέψει να αναστρέψω το πρόβλημα. Σκεπτόμενος για την οικολογική ρητορική δια μέσω του μπανάλ αυτού προσωπικού βιώματος, θα έλεγα ότι είναι μάλλον στρατηγικά ανεπαρκής η έμφαση στην φόρμουλα "ή...ή" ("ή μειώνονται άμεσα οι εκπομπές μονοξειδίου του άνθρακος ή θα υπάρξουν οι Χ συνέπειες", "ή είσαι με το μέλλον ή είσαι εναντίον του"). Παραδόξως, αυτό που χρειάζεται είναι η επιμονή σε ένα "και...και" ανάλογο με το ζιζεκικό "τα λεφτά σου και τη ζωή σου". Η ιδέα, εν ολίγοις, πρέπει να είναι και "είναι ήδη πολύ αργά για να σώσεις οτιδήποτε" και "δεν έχεις επιλογή από το να κάνεις ό,τι μπορείς". Ο λόγος που θα επιθυμούσα να ακούσω δεν θα έκανε εκκλήσεις, ούτε καν θυμωμένες εκκλήσεις. Θα τόνιζε ατάραχα ότι η καταστροφή έχει ήδη συντελεστεί· ότι το αρμόζον όνομα αυτού που έχει ήδη συμβεί είναι ακριβώς "καταστροφή"· ότι η ζημιά είναι πλέον μη αναστρέψιμη· ότι το ζητούμενο δεν είναι η ελπίδα να "σώσουμε" το κομμάτι του πλανήτη που αφορά στην επιβίωση του ζωϊκού βασιλείου, αλλά απλά να αναβάλλουμε όσο γίνεται τον θάνατό του.

'Οσο η οικολογική ρητορική πριμοδοτεί την ιδεοληψία της ελεύθερης επιλογής, την ιδέα ότι καλούμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα σε μια σωτήρια και μια καταδικαστική τροχιά, καταλήγει να αυτοϋπονομεύει την αίσθηση του κατεπείγοντος την οποία οφείλει να καταστήσει απόλυτα, κατασταλτικά ξεκάθαρη. Καμμία απόφαση δεν λαμβάνεται στα αλήθεια όσο αυτός που αποφασίζει νιώθει ότι έχει πάνω από μια βιώσιμες επιλογές. Αυτό που χρειαζόμαστε συνεπώς είναι μια ουσιαστικά τρομοκρατική ρητορική, ένα οικολογικό ροβεσπιερισμό. Η ρητορική αυτή θα ξεκαθαρίζει ότι η τιμωρία για τις ανομίες μας έχει ήδη πέσει επάνω μας και ότι δεν μπορεί παρά να επιδεινωθεί, λιγότερο ή περισσότερο· ότι, όπως ο άγγελος του Walter Benjamin, δεν έχουμε την δυνατότητα να κολλήσουμε τα συντρίμια που συσσωρεύονται πίσω μας καθώς ο άνεμος της ιστορίας μας σπρώχνει προς ένα μέλλον στο οποίο έχουμε γυρισμένη την πλάτη μας.

Υπ' αυτή την έννοια, ίσως να πρέπει να υπάρξει ένας απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα στην πολιτική που αφορά την φύση και σε αυτή που αφορά την κοινωνία· αν στην περίπτωση της δεύτερης έχει ζωτική σημασία η ύπαρξη της ελπίδας ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, σε αυτή της πρώτης μόνο η απόλυτη απελπισία, η σιγουριά της αναπόφευκτης φρίκης, μπορεί να εξασφαλίσει την αποφασιστικότητα που χρειάζεται η στοιχειωδώς επαρκής δράση.




Φιλικές εχθροπραξίες


Αναδημοσιεύω εδώ ένα κείμενο από το through the loophole, το οποίο μου φαίνεται εκ των υστέρων ότι μάλλον ταιριάζει περισσότερο στο radical desire μια και βγήκε αρκετά μεγαλύτερο και αναλυτικότερο από ό,τι περίμενα.

...Αδημονώ να μάθω ότι έχετε κηρύξει ανεξαρτησία. Παρεμπιπτόντως, στον νέο νομοθετικό κώδικα που υποθέτω ότι θα πρέπει να φτιάξετε, επιθυμώ να θυμηθείτε τις κυρίες, και να είστε πιο γενναιόδωροι και θετικοί απέναντί τους από ό,τι οι πρόγονοί σας...
Abigail Adams, επιστολή προς σύζυγο John Adams, 31 Μάρτη 1776.

...Έχουμε ενημερωθεί ότι ο αγώνας μας έχει χαλαρώσει τα δεσμά της εξουσίας παντού· ότι τα παιδιά και οι μαθητευόμενοι γίνονται ανυπάκουοι· ότι τα σχολεία και τα κολλέγια δείχνουν σημάδια αναταραχής· ότι οι Ινδιάνοι περιφρονούν τους κηδεμόνες τους, και ότι οι νέγροι αυθαδιάζουν στους αφέντες τους.
Η επιστολή σου όμως είναι το πρώτο σημάδι ότι μια νέα φυλή, πολυπληθέστερη και πιο ισχυρή από τις υπόλοιπες, δείχνει σημάδια δυσαρέσκειας...
John Adams, επιστολή προς σύζυγο Abigail Adams, 14 Απρίλη 1776.

...Πρέπει να θυμάσαι ότι η αυταρχική εξουσία είναι όπως όλα τα σκληρά πράγματα εύκολο να σπάσει. Και ότι, αδιάφορα από τους νόμους σας και τις προτροπές σας, έχουμε την δύναμη, όχι μόνο να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας αλλά να υποτάξουμε τα αφεντικά μας, και χωρίς βία να γονατίσουμε την φυσική και νομική σας εξουσία μπροστά στα πόδια μας...
Abigail Adams, επιστολή προς σύζυγο John Adams, 7 Μάη 1776.


Άνοιξη του 1776. Ο John Adams λείπει σε ταξίδι για δουλειές. Πολιτικές δουλειές. Πρέπει να διαβουλευτεί με τους πατέρες του νέου έθνους (Jefferson, Franklin, κλπ), και να υπογράψει την διακήρυξη ανεξαρτησίας του. Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα (1797-1901) θα γίνει ο δεύτερος πρόεδρός του.

Πίσω στο σπίτι τους, στη Μασσαχουσσέττη, η συμβία του Abigail του γράφει μισο-παιχνιδιάρικα, μισο-φαρμακερά γράμματα, επιστολές για τις οποίες είναι αδύνατο να αποφασίσεις σε πιο βαθμό μιλούν σοβαρά και σε ποιο βαθμό "παίζουν" με τις συμβάσεις που διέπουν την προσωπική αλληλογραφία. Πρόκειται για ιδιωτικού χαρακτήρα κείμενα που έχουν όμως έντονα δημόσιο περιεχόμενο· για ένα έγγραφο παιχνίδι αφέντη και δούλου που λαμβάνει χώρα μεταξύ συζύγων και που φαντάζει ταυτόχρονα ερωτικό και εχθρικό, προσωπικό και πολιτικό, συμπαιγνιακό και συγκρουσιακό.

Στην απάντησή του στην πρώτη επιστολή της συζύγου του, ο John παίζει με τη φωτιά: η επανάσταση, λέει, στέλνει τα λάθος μηνύματα σε λάθος πληθυσμούς. Οι "νέγροι" και οι Ινδιάνοι έχουν ενθαρρυνθεί από αυτή, ωσάν η διακήρυξη ανεξαρτησίας και δικαιωμάτων να τους αφορούσε στο παραμικρό· και σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστολή της συζύγου του του εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι γυναίκες, η "πολυπληθέστερη φυλή", άρχισαν και αυτές να θεωρούν ότι τους αφορούν οι πολιτικές διακηρύξεις ισότητας. Ο John αστειεύεται. Όπως και η Abigail. Και ταυτόχρονα, κανείς απ' τους δύο δεν αστειεύται. Το σεξουαλικά φορτισμένο ρητορικό παιχνίδι είναι ο μόνος τρόπος που δύο εραστές τολμούν να αναγνωρίσουν ότι στέκονται σε δύο αντίπαλες, αντιχόμενες πλευρές του πολιτικού χάρτη. Το διαχωριστικό σύνορο λέγεται φύλο.

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Carl Schmitt θα άρχιζε την Έννοια του Πολιτικού παρατηρώντας ότι το πολιτικό αφορά τον καθορισμό του εχθρού και του φίλου, διευκρινίζοντας ότι μιλά για τον δημόσιο και όχι τον ιδιωτικό εχθρό. Πού τοποθετεί αυτή η θέση τον σκοτεινό χορό μεταξύ συζύγων κατά την διάρκεια της αμερικανικής επανάστασης; Ο John και η Abigail μιλούν ο ένας στον άλλο σαν φίλοι, σαν κάτι παραπάνω από φίλοι· και σαν εχθροί ταυτόχρονα. Ιδιωτικοί φίλοι και δημόσιοι εχθροί; Όχι ακριβώς. Η χορογραφία δημόσιου και ιδιωτικού, έχθρας και φιλίας που λαμβάνει χώρα μεταξύ τους εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου ιδιωτικά. Ή μάλλον δεν θα μπορούσε, εν έτει 1776, να εκτυλιχθεί δημόσια. Σε ένα επίπεδο, ο "δημόσιος", "πολιτικός" χαρακτήρας της αλληλογραφίας είναι απλώς trompe l' oeil, μια ψευδαίσθηση επιτρεπτή μέσα στη σφαίρα της προσωπικής οικειότητας που είναι όμως απαγορευμένη δημοσίως. Σημαίνει όμως τούτο ότι αυτό που διαδραματίζεται σε αυτές τις επιστολές δεν είναι ταυτόχρονα αυθεντικά πολιτικό σε χαρακτήρα;

Μέρος της επιμονής του Schmitt να συνδέσει τον καθορισμό του εχθρού με την ουσία του πολιτικού αφορά στην εννοιολογική βαρύτητα που πρέπει κατά την γνώμη του να δοθεί στην δυνατότητα πρόσβασης στον πόλεμο, στη βία. Η βία αποτελεί τον τελικό ορίζοντα του πολιτικού και ταυτόχρονα την βασική προϋπόθεση ύπαρξης του. Ο πόλεμος βρίσκεται στην καρδιά τη πολιτικής.

Μεταξύ όμως του John και της Abigail, ή μάλλον μεταξύ ανδρών και γυναικών γενικότερα, η δυνατότητα πρόσβασης στην φυσική βία ως ανεξάλειπτο μέρος της δομής της πολιτικής εχθρότητας είναι εκ των προτέρων αδιανόητη. Στην παλιά, καλή "αγία τριάδα" κοινωνιολογικών κατηγοριών διαφοράς ελλοχεύει δηλαδή μια υπόρρητη ασυμμετρία: αν και τόσο η φυλή όσο και η τάξη είναι κατηγορίες που μας επιτρέπουν να στοχαστούμε την βίαια σύγκρουση (αντιαποικιοκρατία, επαναστάσεις δούλων, ταξική επανάσταση), δεν ισχύει το ίδιο για αυτή του φύλου. Δεν είναι μόνο ο Αριστοφάνης που δυσκολεύεται να φανταστεί την γυναικεία εξέγερση παρά ως σεξουαλική απεργία: ακόμη και σήμερα παραμένει αδύνατο να σκεφτεί κανείς ρεαλιστικά την ιδέα μιας φεμινιστικής πολιτικής που περιλαμβάνει την βίαια δράση. Η Abigail λοιπόν γνωρίζει αυτό που θα πρέπει να υποθέσουμε ότι γνωρίζουν όλες οι γυναίκες: ότι ο φεμινισμός αφορά σε τελική ανάλυση την προσπάθεια πολιτικής πίεσης του άλλου να συναινέσει σε μια νομικο-πολιτική θεμελίωση των ίσων δικαιωμάτων μεταξύ των φύλων. Δεν υπάρχει φεμινιστικό κείμενο που να απορρίπτει την συναίνεση για χάρη της προπαγάνδισης της αναγκαιότητας της φυσικής βίας (ακόμη και οι ακραιφνέστεροι φεμινισμοί που βρίσκουν έκφραση στην επιστημονική φαντασία και όχι στην πολιτική θεωρία αρκούνται στο να φανταστούν ευτυχισμένους πλανήτες ή πολιτισμούς χωρίς άντρες, όχι όμως την προοπτική εξολόθρευσης ή βίαιας υποταγής του αντρικού φύλου μέσα από συντονισμένη γυναικεία δράση).

Το ερώτημα, ή μάλλον τα ερωτήματα που ανακύπτουν: τι σημαίνει το αδύνατο της προσφυγής στη βία, το υποχρεωτικό της προσπάθειας εξασφάλισης συναίνεσης, για τον φεμινισμό ως πολιτική; Είναι η φεμινιστική πολιτική "πολιτική" με τον τρόπο που είναι η ταξική ή η φυλετική; Είναι στην ουσία καταχρηστική η χρήση του όρου "πολιτική" σε ό,τι αφορά τον φεμινισμό; Είναι ο ορισμός της πολιτικής προβληματικά ανδροκρατικός; Χρειαζόμαστε ένα ορισμό της πολιτικής στον οποίο η βία να μην είναι το καθοριστικό, "σε τελική ανάλυση" μέσο επίλυσης των πολιτικών συγκρούσεων; Χρειαζόμαστε ένα καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα σε "πολιτικές" και "παραπολιτικές" κατηγορίες διαφοράς (και πού θα καταχωρούσαμε την κατηγορία του φύλου και την νεότερη κατηγορία του σεξουαλικού προσανατολισμού);




Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Με άλλα μέσα, the sequel


Μέχρις επανεμφάνισής του, κυρίως ως χώρου μεταφράσεων σημαντικών κειμένων και αναλυτικότερων δικών μου γραπτών, το Radical Desire υποκαθίσταται από το Through the Loophole, αρχείο υφολογικά ελλειπτικότερης και κυρίως συντομότερης γραφής.

Εδώ θα τα ξαναπούμε κάποια στιγμή από του χρόνου.





Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Δεκέμβρης: Για την πρόζα της αντιεξέγερσης, ελληνική έκδοση (τελευταίο μέρος)


Αντιεξεγερσιακή πρόζα: Η "ακαδημαϊκή" εκδοχή

Στο τμήμα αυτό θα εξετάσω τρία από τα κείμενα τα οποία δημοσίευσε ο καθηγητής Στάθης Ν. Καλύβας για τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008: πιο συγκεκριμένα, τα "Why Athens is Burning", New York Times, Τρίτη, 11 Δεκέμβρη 2008· "Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη' ως σύμπτωμα της 'κουλτούρας της Μεταπολίτευσης', Athens Review of Books, τεύχος 2, Δεκέμβρης 2009· "...και τι δεν ήταν", Το Βήμα, 6 Δεκέμβρη 2009. Τα κείμενα αυτά είναι βέβαια σύντομα και δεν έχουν ακαδημαϊκό χαρακτήρα (για αυτό και τα εισαγωγικά στον τίτλο). Τα συνοδεύει όμως νομιμοποιητικά το μεγάλο συμβολικό πρεστίζ του γράφοντος, του οποίου η πανεπιστημιακή καρριέρα στις Η.Π.Α είναι αδιαμφισβήτητα λαμπρή και πολυβραβευμένη. Επιπλέον, ο κύριος Καλύβας μπορεί, βάσει βιογραφικού, να χαρακτηριστεί ως ειδικός στο θέμα το οποίο πραγματεύεται: είναι διευθυντής του προγράμματος για την Τάξη, την Σύγκρουση και τη Βία στο Πανεπιστήμιο Yale και συγγραφέας πλειάδας άρθρων και βιβλίων με θέματα την πολιτική βία, τις ομάδες μη κρατικών insurgents (βλ. τμήμα για τις ορολογικές επιπλοκές) τον ελληνικό (καθώς και τον ισπανικό και βοσνιακό) εμφύλιο, καθώς και τον ελληνικό και διεθνή κομμουνισμό (το βιογραφικό του εδώ). Για το τελευταίο θέμα έχει επίσης αρθρογραφήσει στην εφημερίδα Βήμα· αν και το παρόν κείμενο δεν θα ασχοληθεί με όσα ισχυρίζεται εκεί, ο αναγνώστης είναι πιθανόν να βρει τις απόψεις του για ένα διαφορετικό από τα γεγονότα του Δεκέμβρη θέμα ενδιαφέρουσες.

Θα ξεκινήσω, αναγκαστικά αυθαίρετα, από τον τίτλο του κειμένου στo Athens Review of Books, και με το αξιοπρόσεκτο γεγονός ότι η φράση "εξέγερση του Δεκέμβρη" βρίσκεται σε αυτόν εντός εισαγωγικών. Τα εισαγωγικά αυτά είναι βέβαια ειρωνικά/αναιρετικά του περιεχομένου τους· μια και είναι αδύνατον το αντικείμενο της αναίρεσης να είναι η ονομασία του μήνα, είναι προφανές ότι η αναίρεση αφορά την λέξη "εξέγερση". Από τον τίτλο λοιπόν του κειμένου του, ο κύριος Καλύβας εκφράζει μια αμφιβολία για το αν η "εξέγερση" ήταν όντως, πραγματικά, άνευ εισαγωγικών, εξέγερση. Ο λόγος για την αμφιβολία αυτή εκφράζεται μέσα στο κείμενο ως εξής:
Δίχως τις εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας, οι κινητοποιήσεις δεν θα είχαν προκαλέσει ούτε το σοκ που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία ούτε το αυξημένο ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ. Άλλωστε, δίχως τη βία, θα εξέλιπε και ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως εξέγερσης. Στο βαθμό, λοιπόν, που οι αναφορές στα «γεγονότα του Δεκεμβρίου» αφορούν ουσιαστικά την εκδήλωση της βίας, εκεί θα πρέπει να επικεντρωθεί και η ερμηνεία τους.
Το εδάφιο αυτό εισάγει δύο παραμέτρους, αμφότερες επικεντρωμένες στον βίαιο χαρακτήρα της εξέγερσης: πρώτον ότι χωρίς αυτόν, δεν θα είχε πετύχει διεθνή ορατότητα, και δεύτερον, ότι χωρίς αυτόν "θα εξέλιπε ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως εξέγερσης." Αρχικά, η δεύτερη πρόταση μοιάζει να δηλώνει το απόλυτα προφανές: οι εξεγέρσεις είναι βίαιες, άρα άνευ βίας δεν θα είχαμε κάτι που να μπορεί να χαρακτηριστεί εξέγερση. Τούτη όμως η ερμηνεία καθιστά δύσκολη την εξήγηση του γιατί ο όρος "εξέγερση" βρίσκεται σε εισαγωγικά, τόσο στον τίτλο όσο και σε πολλαπλά σημεία του κειμένου. Μια προσεκτικότερη ματιά στην φρασεολογία αποκαλύπτει ότι ο κύριος Καλύβας δεν λέει αυτό το οποίο υποθέσαμε ότι λέει: δεν γράφει ότι η βία καθιστά τα συμβάντα του Δεκέμβρη εξέγερση αλλά ότι αυτή επέτρεψε τον χαρακτηρισμό τους ως τέτοια. Ο χαρακτηρισμός των συμβάντων ως εξέγερση δεν είναι απαραίτητα ένας χαρακτηρισμός με τον οποίο ο ίδιος ο κύριος Καλύβας συμφωνεί. Εξού και τα εισαγωγικά ειρωνικής αποστασιοποίησης.

Γιατί όμως δεν συμφωνεί με τον χαρακτηρισμό ο κύριος Καλύβας; Η παράγραφος την οποία παρέθεσα δεν το εξηγεί. Μάλλον, η πρώτη της πρόταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, μια και αντί να περιγράφει την φύση της εξέγερσης αναφέρεται στην απήχησή της στα ξένα ΜΜΕ: "Δίχως τις εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας, οι κινητοποιήσεις δεν θα είχαν προκαλέσει ούτε το σοκ που προκάλεσαν στην ελληνική κοινωνία ούτε το αυξημένο ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ." Πιθανότατα, αλλά τι σχέση έχει τούτο με την απόφαση να τεθεί εντός ειρωνικών εισαγωγικών ο όρος εξέγερση; Υπονοείται μήπως ότι επρόκειτο για δράσεις οι οποίες ήταν αρκετά media-savvy ώστε να εγείρουν αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητά τους; Το κείμενο δεν διευκρινίζει ποτέ το αν αυτή είναι η σημασιολογική του πρόθεση. Αφήνει την αναφορά στον εντυπωσιασμό των διεθνών ΜΜΕ να αιωρείται, σε μια παράγραφο που υποτίθεται ότι εξηγεί γιατί ο όρος εξέγερση τίθεται υπό τυπογραφική αμφισβήτηση στον τίτλο και στο υπόλοιπο άρθρο.

Ας επιστρέψουμε όμως στην γενικότερη λογική δομή του εδαφίου, το οποίο κλείνει με την πρόταση ότι η ερμηνεία του Δεκέμβρη θα πρέπει να επικεντρωθεί στην μελέτη της εκδήλωσης της βίας, εφόσον τα γεγονότα που τον έκαναν γνωστό και τα οποία κέρδισαν τον χαρακτηρισμό "εξέγερση" ήταν γεγονότα βίας. Η πρόταση του κυρίου Καλύβα φαντάζει απόλυτα λογική, μέσα βέβαια στα πλαίσια του δικού του, μάλλον λογικά χαλαρού επιχειρήματος: Ο Δεκέμβρης είχε διεθνή απήχηση και χαρακτηρίστηκε ως εξέγερση επειδή ήταν βίαιος, άρα αυτό που είναι σημαντικό να συζητήσουμε σε αυτόν είναι η εκδήλωση της βίας.

Ας αποστασιοποιηθούμε για λίγο από τα εθνικά συμφραζόμενα και ας θυμηθούμε τα LA riots, που ξέσπασαν μετά την αθωωτική για τους αστυνομικούς υπόθεση του ξυλοδαρμού του αφροαμερικανού Rodney King. Τα γεγονότα στο Λος Άντζελες ήταν επίσης εξαιρετικά βίαια· περιέλαβαν τους εμπρησμούς καταστημάτων και το πλιάτσικο· προκάλεσαν επίσης το εκτεταμένο ενδιαφέρον των παγκόσμιων ΜΜΕ αν και διήρκεσαν πολύ λιγότερο από τα αντίστοιχα ελληνικά. Επικεντρώθηκαν οι αμερικανοί ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι κυρίως ή αποκλειστικά στον βίαιο χαρακτήρα της εξέγερσης; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι. Τα αντικείμενα συζήτησης και μελέτης ήταν μάλλον ο ρατσισμός της αστυνομίας, η γκετοποίηση της πόλης και η φερεγγυότητα του δικαστικού συστήματος στη χώρα. Μια σειρά κοινωνικών αναλυτών--ανάμεσα τους ο γνωστός Mike Davis--ασχολήθηκαν με την ανατομία των συστηματικών κοινωνικών παραγόντων και αιτιών που οδήγησαν στην εξέγερση. Ο ίδιος ο μετέπειτα πρόεδρος των Η.Π.Α Μπιλ Κλίντον δήλωσε ότι "η βία ήταν επακόλουθο της κατάρρευσης των οικονομικών ευκαιριών και των κοινωνικών θεσμών στο αστικό κέντρο." Και κανείς δεν μίλησε για "δακρύβρεχτες και γλυκερές περιγραφές" ή για "ψευδοπιστημονική αερολογία" (Καλύβας, "Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη'"). Γιατί; Μήπως επειδή τα LA riots, σε αντίθεση με τα αθηναϊκά, χαρακτηρίστηκαν από συγκροτημένο πολιτικό όραμα; Μήπως επειδή περιείχαν δημιουργικά πολιτικά στοιχεία που αντιστάθμισαν την καταστροφική οργή του πλήθους; Και πάλι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Τα γεγονότα στο Λος Άντζελες του 1992 εξαντλήθηκαν στην καταστροφή των αστικών υποδομών και παρεκτράπηκαν στα αδικήματα κοινού ποινικού δικαίου. Απλά κανείς σημαντικός διανοούμενος δεν διανοήθηκε να τα απαξιώσει ή να τα προσπεράσει για αυτό το λόγο. Για τους αμερικανούς ομολόγους του κυρίου Καλύβα, η εξεγερσιακή βία στο Λος Άντζελες είχε, είτε την εγκρίνει κανείς είτε όχι, αιτίες. Εξέφραζε μια συγκεκριμένη υποκειμενική λογική. Και τίποτε από τα δύο δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό εφόσον το ερμηνευτικό πλαίσιο αφορά αποκλειστικά τα ίδια τα φαινόμενα βίας και όχι τα κοινωνικά, ταξικά, φυλετικά ή άλλα συμφραζόμενά τους.

Αντίθετα λοιπόν με τους αμερικανούς συναδέλφους του, ο κύριος Καλύβας επιμένει τόσο στην ανάγκη αποκόλλησης των φαινομένων βίας από κοινωνικά, πολιτικά και νομικά συμφραζόμενα, όσο και στην υπόρρητη δήλωση ότι η ύπαρξή τους οφείλει ως τέτοια να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα του όρου "εξέγερση":
ο λόγος που αποκαλούμε τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου «εξέγερση» (και που ασχολούμαστε με αυτά) είναι επειδή ήταν βίαια. Αν οι διαμαρτυρίες για τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν ειρηνικές, αν περιορίζονταν στις ρουτινιάρικες και μίζερες καταλήψεις σχολείων και σε αποχές από μαθήματα, δεν θα είχαν προκαλέσει τη διεθνή προσοχή και δεν θα γράφαμε γι΄ αυτές σήμερα. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στην «εξέγερση» και στους «εξεγερμένους», αναφερόμαστε πρωταρχικά στα γεγονότα και στα άτομα που συμμετείχαν στα βίαια επεισόδια ("...Και τι δεν είναι").
Και πάλι, η γλώσσα του κειμένου γλιστράει αδιόρατα από το μέρος στο όλον, από το διακριτικό χαρακτηριστικό στην φύση ή ουσία του φαινομένου. Ο λόγος όμως που αποκαλούμε --όσοι τα αποκαλούμε-- τα γεγονότα του περυσινού Δεκεμβρίου "εξέγερση" δεν είναι απλώς επειδή ήταν βίαια. Είναι επίσης επειδή αφορούσαν την σύγκρουση με το κράτος και τους φορείς του. Είναι επίσης επειδή κινητοποίησαν και ενέπλεξαν συλλογικότητες. Ούτε βέβαια μπορεί η θυμική και υποκειμενική περιγραφή του ενδεχομένου ειρηνικών διαμαρτυριών ως "μίζερων και "ρουτινιάρικων" να αποδείξει ότι η σημασία του συμβάντος εξαντλήθηκε στην εντυπωσιακή του (κυρίως για τα ΜΜΕ όπως υπονοείται) βία. Το civil rights movement του Κινγκ και η Satyagraha του Γκάντι τράβηξαν την παγκόσμια προσοχή επειδή ήταν εντυπωσιακά, πρωτόγνωρα μη βίαιες αντιδράσεις στην κρατική και αποικιοκρατική βία. Είναι βέβαιο ότι το ενδεχόμενο παρατεταμένων και συλλογικών πράξεων ειρηνικής απείθειας προς το κράτος στην Ελλάδα θα μας απασχολούσε εντονότατα ως φαινόμενο σήμερα, σαφώς περισσότερο από ό,τι μια εξέγερση την οποία ο κύριος Καλύβας θεωρεί ως την απόλυτη ενσάρκωση του ανιαρά προβλέψιμου (έτσι, οι εναλλακτικές της ειρηνικής και βίαιας αντίδρασης έχουν τη ίδια αντιμετώπιση· αναρωτιέται κανείς ποια αντίδραση θα διέφευγε των απαξιωτικών χαρακτηρισμών του κυρίου Καλύβα).

Ας έλθουμε όμως σε αυτό που θεωρεί επιστημονικά φερέγγυα ανάλυση της εξεγερσιακής βίας στην Ελλάδα ο κύριος Καλύβας. Η προσέγγισή του στο θέμα δίνει έμφαση στον "τελετουργικό" χαρακτήρα της βίαιας αντιεξουσιαστικής συμπεριφοράς, την πρωτογονική της φύση, την εγγύτητά της σε άτυπες ιεροτελεστίες μύησης. Η σχετική ανάλυση βρίθει όρων που παραπέμπουν σε εθνογραφική μελέτη των παραδόσεων πρωτόγονων φυλών και όχι στην κοινωνιολογία ή την πολιτική θεωρία. Το μεγάλο διακύβευμα της διατυμπανιζόμενης επικέντρωσης στα φαινόμενα βίας δια της οποίας αποδεικνύεται, υποτίθεται, η νηφάλια διεισδυτικότητα του επιστημονικού (και όχι του φθηνά προπαγανδιστικού) λόγου για τον Δεκέμβρη, είναι η ρητή άρνηση της νεωτερικότητας, της πολιτικότητας και της ιστορικότητας των βίαιων συγκρούσεων με το κράτος στην Ελλάδα:
...το μοντέλο κινητοποίησης παρέπεμπε στις χρόνιες και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις που ταλανίζουν τη χώρα και που διακρίνονται από την ανεμπόδιστη δράση των διάφορων «αντιεξουσιαστικών» ομάδων...Το μοντέλο αυτό έχει ως συμβολικό θεμέλιο την τοτεμική λειτουργία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, που λειτουργεί ως ένα πρότυπο το οποίο η κάθε γενιά θα πρέπει να αναπαράγει αν θέλει να ενηλικιωθεί: κάθε γενιά και το Πολυτεχνείο της...η συντήρηση και αναπαραγωγή μιας ξεπερασμένης κουλτούρας στον κόρφο της οποίας παράγονται φαινόμενα όπως η «εξέγερση του Δεκέμβρη». ("...Και τι δεν ήταν").
Παρότι η έκταση των καταστροφών υπήρξε πρωτοφανής, οι βίαιες κινητοποιήσεις αυτές καθαυτές δεν είχαν κάτι το καινούργιο.... Με λίγα λόγια, η πρακτική των βίαιων κινητοποιήσεων στην Ελλάδα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή κανονικότητα, σχεδόν μια κυκλικότητα. ...Στο πλαίσιο της κουλτούρας αυτής, η συμμετοχή σε καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων ή σε δυναμικές κινητοποιήσεις έχει εξελιχθεί σε ένα είδος «ιεροτελεστίας ενηλικίωσης» ("Η 'εξέγερση του Δεκέμβρη'")

After Greece's transition to democracy in the mid-1970s, a public discourse of resistance against authority emerged and became dominant. Civil disobedience, including violent demonstrations and the destruction of public property, is almost always justified, if not glorified; the police can only be wrong: If they act too harshly they are brutal; if not, incompetent. This discourse has proven to be extremely resistant to time and momentous world events, such as the fall of the Berlin Wall, and is promoted in the media. ... After Greece's transition to democracy in the mid-1970s, a public discourse of resistance against authority emerged and became dominant. ... Depending on the popularity of the issue they are joined, by hundreds or thousands of others of lesser commitment and varying motivations, from ideology to simple looting, who are nevertheless socialized into this culture ("Why Athens is Burning").
Εν ολίγοις: η "εξέγερση" δεν είναι εξέγερση αλλά συλλογική τελετουργία. Δεν εκπροσωπεί την ρήξη αλλά την προβλέψιμη ανακύκλωση tribal συμπεριφορών. Η Αθήνα δεν είναι Λος Άντζελες γιατί οι Αθηναίοι δεν εξεγέρθηκαν αλλά συμμορφώθηκαν με την κυκλική χρονικότητα της κομμουνιστικής τους οπισθοδρόμησης (εδώ δεν αποδέχονται καν την πτώση του τείχους του Βερολίνου!). Οι "εξεγέρσεις" τους είναι σχεδόν φυσικά φαινόμενα, με την χρονική κανονικότητα που έχουν τα πρωτοβρόχια ή η φυλλοροή των δέντρων (βλ. Guha, "The Prose of Counter-Insurgency"). H "κουλτούρα της μεταπολίτευσης" είναι ένα άλλο όνομα για τον παγωμένο χρόνο στον οποίο παγιδεύτηκε μια ενελικτική, οπισθοδρομικά αριστερίζουσα κουλτούρα που αρνείται να μεγαλώσει, ή, μάλλον, που ενηλικιώνεται μόνο δια μέσω του παλιμπαιδισμού, σε αντίθεση με τις ώριμες και πεφωτισμένες κοινωνίες με τις οποίες την συγκρίνει προφανώς ο συγγραφέας.

Και αυτό λέγεται πολιτική επιστήμη, προοδευτική μάλιστα πολιτική επιστήμη, επιστήμη που περηφανεύεται ότι έχει αποτάξει τις ανωριμότητες του μαρξισμού και τους μελοδραματισμούς των αριστερίζοντων ψευδοεπιστημόνων και έχει ανοιχτεί προς μη αγκυλωτικές, καινοτομικές ερευνητικές κατευθύνσεις.

Κλείνω με μια σύντομη αναφορά στις αρνήσεις που ο κύριος Καλύβας απευθύνει στους οπισθοδρομικούς ιθαγενείς που ανέχονται και επικροτούν την βία (για την εντυπωσιακή ιδεολογική πρεσβυωπία της εξίσωσης κοινωνική βία="περιφερειακού τύπου" και "προ-νεωτερικού" χαρακτήρα κοινωνίες βλ. την ανάρτηση "Η ανοχή της κοινωνίας σε βίαιες συμπεριφορές", καθώς και το σχετικό, παλιό σύγγραμα των Adorno-Horkheimer για το νεωτερικό γεγονός που λέγεται Ολοκαύτωμα). Σε αυτούς, τους υπεύθυνους για "βανδαλισμούς που ήταν πρωτοφανείς για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 21ου αιώνα" (αν και ο 21ος αιώνας έχει ακόμα 91 χρόνια μπροστά του, θα συμφωνήσω, μια και οι πρωτοφανείς βανδαλισμοί στην πρώην Γιουγκοσλαβία έγιναν στον 20ο αιώνα, αυτοί στο Ιράκ εκτός Ευρώπης, αυτοί στο Παρίσι αφορούσαν μετανάστες, και αυτοί του 2005 στην Νέα Ορλεάνη Αμερικανούς, μαύρους και φτωχούς), ο κύριος Καλύβας απευθύνει μια σειρά από "όχι": ο Δεκέμβρης δεν ήταν εξέγερση της νεολαίας, δεν ήταν μαζική, δεν ήταν αυθόρμητη, δεν απετέλεσε παράδειγμα μίμησης για άλλες χώρες, δεν άφησε κανένα άξιο λόγου ίχνος πίσω της" ("...Και τι δεν ήταν"). Δεν δανείστηκα τσουκάλι, το επέστρεψα σε καλή κατάσταση, ήταν ήδη σπασμένο: Ο Δεκέμβρης δεν συνέβη ως πολιτικό συμβάν (αλλά βρίσκω απαραίτητο να αρθρογραφώ επανειλημμένα για αυτό), δεν ήταν εξέγερση (αλλά δεν ξεκαθαρίζω τι συνιστά μια εξέγερση), δεν ήταν μαζικού χαρακτήρα (αλλά δεν βρίσκω τον λόγο να προσφέρω στοιχεία για καμμία από τις δημογραφικές μου υποθέσεις). Στο κείμενό του στο Athens Review of Books, ο συγγραφέας υιοθετεί την κλασική πόζα του αναστοχαστικού υποκειμένου που επισκέπτεται αναδρομικά το παρελθόν για να ξεχωρίσει, εν είδει αποτίμησης του παρελθόντος, την ήρα από το στάχυ:
Πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε τις ερμηνείες αυτές ένα χρόνο μετά; Το πλεονέκτημα της χρονικής απόστασης προσφέρει ίσως τη δυνατότητα μιας ψύχραιμης αποτίμησης των γεγονότων του περασμένου Δεκεμβρίου, ενδεχομένως και ως προληπτικού αντιδότου για την έκρηξη ψευδοεπιστημονικής αερολογίας που αναμένεται να συνοδεύσει την επέτειο.
Το πέταγμα της κουκουβάγιας, έλεγε ο Χέγκελ, έρχεται το σούρουπο. Εκτός αν είσαι τόσο ταλαντούχος ώστε να γράφεις τις δικές σου μελλοντικές αποτιμήσεις την στιγμή που εξελίσσονται ακόμα τα γεγονότα. Γιατί, όπως μαρτυρά το άρθρο του της 11ης Δεκέμβρη του 2008 στους New York Times, ο κύριος Καλύβας έγραφε εξ αρχής τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα για την φύση των επεισοδείων, την πολιτική τους ασημαντότητα και περιφερειακότητα, τον μικρό αριθμό των συμμετεχόντων, και την εθνογραφικά tribal φύση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Ο ίδιος θα απαντούσε ίσως ότι δεν χρειάζεται να έχει κανείς το χάρισμα της προφητείας όταν μιλάει για την Ελλάδα· για κοινωνίες παγωμένες στον χρόνο, το σήμερα είναι χτες, και το χτες είναι αύριο. Για αυτό και η ανάλυση της ιστορίας τους μπορεί χωρίς επιστημολογική βία να αφεθεί στην φροντίδα των ετερολογικών στερεότυπων που έχουν ξεμείνει στο οπλοστάσιο του στραουσικού νεοσυντηρητισμού από παλιότερες, ψυχρότερες δεκαετίες.

Σημείωση: Ολόκληρο το κείμενο έχει "ανεβεί" στο τμήμα "ψηφιακή βιβλιοθήκη" του blog, σε Word format.




Ντοσιέ: Δεκέμβρης: Για την πρόζα της αντιεξέγερσης, ελληνική έκδοση (μέρος τρίτο)


Παράμετροι και προϋποθέσεις της πρόζας της αντιεξέγερσης

Οι βασικές επιχειρηματολογικές παράμετροι του λόγου της αντιεξέγερσης, ο οποίος εκπορεύτηκε από κρατικούς εκπροσώπους και δημόσιους διανοουμένους από νωρίς αλλά δείχνει σημάδια σταθερής επίρρωσης με την πάροδο του χρόνου, είναι οι εξής;

α) Η εξέγερση δεν υπήρξε.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η οποία φαίνεται να συσσωρεύει αυτοπεποίθηση όσο απομακρύνεται ο χρονικός ορίζοντας των συμβάντων, δεν στοιχειοθετείται καν η ύπαρξη εξέγερσης. Αμφισβητείται α) ο βαθμός μαζικότητας των κινητοποιήσεων και συγκρούσεων ή β) η υπαρξιακή "αυθεντικότητα" και το "πηγαίο"/"αυθόρμητο" των ενεργειών. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, η μαζικότητα της συμμετοχής, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μέρες, ερμηνεύεται ως φαντασίωση που προήλθε από υπερβολές των ΜΜΕ ή σατιρίζεται ως ευσεβής πόθος απομονωμένων από την πραγματικότητα αριστεριστών. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, η τάση είναι να κατασκευάζεται έμμεσα μια φαντασματικά συναινετική έννοια του τι είναι "πραγματική" εξέγερση (η οποία βέβαια δεν ορίζεται παρά συναισθηματικά και ιμπρεσιονιστικά από την "κοινή γνώμη") ή/και ένας αυθαίρετος αλλά ισχυρογνώμων συσχετισμός της "αυθεντικότητας" με τον "αθώο αυθορμητισμό" (βλ. "Η ιδεολογία του αυθορμητισμού"), ο οποίος, κόντρα σε κάθε κοινωνιολογικά φερέγγυα έρευνα για την φύση της δυναμικής των λαϊκών κινημάτων, προϋποθέτει την απόλυτη αντίστιξη ανάμεσα σε "αυθόρμητο" και "οργανωμένο" (οδηγώντας, αναπόφευκτα, στην συνομωσιολογία). Εναλλακτικά, σε ένα τρίτο, πιο φαινομενικά "ουδέτερο" σενάριο, η ρεβιζιονιστική ματιά αναλαμβάνει να αποσυνθέσει το σύνολο των γεγονότων που εξελίχθηκαν μέχρι και τις πρώτες εβδομάδες του Γενάρη σε σκόρπιες λεπτομέρειες και να "ανακαλύψει" αναδρομικά ότι δεν συντίθεται καμμία απολύτως εικόνα άξια του όρου "εξέγερση."

Στις τρεις αυτές βασικές εκδοχές της, η θέση "δεν υπήρξε Δεκέμβρης" αποτελεί, όπως πολύ σωστά έδειξε το Black Cat, Red Cat, το ελληνικό αντίστοιχο στην φροϋδική θέση "δεν δανείστηκα καν το τσουκάλι", την πρώτη δηλαδή μορφή απάρνησης (disavowal) του γεγονότος (βλ. Zizek, Iraq: The Borrowed Kettle). Σε ό,τι πάντως αφορά την έλλειψη "επαρκούς" μαζικότητας, καλό είναι να ενθυμούμαστε ότι είναι αμφίβολο αν η Γαλλική επανάσταση του 1789 ή η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ξεπέρασαν σε συμμετοχή το 1% του πληθυσμού των αντίστοιχων χωρών (βλ. Kurzman, The Unthinkable Revolution in Iran). Τα ίδια τα υπόρρητα κριτήρια "μαζικότητας" παραμένουν ασαφή, βασισμένα σε μια μάλλον ιμπρεσιονιστική και πληθωριστική αντίληψη του τι συνιστά "κρίσιμη μάζα" σε ό,τι αφορά μια εξέγερση (είτε τύπου "riot" είτε τύπου "revolt", τουλάχιστον).

β) Η εξέγερση υπήρξε, αλλά ως απλή σύρραξη. Δεν αποτελεί άξιο λόγου πολιτικό συμβάν.
Πρόκειται για την δεύτερη εκδοχή απάρνησης, η οποία αντιστοιχεί στο φροϋδικό "σου επέστρεψα το τσουκάλι σε καλή κατάσταση" (δηλαδή, αποδέχομαι μεν ότι το δανείστηκα, αλλά αρνούμαι ότι προέκυψε πρόβλημα φθοράς του). Η πανθομολογούμενη απουσία πολιτικής συνέχειας των γεγονότων του Δεκέμβρη χρησιμοποιείται εδώ ως αναδρομική και εκ των υστέρων προβεβλημένη απόδειξη της ασημαντότητάς του. Το γεγονός ότι η χώρα επέστρεψε σε ομαλές κοινοβουλευτικές εκλογές με αναμενόμενο νικητή, για παράδειγμα, αποδεικνύει την ανυπαρξία πολιτικών διακυβευμάτων. Πρόκειται για μια ερμηνεία με σαφώς μεγαλύτερα ερείσματα από την πρώτη, αλλά όχι για αυτό τον λόγο "αντικειμενική" ή "απο-ιδεολογικοποιημένη." Κατ' αρχάς, γιατί δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για το αν όσοι ενεπλάκησαν άμεσα ή ως αλληλλέγυοι με την εξέγερση του Δεκέμβρη ενσωματώθηκαν στην εκλογική διαδικασία στις πρόσφατες εκλογές και σε ποιο βαθμό. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζουμε σε τι ποσοστό η θέση "επιστροφή στην κοινοβουλευτική νόρμα" αφορά τους άμεσα συμμετέχοντες ή συμπαθούντες. Δεύτερον, η θέση περί μη συνέχειας αγνοεί το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εξεγέρσεων απέτυχε να αφήσει άμεση πολιτική παρακαταθήκη, χωρίς αυτό να την εξαιρεί αυτόματα από την συμβολική ή και οργανωτική σημασία για κατοπινά συμβάντα. Ας θυμηθούμε ότι η επαναστατική αναταραχή του 1848 που ενέπνευσε το κομμουνιστικό μανιφέστο υπήρξε παροιμιωδώς βραχύβια και εξαφανίστηκε σχεδόν όσο ξαφνικά προέκυψε, ή ότι η εξέγερση της παρισινής Κομμούνας ακολουθήθηκε από πενταετή στρατιωτικό νόμο και σήμανε, ουσιαστικά, το τέλος της κομμουνιστικής εξέγερσης στη Γαλλία (με εν μέρει μόνο εξαίρεση ορισμένες από τις διαστάσεις του Μάη του 68). Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ο Δεκέμβρης του 2008 αποτελεί πολιτικά βαρύνον μέγεθος· αυτό είναι ακόμα νωρίς να κριθεί. Σημαίνει απλά ότι συχνά, οι όποιες απώτερες πολιτικές απηχήσεις μιας εξέγερσης δεν εμφανίζονται όποτε και όπως τις περιμένουμε.

γ) Η εξέγερση υπήρξε, αλλά ήταν έκνομη και ηθικά αποτρόπαια και ως εκ τούτου πρέπει να μην ξαναϋπάρξει.
Το αντίστοιχο του φροϋδικού "μου δάνεισες μεν το τσουκάλι, αλλά ήταν ήδη σπασμένο". Εδώ δίνεται ασύμμετρη έμφαση στο φαινομενικά αυταπόδεικτο, δηλαδή στο ότι τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 σημαδεύτηκαν από την χρήση βίας (αυτό την στιγμή που όλες οι μορφές εξέγερσης--riot, revolt, rebellion, insurrection--εμπεριέχουν εξ ορισμού την άσκηση άτακτης και σε ορισμένες περιπτώσεις χαωτικής βίας). Η εμμονή στο θεωρητικά αυτονόητο δηλώνει, όπως μπορεί να αντιληφθεί κανείς, την άρνηση αποδοχής της φύσης αυτού το οποίο ταυτόχρονα γίνεται φαινομενικά αποδεκτό (το αντίστοιχο σε λογική συνοχή θα ήταν η πρόταση "είμαι εναντίον των τσιγάρων εκείνων που προκαλούν καρκίνο"). Η ιστορική ανάλυση αντικαθίσταται συνεπώς από την ηθική αποκύρηξη, ωσάν να ήταν πολλές οι μορφές εξέγερσης που δεν ενσωματώνουν είτε την μονόδρομη είτε την αμφίδρομη άσκηση βίας, και ωσάν το άξιο στοχασμού για αυτές να εξαντλείται στην ηθική κρίση (η οποία με την σειρά της εκφυλίζεται στις διαθέσεις του προσωπικού γούστου: "μου άρεσε/δε μου άρεσε"). Η "υπεύθυνη" θέση που μια σειρά από δημόσιους διανοουμένους νιώθει όλο και πιο αναγκασμένη να πάρει είναι: "Ο Δεκέμβρης υπήρξε μεν, αλλά μέλημά μας ως διανοουμένων/ηθικών/εχεφρόνων πολιτών είναι να μην ξαναϋπάρξει ποτέ. Αν θέλετε να επαναστήσετε κάντε το με τον Χ ή Ψ τρόπο" (η εξέγερση που οφείλει να ακολουθεί άνωθεν οδηγίες σε ό,τι αφορά είναι το απόλυτο οξύμωρο της αντιεξεγερσιακής φαντασίωσης). Η όποια προσπάθεια διαφοροποίησης από τέτοιου είδους υπεκφυγές για την ταμπακιέρα του τι και γιατί έγινε ερμηνεύεται ως αήθης συμπαράταξη με όσους επιθυμούν να επαναλάβουν τα εγκλήματα ή έστω ατοπήματα του παρελθόντος, και η συζήτηση ολισθαίνει στα συνήθη ευχολόγια την ίδια στιγμή που εκστρατεύονται, μάλλον αντιφατικά, "ανθρωπολογικές" διαπιστώσεις για την ροπή των Ελλήνων σε επαναλαμβανόμενες εκρήξεις βίας.

Η ίδια η εσωτερική αντιφατικότητα που καταγράφει ο Φρόυντ για τα επιχειρήματα περί "σπασμένου τσουκαλιού", ή μάλλον ακριβέστερα, η ίδια η σπουδή να απαρνηθεί κανείς με κάθε δυνατό τρόπο το ενδεχόμενο να συνέβει κάτι στο "τσουκάλι" όσο αυτό ήταν στα χέρια του, υποδηλώνει βέβαια μια υποφώσκουσα δυσχέρεια με τη διαχείριση του γεγονότος. Είναι ένας από τους κοινούς τόπους της ψυχανάλυσης ότι η υπερβολική προθυμία παροχής άλλοθι για κάτι καταλήγει να εδραιώνει αυτό που απαρνείται (σε ό,τι αφορά τα δικά μας συμφραζόμενα: γιατί τέτοια συντεταγμένη προσπάθεια απαξίωσης του υποτιθέμενα ήδη ασήμαντου, γιατί τέτοια εμμονή να πεισθούν όλοι και όχι απλώς οι γράφοντες ότι το ανύπαρκτο είναι όντως ανύπαρκτο;) Ανεξάρτητα του αν αποδέχεται ή όχι κάποιος την συνάφεια της ψυχαναλυτικής μεθόδου για το θέμα, οφείλει να παραδεχτεί ότι η ρητορική απάρνησης του συμβάντος της εξέγερσης εμπλέκει αμοιβαία αντιφατικά επιχειρηματολογικά σενάρια και ότι οι αντιφάσεις που διαφαίνονται στον δημόσιο λόγο της αντιεξέγερσης οφείλουν να αντιμετωπιστούν με την δέουσα προσοχή και σκεπτικισμό.

Είναι βέβαια απόλυτα κατανοητό και σεβαστό ότι τα συμβάντα του περυσινού Δεκέμβρη υπήρξαν τραυματικά για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, ακόμη και αυτό που σε πρώτο στάδιο συντάχθηκε με τους εξεγερθέντες. Είναι εξίσου κατανοητό ότι η χρονική απομάκρυνση από τα συμβάντα συνοδεύεται από ποικιλότροπες συμβολικές πρακτικές εκλογίκευσης, απάρνησης η εξορκισμού τους. Ο ιστορικός όμως, ο κοινωνιολόγος, ή ο πολιτικός επιστήμονας δεν είναι αυτόκλητοι ψυχοθεραπευτές κάποιας συλλογικότητας. Το δικό τους χρέος είναι να αναλύσουν τόσο τα ίδια τα γεγονότα όσο και αυτό που είναι σαφώς ευκολότερο να αναλυθεί, τους τρόπους με τους οποίους η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται την εικόνα της και με τους οποίους διαπραγματεύεται με το άμεσο ή μακρινότερο παρελθόν της.

Είναι επιπλέον σημαντικό να επισημανθεί ότι, παρά την τάση του να επικαλείται την νηφάλια και απομαγεμένη του απόσταση από τον ιρρασιοναλισμό των συμβάντων, ο αντιεξεγερσιακός λόγος δεν είναι άτρωτος στους δικούς του ιδεολογικούς ιρρασιοναλισμούς. Οι επικλήσεις της ανάγκης για "επιστημονικότητα" δεν είναι, σε τέτοιες περιπτώσεις, λιγότερο τελετουργικού χαρακτήρα από ό,τι αυτό με το οποίο κατηγορείται η λογική δράσης του "αντιπάλου": όχι όταν "επιστημονικότητα" σημαίνει απαίτηση για την λομπροζική συλλογή των κοινωνικών προφίλ των "παραβατών" (βλ. προσεχή συζήτηση κειμένων Σ.Ν Καλύβα)· ούτε όταν σημαίνει απλώς την αποκύρηξη, χωρίς σαφείς μεθοδολογικές βάσεις, της ιδέας ότι η βεβαιότητα ότι ζούμε σε μια λίγο-πολύ "παθητική", απο-ιδεολογικοποιημένη και υποταγμένη στους ρυθμούς της αστικής καθημερινότητας κοινωνία μπορεί να ήταν ήδη μία ακόμη ιδεολογική φαντασίωση.

Στην βάση του προβλήματος --και στην προθυμία με την οποία επιστρατεύονται κάθε λογής ad hoc επιχειρήματα για εξορκιστεί η ίδια η ιδέα ότι υπάρχει πρόβλημα-- βρίσκεται η αδυναμία διαμεσολάβησης ανάμεσα στην (όποια) ιδεολογική λογική του αναλυτή και την ιδεολογική λογική της ίδιας της εξέγερσης (και διαμεσολάβηση δεν σημαίνει ούτε ταύτιση και εγκόλπωση, ούτε απόρριψη και εξοβελισμός). Στην περίπτωση του εξεγερσιακού συναισθηματισμού, η αναλυτική λογική παραδίδεται αμαχητί και εκ των προτέρων στον υποτίθεται υπερβατικό χαρακτήρα της λογικής της εξέγερσης· στην περίπτωση του αντιεξεγερσιακού λόγου, ταυτίζει την λογική tout court με την λογική της έννομης τάξης, και εξοβελίζει την εξέγερση στη σφαίρα του φανταστικού, του παράλογου, ή του τερατώδους.

Η ειρωνεία δεν σταματάει σε αυτή την μορφή της σύγκλισης των αντιθέτων. Επεκτείνεται και στο γεγονός ότι στην ουσία, το ρήγμα στο τσουκάλι το οποίο επιχειρεί να εξορκίσει αναδρομικά ο αντιεξεγερσιακός λόγος επανεμφανίζεται ως σύμπτωμα της μνήμης της ίδιας της κοινωνίας για το τραυματικό συμβάν. Στην έρευνα της Public Issue για παράδειγμα, το 52% βλέπει τον Δεκέμβρη του 08 ως πραγματική εξέγερση ενώ το 45% αρνείται ότι αυτό ισχύει. To 51% θεωρεί ότι τα γενονότα αφορούσαν μια μικρή μειοψηφία, ενώ το 45% τα χαρακτηρίζει ως μαζικό φαινόμενο: με άλλα λόγια, το ρήγμα το οποίο ο αντιεξεγερσιακός λόγος αρνείται ότι υπήρξε (ή αν υπήρξε, πρέπει να αποκηρυχθεί ως συνέπεια της δράσης μιρκής μερίδας αλλόφρονων φανατικών) αναδιπλασιάζεται ως ρήγμα ανάμεσα σε αυτούς που θεωρούν ότι υπήρξε ιστορικά και πολιτικά βαρύνον συμβάν και αυτούς που το αρνούνται (βλ. σχετικά την παλαιότερη ανάρτησή μου "Η ανέφικτη σύνθεση", καθώς και το Slavoj Zizek, The Parallax View).

Η σπουδή με την οποία η ερμηνευτική σκούπα της πρόζας της αντιεξέγερσης έρχεται να "τακτοποιήσει" την σύγχυση πρέπει συνεπώς να μας βάλει σε σκέψεις. Γιατί στην πραγματικότητα, αντί να "καθαρίζει" το τοπίο από αναλυτικά και ερμηνευτικά προβλήματα και αμφιθυμίες, το βιαστικό της σκούπισμα τείνει απλά να γεμίζει τον αέρα με την σκόνη τους. Χρειάζεται μια μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη για την επάρκεια αναλυτικών εργαλείων που είναι, όπως προσπάθησα να δείξω αναλυτικά στο τμήμα για τις επιπλοκές της ορολογίας, ήδη βουτηγμένα σε ιδεολογικές επιλογές και ασυμβατότητες προοπτικής. Στο επόμενο και τελευταίο τμήμα θα ασχοληθώ με το τι συμβαίνει όταν αυτού του είδους οι αναστοχαστικές αναστολές καταστέλλονται στο όνομα ενός υπερβατικά αυτονομιμοποιούμενου "ρεαλισμού." Θα επικεντρωθώ, πιο συγκεκριμένα, στην ανάγνωση τριών κειμένων του καθηγητή Σ.Ν. Καλύβα για την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Δεκέμβρης: Για την πρόζα της αντιεξέγερσης, ελληνική έκδοση (μέρος δεύτερο)


Ποια "εξέγερση"; Ορολογικές επιπλοκές

Η ορολογική παλέτα που καλύπτει το φάσμα των εκδηλώσεων συλλογικής συγκρουσιακότητας είναι ευρεία και συνδηλωτικά χρωματισμένη ταυτόχρονα.

Στο αγγλικό λεξιλόγιο συναντούμε μια πληθώρα δυνητικών συνωνύμων του ελληνικού "εξέγερση"· μεταξύ άλλων, τους όρους insurrection, rebellion, revolt, insurgency, riot. Ας ξεκινήσουμε από τον τελευταίο, μια και είναι αυτός που επιλέχθηκε για να περιγράψει τα τεκταινόμενα στην Αθήνα και την υπόλοιπη αστική κυρίως Ελλάδα κατά την περίοδο που άρχισε στις 6 Δεκέμβρη και διήρκεσε για περισσότερες από τρεις εβδομάδες.

Ο όρος riot δηλώνει αφενός το ξέσπασμα βίαιων αντιδράσεων από μια μεγάλη μερίδα ατόμων και αφετέρου την οργιαστική, καρναβαλική έκρηξη (ενός βακχισμού του οποίου οι οιονεί πολιτικές διαστάσεις εντοπίζονται ήδη στα ρωμαϊκά saturnalia). Σημασιολογικά, ο όρος 'riot' οριοθετεί συνεπώς μια δράση με αντιφατικά και συγκεχυμένα κίνητρα, καθώς και μια διάρρηξη της κοινωνικής κανονικότητας που είναι (εξ ορισμού) περιορισμένη σε διάρκεια και δεν οδηγεί σε νέα έννομη τάξη πραγμάτων. Ο όρος συνδηλώνει επίσης τον "αυθόρμητο"/"μη διαμεσολαβημένο" και τον "οχλοκρατικό" χαρακτήρα της όποιας δράσης. Επιπρόσθετα, δεν περιορίζεται ιστοριογραφικά στις βίαιες ενέργειες υποτελών κοινωνικών ομάδων, αλλά περιλαμβάνει και τις ενέργειες βίας εναντίον ασθενέστερων, ταξικά ή αριθμητικά, ομάδων. Κινητήρια δύναμη στο 'riot' είναι το ανώνυμο πλήθος· δεν υπάρχουν ηγέτες και προγραμματικά στοιχεία και δεν μπορούν πάντα να ταυτοποιηθούν υποκινητές. Η βία είναι τυφλή, απρόβλεπτη, και χωρίς ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους. Περιλαμβάνει το πλιάτσικο και τις παράπλευρες εκδηλώσεις παραβατικότητας (βιασμούς, ληστείες, άσκοπους εμπρησμούς κλπ).

Στην ιστοριογραφία ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε ό,τι αφορά α) εξεγέρσεις που προκαλούνται από την έλλειψη τροφίμων ή τις ακριβές τιμές (food riots/price riots), κυρίως στην φεουδαλική κοινωνία, αν και υπάρχουν παραδείγματα τέτοιου είδους "riots" ως τον 19ο αιώνα β) φυλετικά επικαθορισμένες εξεγέρσεις (race riots, όπως αυτές στην συνοικία Watts του Los Angeles και τα Rodney King riots του 1992 στην ίδια πόλη, ή το Brixton riot στο Λονδίνο το 1981) γ) θρησκευτικές συμπλοκές και σφαγές (religious riots), όπως οι περιοδικές συγκρούσεις Μουσυλμάνων και Ινδουϊστών στην Ινδία, με αφορμή κυρίως την πρόσβαση ή κοινοτική ιδιοκτησία ιερών χώρων και ναών.

Όπως είναι προφανές, απουσιάζει χαρακτηριστικά στις περιπτώσεις χρήσης του όρου η έμφαση στην καθαρά ταξική διαστρωμάτωση: ο όρος είναι ιδιαίτερα σπάνιος στην μαρξική ιστοριογραφία, μια και αφορά φαινόμενα τα οποία με τον ένα ή άλλο τρόπο είναι "περιφερειακά" για την πάλη των τάξεων (θρησκεία, φυλή και εθνικότητα, σχέσεις αρχόντων-αρχομένων σε προνεωτερικές κοινωνίες) και τα οποία δεν έχουν τον πειθαρχημένο χαρακτήρα του συνδικαλιστικού-ταξικού αγώνα (απεργία, γενική απεργία, επανάσταση). Όπως είναι επίσης προφανές, η χρήση του όρου αξιολογεί εξ αρχής αυτό το οποίο υποτίθεται ότι απλώς περιγράφει. Ακριβολογώντας, θα πρέπει να πούμε ότι η διαπίστωση ότι τα λεγόμενα griots δεν είχαν σαφείς πολιτικούς προσανατολισμούς ή περιελάμβαναν πολιτικά συγκεχυμένες εκδηλώσεις βίας είναι ήδη πλεοναστική, μια και αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά δηλώνει από μόνη της η επιλογή του όρου.

Ο όρος insurrection, επίσης μεταφράσιμος ως "εξέγερση", είναι σαφώς πολιτικότερος σε ό,τι αφορά τις συνδηλώσεις του. Οι ρίζες του είναι ιστορικά βαθύτερες, μια και προέρχεται από το λατινικό insurrectio. Ο όρος δηλώνει "την πράξη ή περίπτωση της εξέγερσης ενάντια σε μια κυβέρνηση ή ενάντια στις πολιτικές αρχές." Η μη χρήση του στις αγγλόφωνες περιγραφές του Δεκέμβρη δηλώνει συνεπώς ότι η εξέγερση δεν έγινε αντιληπτή ως πολιτική πράξη με στόχο την αμφισβήτηση της εξουσίας των πολιτικών αρχών της χώρας, ούτε ως λαϊκή εξέγερση κατά της συγκεκριμένης κυβέρνησης Καραμανλή (όπως έγινε, λίγους μήνες αργότερα, αντιληπτή η εξέγερση στο Ιράν, η οποία ερμηνεύτηκε καθολικά σχεδόν ως λαϊκή εξέγερση εναντίον του καθεστώτος Αχμεντινατζάντ).

Ο όρος insurgency ορίζεται από το λεξικό Websters ως "μια κατάσταση εξέγερσης ενάντια σε μια κυβέρνηση η οποία είναι λιγότερο από οργανωμένη επανάσταση, και η οποία δεν αναγνωρίζεται ως εχθροπραξία." Σε αντίθεση με τον όρο rebellion, ο οποίος υπονοεί την νομική αναγνώριση κατάστασης εχθροπραξιών, ο όρος insurgency καταδεικνύει την έλλειψη αναγνώρισης της νομιμότητας της εξέγερσης (σύμφωνα πάντα με τους κατεστημένους νόμους ενός κράτους), και ανήκει συνήθως στο φρασεολογικό οπλοστάσιο της κρατικής καταστολής. Γίνεται προφανές το γιατί είναι ο όρος insurgency και όχι κάποιος άλλος που επιλέχθηκε ως συστατικός της πολιτικής της "αντιεξέγερσης" (counterinsurgency), πολιτικής της οποίας η διασημότερη ιστορική ενσάρκωση είναι η υπηρεσία του FBI COINTELPRO (Counter Intelligence Program), η οποία ανέλαβε, από το 1956 ως το 1971, το εκ των έσω σαμποτάζ κινημάτων και οργανισμών που θεωρήθηκαν ανατρεπτικοί (κομμουνιστικοί και σοσιαλιστικοί οργανισμοί, φεμινιστικοί οργανισμοί, το μη βίαιο κίνημα για τα κοινωνικά δικαιώματα των μαύρων, το μέτωπο κόντρα στον πόλεμο του Βιετνάμ, κλπ.). Η χρήση, από την άλλη, του πληθυσμού των Hmong στο Βιετνάμ και των Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, αποτελούν διάσημα παραδείγματα διεθνούς εφαρμογής δογμάτων counterinsurgency. Ο όρος είναι συνεπώς βαθιά χρωματισμένος από την κουλτούρα του Ψυχρού Πολέμου και την κατασταλτική/προληπτική δράση μυστικών υπηρεσιών και έχει μικρή απήχηση σε μη κρατικιστικούς και κατασταλτικούς κύκλους.

Τέλος, οι όροι revolt και rebellion αντιμετωπίζονται ως σχεδόν συνώνυμοι, μια και αμφότεροι δηλώνουν την οργανωμένη εξέγερση εναντίον ενός πολιτικού συστήματος ή μιας κυβέρνησης που δεν προχωρά στο στάδιο της ολικής ρήξης αλλά περιορίζεται στην διαμαρτυρία για επιμέρους συνθήκες καταπίεσης, αδικίας, ή καταστολής. Η διαφορά τους εντοπίζεται κυρίως στην σημασιολογική εγγύτητα του όρου 'revolt' στην έννοια της σπασμωδικής, αυθόρμητης, βραχύβιας πολιτικής εξέγερσης (χρησιμοποιείται δε κατά κόρον για φοιτητικές εξεγέρσεις όπως του ελληνικού Πολυτεχνείου). Σε αντίθεση, ο όρος 'rebellion' είναι πιο σημασιολογικά ουδέτερος--ο πιο ουδέτερος σημασιολογικά από όλους όσους παρατέθηκαν πιο πάνω--και δεν εξυπακούει το βραχύβιο ή σπασμωδικό της εξέγερσης, ενώ δεν αποκλείει και την μετάφρασή της σε σύγκρουση μεταξύ λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένων στρατευμάτων, κάτι τι οποίο δεν εξυπακούει ο όρος 'revolt.'

Τοποθετημένοι στο φάσμα από το λιγότερο προς το περισσότερο "πολιτικό" οι όροι τους οποίους συζήτησα θα είχαν την εξής διάταξη: riot, revolt, insurrection, rebellion (με τον όρο "insurgency" να εξαιρείται λόγω σημασιολογικής ετερογένειας).

Τοποθετημένοι στο φάσμα από το λιγότερο προς το περισσότερο ιδεολογικά φορτισμένο από τη θέση του γλωσσικού χρήστη, η διάταξη θα είχε ως εξής: rebellion, insurrection, revolt, riot, insurgency.

Η απόδοση όλου αυτού του εξαιρετικά πολύπλοκου και πολυσήμαντου φάσματος αξιολογικών, ιδεολογικών, ιστορικών και πολιτικών κρίσεων για την φύση της σύγκρουσης με την έννομη τάξη με τον όρο "εξέγερση" είναι προφανές ότι δεν απλοποιεί την κατάσταση. Απλά αποκρύπτει τις πολύ διαφορετικές διαστάσεις που μπορεί να λάβει ο όρος σε διαφορετικές πρακτικές λόγου και μας δείχνει ότι η ορολογική συναίνεση δεν εξυπακούει με κανένα τρόπο και αντίστοιχη ιδεολογική/σημασιολογική συμφωνία. Είναι προφανές ότι η λέξη "εξέγερση" σημαίνει ήδη πολύ διαφορετικά πράγματα για τον λόγο των υπερμάχων της, των επικριτών της, των συμπαθούντων, των μεταμελημένων, ή των αμφίθυμων και αναποφάσιστων. Και αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατη η επιστημονική συζήτηση του Δεκέμβρη χωρίς την διασαφήνιση των σιωπηλών συγκρούσεων που διεξάγονται ήδη μέσα στο πεδίο των συγκειμένων και συμφραζομένων μέσα στα οποία επιλέγει να εντάξει την "εξέγερση" η μία ή η άλλη πλευρά. Στο επόμενο τμήμα, θα ασχοληθώ με τις βασικές παραμέτρους και εκδοχές του λόγου της αντιεξέγερσης όπως εκφράστηκε στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.