Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού (συνέχεια)


3.3 Τα δύο καθεστώτα νοήματος
Παρά τις όποιες αντιρρήσεις και αντι-αντιρρήσεις, θα υπάρξουν χωρίς αμφιβολία σχεσιαστές οι οποίοι απλά θα αρνηθούν να παραδεχτούν την συνάφεια του επιχειρήματος περί του αρχι-απολιθώματος. Αν ισχύσει κάτι τέτοιο, τότε θα είναι απίθανο να μην αρνηθούν επίσης ότι ο προγονικός χώρος έχει οποιαδήποτε πραγματικότητα. Έτσι, ο δύσκαμπτος σχεσιαστής θα επιμείνει ότι αν και και το αρχι-απολίθωμα μοιάζει να παραπέμπει σε μια σχεσιακή οντότητα, αυτό αποτελεί πλάνη, εφόσον η ιδέα μιας μη-σχεσιακής πραγματικότητας εξυπακούει ότι κάτι μπορεί να φανερωθεί ανεξάρτητα από τις συνθήκες της εμφάνισης, πράγμα παράλογο. Για τον αμετανόητο σχεσιαστή, το αρχι-απολίθωμα υπάρχει βέβαια εδώ και τώρα, στο σχεσιακό παρόν, αλλά ως τέτοια, η ύπαρξη του συνεχίζει να εξαρτάται από τις συνθήκες της εμφάνισης. Όμως, ο προγονικός χρόνος στον οποίο μοιάζει να παραπέμπει θα πρέπει να εννοηθεί ως κάποιου είδους γνωστική παραίσθηση. Εφόσον το νόημα της προγονικής δήλωσης, η οποία σκιαγραφεί το προγονικό φαινόμενο ως κάτι ανεξάρτητο από τις συνθήκες εμφάνισής του, συνεχίζει να εξαρτάται από τις συνθήκες τις οποίες φαίνεται να απορρίπτει, ο ισχυρογνώμων σχεσιαστής θα υπερασπιστεί μεν την κατανοησιμότητα της προγονικής δήλωσης, αλλά μόνο με το κόστος του να αρνηθεί την πραγματικότητα του προγονικού φαινομένου. Αυτό σημαίνει ότι η κυριολεκτική πρωταρχικότητα του προγονικού φαινομένου, η οποία δειγματίζεται από την προγονική δήλωση, μετατρέπεται σε κάτι σαν ψευδο-εντύπωση μνήμης η οποία δημιουργείται μεν στο ανθρώπινο παρόν αλλά προβάλλεται αναδρομικά πάνω στο προ-ανθρώπινο παρελθόν. Συνεπώς, ο σχεσιαστής θα αποδεχθεί ότι το κυριολεκτικό νόημα της προγονικής δήλωσης αναφέρεται πράγματι σε μια μη-σχεσιακή πραγματικότητα, αλλά αυτό ισχύει πριν προστεθεί η αποφασιστική προϋπόθεση: η προγονική δήλωση φυσικά φαίνεται να σκιαγραφεί μια πραγματικότητα που προηγείται της ανάδυσης της σκέψης, αλλά μπορεί να την σκιαγραφήσει μόνο μέσω της σκέψης και για την σκέψη. Για τον σχεσιαστή, το κυριολεκτικό νόημα της προγονικής δήλωσης μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σε μια πραγματικότητα που προηγείται της ανάδυσης των συνθηκών οι οποίες εγγυώνται την εννοιολογική της κατανοησιμότητα. Αλλά το κυριολεκτικό αυτό νόημα είναι απλώς επιφανειακό. Γίνεται εφικτό εξαιτίας ενός βαθύτερου καθεστώτος νοήματος, το οποίο αγκυροβολεί αυτό το εμπειρικό ή οντικό νόημα σε μια βασικότερη, δηλαδή υπερβατική ή οντολογική διάσταση του νοήματος. Η τελευταία μετατρέπει την ανεξάρτητη πραγματικότητα την οποία σκιαγραφεί η προγονική δήλωση σε μια ανεξάρτητη πραγματικότητα για μας. Υπάρχουν δύο καθεστώτα νοήματος και αλήθειας για τον σχεσιαστή: το οντικό ή εμπειρικό καθεστώς που προσιδιάζει στις επιστήμες· και το οντολογικό ή υπερβατικό καθεστώς το οποίο αποτελεί προνόμιο της φιλοσοφίας. Οι επιστήμονες προϋποθέτουν αφελώς την εννοιολογική αυτονομία του πρώτου, αλλά ο σχεσιαστής φιλόσοφος βρίσκεται πάντοτε εκεί για να τους θυμίζει ότι αυτό εξαρτάται απόλυτα από το δεύτερο. Με τον ίδιο τρόπο, ο σχεσιαστής θα επιμείνει ότι υπάρχουν δύο χρονικότητες σε λειτουργία και ότι ο επιστήμονας τις έχει “αφελώς” ταυτίσει μεταξύ τους: υπάρχει η παράγωγη, απλά οντική χρονικότητα του φυσικού-κοσμολογικού χρόνου, και η πρωταρχική, οντολογική χρονικότητα (ή “διάρκεια”), η οποία αποτελεί την προϋπόθεση της πρώτης. Η ρεαλιστική ερμηνεία της προγονικής δήλωσης μοιάζει βέβαια να εξυπακούει την εγγραφή του οντολογικού χρόνου μέσα στον φυσικό-κοσμολογικό χρόνο. Για τον σχεσιαστή όμως, αυτό αποτελεί βασικό λογικό σφάλμα: γιατί πώς θα μπορούσε η συγκροτητιτική οντολογική χρονικότητα να εξαρτάταται ποτέ από τον οντικό χρόνο τον οποίο συγκροτεί; Έτσι, η σχεσιακή ερμηνεία του προγονικού φαινομένου επιμένει ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη “λογική τάξη” και όχι στην χρονολογική αλληλουχία: θα πρέπει να απορρίψουμε την επιφανειακή χρονολογία στην οποία ο φυσικός-κοσμολογικός χρόνος προηγείται και συνάμα έπεται του βιωμένου ή συνειδητού χρόνου, και να κοιτάξουμε πέρα από αυτόν, στην θεμελιώδη λογική τάξη δια της οποίας ο δεύτερος παραμένει η προϋπόθεση του πρώτου. Πράγματι, για τον σχεσιαστή, η εμπειρική χρονολογία είναι απλώς συνέπεια που δημιουργείται από την οντολογική χρονικότητα η οποία προσιδιάζει στον συσχετισμό.

Η απάντηση όμως του σχεσιαστή εξακολουθεί να είναι αμφισβητίσιμη. Διότι η λογικά επεξεργαστική λειτουργία η οποία αποδίδεται στον βιωμένο ή συνειδητό χρόνο μπορεί να υποστηριχτεί σε σχέση με τις συνθήκες εκείνες που μπορούν να εκληφθούν ως συγκροτητικές για την εμπειρία του χρόνου ως διάστασης συναφούς με την ζωή ή την συνείδηση· δεν μπορεί να υποστηριχτεί ανεξάρτητα από την δυνατότητα κάθε τέτοιας εμπειρίας. Στην πραγματικότητα, η σχεσιακή υπεράσπιση ήδη προϋποθέτει εξ αρχής την εργαλειακή αντίληψη της επιστήμης η οποία θα έπρεπε να είναι το συμπέρασμά της. Η εργαλειακή αντίληψη θεωρεί ότι οι οντότητες των οποίων η ύπαρξη τίθεται από την επιστημονική θεωρία είναι απλώς υποθετικές μυθοπλασίες ή υπολογιστικοί μηχανισμοί, κενοί από κάθε πραγματικότητα ανεξάρτητη του νου. Πράγματι, η άδηλη προαπόφαση ότι η επιστημονική θεωρία έχει απλά εργαλειακή σημασία για την ανθρώπινη εμπειρία και ότι εγκολπώνεται ολοκληρωτικά από αυτή, είναι η βάση του ισχυρισμού ότι οι προϋποθέσεις της ανθρώπινης εμπειρίας της πραγματικότητας είναι επίσης προϋποθέσεις των οντοτήτων την ύπαρξη των οποίων θέτει η επιστήμη. [10] Η σχεσιακή υπεράσπιση αφήνεται αυτάρεσκα σε μια μη αποδεκτή συνεπαγωγή, από την χρονικότητα ως συνθήκη της εμπειρίας στην χρονικότητα ως συνθήκη των διάφορων μη εμπειρικών φαινομένων τα οποία περιγράφονται από την επιστήμη, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του φυσικού-κοσμολογικού χρόνου. Αυτό όμως ήδη προϋποθέτει ως δεδομένο ακριβώς αυτό το οποίο προσπαθεί να αποδείξει η σχεσιακή αντίρρηση προς την ρεαλιστική ερμηνεία της προγονικής δήλωσης: δηλαδή, ότι τα επιστημονικά φαινόμενα, προγονικά ή όχι, είναι απλώς αφαιρέσεις οι οποίες αντλούν το οποιοδήποτε νόημα διαθέτουν από κάποια υποτίθεται πιο πρωταρχική διάσταση της ύπαρξης. Η αποκάλυψη αυτής της αντιμετάθεσης του στόχου σε προϋπόθεση δεν αρκεί για να εδραιώσει την αλήθεια του επιστημονικού ρεαλισμού· ξεσκεπάζει όμως το γεγονός ότι πέρα απ’ το να υποδεικνύει το θεμελιακό του στάτους σε ό,τι αφορά την εμπειρία, ο σχεσιασμός αποτυγχάνει να υπερασπιστεί τον ισχυρισμό ότι η χρονικότητα η οποία είναι συμβατή με τη ζωή και τη συνείδηση είναι απαραίτητα πιο θεμελιώδης από ό,τι ο φυσικός-κοσμολογικός χρόνος.

Φυσικά, ο σχεσιασμός μπορεί απλά να αποκρύψει αυτή την δυσκολία αποφασίζοντας να καταστήσει τον συσχετισμό προαιώνιο, δηλαδή υποθέτοντας την αιωνιότητα της Ζωής ή του Πνεύματος ως οντολογικών απολύτων· το αποτέλεσμα είναι ο βιταλισμός [11] ή ο απόλυτος ιδεαλισμός. Εναλλακτικά, ο σχεσιαστής μπορεί να σταματήσει εντελώς να συμβιβάζεται με την επιστήμη και να αρνηθεί απλώς την κυριολεκτική αλήθεια των προγονικών δηλώσεων της επιστήμης συνολικά. Αυτό θα σήμαινε ότι πρέπει να επιμείνει ότι το σύμπαν δεν μπορεί να υπήρξε πριν την απαρχή της ζωής και της συνείδησης. Έτσι βέβαια, οι σχεσιαστές θα οδηγούνταν σε μια θέση η οποία είναι αξιοπρόσεκτα κοντινή σε αυτή των κρεασιονιστών.[12] Και πράγματι, όπως παρατηρεί με οξύτητα ο Meillasoux, ο ισχυρισμός ότι η χρονολογική προτεραιότητα του προγονικού χρόνου σε σχέση με τον βιωμένο ή συνειδητό χρόνο αποτελεί ένα δόλωμα που μας αποσπά από την αντίληψη της υποφώσκουσας λογικής προτεραιότητας του δεύτερου, φέρει άβολες ομοιότητες με το κρεασιονιστικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο τα απολιθώματα εμφυτεύτηκαν από τον Δημιουργό του κόσμου για να ελεγχθεί η πίστη μας σ’ αυτόν (Après la finitude, σ. 36). Μήπως και η κοσμολογία αποτελεί εφεύρεση της υπερβατικής συνείδησης για να ελεγχθεί η πίστη μας στην αιωνιότητα της δεύτερης;

Οι επιστήμονες έχουν καλούς λόγους να αντιστέκονται στο επιχείρημα των σχεσιαστών ότι ο τελικός εγγυητής της αλήθειας ή του ψεύδους των προγονικών δηλώσεων βρίσκεται μέσα στην παροντική μας σχέση με τον κόσμο και όχι σε μια πραγματικότητα ανεξάρτητη από τον νου, δισεκατομμύρια χρόνια πριν: πρόκειται για τα σφάλματα μιας σοφιστικέ εκδοχής του κρεασιονισμού. Από αυτή την άποψη, ίσως ο επιστημονικός ρεαλισμός σε ό,τι αφορά το αρχι-απολίθωμα να είναι λιγότερο αφελής από τον μετα-καντιανό ιδεαλισμό, ο οποίος έχει γίνει υπερβολικά χονδροειδής για να εκπλήσσεται από τον ρεαλισμό. Αν η ιδέα της πραγματικότητας-αυτής καθεαυτής έχει καταστεί φιλοσοφικά ακατανόητη, τότε ίσως αυτό να μην είναι σύμπτωμα κάποιου προβλήματος με την “πραγματικότητα” αλλά με τα κριτήρια κατανοησιμότητας που επέβαλλε η μετα-καντιανή φιλοσοφία. Διότι αυτό που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ο σχεσιασμός είναι η κυριολεκτική κατανοησιμότητα της προγονικής δήλωσης και η συνεπαγόμενη πραγματικότητα του προγονικού φαινομένου —και δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει για τον σημαντικό λόγο ότι η εμπειρική εγγραφή του υποτιθέμενα υπερβατικού συσχετισμού θα τράβαγε ουσιαστικά το χαλί κάτω απ΄τα πόδια του σχεσιακού οικοδομήματος.

Τελικά, η καντιανή διαχείριση εμπειρικών και υπερβατικών καθεστώτων νοήματος και η συνεπακόλουθη κατανομή εργασίας μεταξύ του οντικού πανοράματος των επιστημών και της οντολογικής αυθεντίας της φιλοσοφίας είναι αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί. Και αυτό γιατί έχει μετατραπεί σε δικαιολογία ώστε να αποφεύγει κανείς την θεμελιώδη πρόκληση που τίθεται για τη φιλοσοφία από την αποκάλυψη, μέσω των σύγχρονων επιστημών, μιας πραγματικότητας που είναι αδιάφορη τόσο για τη ζωή όσο και για τη σκέψη. Αντί να καλλιεργεί ένα στεγανό από όπου θα αποφαίνεται υπερβατικά για τους ισχυρισμούς των φυσικών επιστημών, η φιλοσοφία θα πρέπει να προσπαθήσει να ανέλθει στο επίπεδο της πρόκλησης των τελευταίων, παρέχοντας την δέουσα θεωρησιακή οχύρωση για την πειραματική επιστημονική εξερεύνηση μιας πραγματικότητας η οποία δεν έχει ανάγκη να συμμορφώνεται με κανένα από τα δυνητικά συμφέροντα ή στόχους του Λόγου. Εφόσον έχουμε απορρίψει τον ισχυρισμό ότι η εμπειρικο-υπερβατική κατανομή εργασίας δίνει μια ικανοποιητική λύση για τα θεωρησιακά προβλήματα τα οποία θέτει η επιστήμη στη φιλοσοφία, μπορούμε να ξαναθεμελιώσουμε ένα ισοϋψές πεδίο πάνω στο οποίο η φιλοσοφία θα πρέπει να αναμορφώσει την έννοια της μη-σχεσιακής πραγματικότητας ώστε να μπορεί να εξηγήσει καλύτερα τις θεωρησιακές συνέπειες της επιστημονικής της εξερεύνησης –αντί να καθυποτάσσει διαρκώς την τελευταία τραβώντας το σχεσιακό λουρί. Γιατί από τη στιγμή που βάζουμε την επιστήμη και τη φιλοσφία στο ίδιο επίπεδο σε σχέση με το πραγματικό, γίνεται απαραίτητο να επιμείνουμε ότι δεν υπάρχει εφικτός συμβιβασμός μεταξύ των ισχυρισμών του σχεσιασμού και των προγονικών ισχυρισμών της επιστήμης: αν ο σχεσιασμός αληθεύει τότε οι προγονικοί ισχυρισμοί της επιστήμης είναι ψευδείς· και αν αληθεύουν οι τελευταίοι τότε ο σχεσιασμός είναι ψευδής. Στην πραγματικότητα, όλα σχεδόν όσα μας διδάσκουν οι επιστήμες για τον κόσμο φαίνονται να παραπέμπουν στο ψεύδος του σχεσιασμού: ενώ ο δεύτερος συνεχίζει να επιμένει για την μη προσπερασιμότητα της ζωής και του νου, οι πρώτες συσσωρεύουν υπομονετικά αποδείξεις για την περιφερειακή και εφήμερη θέση τους. Το ζήτημα επομένως είναι: από τότε που συνελήφθη από τον Kant, πώς κατάφερε ο σχεσιασμός να φτάσει να φαίνεται αξιόπιστη λύση στο ερώτημα για το εφικτό της επιστημονικής γνώσης;

[10] Αν και ο Kant είναι βέβαιο ότι δεν θα επικύρωνε μια εργαλειακή αντίληψη της επιστήμης, η διατύπωσή του είναι αυτή που εκφράζει πιο συνοπτικά τον τρόπο με τον οποίο οι σχεσιαστές καθιστούν την εμπειρική πραγματικότητα των επιστημονικών αντικειμένων συνάρτηση υπερβατικών προϋποθέσεων αντικειμενικοποίησης: “Οι συνθήκες της δυνατότητας ύπαρξης της εμπειρίας γενικότερα είναι επίσης συνθήκες της δυνατότητας ύπαρξης των αντικειμένων της εμπειρίας” (Critique of Pure Reason, Α 158/Β 197).
[11] Βιταλισμός (vitalism): Φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας δύναμης της ζωής (élan vitale), η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο στη βάση των νόμων της φυσικής, και η οποία σε ένα βαθμό αυτοκαθορίζεται. Στη σύγχρονη εποχή, ο βιταλισμός εκφράζεται κυρίως από τη φιλοσοφία του Henri Bergson, και, σε ένα βαθμό, από τους Gilles Deleuze και Félix Guattari.
[12] Κρεασιονισμός (creationism): Συνήθως, η θρησκευτικής έμπνευσης άρνηση της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης των ειδών και η επιμονή στην ιδέα της δημιουργίας των μορφών της ζωής από κάποια ανώτερη δύναμη.




Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Samuel Beckett, Πλατωνιστής


Πρώτη μετάφραση από τα γαλλικά στο blog.

Με τον τρόπο του, ο Beckett ανακαλεί στη μνήμη μια έμπνευση του Descartes και του Husserl: αν θέλεις να αναλάβεις μια σοβαρή διερεύνηση της σκεπτόμενης ανθρωπότητας, πρέπει πάνω από όλα να άρεις όλα όσα είναι ανούσια ή αμφίβολα, να αποκαταστήσεις στην ανθρωπότητα τις άφθαρτες λειτουργίες της. Η γύμνια των «χαρακτήρων» του Beckett, η ένδειά τους, οι αρρώστιες τους, οι παράξενες εμμονές τους, ή ακόμη και η χωρίς αντιληπτό πέρας πλάνη τους, όλα όσα εκλαμβάνονται συχνά ως αλληγορίες της απέραντης αθλιότητας της ανθρώπινης κατάστασης, δεν είναι παρά το πρωτόκολο μιας εμπειρίας την οποία θα πρέπει να συγκρίνουμε με την αμφιβολία μέσω της οποίας ο Descartes αποκαθιστά στο υποκείμενο την κενότητα της καθαρής δήλωσης (énonciation), ή με την εποχή (epochè) του Husserl, η οποία περιστέλλει τις αποδείξεις για την ύπαρξη του κόσμου στις ενσυνείδητες αναταραχές της συνείδησης.

Στο πρώτο μέρος του γαλλόφωνου έργου του Beckett, αυτή η ασκητική μέθοδος απομονώνει τρεις λειτουργίες: την κίνηση και την ακινησία (περπάτησε, περιπλανήσου, ή κατάρρευσε, πέσε κάτω, γίνε αυτό που κείτεται)· το είναι (αυτό που υπάρχει, οι τόποι, τα φαινόμενα, και επίσης η ταλάντωση κάθε ταυτότητας)· την γλώσσα (το πρόταγμα να μιλήσεις, το αδύνατο της σιωπής). [...] Σε όλες τις περιπτώσεις, βλέπει κανείς ότι η άσκηση, βιωμένη μεταφορικά ως απώλεια, απογύμνωση, ένδεια, πυρετώδης ενέργεια για το σχεδόν τίποτε, οδηγεί σε μια εννοιολογική οικονομία αρχαίου τύπου, πλατωνική. Γιατί αν παραμελούμε (και η πρόζα του Beckett είναι η κίνηση αυτής της αμέλειας, αυτής της εγκατάλειψης), αυτό το οποίο είναι επουσιώδες, αυτό το οποίο διασκεδάζουμε (με την έννοια που δίνει στον όρο ο Pascal), θα δούμε ότι αυτό το οποίο επιστρέφει στο σύμπλεγμα της κίνησης, της ακινησίας (ή του θανάτου), της γλώσσας (ως αδήριτου προτάγματος), και των παραδόξων του Ίδιου και του Άλλου, είναι η γενική έννοια της ανθρωπότητας. Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε αυτό που ο Πλάτωνας, στον Σοφιστή, αποκαλεί τα πέντε θεμελιώδη είδη: Το είναι, το ίδιον, την κίνηση, την ακινησία, και το έτερον. Αν η φιλοσοφία του Πλάτωνα καθόρισε έτσι τις γενικές συνθήκες κάθε σκέψης, η γραφή του Beckett προσπαθεί, μέσα από την ασκητική κίνηση της πρόζας, να αναπαραστήσει μυθοπλαστικά τους άχρονους καθορισμούς της ανθρωπότητας.

Alain Badiou, “ L’ ascèse méthodique”, στο Beckett. L’ increvable désir.




Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Δύο αγγλόφωνα ποιήματα




Thursday

The funereal procession
of cars in the rain.
Ash-eyed Thursday.

O, wipe your shields, wipe your shields
you desolate arks!
You tongue-tied, carbon breathing suicides!

No one gets away, I know.
The bottom fell out from the world.
We shan’t make it home by four

and we shall just as certainly be incinerated
some billions of years hence. But
for now it will not do to honk horns,

it will not bid the seraphim come,
it will not cue the orchestra to adagio
as the hole in the sky lets the lead drop on lead.




The Keys

They are lying there waiting
like rows of hungry teeth,
the keys.

But not really, no.

For on another plane of description
there are strings attached to each,
so they are in fact so many
tuxedoed penguins in a ballroom.

Still, that’s mixing metaphors
and smacks of the anthropomorphic.

So let me try again:
they are twenty-six telegraphic apparatuses
each conveying news of a shipwreck.

Which ship?

One which, not having heeded the beacon
now rests at the bottom of the dark, raging sea.

But no, the sea is not quite dark.
It is foaming in the mouth like a rabid dog
and its scattered rocks gleam like so many canines,
which, in a way,
brings things back to the beginning.

Except, of course, for the beacon.
The pulse on the screen screams
danger! danger!

to no avail, because I can only hear the piano
and the frolic of dancers underneath chandeliers
and the clickity-click-click of the keys.



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού (συνέχεια)




Προγονικότητα και χρονολογία

Οι απαντήσεις του Meillasoux στους σχεσιαστές κριτικούς του είναι τόσο διεσδυτικές όσο και δημιουργικές, και αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, μια σημαντική προσθήκη στο ήδη βαρύνον επιχείρημά του ενάντια στον σχεσιασμό. Παρ’ όλα αυτά, είναι επίσης ευάλωττες σε ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πώς η διάκριση μεταξύ προγονικότητας και χωροχρονικής απόστασης στον Meillasoux μπορεί να συνταιριαστεί με όσα μας δίδαξε η φυσική του εικοστού αιώνα σχετικά με την βασική αλληλεξάρτηση χώρου και χρόνου, όπως αυτή εκφράζεται από την αντίληψη για τον τετραδιάστατο χωροχρόνο στους Άινσταϊν και Μινκόφσκι. Το “πριν” και το “μετά” είναι όροι εμμενώς σχεσιακοί, και μπορούν να γίνουν κατανοητοί μόνο μέσα σε ένα χωροχρονικό πλαίσιο αναφοράς. Υπ’ αυτή την άποψη, η επιμονή του Meillasoux στην ασυμφιλίωτη διάζευξη μεταξύ ενός χάσματος μέσα στην εμφάνιση και το χάσμα της εμφάνισης συνεχίζει να εξαρτάται από την επίκληση της κλιμακωτής ασυμβατότητας μεταξύ του ανθρωπομορφικού χρόνου τον οποίο πριμοδοτεί ο σχεσιασμός και του κοσμολογικού χρόνου μέσα στον οποίο εγκαθίσταται ο πρώτος. Αυτή η ασυμβατότητα αποδίδεται στην βασική ασυμμετρία μεταξύ κοσμολογικού και ανθρωπολογικού χρόνου: ενώ ο πρώτος υποτίθεται ότι συμπεριλαμβάνει την αρχή και το τέλος του δεύτερου, δεν ισχύει το αντίστροφο. Ο Meillasoux όμως επιχειρηματολογεί ενάντια στον σχεσιασμό από λογική μάλλον παρά από εμπειρική βάση—πράγματι, θα δούμε παρακάτω πώς αυτό τον οδηγεί να επαναλάβει τον καρτεσιανό δυισμό της σκέψης και της προέκτασης [extensa]—ενώ η ασυμμετρία στην οποία αναφέρεται εδώ είναι ακριβώς συνέπεια ενός εμπειρικού γεγονότος, και όπως δέχεται και ο ίδιος (σ. 161), δεν υπάρχει a priori λόγος να μην τύχει να είναι συμβλητή με την ύπαρξη του σύμπαντος η ύπαρξη του νου και άρα και του συσχετισμού. Αυτός ακριβώς είναι ο ισχυρισμός του εγελιανισμού, ο οποίος εκλαμβάνει τον νου ή Geist ως αυτο-σχεσιακή αρνητικότητα η οποία είναι ήδη εμμενής στην υλική πραγματικότητα. Έτσι, η υπέρβαση την οποία ο Meillasoux αποδίδει στον προγονικό χρόνο ως χρόνο ο οποίος υπάρχει ανεξάρτητα από τον συσχετισμό, συνεχίζει να βασίζεται στην επίκληση της χρονολογίας: αυτό το οποίο επικαλείται το επιχείρημα περί ασυμμετρίας είναι το (εμπειρικό) γεγονός ότι ο κοσμολογικός χρόνος προηγήθηκε του ανθρωπομορφικού χρόνου, και λογικά έπεται επίσης του χρόνου αυτού. Δεδομένης αυτής της έμμεσης επίκλησης της χρονολογίας στον ισχυρισμό του Meillasoux ότι το αρχι-απολίθωμα δειγματίζει την απουσία εμφάνισης και όχι κάποιο χάσμα μέσα της, καθίσταται δύσκολο να δούμε πώς η χρονική προτεραιτότητα την οποία αποδίδει στον προγονικό χώρο θα μπορούσε ποτέ να γίνει κατανοητή εντελώς ανεξάρτητα από το χωροχρονικό πλαίσιο σε σχέση με το οποίο η κοσμολογία συντονίζει τις σχέσεις ανάμεσα σε παρελθοντικά, παροντικά και μελλοντικά συμβάντα. Μια απλή αλλαγή του πλαισίου που καθορίζει την χρονολογία θα αρκούσε να διαλύσει την υποτιθέμενη ασυμβατότητα ανάμεσα στον προγονικό και τον ανθρωπολογικό χρόνο, και έτσι θα γεφύρωνε την εννοιολογική άβυσσο η οποία υποτίθεται πως χωρίζει την προτεραιότητα από την χωροχρονική απόσταση.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι το ακόλουθο: όσο η αυτονομία αυτού που υπάρχει καθεαυτόν [an sich/in-itself] γίνεται αντιληπτή με όρους απλά χρονολογικής ασυμφωνίας μεταξύ κοσμολογικού και ανθρωπολογικού χρόνου, τόσο θα παραμένει πάντα εφικτό για τον σχεσιαστή να μετατρέπει την υποτίθεται απόλυτη προτεραιότητα του προγονικού χώρου σε μια προτεραιότητα που υπάρχει απλά “για μας” και όχι “καθεαυτή.” Προσδένοντας την πρόκληση απέναντι στον σχεσιασμό στο χωροχρονικό πλαίσιο το οποίο προτιμά η σύγχρονη κοσμολογία, ο Meillasoux εκθέτει την αυτονομία του καθεαυτόν στην χρονολογία. Η μοναδική ελπίδα να εξασφαλίσουμε την ξεκάθαρη ανεξαρτησία του “an sich” βρίσκεται αναγκαστικά στην απελευθέρωσή του από την χρονολογία και όχι μόνο από την φαινομενολογία. Θα δούμε στο πέμπτο κεφάλαιο ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια αντίληψη της αντικειμενικότητας η οποία αποκλείει την χρονολογική σχεσιακότητα όσο και την φαινομενολογική σκοπιμότητα. Οι χωροχρονικές σχέσεις θα πρέπει να εκληφθούν ως συνέπειες της αντικειμενικής πραγματικότητας, αντί να γίνεται αντιληπτή η αντικειμενική πραγματικότητα ως συνέπεια χωροχρονικών σχέσεων. Με το να επιμένει στην διάκριση μεταξύ προγονικού χρόνου και χωροχρονικής απόστασης, ο Meillasoux επαναλαμβάνει αθέλητα την πριμοδότηση του χρόνου σε σχέση με τον χώρο που χαρακτηρίζει ως σύμπτωμα τον ιδεαλισμό, και υιοθετεί ασυνείδητα τον ισχυρισμό των αντιπάλων του ότι κάθε μη προγονική πραγματικότητα μπορεί να εξηγηθεί χωρίς πρόβλημα από τον συσχετισμό. Έτσι, η διεισδυτικότητα των απαντήσεων του Meillasoux που συζητήθηκαν πιο πάνω φτάνει στην πραγματικότητα να αποκρύπτει τις σημαντικές του παραχωρήσεις προς τον σχεσιασμό. Γιατί δεν είναι βέβαια απλά τα προγονικά φαινόμενα τα οποία θέτουν τον σχεσιασμό υπό αμφισβήτηση, αλλά η πραγματικότητα που περιγράφουν οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες συνολικά. Σύμφωνα με τις επιστήμες αυτές, μας περιβάλλουν διαδικασίες οι οποίες επισυμβαίνουν μάλλον ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σχέση μπορεί να τύχει να έχουμε μαζί τους: η τεκτονική των πλακών, η θερμοπυρηνική τήξη και η γαλαξιακή διαστολή (για να μην αναφερθούμε σε άγνωστα ακόμα αποθέμετα πετρελαίου ή είδη εντόμων) είναι τόσο αυτόνομες, ανεξάρτητες από τους ανθρώπους πραγματικότητες, όσο και η διαστρωμάτωση της γης. Το γεγονός ότι αυτές οι διαδικασίες είναι σύγχρονες με την ύπαρξη της συνείδησης, ενώ η διαστρωμάτωση της γης προηγήθηκε χρονικά, δεν έχει καμμία σημασία. Το να θεωρούμε το αντίθετο, και να επιμένουμε ότι μόνο η προγονική διάσταση υπερβαίνει την σχεσιακή συγκρότηση, είναι σαν να υπονοούμε ότι η ανάδυση της συνείδησης σηματοδοτεί κάποιου είδους ουσιώδη οντολογική ρήξη, κατακερματίζοντας την αυτονομία και την συνοχή της πραγματικότητας, έτσι ώστε από την στιγμή που εμφανίζεται στο προσκήνιο η συνείδηση, τίποτε να μην μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από αυτή πλέον.[8] Ο κίνδυνος είναι ότι δίνοντας προτεραιότητα στο αρχι-απολίθωμα ως το μοναδικό παράδειγμα μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τον νου, ο Meillasoux παραχωρεί υπερβολικά πολύ έδαφος στον σχεσιασμό τον οποίο θέλει να συντρίψει. [9]

-------------------
[8] Ουσιαστικά, αυτή είναι και η θέση του Slavoj Žižek: “Ο μόνος τρόπος να εξηγήσουμε αποτελεσματικά την κατάσταση της συνείδησης του εαυτού μας είναι να επιβεβαιώσουμε την οντολογική ατέλεια της ίδιας της ‘πραγματικότητας’· υπάρχει “πραγματικότητα” μόνο στον βαθμό που υπάρχει ένα οντολογικό “χάσμα”, ένα “ρήγμα” στο κέντρο της· δηλαδή ένα τραυματικό πλεόνασμα, ένα ξένο σώμα το οποίο δεν μπορεί να αφομοιωθεί σ’ αυτή (Slavoj Žižek, The Parallax View, Λονδίνο, Verso, σ. 242). Η θέση ότι η συνείδηση ή η υποκειμενικότητα δεν είναι πραγματική οντότητα αλλά μάλλον μια άϋλη ρωγμή που ανατέμνει την οντολογική τάξη βρίσκεται στο κέντρο της (ευφυούς) μίξης Lacan και Hegel στον Žižek. Προς τιμήν του, και σε συμμόρφωση με την δέσμευση του στον “διαλεκτικό υλισμό”, ο Žižek έχει δείξει συνεπές ενδιαφέρον για τις γνωστικές επιστήμες (βλ. Žižek, The Parallax View, σ. 146-250). Είναι παρ’ όλα αυτά δύσκολο να συνταιριαστεί ο υποθετικός “υλισμός” του Žižek με τον ισχυρισμό του ότι η ίδια η πραγματικότητα δομείται γύρω από τον τραυματικό πυρήνα της υποκειμενικότητας. Εάν η πραγματικότητα αυτή καθεαυτή συγκροτείται απαραίτητα σε σχέση με το ρήγμα της συνείδησης του εαυτού, τότε όλες οι υλικές διαδικασίες οι οποίες σύμφωνα με τον Δαρβίνο προηγήθηκαν της συνείδησης του εαυτού θα πρέπει να απορριφθούν ως φαντασματικές “ψευδείς μνήμες”, οι οποίες δημιουργούνται από ένα υπερβατικό υποκείμενο σε κατάσταση ντελίριου.

[9] Είμαι υπόχρεος στους Graham Harman, Robin Mackay και Damian Veal για όλες αυτές τις κριτικές επισημάνσεις.


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Alain Badiou, Το συμβάν ως δημιουργική καινοτομία

Η φετινή ομιλία του Alain Badiou στο European Graduate School, με βάση την ανάγνωση του τέταρτου βιβλίου της Μεταφυσικής του Αριστοτέλη.





























Ο κύριος Jason Molina

Ο κύριος Jason Molina γεννήθηκε στην ίδια πόλη με την Toni Morrison, το Lorrain του Ohio. Οι Songs: Ohia ιδρύθηκαν διακριτικά το 1996 και πέρασαν στην αφάνεια εξίσου διακριτικά το 2003, όταν ο Molina επέλεξε να επανονομάσει το συγκρότημα για να σηματοδοτήσει την αλλαγή ήχου που είχε πλέον κατά νου. Two blue lights: το μαύρο βελούδο της σιωπής απ' την οποία αναδύονται καθάριες οι παλλόμενες, ηλεκτρικές χορδές της κιθάρας, κοφτερές σαν γλυκιές χαρακιές στο δέρμα. Η αβίαστη μελαγχολία της φωνής. Μια αιωρούμενη αίσθηση του ασπρόμαυρου τοπίου των μεσοδυτικών πολιτειών τον χειμώνα. Τα φώτα μιας απατηλής πόλης διυληστηρίων στο βάθος, θαμπά μέσα απ' το χιόνι που καλύπτει την βιομηχανική ασχήμια. Capt. Badass: κακές προθέσεις αλητήριων μπάσου-ντραμς, αλλά η κιθάρα διαφωνεί και φτερουγίζει ανάλαφρα, σαν να μη γνωρίζει τίποτε από στριπτιζάδικα και κακόφημα μπαρ. Και η φωνή είναι επίπονα αθώα, σαν κάποιου πρόωρα στραπατσαρισμένου εφήβου. Το πέρασμα από τη λαγνεία στον έρωτα και άρα και στο φόβο της απώλειας, των χαμένων ευκαιριών. We get no second chance in this life...







Ο κύριος Mark Lanegan

Εν αρχή ην το ουίσκι. Και η βίβλος. Και ο κύριος Mark Lanegan. Τα δέντρα που ουρλιάζουν. Ο βρώμικος λυρισμός. Τα ανδρικά ναυάγια. Η νικοτίνη. Η φωνή από χαλίκι. Οι άγγελοι που χορεύουν γύρω απ' το χείλος του ποτηριού. Η λέξη που σχηματίζεις αφηρημένος με τη στάχτη απ' το τασάκι, με το τσιγάρο για μολύβι. Η σωτηρία, που χτυπάει την πόρτα.









Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Η ανέφικτη σύνθεση, ή, το μάθημα των Ινδιάνων Γουϊνεμπάγκο



Ας θυμηθούμε την παραδειγματική ανάλυση στη δομική ανθρωπολογία του Κλωντ Λεβί-Στρως περί της διάταξης των κτιρίων στους Γουϊνεμπάγκο, μιας από τις φυλές των μεγάλων λιμνών. Η φυλή χωρίζεται σε δύο υπο-ομάδες, αυτούς που είναι “από πάνω” και αυτούς που είναι “από κάτω.” Όταν ζητάμε από ένα μέλος της φυλής να σχεδιάσει την κάτοψη του χωριού πάνω σε χαρτί ή στην άμμο (δηλαδή να δείξει την χωρική θέση των καλυβών), παίρνουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις, ανάλογα με το αν ο χωρικός ανήκει στην μία ή την άλλη υπο-ομάδα. Και οι δύο αντιλαμβάνονται το χωριό ως κύκλο: αλλά για τη μία υπο-ομάδα, μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο υπάρχει ένας δεύτερος κύκλος κεντρικών σπιτιών, και έτσι έχουμε δύο ομόκεντρους κύκλους, ενώ για την άλλη υπο-ομάδα, ο κύκλος τέμνεται από μία ξεκάθαρη διαχωριστική γραμμή. Με άλλα λόγια, ένα μέλος της πρώτης υπο-ομάδας (ας τους αποκαλέσουμε “συντηρητικούς-κορπορατιστές”) αντιλαμβάνεται την κάτοψη του χωριού ως ένα δακτύλιο κατοικιών οι οποίες είναι λίγο-πολύ συμμετρικά τοποθετημένες γύρω από ένα κεντρικό οίκημα, ενώ ένας μέλος της δεύτερης (“επαναστατικο-ανταγωνιστικής") υπο-ομάδας αντιλαμβάνεται το χωριό ως δύο ξεχωριστές συστάδες κατοικιών που χωρίζονται από ένα αόρατο σύνορο. Αυτό που θέλει να υπογραμμίσει ο Λεβί-Στρως είναι ότι το παράδειγμα αυτό δεν θα πρέπει να μας δελεάσει προς την κατεύθυνση του πολιτισμικού σχετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο η αντίληψη του κοινωνικού χώρου εξαρτάται από δύο “σχετικές” αντιλήψεις. Η ίδια η διχοτόμηση σε δύο “σχετικές” αντιλήψεις υπονοεί μια υπόρρητη αναφορά σε μια σταθερά: όχι την αντικειμενική, “πραγματική” χωροθεσία των κτιρίων αλλά ένα τραυματικό πυρήνα, ένα θεμελιώδη ανταγωνισμό τον οποίο οι κάτοικοι του χωριού δεν μπορούν να εκφράσουν συμβολικά, να εξηγήσουν, να “εσωτερικεύσουν”, να αποδεχτούν, μια ανισορροπία στις κοινωνικές σχέσεις η οποία αποτρέπει την κοινότητα από το να σταθεροποιηθεί σε ένα αρμονικό όλον. Οι δύο αντιλήψεις που εμπλέκονται στον σχεδιασμό της κάτοψης είναι απλώς δύο αμοιβαία ασύμβατες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί αυτός ο τραυματικός ανταγωνισμός, να θεραπευτεί το τραύμα του μέσα από μια ισορροπημένη συμβολική δομή. Μπορεί να δει κανείς εδώ με ποια ακριβή έννοια παρεμβαίνει το [λακανικό] Πραγματικό μέσα από την αναμόρφωση.[1] Έχουμε πρώτα την “πραγματική”, “αντικειμενική” διάταξη των σπιτιών, και μετά τις δυο διαφορετικές της συμβολικές εκφορές οι οποίες παραμορφώνουν εξίσου, με αναμορφικό τρόπο, την πραγματική διάταξη. Όμως το “πραγματικό” δεν είναι η πραγματική διάταξη αλλά ο τραυματικός πυρήνας που παραμορφώνει την άποψη των μελών της φυλής για την πραγματική διάταξη των κατοικιών στο χωριό.
Slavoj Žižek, Η οπτική της παράλλαξης



Τα εξέχοντα έργα πολιτικής ιστορίας του Καρλ Μαρξ είναι τρία, και όλα τους αφορούν τη Γαλλία: Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία (1850, δημ. 1895), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουί-Ναπολεόν (1852), και Ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία (1871-2). Το τελευταίο από αυτά γράφτηκε τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, όπου πρωταγωνίστρια χώρα ήταν η Αγγλία και πυρήνας ανάλυσης η πολιτική οικονομία. Η παραδοχή ότι το έργο του Μαρξ είναι πολυσχιδές σε επίπεδο αδιανόητο για σήμερα (φιλοσοφία, πολιτική ιστορία, πολιτική οργάνωση και στρατηγική, πολιτική οικονομία) είναι ένας τρόπος σύλληψης του τι σημαίνει το παραπάνω γεγονός. Ένας άλλος θα ήταν η θέση ότι ο Μαρξ δεν κατόρθωσε ποτέ να γράψει ένα έργο όπου όλες αυτές οι αναλυτικές προοπτικές έφταναν στην αρμονική σύγκλιση: τα φιλοσοφικά του έργα πάσχουν από υπανάπτυκτη πολιτική θεωρία· αυτά που θεραπεύουν την έλλειψη παύουν να είναι φιλοσοφικά· και αυτά που αποκαθιστούν στις αρμόζουσες επιστημολογικές διαστάσεις του το βασικό κομμάτι της ανάλυσης των σχέσεων και δυνάμεων παραγωγής θυσιάζουν την ενασχόληση με τις διαμεσολαβήσεις τους από την πολιτική πρακτική και την ιδεολογία. Αν στην Γερμανική ιδεολογία (1845) ο Μαρξ επιτέθηκε στους εγχώριους αριστερούς ανταγωνιστές του κατηγορώντας τους για παραμόρφωση της “πραγματικής πραγματικότητας”, το δικό του έργο συλλαμβάνει την πραγματική πραγματικότητα ως παραμόρφωση: η συνολική εικόνα του παζλ δεν συντίθεται ποτέ γιατί κάθε φορά που προστίθεται ένα ζωτικό κομμάτι της, εκτοπίζεται ένα άλλο. Με τους ψυχαναλυτικούς όρους του Ζίζεκ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η “πραγματική πραγματικότητα” είναι ένα άλλο όνομα για το λακανικό “πραγματικό” ως μη αναπαραστάσιμο τραύμα, και ότι, αντίστροφα, αυτό που καθιστά την “πραγματική πραγματικότητα” τραυματική είναι ότι δεν μπορεί ποτέ να αναπαρασταθεί ως όλον, ότι την στιγμή που εισέρχεται στην επιστημολογική, αφηγηματική, ή γνωσιολογική αναπαράσταση τέμνεται στα δύο, αποκαλύπτοντας την απόστασή της από κάθε “αντικειμενική” και “συνολική” προοπτική.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα το δίπολο πολιτική-οικονομία: Ο Μαρξ είναι διάσημος για την επιμονή του στην ιδέα ότι η έμφαση στην πολιτική ισότητα που μας κληροδότησε ο διαφωτισμός και οι αστικές επαναστάσεις ήταν ταυτόχρονα αληθής στην δική της ιστορική στιγμή και βαθιά παραπλανητική: χωρίς οικονομική ισότητα η πολιτική ισότητα είναι κενό γράμμα, ένα αφηρημένο ρυθμιστικό ιδεώδες που ουσιαστικά εξυπηρετεί τον συμβασιακό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας αποκρύπτοντας την “πραγματική” ανισότητα που χωρίζει τα μέρη της σύμβασης. Κανένα σύνταγμα, καμμία πολιτική διακύρηξη δικαιωμάτων και κανένα πολιτικό μανιφέστο δεν επαρκεί αν δεν καταπιάνεται πρώτα με την δέουσα αναλυτικότητα με την οικονομία ως ζώνη πραγματικών ανισοτήτων· αλλά η δεύτερη προοπτική είναι τόσο απαιτητική ώστε να απορροφήσει εντελώς τη σκέψη, απομακρύνοντάς την όλο και περισσότερο από τις δημιουργικές δυνατότητες της πολιτικής και παγιδεύοντάς την σε μια εξ ορισμού ατελείωτη αναμέτρηση με τη λογική του κεφαλαίου ως ατέρμονα πολύπλοκου συστήματος (και φυσικά, το Κεφάλαιο είναι το βιβλίο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, το γιγάντιο αλλά και τελικά ανεπαρκές εγχείρημα σύλληψης του ατέρμονα μεταλλασσόμενου και απρόσωπου γίγαντα που λέγεται κεφάλαιο).

Στην πραγματικότητα το δίλημμα που έθεσε και αντιμετώπισε στην πράξη ο Μαρξ παρέμεινε άλυτο επ’ άπειρον. Ή μάλλον λύθηκε με τρόπο που αποδείχθηκε παραμορφωτικός. Ουσιαστικά, η σκέψη της δυτικής νεωτερικότητας συνίσταται στην εξάντληση μιας σειράς συνδυασμών των όρων του προβλήματος που καταλήγουν πάντοτε να αποτυγχάνουν να αποκαταστήσουν την ολότητα που εκ πρώτης όψεως φαίνεται προφανής. Έτσι, η συνάρτηση οικονομία> πολιτική, δηλαδή η θέση ότι οι πολιτικές μορφές και σχέσεις καθορίζονται σε τελικό βαθμό από την οικονομία, και ότι επομένως η οικονομία είναι ο πραγματικός πυρήνας κάθε εφικτής πολιτικής (“it’s the economy, stupid!” για να θυμηθούμε το σλόγκαν της κυβέρνησης Κλίντον) καθορίζει τόσο τον χώρο όπου κινήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός (η πολιτική υπάρχει απλά για να εξυπηρετεί την ανώτερη λογική της ελεύθερης αγοράς) όσο, παραδόξως, και ο σταλινισμός και η κρατικιστική γραφειοκρατία των πεφωτισμένων πολιτμπιρώ (το καθήκον της πολιτικής μετά την “δικτατορία του προλεταριάτου” είναι, σύμφωνα με την γνωστή φράση του Ένγκελς, απλώς η “διαχείριση των πραγμάτων” και άρα ή δεν υφίσταται ουσιαστικά πλέον πολιτική ή είναι απλά αποτύπωση της άμεμπτα “επιστημονικής” λειτουργίας της σοσιαλιστικής οικονομίας). Αποδεικνύεται έτσι και θεωρητικά η αλήθεια της ιστορικής διαπίστωσης του Balakrishnan ότι “μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια κάποια σύγκλιση των αντιθέτων στη σχέση ανάμεσα σε ένα ανεξέλεγκτο ύστερο καπιταλισμό και στις κεντρικά ελεγχόμενες βιομηχανικές ζώνες της πρώην Κομεκόν —και ακριβώς σε ό,τι αφορά τη σφαίρα της οικονομίας, εκεί όπου αποτέλεσαν εκ διαμέτρου αντίθετα φαινόμενα” (“Υποθέσεις για το στάσιμο κράτος”). Το αισχρό αστείο σε ό,τι αφορά την ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στον υπαρκτό σοσιαλισμό και τον νεοφιλελευθερισμό είναι ότι η προδιάθεσή τους να υποτάσσουν την πολιτική στους αυτοματισμούς της οικονομίας είναι ακριβώς η ίδια.

Μια δεύτερη ιστορική προοπτική μπορεί να συνοψιστεί στην αντίστροφη φόρμουλα, δηλαδή πολιτική>οικονομία. Με άλλα λόγια, η πολιτική —οι πολιτικοί αγώνες, οι πολιτικές συγκρούσεις, οι πολιτικές ισορροπίες και οι συμβιβασμοί— είναι αυτή που καθορίζει την ουσία της κοινωνικής εμπειρίας και η οικονομία είναι συνάρτηση της κατεύθυνσης που αυτή παίρνει. Εδώ συναντάμε μια διαφορετική υπο-ομάδα: την πολιτική φιλοσοφία στο σύνολό της, εφόσον πριμοδοτεί πάντοτε την παραγωγική αυτονομία της πολιτικής, τον αριστερό βολονταρισμό διαφόρων αποχρώσεων (από την Γαλλική επανάσταση στην σύγχρονη τρομοκρατία), αλλά και τον φασισμό και τον ιμπεριαλισμό —που δεν είναι κάτι άλλο από μορφές επίλυσης οικονομικών αντιφάσεων δια της πολιτικής βίας, δηλαδή τρόποι συνέχισης της οικονομίας με άλλα μέσα, για να παραλλάξουμε τη γνωστή ρήση του Κλαούσεβιτς. Και πάλι, όπως και στην περίπτωση νεοφιλελευθερισμού και σταλινισμού, η φόρμουλα βάζει στο ίδιο κρεβάτι θανάσιμους εχθρούς από την άκρα αριστερά και την άκρα δεξιά. Για τον βολονταριστή αριστερό επαναστάτη, για παράδειγμα, η πολιτική είναι το μέσο μιας παροδικής άρσης της κυριαρχίας του οικονομικού, αρκετής για να δημιουργήσει νέους πολιτικούς συσχετισμούς που αναμένεται να θέσουν τις οικονομικές σχέσεις και τα ζητήματα παραγωγής σε νέα βάση. Για τον φασίστα, η πολιτική βία είναι το μέσο με το οποίο γίνεται εφικτό να διατηρηθεί ο καπιταλισμός αλλά χωρίς το “τοξικό” του περιεχόμενο —την πολυπολιτισμικότητα, τη φυλετική επιμειξία, κλπ— το οποίο αποτάσσεται συμβολικά αφού πρώτα έχει ταυτιστεί με μία συγκεκριμένη μειονότητα (o Εβραίος ως φυλετική απειλή και ως το πρότυπο του απορριπτέου καπιταλισμού που ο φασισμός έρχεται να εξαγνίσει).

Μια τρίτη προοπτική αναδιάταξης των όρων είναι αυτή που μας παρουσιάζουν χώρες όπως η Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σιγκαπούρη —η πλήρης απομόνωση της σφαίρας της οικονομίας από αυτή της πολιτικής (πολιτική≠οικονομία), η οποία σημαίνει πως είναι εφικτό να συνυπάρξουν ο συγκεντρωτικός κομμουνισμός του κομματικού κράτους και η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή (Κίνα), η βάρβαρη θεοκρατία, ο επιχειρηματικός ρασιοναλισμός και ο καταναλωτικός ηδονισμός (ΗΑΕ), η νεοφασιστική πειθαρχία και ο τουριστικός αυτοκαθορισμός της χώρας ως εξωτικού προορισμού (Σιγκαπούρη και άλλοι νεοαποικιακά μορφώματα). Στις περιπτώσεις αυτές, κανείς από τους δύο όρους δεν επικαθορίζει τον άλλο. Αντίθετα, οι όροι απομονώνονται αμοιβαία και αναπτύσονται αυτόνομα, χωρίς ουσιαστικά να συναντιούνται και χωρίς, συνεπώς, να δημιουργούν προϋποθέσεις για κοινωνικές αλλαγές ή ζυμώσεις. Το οικουμενικά απεχθές των παραδειγμάτων πλήρους αποσύνδεσης της οικονομίας από την πολιτική αρκεί για να φανεί ότι η λύση στα αδιέξοδα των δύο πρώτων μορφών μέσω της αποκόλλησης των όρων τους δεν αποτελεί με κανένα τρόπο λύση του μαρξικού διλήμματος.

Υπάρχει τέταρτη προοπτική; θεωρητικά, ναι. Είναι η διαζευκτική σύζευξη οικονομίας και πολιτικής (πολιτική⇔οικονομία), δηλαδή η αμοιβαία αμφισβήτηση της πολιτικής ανάλυσης από την έμφαση στις οικονομικές δομές ανισότητας και του οικονομιστικού ντετερμινισμού από την επιμονή σε πολιτικές μορφές ανανέωσης της κοινωνικής ζωής. Σε μια τέτοια περίπτωση οι δύο όροι παραμένουν καταδικασμένοι στο να αλληλοϋπονομεύονται διαρκώς, και αλληλοϋπονομευόμενοι, να διαλέγονται αλλά και να εμποδίζουν αμοιβαία την υποστασιοποίηση του καθένα σε δόγμα. Είπαμε όμως ότι η προοπτική αυτή είναι εφικτή στη θεωρία. Δεν είναι εφικτή στην πράξη ή μάλλον δεν εφικτή σε μια πράξη όπου ο οργανωτικός ορίζοντας της κοινωνικής ζωής παραμένει το κράτος και ο πλούτος. Η διαζευτική σύζευξη σημαίνει διαρκή αστάθεια και συνεπώς διαρκή έκθεση στον κίνδυνο πολιτικής και οικονομικής δυσλειτουργίας, στις διαρκείς παλινδρομήσεις και αλλαγές πορείας, και στις συνέπειές τους. Κανένα κράτος και καμμία οικονομία βασισμένη στις απολαβές της ευμάρειας δεν είναι εφικτοί στόχοι αν η διαζευτική σύζευξη δεν "αγκυροβολείται" σε ένα βαθμό σε μία από τις προηγούμενες τρεις προοπτικές. Οι πρωτόγονες αμερικανικές κοινωνίες που περιγράφει ο Pierre Clastres στο Η κοινωνία εναντίον του κράτους —για να επιστρέψουμε έστω συνειρμικά στους Γουϊνεμπάγκο με τους οποίους αρχίσαμε— φαίνονται κοινωνίες εξαιρετικής, για τα σύγχρονα δεδομένα, ελευθερίας από την εξουσία και τον καταναγκασμό, αλλά όπως εξηγεί ο Clastres, εξαρτώνται ταυτόχρονα από την οικουμενικοποίηση του εμφύλιου, ενδοφυλετικού σπαραγμού, ο οποίος τις σώζει από όλα τα δεινά που δημιουργεί η σταθερή πληθυσμιακή ανάπτυξη και ο πολιτικός συγκεντρωτισμός.

[1] Αναμόρφωση: αναπαραστατική τεχνική παραμόρφωσης της προοπτικής, η οποία αναγκάζει τον θεατή να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη, μη μετωπική θέση θέασης για να αντιληφθεί σωστά το αντικείμενο.




Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (συμπέρασμα)


Ένα άλλο τέλος της ιστορίας;
Βρισκόμαστε πλέον στο τέλος των αλκυονίδων ημερών της προσωρινά ξανατονωμένης αμερικανικής ιμπεριαλιστικής εξουσίας. Ποιες δυνάμεις θα μπορέσουν να υπεραπιστούν και να συγκροτήσουν τα συμφέροντα του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος ως συνόλου στην επερχόμενη περίοδο; Τα γενικά αυτά συμφέροντα μπορούν να έχουν μόνο κατά προσέγγιση ενσαρκώσεις στη ηγεμονικά κέντρα τα οποία υποκαθιστούν τούτη την απούσα οικουμενική διάσταση. Πολύ λίγες αναδυόμενες εξουσίες είναι πρόθυμες να δεχτούν ότι τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα μπορεί να πρέπει να θυσιαστούν για χάρη των οικουμενικών συμφερόντων του ευρύτερου πεδίου της συσσώρευσης. Αν δεν είναι εφικτή η ενδο-ιμπεριαλιστική σύγκρουση για να καθοριστεί ένας νέος ηγεμόνας, μπορεί να υπάρξει μια συντονισμένη και πολύπλευρη υποτίμηση των χρεών και των πληθωριστικά φουσκωμένων περιουσιακών στοιχείων; Δεν είναι ξεκάθαρο τι είδους σύστημα θα ανακύψει αν δεν εμφανιστεί ούτε αυτό ούτε κάποιο άλλο λειτουργικό υποκατάστατο της διαδικασίας αυτής.
Οι τρεις γεωπολιτικές προβλέψεις του Giovanni Arrighi στο Ο μακρός εικοστός αιώνας ήταν ότι η φυγή μπροστά, προς ένα επενδυτικοποιημένο νεοφιλελευθερισμό θα έφερνε απλά μια σύντομη παράταση της αμερικανικής ηγεμονίας και τελικά θα έπρεπε να εγκυμονήσει είτε μια παγκόσμια αυτοκρατορία υπό δυτική διοίκηση, είτε μια παγκόσμια αγοραστική κοινωνία με ανατολική χροιά, είτε μακροπρόθεσμο συστημικό χάος.[15] Μια πλήρως αναπτυγμένη εκδοχή της πρώτης πιθανότητας θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί. Ακολουθώντας όμως τη λογική του ιστορικού αφηγήματος του Arrighi, η ανάδυση ενός νέου ηγεμονικού κέντρου μοιάζει εξίσου απίθανη. Στο κάτω-κάτω, κάθε ένας από τους διαδοχικούς ηγεμόνες που εμφανίζονται στον απολογισμό του ήταν μια μεγαλύτερη και πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία από αυτή που προηγήθηκε. Με αυτά τα κριτήρια, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο που θα μπορούσε να εκτοπίσει τις ΗΠΑ· ούτε η Κίνα —προς το παρόν μια σημαντικά μικρότερη και περισσότερο οπισθοδρομική οικονομία— ούτε η “Ευρώπη”, που δεν είναι καν κράτος και που είναι πιθανόν να απεμπολήσει σύντομα το ιστορικά ανώμαλό της στάτους ως οιονεί κράτους. Η Ιαπωνία, η οποία κάποτε θεωρούνταν το έθνος που ήταν πιο πιθανό να πετύχει, έχει εδώ και αρκετό καιρό διαγραφεί από τον διαγωνισμό. Η πιο πιθανή εξέλιξη είναι ένας συνδυασμός των σεναρίων ένα και τρία: μια συμφωνία δυνάμεων να αποφύγουν τις οικονομικές καταρρεύσεις, η οποία όμως θα αδυνατεί να ενορχηστρώσει την μετάβαση σε μια νέα φάση βιώσιμης καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Εισερχόμαστε σε μια περίοδο αγώνων με ασαφή αποτελέσματα, μεταξύ ενός εξασθενημένου καπιταλισμού και διασκορπισμένων κέντρων αντίστασης, μέσα σε απονομιμοποιημένες και χρεωκοπημένες πολιτικές τάξεις πραγμάτων. Το τέλος της ιστορίας μπορεί να σκεφτούμε ότι αρχίζει εκεί όπου κανένα εγχείρημα παγκόσμιας εμβέλειας δεν έχει αφεθεί όρθιο, και ένα νέο είδος “απουσίας του κόσμου” και απώλειας πορείας αρχίζει. Κάτι τέτοιο θα επιβεβαίωνε την υποψία του Χέγκελ ότι σε αυτό τον πνευματικό τελικό σταθμό θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε το παρελθόν αλλά ότι ένα κάποιο μοναδικό μέλλον θα πάψει ίσως να αποτελεί συναφή για μας κατηγορία. Εν τη απουσία οργανωμένων πολιτικών εγχειρημάτων που θα μπορούσαν να χτίσουν νέες μορφές αυτόνομης ζωής, η συνεχιζόμενη κρίση θα κατατρέχεται από οικολογικές απώλειες που δεν θα είναι δυνατόν να αγνοηθούν από την παραπαίουσα ανάπτυξη. Η παρατήρηση του Fredric Jameson κατά τη διάρκεια της αυγής αυτής της εποχής του καπιταλισμού συνεχίζει να πλαισιώνει το παρόν:
Η σύγχυση για το μέλλον του καπιταλισμού —επιδεινωμένη από την εμπιστοσύνη στην τεχνολογική πρόοδο που όμως περιλαμβάνει τα σύνεφα περιοδικής βεβαιότητας για την καταστροφή και τον όλεθρο— είναι τουλάχιστο όσο παλιά όσο ο δέκατος ένατος αιώνας· αλλά λίγες περίοδοι αποδείχτηκαν τόσο ανίκανες να βρουν πλαίσια για άμεσες εναλλακτικές λύσεις για τον εαυτό τους, για να μην μιλήσουμε για την δυνατότητα να φανταστούν αυτές τις μεγάλες Ουτοπίες που πότε-πότε εκδηλώθηκαν εν μέσω της τάξης πραγμάτων σαν ηλιακές εκρήξεις.[16]


[15] Giovanni Arrighi, The Long Twentieth Century, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, σ. 355-6.
[16] Jameson, The Ideologies of Theory, σ. 644.




Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος όγδοο)




Πολιτικές μορφές


Ποιες χώρες του ΟΟΣΑ θα μπορούσαν να αντέξουν παρατεταμένες κρίσεις δομικής προσαρμογής όπως αυτές που βύθισαν στη μιζέρια πληθυσμούς από το Λάγος στο Βλαδιβοστόκ —και μάλιστα τώρα, που δεν υπάρχουν πλέον εξαγωγικές διέξοδοι για να αντισταθμίσουν την κατάρρευση των ντόπιων αγορών; Είναι δύσκολο να δούμε τί είδους μέτρα μπορούν να παρθούν από τα πολιτικά κατεστημένα ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι χτυπημένες από την ύφεση κοινωνίες θα μένουν προσηλωμένες στο αρχικό μονοπάτι κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής πορείας. Μάλλον είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι τα εκλεγμένα κοινοβούλια, τα σεϊχάτα και οι ολιγαρχίες θα προσκολληθούν στο φθαρμένο σκαρί της αμερικανικής τέχνης της κρατικής εξουσίας όσο αντέχουν, μετά από μια μακρά περίοδο κατά την οποία τέτοιου είδους ηγέτες έχουν σταματήσει να σκέφτονται για εναλλακτικές λύσεις. Η αποσύνδεση όμως η οποία θα κάνει την εμφάνιση της σε μεγάλο αριθμό αυτών των χωρών υπό τη μορφή εξαγωγών υπό κατάρρευση ή απόσυρσης πίστωσης μπορεί να οδηγήσει σε ένα διαφορετικό στάδιο αν η ισχύς γλυστρίσει από τα χέρια τους.


Τι πολιτικο-ιδεολογικές μορφές θα πάρει η αντίσταση στις αναδιατάξεις, όταν αυτές δεν θα μπορούν πλέον να υλοποιηθούν σύμφωνα με τις επιταγές των κεφαλαιαγορών αλλά θα πρέπει να επιβληθούν μέσω άμεσα πολιτικών —και άρα περισσότερο αμφισβητίσιμων διαδικασιών του καθορισμού νικητών και ηττημένων; Η διάβρωση των παλαιότερων παραδόσεων συλλογικής αντίδρασης καθιστά τις προβλέψεις ριψοκίνδυνες. Η αρχικά τοπικού χαρακτήρα αντίθεση με αυτές τις διαδικασίες θα είναι “ταξική” με πολύ διαφορετικές μορφές, επηρεάζοντας την μορφή των κοινωνικών δομών οι οποίες θα αναδυθούν από την σύγχρονη οπισθοχώρηση του καπιταλισμού. Τα αποτελέσματα αυτών των αγώνων θα εξαρτηθούν πιθανόν από τον βαθμό στον οποίο η κρατική εξουσία μπορεί να ενισχύσει στοιχειωδώς την ιδιοκτησία και τα προνόμια όπως θα έκανε και σε μια παλιότερη εποχή ταξικών συγκρούσεων. Σε πολλά μέρη του κόσμου, η κατασταλτική ισχύς του κρατικού μηχανισμού έχει υποστεί μια μακροσκελή διαδικασία αδρανοποίησης. Σε άλλα μέρη, αυτό αποτελεί πιο πρόσφατη και αντιστρέψιμη διαδικασία. Πώς θα ανταποκριθούν τα διάφορα πολιτικά συστήματα στις υφέρπουσες και άμεσες απειλές απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου και των βασικών της εξουσιοδοτών στην περίοδο που έρχεται, όταν τα έκτακτα μέτρα άσκησης βίας με αποφασιστικά αποτελέσματα ίσως να μην είναι πια διαθέσιμα; Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, η πλειονότητα της Ευρώπης με την εξαίρεση της Σκανδιναβίας όρμησε προς τα δεξιά, αν και υπήρχαν σύντομα ιντερλούδια λαϊκών μετώπων στην Ισπανία και τη Γαλλία. Οι ΗΠΑ, και αρκετό τμήμα της Λατινικής Αμερικής, είχαν πάει προς τα αριστερά. Θα ήταν ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να προβλέψουμε ανάλογες παραλλαγές σε όλες τις ζώνες του παγκόσμιου συστήματος σήμερα.

Με κάποιες αξιόλογες εξαιρέσεις, δεν υπάρχουν σήμερα ευρείας κλίμακας αριστερά κόματα και κινήματα τα οποία να θέτουν σε εφαρμογή ή και να απαιτούν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, παρά τα πλούσια αποθέματά τους σε αδράνεια και παθητικότητα, οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες μάλλον αδυνατούν να αντέξουν την ένταση της σκληραγώγησης την οποία θα τους επιβάλλει μια πραγματική ύφεση με τον τρόπο που οι ίδιες κοινωνίες ανταπεξήλθαν στη δεκαετία του 30, και με τον τρόπο με τον οποίο οι φτωχότερες κοινωνίες κάνουν ακόμα στις μέρες μας. Αν δεν υπάρχουν άμεσες αριστερόστροφες κεϋνσιανές λύσεις, και αν η κοινωνία δεν μπορεί να αφεθεί να βουτήξει σε ένα ευρείας κλίμακας ξεκαθάρισμα, υπάρχουν μήπως βιώσιμες δεξιόστροφες, “κρατικιστικές”, μη βασισμένες στην αγορά λύσεις για τις σύγχρονες αντιφάσεις του καπιταλισμού; Η σύγκριση με την δεκαετία του 30 εγείρει αναπόφευκτα το ερώτημα του αν είναι εφικτό για την αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες να κινηθούν στην κατεύθυνση μιας πολιτικής ανάλογης του φασισμού. Είναι μικρή η πιθανότητα να απειληθεί ο εκλογισμός που σάρωσε τον πλανήτη μετά το 1989 από μια τέτοια κατεύθυνση, αν και δίχως αμφιβολία, οι διάφορες ασθενείς καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης θα αφθονήσουν. Είναι απίθανο να επιβληθούν παλιότερες, δεξιόστροφες μορφές αυθεντίας και πειθαρχίας σε ένα δήμο αποτελούμενο από εργαζόμενους στον κλάδο των υπηρεσιών και από καταναλωτές, με ανοσία σε περισσότερο έμεμσες μορφές εξουσίας, αλλά και αλλεργικό ως προς την παραδοσιακή εξουσία.

Από το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και την έλευση της ατομικής εποχής, έχουν εκλείψει οι μετωπικές συγκρούσεις ανάμεσα στα πιο ισχυρά κράτη του κόσμου. Αυτή η μακρά ειρήνη στον ευρωασιατικό πυρήνα έχει φέρει χαμηλότερα επίπεδα κινητοποίησης της εργατικής ισχύος, προάγωντας μία λιγότερο αυταρχική αλλά εντελώς αποπολιτικοποιημένη πολιτισμική ατμόσφαιρα. Οι συνέπειες αυτής της ειρήνευσης για τις σχέσεις ανάμεσα στα φύλα υπήρξαν σημαντικότατες, εφόσον δημιούργησαν ένα ισχυρό προοδευτικό ρεύμα το οποίο συνεχίζεται ως σήμερα. Ο Φουριέ ισχυριζόταν ότι το επίπεδο χειραφέτησης οποιασδήποτε κοινωνίας μπορεί να μετρηθεί από την θέση των γυναικών σ’ αυτή —ένα σύστημα μέτρησης το οποίο σχετικοποιεί οποιαδήποτε υπερβολικά πεσιμιστική αντίληψη αυτής της ιστορικής περιόδου. Πρόκειται για μια εποχή στην οποία ο κρατικιστικός αυταρχισμός επιβιώνει μόνο σε απομεινάρια και απομακρυσμένες ζώνες. Φυσικά, οι αντιδραστικές καμπάνιες οι οποίες κόβονται και ράβονται στα μέτρα των ευαισθησιών των πιο δημοκρατικών πληθυσμών δεν είναι ανάγη να είναι μιλιταριστικού χαρακτήρα. Η μετανάστευση, και στην Αμερική η “φυλή”, είναι ακόμα εν δυνάμει τοξικά και διχαστικά ζητήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αναμένει κανείς ότι το φταίξιμο για τις καταρρέουσες οικονομίες και κοινωνικές παροχές θα αποδοθεί στις εθνοφυλετικές μειονότητες, αλλά είναι δύσκολο να δούμε πώς τα μέτρα αποκελισμού που θα συνεπαχθούν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έστω ένα βαθούλωμα στο πρόβλημα.

Η ακροδεξιά πολιτική του μεσοπολέμου βασίστηκε στην κινητική ατμόσφαιρα του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, η οποία οξύνθηκε δραστικά από την αντίληψη μιας κόκκινης απειλής. Επιπλέον, στο μέσο μιας καταρρέουσας παγκόσμιας αγοράς, μία διεθνής τάξη πραγμάτων η οποία να βασίζεται σε μια μεταλλαγμένη μορφή αυταρχικού καπιταλισμού έμοιαζε εντελώς βάσιμη. (Το πόσο βάσιμη θα ήταν μακροπρόθεσμα είναι άλλο ζήτημα). Ακόμη και αν κινούμαστε από τον νεοφιλελευθερισμό προς νέες μορφές δημόσιας ιδιοκτησίας, οι στάσιμοι και εξειρηνευμένοι κρατικοί καπιταλισμοί του αύριο δεν είναι πιθανόν να επιδείξουν τον πολιτικό προσανατολισμό των προκατόχων τους από μια ξεπερασμένη βιομηχανική εποχή πρόνοιας και πολέμου (welfare and warfare). Οι κρατικοί καπιταλισμοί των μέσων του αιώνα υπήρξαν παροδικά δυναμικοί επειδή οι παραγωγικοί τους στόχοι οριοθετήθηκαν από τον ολοκληρωτικό πόλεμο και την λαϊκή κινητοποίηση, και τίποτε από τα δύο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα σήμερα.

Οι κλασικές ενδο-ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, οι οποίες διευκόλυναν δια της βίας την ανανέωση του συστήματος στη βάση νέων συνόρων επέκτασης, δεν είναι πλέον συμβατές με την συντήρηση του συστήματος. Κινούμενη στην αντίθετη κατεύθυνση, η κλίμακα της οικονομικής κρίσης την οποία θα αντιμετωπίσουν όλα τα κράτη μπορεί να τα εξαναγκάσει τελικά να περικόψουν τις αμυντικές δαπάνες, ίσως και σε ευρεία κλίμακα. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε καν στην ημερήσια διάταξη ακόμη στις ΗΠΑ, αλλά εφόσον παραμονεύει η έλλειψη ρευστού και το λουκέτο στον δημόσιο τομέα, είναι δύσκολο να διαφανεί πώς μια τέτοια προοπτική θα μπορεί να αναβάλλεται επ’ άπειρον. Συνεπώς, προς το παρόν είναι πολύ απίθανο να αποπειραθούν οι ΗΠΑ νέες ριψοκίνδυνες και ακριβές εκστρατείες, αν και χωρίς αμφιβολία θα κάνουν ό,τι μπορούν για να συντηρήσουν τις υπάρχουσές τους στρατιωτικές δεσμεύσεις. Η “τρομοκρατία” είναι διαφορετικό θέμα, και μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο φθηνά. Αλλά η σύντομη στιγμή της γεωπολιτικής της σημασίας ήδη ξεθωριάζει, ακόμη και την στιγμή που η δύση επιχειρεί στο Hindu Kush.




Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος έβδομο)


Μετά τον νεοφιλελευθερισμό
Ποιες είναι σήμερα οι προοπτικές της αναμόρφωσης του καπιταλισμού μετά τις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού; Κάποιες αλλαγές είναι αναπόφευκτες, καθώς οι ηγεμονικές ιδέες της περιόδου έχουν ξαφνικά κηρύξει πτώχευση, ακόμη και τη στιγμή που, όπως και οι μεγάλες τράπεζες τις οποίες εξυπηρέτησαν, τυγχάνουν στήριξης για λίγο ή απομακρύνονται διακριτικά απ’ το προσκήνιο. Σε αυτή όμως την φθαρμένη κατάσταση, η μέχρι πρότινος τάση του νεοφιλελευθερισμού να ποζάρει ως φορέας διανοητικής ανωτερότητας και ρεαλισμού δεν θα γίνεται πλέον ανεκτή. Ένας από τους πιο ευσυνείδητούς του αποστόλους έκανε πρόσφατα την ακόλουθη ανακοίνωση: “Ακόμη ένας ιδεολογικός θεός απέτυχε. Οι υποθέσεις που κυριάρχησαν στην πολιτική επί τρεις δεκαετίες μοιάζουν ξαφνικά όσο απαρχαιωμένες είναι και αυτές του επαναστατικού σοσιαλισμού.”[13] Αλλά η λαϊκή επένδυση σε αυτές τις ιδέες υπήρξε μάλλον επιδερμική και εξαρτήθηκε από την αντίληψη ότι δεν υπήρχε εναλλακτικός δρόμος για την οικονομία ώστε να βαδίσει μπροστά. Αν και τα ανακλαστικά των περισσότερων πολιτικών συστημάτων καθιστούν την καθαρή ρήξη με την τάξη των πραγμάτων αδιανόητη, θα περίμενε κανείς από αυτές τις κυβερνήσεις να αντιδράσουν πραγματιστικά καθώς οι οικονομίες αρχίζουν να συρρικνώνονται, δηλαδή να εγκαταλείψουν περαιτέρω πειραματισμούς με την απορύθμιση και την ιδιωτικοποίηση, ενώ θα προσπαθούν να στηρίξουν τις αγοραστικές αξίες μέσω γιγαντιαίων δημόσιων παρεμβάσεων στις λίγες περιπτώσεις όπου υπάρχουν τέτοιου είδους επιλογές.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η απο-νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού θα μας επέστρεφε σε έναν προγενέστερο κεϋνσανισμό, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι πιθανό. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν απλά μια αναχώρηση “ανάστροφης πορείας” από τα τριάντα χρόνια κεντρικά διαχειριζόμενου μεταπολεμικού καπιταλισμού, αλλά και μια συνέχισή του με άλλα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που ίσως φτάνει στο τέλος του είναι ολόκληρη η μετά το 1945 περίοδος του καπιταλισμού, κατά την οποία οι κυβερνήσεις ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν την ικανότητα να εξομαλύνουν τους κύκλους της αγοράς και τις περιόδους κάμψης μέσα από τη δημιουργία ζήτησης. Αν τα τελευταία τράντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού υπήρξαν μάρτυρες μιας γιγαντιαίας κατά μέσο όρο εξάπλωσης του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους που λειτούργησε ως αντιστάθμισμα της επίμονα αργής ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία, είναι ικανές οι κυβερνήσεις να τονώσουν ρεαλιστικά τις οικονομίες τώρα, αναλαμβάνοντας περισσότερα χρέη μέσω δημόσιων εξόδων; Ο κεϋνσανισμός της δεκαετίας του 30 ήταν θεραπεία για οικονομίες που είχαν ήδη φτάσει στον πάτο, όχι μέσο που απέτρεπε χρεωμένες οικονομίες απ’ την περικοπή των χρεών τους. Η αύξηση του αμερικανικού χρέους απλά παρατείνει το σωρευτικό πρόβλημα των τεράστιων παγκόσμιων προβλημάτων της στρεβλής κατανομής και ανισότητας, ακόμη και αν η εναλλακτική λύση του να αφεθεί το πρόβλημα να ξετυλιχτεί σε ένα χαοτικό “ο σώζων ευατόν σωθήτο” θα έκανε τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Η ελπίδα ότι η παρούσα κρίση θα μπορούσε να διευκολύνει μια μετάβαση προς τον πράσινο καπιταλισμό είναι πιθανόν το ίδιο αβάσιμη. Ενώ η ίδια η στασιμότητα μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά την συνεχιζόμενη, ξέφρενη επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος, η μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και στην πράσινη τεχνολογία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υποβαθμιστεί από την μείωση στις τιμές των καυσίμων που θα προκληθεί από μια παρατεταμένη κάμψη της αγοράς. Φυσικά, οι δημόσιες δεσμεύσεις των ισχυρών κρατών μπορούν να μετατοπιστούν στην κατεύθυνση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας ή της πράσινης τεχνολογίας ώστε να ξεπεραστούν τέτοια αντι-κίνητρα, εφόσον αναδυθεί μια πολιτική έλλογα προσανατολισμένη προς το μακροπρόθεσμο. Όμως προς το παρόν φαίνεται απίθανο μια τέτοια πολιτική να μπορεί επίσης να τιθασευθεί από το στενά εννοούμενο εγχείρημα της αναστήλωσης του καπιταλισμού. Η κλίμακα λαϊκής υποστήριξης για επαρκώς διορθωτικά μέτρα θα ξεπερνούσε αυτά τα όρια και έτσι θα τύγχανε πολύ σθεναρής αντίστασης, εκτός αν η ραγδαία επιδείνωση εξέθετε πληθυσμούς με κοινωνική σημασία σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης. Όσο αποφασιστικές και να γίνουν αυτές οι προσπάθειες για την εξοικονόμηση και την βιωσιμότητα, το οικολογικό αδιέξοδο του καπιταλισμού είναι πιθανό να αποδειχθεί το πιο απόλυτο από όλα.
Αυτά τα προβλήματα πάντοτε γίνονται αντιληπτά και αντιμετωπίζονται από ολόκληρους λαούς ως προβλήματα πεδίου, δηλαδή εννοούνται ως επιλύσιμα (και ικανά να αναλυθούν) μόνο στο καπιταλιστικό πεδίο….Στο πηδάλιο είναι αυτή ή η άλλη τάξη, αυτό ή το άλλο καθεστώς, και αυτή ή η άλλη λύση επιτάσσεται, αυτή ή η άλλη κατεύθυνση υιοθετείται κλπ· και μέχρι να πλαισιωθούν, να δοκιμαστούν, να εξουθενωθούν και να απορριφθούν οι πραγματικές και φανταστικές δυνατότητες του πεδίου, δεν ανακύπτει κανένα άλλο πεδίο. Αν και το ίδιο το πεδίο μπορεί να μην ικανοποιεί την λογική (η φαντασία μπορεί να ταυτοποιεί άλλα πεδία, η εμπειρία να προτείνει ακόμη περισσότερα), στο πεδίο πρακτικής το οποίο βρίσκεται σε λειτουργία στο παρόν υπάρχει ακόμη αρκετή λογική, η οποία εργάζεται για τους σκοπούς ολόκληρων λαών και για να δικαιολογήσει αυτό που ήδη συμβαίνει.[14]
Με τις γιγάντιες εξαγορές χρεών της, η κυβέρνηση Ομπάμα προσπάθησε να διασώσει ό,τι μπορεί να διασωθεί από το νεοφιλελεύθερο κατεστημένο, περιλαμβανομένης, φυσικά, της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Η προσπάθεια αυτή, ακόμη και αν κινηθεί πέρα από την παθητικότητα των τωρινών μέτρων, είναι παραπάνω από πιθανό να αποτύχει σε συνάρτηση με τους δικούς της όρους. Τα επίπεδα κόστους και κρατικού χρέους που απαιτούνται για να τονωθεί μια μη βιώσιμη κεφαλαιαγορά και για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος του πληθωρισμού θα εξαναγκάσουν στο τέλος τους ξένους κατόχους αποθεμάτων σε δολάρια να εγκαταλείψουν περαιτέρω αγορές χρέους με βάση το δολάριο, και έτσι θα αυξήσουν το κόστος του χρέους. Μέχρι τώρα, οι κυβερνήσεις της ανατολικής Ασίας χρηματοδοτούν ευχαρίστως τα αμερικανικά κυβερνητικά και εξωτερικά ελείμματα, έτσι ώστε να συντηρήσουν την αμερικανική κατανάλωση και άρα και τις δικές τους εξαγωγές. Αλλά με την κρίση να φτάνει ακόμη και στην Κίνα, οι κυβερνήσεις αυτές είναι πιθανό να χάσουν την ικανότητα να χρηματοδοτούν τα αμερικανικά ελείμματα, ιδιαίτερα καθώς αυτά φτάνουν σε μεγέθη χωρίς προηγούμενο και επιστρέφουν μειωμένα κέρδη.
Προς το παρόν, οι ισχυρότερες οικονομίες εξαγωγών στον κόσμο συνεχίζουν να συσσωρεύουν αποθέματα δολαρίων, διότι φοβούνται ότι αν σταματήσουν θα αρχίσει αγώνας δρόμου απαλλαγής από δολάρια, ο οποίος θα καταλήξει σε μια επίπονη υποτίμηση των αποθεμάτων τους. Επιπλέον, εν τη απουσία οποιουδήποτε άλλου επαρκώς μεγάλου και ρευστοποιήσιμου μέσου αποθήκευσης της αξίας, τα θησαυροφυλάκια των ΗΠΑ διατηρούν μια αβάσιμη πλέον αύρα ασφάλειας. Αλλά το σημείο ανατροπής μπορεί να μην βρίσκεται και τόσο μακριά· η εγκατάλειψη του δολαρίου μπορεί να υιοθετηθεί παρά τις καλύτερες προσπάθειες να αποφευχθεί· ή οι ΗΠΑ μπορεί να επιχειρήσουν να ρευστοποιήσουν το φόρτο χρεών τους προς ξένους με χρήματα που τυπώνονται σε κλίμακα που θα αφήσει να ξεσπάσει μια εκρηκτική περίοδος υπερπληθωρισμού, που με τη σειρά της θα υπονομεύσει τα θεμέλια της παγκόσμιας αγοράς για πολύ καιρό. Αυτή η ανεπίλυτη κατάσταση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο: τα επίπεδα χρέους δεν μπορούν να μειωθούν μέσω γιγαντιαίων υποτιμήσεων γιατί το παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό κόστος θα είναι αβάσταχτο· αλλά και το να υποστηριχτούν τα τωρινά επίπεδα με περισσότερα χρέη είναι μη βιώσιμο οικονομικά, ακόμη και στις καλύτερες πιθανές περιπτώσεις συντονισμού. Με δεδομένη την έλλειψη θάρρους τους, οι τωρινές προσπάθειες να στηριχτεί ένα παραπαίον κατεστημένο με τεράστια πακέτα τόνωσης είναι πιθανόν να έχουν τη μοίρα των προσπαθειών των κυβερνήσεων της πρώιμης φάσης της μεγάλης ύφεσης να κάνουν το ίδιο πράγμα μέσα από μέτρα αυστηρότητας. Η “λύση” στο συγκυριακό πρόβλημα της οικονομικής κατάρρευσης μπορεί να είναι η παρατεταμένη και δυσβάταχτη απουσία δράσης σε συνδυασμό με μια εποχική μετατόπιση προς το στάσιμο κράτος. Η πρώτη διαδικασία ίσως να έχει ήδη αρχίσει· η δεύτερη μπορεί να είναι το εγχείρημα μιας ολόκληρης γενιάς.


[13] Martin Wolf, “Seeds of its own destruction”, Financial Times, 8 Μάρτη 2009.
[14] Bertolt Brecht, Ημερολόγια 1934-1955, 14 Ιούνη 1940.




Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος έκτο)


Η γκρίζα κοινωνία
Ανεξάρτητα από τις αρετές αυτού του απολογισμού, είναι αβέβαιο το αν η ιστορία της βιώσιμης παραγωγικότητας μέσα από βιομηχανικές επαναστάσεις θα συνεχιστεί στην εποχή του τομέα υπηρεσιών. Ο Μαρξ υπονόησε ότι το “εσωτερικό” κόστος του κεφαλαίου που φέρουν οι εταιρίες θα αυξηθεί, κατεβάζοντας το περιθώριο κέρδους. Αυτό που προκύπτει είναι ότι κάποια εξωτερικά κοινωνικά έξοδα αυξάνονται μακροπρόθεσμα και δεν μπορούν να αντισταθμιστούν με αυξήσεις παραγωγικότητας σε άλλα κομμάτια της οικονομίας. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός θα έπαιρνε νέο δάνειο ζωής αν έβρισκε τρόπο να χαμηλώσει σημαντικά το κόστος της υγείας, της παιδείας και της φροντίδας για τους ηλικιωμένους χωρίς να μειώσει δραστικά το επίπεδο και την ποιότητα των παροχών. Αλλά οι επαναστάσεις στην παραγωγικότητα οι οποίες μείωσαν τον αγροτικό πληθυσμό σε μονοψήφια ποσοστά, και οι οποίες κάνουν το ίδιο τώρα με την βιομηχανική εργατική δύναμη —με το αντιστάθμισμα βέβαια της μεταφοράς της παραγωγής σε φτηνότερες ζώνες εργασίας— δεν είναι πιθανό να επαναληφθούν για μεγάλα τμήματα αυτού που ονομάζεται οικονομία των υπηρεσιών. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι καπιταλιστικές οικονομίες βαδίζουν μακροπρόθεσμα προς το στάσιμο κράτος.
Ο λόγος που η βιομηχανική παραγωγή είναι “τεχνολογικά προοδευτική” έχει να κάνει με τις εμμενείς της ποιότητες –η παραγωγή στον τομέα αυτό μπορεί εύκολα να τυποποιηθεί, και συνεπώς, οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την παραγωγή μπορούν επίσης να τυποποιηθούν ως ένα σύνολο οδηγιών που μπορεί εύκολα να αναπαραχθεί. Στην περίπτωση των υπηρεσιών, υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικές δραστηριότητες σε ό,τι αφορά την συμβολή τους στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ορισμένες υπηρεσίες που είναι απρόσωπες, όπως οι τηλεπικοινωνίες, έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με την βιομηχανία και έτσι μπορούν να καταστούν “τεχνολογικά προοδευτικές.” Όμως οι προσωπικές υπηρεσίες, όπως κάποιοι τύποι ιατρικής περίθαλψης, δεν μπορούν να τυποποιηθούν εύκολα και να υποταχτούν στις ίδιες μεθόδους μαζικής παραγωγής που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία. Αυτοί οι τύποι υπηρεσιών, επομένως, θα είναι “τεχνολογικά στάσιμοι”. Γενικά, αν υπάρχουν δυο δραστηριότητες, μία από τις οποίες είναι “τεχνολογικά προοδευτική” και η άλλη “τεχνολογικά στάσιμη”, τότε μακροπρόθεσμα ο μέσος όρος ανάπτυξης θα καθοριστεί από την δραστηριότητα της οποίας η παραγωγική ανάπτυξη είναι πιο αργή.[11]
Δεν είναι ξεκάθαρο το πώς ο “μεταβιομηχανικός” καπιταλισμός θα μπορέσει να μειώσει το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής, δεδομένων των μακροχρόνιων προβλημάτων της τεχνολογικής στασιμότητας σε τομείς όπως αυτός της υγείας. Η οικονομική αυτή μετάβαση αλληλεπικαλύπτεται με τη σειρά της με μια δημογραφική, σύμφωνα με την οποία οι γηρασμένοι πληθυσμοί καταλήγουν να υποστηρίζονται από όλο και μικρότερο αριθμό παραγωγικών εργατών: έως το 2050, 22% του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι πάνω από 60 χρονών. Για την Ασία, το ποσοστό θα είναι 24%. Ο πυρήνας της μετά το 1970 κρίσης της συγκυρίας είναι ένα ανεπίλυτο πρόβλημα υπερπαραγωγικότητας και πτωτικών αποδόσεων, το οποίο οδηγεί σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, που με τη σειρά της θεραπεύεται και ταυτόχρονα επιδεινώνεται από την αντισταθμιστική συσσώρευση χρέους. Η εγγενώς αργή ανάπτυξη της παραγωγικότητας του τομέα υπηρεσιών επιδεινώνει περισσότερο το πρόβλημα της ζήτησης, ενισχύοντας άλλες τάσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η κρίση της συγκυρίας του νεοφιλελευθερισμού έχει διαπλακεί με την εποχική-δομική κρίση της μετάβασης σε μια αναπτυξιακά αργή μεταβιομηχανική οικονομία του τομέα υπηρεσιών –στην γηρασμένη, γκρίζα κοινωνία την οποία ανέλυσε ο Robin Blackburn.[12]
Οι μελέτες του Blackburn εξερευνούν τους τρόπους με τους οποίους η επέκταση των ταμείων συντάξεων έχει δημιουργήσει τις δυνατότητες για μια κοινωνικοποίηση της οικονομικής σφαίρας, ενώ η ανάπτυξη αυτή παραμένει ταυτόχρονα παγιδευμένη και εγκλωβισμένη σε βραχυπρόθεσμες, σπεκουλαδόρικες λογικές. Εγγενής διάσταση του προβλήματος έιναι η αντίληψη ότι οι σύγχρονες οικονομίες έχουν καταλήξει να βασίζονται σε όλο και μεγαλύτερη κρατική υποστήριξη των περιβαλλόντων υποδομής που συντηρούν την αξία της μορφής της ζωής. Τόσο η βιωσιμότητα του καπιταλισμού όσο και η μορφή οποιουδήποτε πράγματος υπάρχει πέρα από τον δικό του ορίζοντα βασίζονται στο αν αναδύεται μια πολιτική η οποία θα μετακινήσει αυτή την διαδικασία κοινωνικοποίησης της κατασκευής και συντήρησης υποδομών πάνω σε ένα έλλογο και προσχεδιασμένο μονοπάτι, αντί η διαδικασία αυτή να παίρνει τη μορφή μιας διαρκώς αυξανόμενης δημόσιας επιδότησης των υποτονικών δυνάμεων του ιδιωτικού κεφαλαίου. Είναι δύσκολο να φαναστούμε μία κοινωνικά αποδεκτή, μη σπάταλη επίλυση πολλών από αυτά τα “βιοπολιτικά” προβλήματα μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η ιστορική του ζωτικότητα και επεκτασιμότητα έχει βασιστεί σε μια δημογραφική νεότητα που δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.


[11] Robert Rowthorn και Ramana Ramaswamy, “Deindustrialization: Causes and Implications”, IMF Working Paper 97/42, Απρίλης 1997.
[12] Robin Blackburn, Banking on Death, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2003· και Age Shock, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2007.




Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Στην κουζίνα




Ήμουνα πάλι στην κουζίνα
μια Κυριακή απόγευμα.
Έξω ασημένια βελονιά
και γω, απ’ τα τετράδια
και τους ατμούς της χύτρας
αναδυόμενος, να χάνομαι
μέσα στο δάσος της φορμάϊκας
σαν ξυλοκόπος χάρτινος, μικρός.
Σαν το ρολόι όλα πένθιμα ηχούσαν·
το γάλα στο ποτήρι ζάρωνε
όπως εγώ μεσ’ την μπανιέρα
τις μέρες που κρυώναμε.
Τα ρούχα, πεταμένα
πάνω στην καρέκλα
μοιάζανε τραυματίες φριχτοί
απ’ τις εφημερίδες.
Γκρίζο ήτανε το όνειρο.
Είχανε ξεθωριάσει πια τα χρώματα
που μέτραγαν το κόστος
Βουλγαροκτόνου με Δαβάκη,
στο έτος των σεισμών.



Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος πέμπτο)


Κοιτάζοντας προς ανατολάς
Μαζί με αυτό το μύθο μιας τεχνολογικής νέας εποχής, το άλλο μεγάλο αφήγημα του καπιταλισμού σ’ αυτή την περίοδο υπήρξε η αποκέντρωση του ευρω-αμερικανικού πυρήνα του καπιταλιστικού πολιτισμού μέσω της ανόδου της Ασίας, δηλαδή ουσιαστικά της Ιαπωνίας αρχικά και της Κίνας αργότερα. Η μεταμοντέρνα παγκοσμιοποίηση κατέστη το έπος της αυτο-υπέρβασης της δύσης προς την κατεύθυνση του προς ανατολάς ορίζοντα. (Έχει λογική το γεγονός ότι τόσο γεωραφικά όσο και από την σκοπιά της παγκόσμια σημαίνουσας ιστορίας, η Ασία εμφανίζεται σε τέτοιου είδους απολογισμούς του μέλλοντος του καπιταλισμού ως η νέα δύση, η Αμερική της νέας χιλιετίας). Για περισσότερο από μισό αιώνα η αμερικανική ηγεμονία βοήθησε στο να καταστεί εφικτή μια τέτοια προοπτική, ανοίγοντας την τεράστια αγορά της σε επιλεγμένους πελάτες και παρέχοντάς τους δωρεάν στρατιωτική προστασία απέναντι στον κομμουνισμό. Στην ύστερη, μεταψυχροπολεμική της φάση, η ζήτηση στις ΗΠΑ υπήρξε καταλυτική για την ραγδαία ανάπτυξη των μεγάλων ασιατικών εξαγωγέων, οι οποίοι παρήγαγαν βιομηχανικά αγαθά που υπήρχαν ήδη αλλά με φτηνότερο κόστος. Αντί να απελευθερώσουν νέες παραγωγικές δυνάμεις με μεγαλύτερο εύρος ή ένταση, τα συσσωρευμένα πλεονάσματα της Ασίας κατέληξαν να πυροδοτήσουν την αύξηση της επενδυτικής φούσκας σε όλο τον κόσμο.
Η διαδικασία αυτής της μετακίνησης της τεχνολογικά λιγότερο αναπτυγμένης βιομηχανικής παραγωγής σε χαμηλόμισθες περιοχές ξεδιπλώθηκε διαφορετικά από ό,τι έγινε στις κλασικές επεκτατικές φάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Αν και η Κίνα αναπτύχθηκε ραγδαία σε αυτές τις κατευθύνσεις, η παγκόσμια οικονομία ως σύνολο αναπτύχθηκε με υπερβολική βραδύτητα και υπερβολικά δυσανάλογα για να είναι βιώσιμη έστω και αυτή η μετακίνηση. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, και γενικότερα η δύση, θα αποδεχτούν τελικά έναν διευρυμένο ρόλο για την Κίνα σε κάποιο αναδυόμενο καθεστώς ασταθούς διαχείρισης κρίσεων, δεν πρόκειται για την έναρξη μιας νέας, "κινεζοκεντρικής" φάσης συσσώρευσης. Για να είναι εφικτή μια τέτοια φάση, η κινεζική ανάπτυξη θα πρέπει να εξαρτηθεί από νέες και πιο αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, και όχι απλά από την ευρύτερη διασπορά των ήδη δεδομένων —που δεν βρίσκονται καν σε πολύ αναπτυγμένο επίπεδο, όπως δείχνει το παράδειγμα των αμερικανικών τεχνικών παραγωγής που μεταπήδησαν στην Ευρώπη και την Ιαπωνία μετά τον πόλεμο. Η εικοσιπενταετής ιστορία χωρών με το μισό ή το ένα πέμπτο του κατά κεφαλή ΑΕΠ των ΗΠΑ που καταφέρνουν να τις φτάσουν ή ακόμα και τις ξεπεράσουν δεν θα επαναληφθεί σήμερα με χώρες όπου το κατά κεφαλή ΑΕΠ δεν είναι ούτε καν το ένα δέκατο τέταρτο του αντίστοιχου αμερικανικού.
Ο κατασκευαστικός τομέας χαμηλής τεχνολογίας έχει πιθανότητες να κρατήσει την ανάπτυξη της Κίνας σε εντυπωσιακά επίπεδα, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας νέας παγκόσμιας φάσης συσσώρευσης. Επίσης οι ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας θα ανασχεθούν σύντομα, καθώς θα ατονούν οι αγορές εξαγωγών. Δεν είναι ξεκάθαρο αν η Κίνα μπορεί τώρα να μετατοπίσει το ενδιαφέρον της προς την εθνικά καθοδηγούμενη συσσώρευση χωρίς να πληρώσει το τίμημα μιας σημαντικής επιβράδυνσης των ρυθμών ανάπτυξης. Μόνο μετά από μια μακρά και κοινωνικο-πολιτικά μετασχηματιστική διαδικασία ενίσχυσης της αντισταθμιστικής ντόπιας ζήτησης μπορούν να εξασφαλιστούν τα θεμέλια μιας βιώσιμης ανάπτυξης για ένα πληθυσμό ενός δισεκατομμυρίου διακοσίων πενήντα περίπου εκατομμυρίων ανθρώπων. Η τωρινή τόνωση των επενδύσεων σε έργα υποδομής στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είναι μάλλον απίθανο να αντισταθμίσει το μαζικό ξεκαθάρισμα στον τομέα εξαγωγών της, επειδή είναι κατά πάσα πιθανότητα υπερβολικά μικρή και υπερβολικά απαιτητική σε κεφάλαιο για να αρχίσει να μετατοπίζει την οικονομία προς την κατεύθυνση της ντόπιας ζήτησης.
Αν ο κόσμος κινούνταν πράγματι προς μια νέα φάση σφριγηλής καπιταλιστικής συσσώρευσης, η Κίνα θα ήταν ένα από τα βασικά της επίκεντρα. Υπάρχουν όμως λόγοι για να πιστέψουμε ότι καθώς η κάμψη εντείνεται ταυτόχρονα στην Ιαπωνία, τις ΗΠΑ, και σε μεγάλο κομμάτι της Ευρώπης, η Κίνα θα μπορέσει όχι μόνο να αποφύγει να βυθιστεί μαζί τους, αλλά και να αναπτυχθεί αρκετά γρήγορα ώστε να ανοιχθούν ευκαιρίες για την ανάρρωσή τους μέσω εξαγωγών σ' αυτή; Ακόμα και με τους μεγαλύτερους υπολογισμούς του μεγέθους της, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ο όλο και περισσότερο βασισμένος στις εξαγωγές ρυθμός ανάπτυξής της δεν θα πέσει απότομα, η οικονομία της Κίνας παραείναι μικρή για να αντέξει το βάρος. Η δύση θα συνεχίσει να παρακμάζει χωρίς να δώσει το έναυσμα για την ανάδυση της άπω ανατολής—και πολύ λιγότερο, της Βραζιλίας, της Ρωσίας ή της Ινδίας.
Οι υποθέσεις αυτές αποτελούν απόπειρες να εντοπίσουμε το πού βρισκόμαστε σε ό,τι αφορά την μακροπερίοδη ιστορία [longue durée] του καπιταλισμού —αν είμαστε κάπου στη μέση, ή, εναλλακτικά, κοντύτερα προς το τέλος· αν αυτός ο τρόπος παραγωγής είναι παλιός ή νέος, αν πλησιάζει τα τελικά του όρια ή αν φαίνεται έτοιμος για νέα κύματα επέκτασης. Η δραματική γεω-οικονομική επέκταση του συστήματος κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η συνεχιζόμενη εγκόλπωση των τελευταίων μεγάλων αγροτικών πληθυσμών της Ασίας, αλλά και η ενσωμάτωση του βιομηχανικού κόσμου της πρώην Κομεκόν, φάνηκαν να δείχνουν το δρόμο προς αναπτυξιακές προοπτικές μεγάλης διάρκειας, εσωτερικούς και εξωτερικούς ορίζοντες εποικισμού, της Αυτοκρατορίας σε λανθάνουσα κατάσταση [in statu nascendi]. Αλλά η κοσμική στασιμότητα και οι χρόνια εξουθενωμένες οικονομίες σε μεγάλο τμήμα της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, λειτουργούν ως δύσπεπτες μαρτυρίες των αποτυχιών της νεοφιλελεύθερης «πρωτόγονης συσσώρευσης» όταν συγκριθούν με τις κλασικές περιφράξεις που πυροδότησαν την γένεση του κεφαλαίου και τις περιπέτειες της επέκτασής του. Το Πλανήτης παραγκουπόλεων του Mike Davis είναι ένα σοκαριστικό ντοκουμέντο της έξωσης μιας διαρκώς αυξανόμενης ανθρωπότητας είτε παραγωγών είτε καταναλωτών από την παγκόσμια αγορά.[10]
Έχουν ξεδιπλωθεί παράλληλες διαδικασίες απαρχαίωσης στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό τομέα. Παρά τις περιοδικές εκρήξεις φρενήρους σπεκουλαρίσματος από τη δεκαετία του 80 και μετά (συνοδεία φανφαρόνικων ανακοινώσεων περί της έλευσης μιας εποχής καινοφανούς καπιταλιστικού δυναμισμού), το αποτέλεσμα ήταν μονάχα οι σύντομες, μη βιώσιμες περίοδοι νέων τεχνολογικών επενδύσεων. Ο Μαρξ φαίνεται πως προέβλεψε το γεγονός ότι ο καπιταλισμός θα άρχιζε να επιβραδύνεται στις ώριμες γραμμές των παλιών του πατρίδων, καθώς η εκρηκτική αύξηση της μηχανικής παραγωγικότητας που δημιουργεί όλο και παραγωγικότερες μηχανές θα έφερνε ως αποτέλεσμα την απασχόληση όλο και λιγότερων εργατών. Σε μακροπερίοδη βάση, η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγικότητας θα παρεμποδιζόταν από την τάση της να μειώνει την απασχόληση στον εκάστοτε τομέα, και έτσι να ελαττώνει την συνολική ζήτηση η οποία θα εξαγόραζε την περαιτέρω επέκταση της παραγωγικότητας. Αυτή ήταν η μορφή με την οποία θα ξεδιπλωνόταν η αντίφαση μεταξύ των δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής.

[10] Mike Davis, Planet of Slums, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2006.