Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Θέσεις για την σκληρότητα




Ι.
Ο άνθρωπος που αισθάνεται μαζί με τον δικό του πόνο ένα κομμάτι από τον πόνο των άλλων γίνεται σκληρός. Η προσφορά μιας ξεδοντιασμένης και υποτονικής συμπάθειας, η απαρέγκλιτη εξύψωση της ανοχής και των ίσων αποστάσεων σε υπέρτατη ανθρώπινη αξία, αποκηρρύσει την ενεργή συμμετοχή στην υλική πραγματικότητα του κόσμου προσδίδοντας στον εαυτό της το υποκριτικό ένδυμα της Ολύμπιας νηφαλιότητας. Μια τέτοια ηθική δεν είναι τίποτε άλλο παρά σιωπηρή αποδοχή της ζωοκτόνου δύναμης της αδικίας ως αναπόφευκτου μέρους της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

ΙΙ.
Η άκαμπτη σκληρότητα με την οποία μαθαίνει κανείς να αντιμετωπίζει την σκληρότητα των “διαλλακτικών” --για τους οποίους κάθε εμπειρία κοινωνικού εξευτελισμού, περιθωριοποίησης και απαξίας παραμένει απλώς ζήτημα σχετικιστικής “προοπτικής” και ερμηνείας-- δεν μπορεί να οδηγεί στην προβολή της ενσυνείδητης σκληρότητας ως σύμμετρης απάντησης στην απαρνημένη σκληρότητα της ανεκτικότητας. Κάθε τέτοια συμμετρικοποίηση ισοδυναμεί με την αναγωγή της σκληρότητας σε ηθική, δηλαδή με την απολυτοποίησή της. Κάθε απολυτοποίηση της σκληρότητας ισοδυναμεί με βαρβαρότητα.

ΙΙΙ.
Η σκληρότητα ως μέσο αντίδρασης στο άδικο πάσχειν εαυτού και άλλων δεν παύει να είναι αντιδραστική δομή μόνο και μόνο επειδή τίθεται ενσυνείδητα στην υπηρεσία της συλλογικής δικαιοσύνης. Κάθε επίδειξη σκληρότητας είναι μια εκούσια ενσωμάτωση δηλητηρίου απ’ τον ψυχικό οργανισμό του ατόμου ή της συλλογικότητας που την αναλαμβάνει. Είναι δεδομένο ότι η υπερβολική δόση σκοτώνει τον οργανισμό. Παραδόξως όμως, κανείς δεν πεθαίνει ψυχικά έχοντας αφομοιώσει με μια και μόνο χρήση υπερβολική δόση σκληρότητας. Ο εσωτερικός θάνατος από τη σκληρότητα είναι αποτέλεσμα της εκλογίκευσης της χρήσης της, της υπερβολικής εμπιστοσύνης στην "έλλογη" δοσοληψία που καταλήγει να καθιστά την ανοσία συνώνυμη με την αταραξία του ήδη νεκρού.

IV.
Το (πάντα παροδικό σ' εγκόσμιες συνθήκες, αλλά όχι και σχετικό σε χαρακτήρα) αντίδοτο στη θανατηφόρα οχύρωση της σκληρότητας δεν μπορεί να είναι ποτέ η ανεκτικότητα. Η ανεκτικότητα μοιράζεται τον ίδιο ακριβώς αντιδραστικό χαρακτήρα που έχει και η σκληρότητα (για αυτό και κρύβει πάντα μέσα της μια απαρνημένη σκληρότητα). Η ανεκτικότητα είναι πάντα απάντηση την πράξη του άλλου, ποτέ αυτόβουλη συμμετοχή στη δημιουργία ενός πράγματος εκεί όπου δεν υπήρχε τίποτε πριν. Αυτό που κάνει τον οργανισμό αρκετά σκληρό για να αντέξει την σκληρότητα για την οποία είναι ικανός χωρίς να δηλητηριαστεί ανεπιστρεπτί από αυτή --δηλαδή, χωρίς να αποκτήσει ανοσία απέναντί της-- μπορεί να είναι μόνο η τρυφερότητα.

V.
Η τρυφερότητα δεν αποτελεί θετική αντίδραση απέναντι στην πράξη του άλλου. Είναι η αυθόρμητη δημιουργία ενός δεσμού που διαμοίβεται ανάμεσα σε υποκείμενα εκεί που δεν υπήρχε τίποτε πριν. Η σχέση τρυφερότητας δεν μοιράζεται τίποτε με μια σχέση αμοιβαίας ανοχής. Η τρυφερότητα υπερπληρώνει την αδυναμία που βρίσκει στο διάβα της ενώ η ανεκτικότητα την αγνοεί. Η τρυφερότητα είναι αγωγός πάθους, όπως δεν μπορεί ποτέ να είναι η ανοχή. Είναι πάντα έκφραση των δημιουργικών δυνατοτήτων του υποκειμένου, όχι του θυμικού αυτοπεριορισμού του όπως είναι η ανοχή. Και συνυπάρχει με την ενσυνείδητη αποδοχή της αναγκαιότητας της σκληρότητας όπως δεν μπορεί να συνυπάρξει η ανοχή. Ο τρυφερός άνθρωπος αναγνωρίζει την εγκόσμια επιμονή της σκληρότητας, τόσο όταν στρατεύεται εναντίον της, όσο και όταν την υιοθετεί στα πλαίσια της ίδιας αυτής στράτευσης· για τον ανεκτικό άνθρωπο, η σκληρότητα έχει πάντα τη θέση του απωθημένου, αυτού που γίνεται αντικείμενο απάρνησης.

VI.
Αν όμως η διαλεκτική αντίληψη της σκληρότητας ανθίσταται στην προσπάθεια να αγνοηθούν τα ίχνη του θανάτου που αφήνει πάντοτε η σκληρότητα στην πρακτική του υποκειμένου, αντιτίθεται επίσης στην "ρεαλιστική" εξύψωση του απλού περιορισμού της δυνατότητας για σκληρότητα σε απώτατο ηθικό στόχο. Κάθε σκληρότητα που στρατεύεται ενάντια στην σκληρότητα επιδιώκει ορμητικά, "ανεύθυνα" και παράλογα την πλήρη κατάργηση της ανάγκης της να υπάρχει.

VII.
Η εργασία για αυτή την κατάργηση δεν μπορεί να αφεθεί ως λεία στα νύχια της "πανουργίας της λογικής". Δεν θα έρθει ποτέ “αύριο”, όταν η έλλογα χρησιμοποιημένη σκληρότητα έχει δημιουργήσει τις συνθήκες να καλυτερέψουν τα πράγματα αρκετά, ή όταν το βασίλειο της δικαιοσύνης έχει εγκατασταθεί επί της γης μετά την έλευση μιας εξαγνιστικής, θεϊκού χαρακτήρα βίας. Οφείλει πάντα να επισυμβαίνει τώρα, άμεσα, ακόμα και όταν η λογική λέει ότι αυτό θα αποβεί σε βάρος της πρακτικότερης ή βραχύτερης οδού προς την αποκατάσταση του δικαίου, ακόμα και όταν το υποκείμενο το ίδιο --ατομικό ή συλλογικό-- προβάλλει ως αντίρρηση ως προς την άρση της σκληρότητας την διακύβευση της επιβίωσής του. Η δικαιοσύνη δεν αφορά την επιβίωση αλλά τη ζωή· δεν αφορά το μέλλον αλλά το παρόν· δεν αφορά το τέλος αλλά το μέσο, την ημιτελή διαδικασία, ως μόνη αυθεντική αποτύπωση του τέλους.

VIII.
Η πιστότητα της σκληρότητας στη δικαιοσύνη μετριέται αποκλειστικά με γνώμονα την απαρέγκλιτη προσήλωσή της στο δικαίωμα της τρυφερότητας να υπάρχει· η πιστότητα της τρυφερότητας στη δικαιοσύνη όμως έχει ως μόνο γνώμονα την εξακολουθητική δύναμή της να δημιουργεί ρήγματα στα αμυντικά τείχη της σκληρότητας, να την ακυρώνει εκ των έσω ξανά και ξανά.

ΙX.
Ποιά είναι η λογική της χρήσης σκληρότητας απέναντι σε αυτούς που επιλέγουν ενσυνείδητα την οδό της σκληρότητας απέναντι στον άλλο; Τίποτε άλλο από τη σκληρότητα ως έκφραση της ασίγαστης πίστης στην άρση του εαυτού της --τη σκληρότητα επομένως ως διηνεκώς αυτοαναιρούμενη δύναμη απέναντι στον άλλο αλλά και απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό, αυτόν που επιλέγει την σκλήρυνση της υποκειμενικής στάσης, τον αγώνα, τη σύγκρουση. Η εξεγερμένη, αρματωμένη πραότητα στοιχειώνεται συνεπώς από τον τρόμο όχι του αντιπάλου --απέναντι στην αντιδραστική και ανασφαλή ισχύ του οποίου η καταφατική δύναμή της υπερτερεί συντριπτικά-- αλλά του εαυτού της, της προοπτικής της εσωτερικής της απονέκρωσης σε καθαρή σκληρότητα. Προγεύεται έτσι, σαν σε πυρετώδες παραλήρημα, μια νίκη που είναι συνάμα ατέρμονα επισφαλής, εφόσον είναι εξ ορισμού ευάλλωτη στο πάντα τοξικό δηλητήριο της σκληρότητας, αλλά και εκ των προτέρων εκπληρωμένη, εφόσον ενυπάρχει ήδη στην καθαρή κατάφαση της τρυφερότητας. Αυτή είναι η επικίνδυνη παράκρουση αυτού που εξεγείρεται ενάντια στη σκληρότητα αυτού που υπάρχει ως κατάσταση, αυτή και η ακλόνητη αλήθεια που συναισθάνεται ως τα άκρα του κορμιού του.






Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Ο διάσπαρτος βίος και πολλαπλός θάνατος του Αλέξανδρου Σχινά




Το βιβλίο το αγόρασα στη Σαλονίκη.
Σελίδα 75.
1913, Γεώργιος, Θεσσαλονίκη, πυροβολισμός, Αλέξανδρος Σχινάς,
πολιτικές πεποιθήσεις άγνωστες—
φερόμενος τρελός,
εθνικότης Έλλην,
ερωτηματικό—
εγώ στο αεροπλάνο για την Αμερική,
ένα αγκίστρι μέσα στον εθνικό οισοφάγο,
μια κάποια ανησυχία που
φωλιάζει σαν τυφλοπόντικας στα σωθικά.

Επιστροφή στην Κύπρο.
Άυπνη νύχτα, το όνομα αίφνης να επιστρέφει
απ’ τα σκοτάδια
σαν το κλειδί που έχεις χάσει
και ξαναβρίσκεις στις τσέπες σου
στο όνειρο.
Μυστηριώδης έµεινε πάσα σχεδόν λεπτοµέρεια του εγκλήµατος και αυτής της ανακρίσεως, ης ο φάκελλος
εξηφανίσθη ευθύς, µετά την διάδοσιν ότι την ηµέρα,
καθ’ ην εκλήθη (ο Σχινάς) εις το εν Θεσσαλονίκη ∆ικαστήριον προς
ανάκρισιν, πεσών εκ του παραθύρου, αυτοκτόνησε…


Κόντευε αιώνα το μυστήριο του θανάτου
κι ο μετεωρισμός της πράξης
Κι εγώ έτρωγα τα αποφάγια των εξορκισμών:
τρελό τον έλεγαν, πράκτορα των εχθρών, έκφυλο,
αιώνιο φοιτητή, αλήτη.
Πάνω στην έννοια του αρχείου
άπλωνε τα πλοκάμια το χταπόδι.
Ποτάμι το μελάνι της χολής των νοικοκύρηδων
τυφλές οι ερμηνείες σαν τις οδούς
των πολυκατοικιών που ξέχασαν την θάλασσα
και μας κρατάνε όμηρους στην Κρήνη, το Ντεπώ.

Τι είναι η πατρίδα μου;
Το σφίξιμο απ’ το κενό αέρος
μια Θουκυδίδειος σκοτοδίνη
μία στημένη φωτογραφία όπου χαμογελάς με τους εκτελεστές
η αντανάκλαση του ψεύδους στον καθρέφτη
μια χαλασμένη οδοντοστοιχία από χαμένες δεκαετίες,
μια πόρτα που ξεβάφει σφαλιστή.

Αργότερα,
Transatlantic Telegraph, στους Times της Νέας Υόρκης,
20 Μάρτη του 1913.
Από την άλλη ακτή ο Σχινάς κοιτάζει
λουσμένος στους ατμούς των πλυντηρίων
του Fifth Avenue Hotel στη Νέα Υόρκη,
δυο χίμαιρες στο μαξιλάρι του.
"Mια πληγή χρειάζεται
να ανοίξει η ιστορία μας
στο φως, μια πληγή για να μπορούμε
να κοιτάμε μέσα"
του ψιθυρίζουν
σαν τις γάτες στο αυτί.

Αλέξανδρε, δεν έχει λυτρωμό
το λάθος που ήσουν
το λάθος που είμαστε
ψυχορραγεί στην Όλγας κάθε πρωινό.
Μπρος στα κομμάτια που γέμισαν το οδόστρωμα,
τον χάρτη όπου σκορπίζουμε,
τρέμει η βελόνα, κόβεται η κλωστή.




Φιλοκτήτης μαινόμενος




Μη με ρωτάτε για τον πόλεμο.

Ούτε τη ματοκυλισμένη σκόνη της Τροίας κουβαλάω στα ρούχα μου
ούτε κλαγγές σπαθιών και ουρλιαχτά συντρόφων
μεσ’ τ’ αυτιά μου. Μόνο τον απεχθή εκείνο παφλασμό
του κύματος πάνω στον ξεχασμένο βράχο,
τ' αλάτι που σκαλίζει την ηλίθια επιμονή της πέτρας
όπου αντικρίζω στεφανωμένος με τα φύκια
την αλμυρή μου τη ντροπή.

Χωρίς μια μάχη πέρασε η ζωή, αλλά η πληγή, πληγή.

Τι κι αν σκορπίσανε τα εντόσθιά τους σύντροφοι
μέσα στα χώματα αναζητώντας
δόξα ή εκδίκηση ή μία τέλoς πάντων ομηρική αράδα·
εγώ κυλιέμαι κάτω σαν τον σκύλο μακριά απ' τα γεγονότα.
Δεν έχει λυτρωμό το σφίξιμο των γνάθων μου·
στην άμμο γράφονται όλες μου οι στριγγλιές
και οι βρισιές και οι κατάρες μου άδεια όστρακα κατάντησαν
κέλυφος μόνο αδειανό, η σάρκα τους λιωμένη.

Κι έτσι όπως σαπίζω και σαπίζω χωρίς τέλος,
έγινε η αρρώστια μου νησί, και το νησί αρρώστια.
Αυτάρκης ξετυλίγεται, γύρω απ’ τον εαυτό της
και έτσι, έναν ακόμα βρήκε ο δαίμονας τρόπο να με σαρκάσει:
φιδιού μορφή ο πόνος μου, φίδι και η πηγή του.

Το ξέρω πώς θα έρθουνε κάποτε να με βρουν
ένδοξοι κάποιοι Αχαιείς και βιαστικοί για δράση.
Οι καιροσκόποι άλλωστε καιρό πάντοτε βρίσκουν
άλλοτε αρκετό για να ξεχνούν, άλλοτε να θυμούνται.
Δεν θα χουν δώρο γιατρειά. Θα ρθουν για ένα διάλειμμα
αφηγηματικό, παρένθεση στο δράμα,
μια αφορμή να αλλάξουν φορεσιές οι πρωταγωνιστές
καθώς θα ανακλαδίζεται του έθνους η προσήλωση
ανάμεσα σε τζίτζικες και σε χασμουρητά.

Θα ρθουν για να αρπάξουν απ’τα χέρια μου ό,τι έχει απομείνει.
Μια δήλωση ευπείθειας, ή εθνικοφροσύνης,
αλληλεγγύης με τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής—
ο Οδυσσέας έχει πρόσωπα πολλά, κανένα τους δικό του.
Και γω θα τους τα δώσω κι αυτά και τ’ άλλα όπλα,
ο ευτελής, κι ας συνεχίζει να ζέχνει το ποδάρι μου
κι ας συναντάει της ψευτιάς η άυλη μπόχα της σάρκας το σκουλίκιασμα
κι ας φτάνουνε κι οι δυο τους ως τα πάνω, στου Ολύμπου τα ρουθούνια.

Τόσο πολύ με τσάκισε αυτή η εξορία.
Τόσο πολύ σιχάθηκα το κρώξιμο του γλάρου.



Η φαντασιακή εκδίκηση των μικροαστών: Θεσσαλονίκη και άκρα δεξιά


Η αφορμή ήταν ένα ακόμα θανάσιμο χτύπημα του Νομάρχη Θεσσαλονίκης σε βάρος της όποιας αισθητικής και ιστορικής συναίσθησης έχει απομείνει στην πόλη. Φυσικά, η πρώτη, αυθόρμητη αντίδραση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το γέλιο. Το γέλιο όμως αυτό έχει ήδη κάτι τραυματικό και συνάμα ανειλικρινές μέσα του. Το ακατάσχετο εθνικιστικό κιτς έχει ως σπόνσορα έναν επίσημο κρατικό φορέα, που με τη σειρά του ελέγχεται από πρόσωπο εκλεγέν από την πλειοψηφία των δημοτών. Δεν είναι ακριβώς αστείο αυτό για μια πόλη που ιστορικά συνδέθηκε με ένα Δελμούζο και έναν Τριανταφυλλίδη, με ένα Γιώργο Ιωάνου και ένα Σαββόπουλο. Κάτω απ' το γέλιο θάβουμε την ανίκανη να αρθρωθεί πολιτικά οργή για την πόλη που χάθηκε, την οργή για την πόλη που ήρθε. Και αυτό δεν απέχει και πολύ από την μορφή ανήμπορης εκδίκησης που πρώτος ο Nietzsche ανέλυσε ως ressentiment--μνησικακία.

Αυτό που έχουμε ανάγκη συνεπώς δεν είναι άλλη μια ευκαιρία για εκτόνωση δια της οδού του σαρκασμού, αλλά μια ευκαιρία για αναστοχαστική κατανόηση· η προτροπή του Baruch Spinoza--"non riddere, non luggere, neque detestari, sed intelligere"--παραμένει πολιτικά ζωτική, κυρίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου ο κατά συρροή "χαβαλές" με τους "γραφικούς" κρύβει την θλιβερή αποδοχή της αδυναμίας και της παράλυσης, της ανικανότητας αντίδρασης απέναντι στο σκάνδαλο της ανόδου της ασημαντότητας (Καστοριάδης). Για να μη μιλήσουμε για την προοπτική αρμονικού συντονισμού μεταξύ του καγχασμού απέναντι στους νέους βαρβάρους και του ίδιου του κλίματος ισοπεδωτικής ελαφρότητας και απέχθειας προς την σκέψη που τους θρέφει.

Στην κατεύθυνση αυτή, αναδημοσιεύω εδώ μια πρώτη, στοιχειώδη συζήτηση του προβλήματος από τον Πέτρο Θεοδωρίδη, την ομιλία με τίτλο "Εθνολαϊκισμός και Θεσσαλονίκη" που έγινε το 2005 και που δημοσιεύτηκε στο blog Πόντος και αριστερά (pontosandaristera.wordpress.com).

Έχω συντομεύσει την ομιλία, αφαιρώντας το κομμάτι που επικεντρώνεται στον εθνολαϊκισμό της εκκλησίας. Εστίασα στα στοιχεία που νομίζω ότι παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον--και που στρέφονται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την συζήτηση για την πολιτική δυναμική της μνησικακίας ως συμπτώματος, και της σχέσης της μνησικακίας με τη διαμόρφωση της μικροαστικής συνείδησης στη Θεσσαλονίκη από το 1990 και μετά (από την πόλη, έχει το ενδιαφέρον του, έφυγα, ουσιαστικά για πάντα, το 1991).

Στο μέλλον, ίσως μπορέσουμε να μοιραστούμε κάποια σημαντικά στοιχεία από την Γερμανική περίπτωση, όπως το εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε ό,τι αφορά στις υπόγειες και προφανείς μεταμορφώσεις της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, βιβλίο του Siegfried Kracauer Οι μισθωτές μάζες. Ο Kracauer καταγράφει τις ψυχοπολιτικές παραμορφώσεις που κληροδότησαν στη γερμανική μικροαστική τάξη η εξευτελιστική συνθήκη των Βερσαλλιών, τα διαψευσμένα καταναλωτικά όνειρα, ο καλπάζων πληθωρισμός και ο φόβος της ανεργίας--παραμορφώσεις πάνω στις οποίες, όπως δείχνει, βασίστηκε ουσιαστικά η πολιτική άνοδος του ναζισμού ως πλειοψηφικού ρεύματος μέσα στη δημοκρατία της Βαϊμάρης.

“…

Θα ήθελα εδώ να θυμίσω ότι ο όρος εθνικισμός έχει υποστεί στην διάρκεια της ιστορίας του πολλές μεταμορφώσεις.

Διαφορετικός ήταν ο εθνικισμός της Γαλλικής Επανάστασης (πολλοί τον λένε πολιτικό εθνικισμό ), από τον ρομαντικό η τον ολοκληρωτικό εθνικισμό. Το ίδιο ισχύει και για τον λαϊκισμό που ξεκίνησε ως όρος από τον επαναστατικό λαϊκισμό και θεωρήθηκε στην Ελλάδα ως συνώνυμο περίπου της πρώτης δεκαετίας του ΠΑΣΟΚ ως λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου. Για τα ζητήματα αυτά υπάρχει βέβαια μια σχεδόν αχανής βιβλιογραφία. Για την οικονομία του χρόνου θα προσπαθήσω να αποδώσω με λίγα λόγια ότι προσπαθούμε να σημάνουμε με τον όρο εθνολαϊκισμός.

Προσπαθούμε να σημάνουμε την συνάντηση δυο ιδεολογιών. Ο εθνικισμός κατέληξε να σημαίνει την υπερβατική σχεδόν λατρεία του έθνους ως φετίχ. Ο λαϊκισμός από την άλλη πλευρά ως ιδεολογία ενέχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον λαό, όχι με την νομική, την ιστορική, ή την ταξική του έννοια αλλά μάλλον ως μια συναισθηματική έννοια πού αφορά όσους αισθάνονται τον εαυτό τους ως μη προνομιούχοι και αδικημένοι.

Όπως βλέπουμε και οι δυο όροι κατέληξαν πια να σημαίνουν όχι κάτι που αναλύεται με πολιτική ορολογία αλλά κυρίως με αισθήματα:Το αίσθημα της υπέρμετρης αγάπης για την πατρίδα στον εθνικισμό, το αίσθημα της πικρίας και μνησικακίας στον λαϊκισμό.

Ετσι, με τον όρο εθνολαϊκισμός προσπαθούμε να δείξουμε την συνάντηση αυτών των δυο ιδεολογιών, των δυο ρητορικών.

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωτότυπο φαινόμενο που συνθέτει νέου τύπου ταυτότητες. Συνθέτει την ιδέα της αγάπης του έθνους με τα λαϊκά στρώματα ως αναπλήρωσης αυτού που νομίζουν ότι τους έχουν στερήσει. Συνθέτει μια νέα ηθική όπου η επίδειξη μικροαστικής κακομοιριάς και παράπονου συμπλέει με την επίδειξη ενός καταναλωτικού νεοπλουτισμού. Αναδεικνύει έναν έρποντα νεορατσισμό που δεν έχει επεξεργασία ιδεολογική αλλά συνυπάρχει με συναισθήματα ματαίωσης προσδοκιών, φόβου για το μέλλον και ένα διάχυτο αίσθημα στέρησης. Τέλος, ο εθνολαϊκισμός συνδέεται με ένα διάχυτο αίσθημα μνησικακίας για το οποίο θα μιλήσω παρακάτω.

Ετσι στην ομιλία μου θα προσπαθήσω να επικεντρωθώ σε 3 κομβικά σημεία:

Α) στην σύντομη παρουσίαση τον κεντρικών χαρακτηριστικών του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
Β) στην προσπάθεια παρουσίασης των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την εθνολαϊκίστικη ιδεολογία και,
Γ) τα ελληνικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού
Δ) τον τηλεοπτικό λαϊκισμό της Εκκλησίας
Ε) την σχέση του εθνολαϊκισμου με τη Θεσσαλονίκη

Α)

Σε ό,τι αφορά γενικά τον όρο λαϊκισμό θα ήθελα να πω ότι αναφέρεται σε ρητορικές και ιδεολογίες στις οποίες ο « λαός» λειτουργεί ως κομβικό σημείο, σε ένα λόγο (που) διχοτομεί την κοινωνία μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων»
«Πυρηνικό στοιχείο όλων των λαϊκισμών είναι μια συγκεκριμένη έγκληση του λαού ως υποκείμενου ένα «ρητορικό στυλ» το οποίο εξαρτάται από εγκλήσεις στο λαό».

Εντούτοις, κάθε έγκληση προς τον λαό δεν συνιστά αυτομάτως λαϊκισμό. Εκείνο που μετασχηματίζει μια λαϊκή έγκληση σε λαϊκίστικη είναι η πολεμική ρητορική της δομή.
Τα στοιχεία αυτής της πολεμικής ρητορικής είναι ο αντί ελιτισμός αλλά και ο εκθειασμός του λαού, καθώς και η εμμονή στο Ήθος του «μέσου ανθρώπου», στην άμεση επικοινωνία με τους καθημερινούς ανθρώπους, τους απλούς, έντιμους, υγιείς πολίτες.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του λαϊκισμού είναι:

α) η προσωπική έκκληση στο λαό.
β) η επιδεικτική υπεράσπιση της «εθνικής ταυτότητας» (η οποία θεωρείται ότι απειλείται)
γ) η συστηματική εργαλειακή εκμετάλλευση συλλογικών μορφών μνησικακίας
δ) η καταγγελία της παρακμής
ε) η ανάδειξη ενός λαϊκού δημαγωγού ηγέτη
στ) η συστηματική προσφυγή σε δημαγωγικά κλισέ

Σε αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε να προσθέσουμε μερικά ακόμα που αφορούν κυρίως στον ελληνικού τύπου λαϊκισμό:
Ο ελληνικός λαϊκισμός είναι ηθικολογικός. Τον ενδιαφέρει η έμμονη σε μια «ηθική του φρονήματος» και στο αυταπόδεικτο δίκαιο των «λαϊκών αιτημάτων». Τον χαρακτηρίζει και μια εργαλειακή αντίληψη του κράτους. Όταν τους αφορά άμεσα , οι λαϊκιστές θέλουν το κράτος αρωγό και όχι ισχυρό. Όταν όμως, πρόκειται για υποθέσεις που δεν τους αφορούν άμεσα, δεν αντιλέγουν σε ισχυρές και αυταρχικές κρατικές παρεμβάσεις.


Β)
Στο δεύτερο μέρος, δηλαδή στην παρουσίαση των βασικών συναισθημάτων που συναρθρώνονται με την λαϊκίστικη ιδεολογία θα επικεντρωθώ στο αίσθημα της μνησικακίας, που κατά τη γνώμη μου χαρακτηρίζει τον εθνολαϊκισμό:
Να σκεφτούμε κατ’ αρχήν ότι σε όλες σχεδόν τις ιδεολογίες τα συναισθήματα διαδραματίζουν έναν βασικό ρόλο. Και οι εθνολαϊκές αναδιπλώσεις σήμερα συνοδεύονται και από μια ηχηρή επίκληση του συναισθήματος. Το συναίσθημα, ως φαντασιακή επίκληση της αγάπης, δηλαδή η εργαλειακή χρήση του συναισθήματος, μοιάζει να συνοδεύει τον σύγχρονο λαϊκίστικο και εθνικιστικό λόγο.

Στον εθνολαϊκισμό, πιστεύω ότι το κυρίαρχο συναίσθημα είναι μια ειδική στάση, όχι απλά ο φθόνος ούτε η οργή αλλά αυτό που ο Μαξ Σελλερ ορίζει ως μνησικακία. Σύμφωνα με τον Μαξ Σελλερ «η μνησίκακη κριτική δεν θέλει αυτό που διατείνεται ότι θέλει αλλά χρησιμοποιεί το κακό ως βάση για να λοιδορεί».

Τι είναι η όμως η μνησικακία;
Η μνησικακία δεν είναι απλά συναίσθημα αλλά μάλλον ένα συνοθύλευμα συναισθημάτων. Συναίσθημα είναι η φυσιολογική ανταπόκριση σε κάποιο ερέθισμα. Το αίσθημα της μνησικακίας είναι μια περίπλοκη συναισθηματική κατάσταση, συνδυασμός συναισθηματικών και φανταστικών στοιχείων.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά της μνησικακίας και οι ποιες οι συνθήκες που την εκκολάπτουν ;
Κατά τον Νίτσε η μνησικακία είναι χαρακτηριστικό των όντων «που τους απαγορεύεται η πραγματική αντίδραση» (…..) και αυτοαποζημιώνονται με μια εκδίκηση κατά φαντασίαν.

Όμως την μνησικακία ως έννοια με κοινωνιολογικό ενδιαφέρον ανέπτυξε πιο ξεκάθαρα ο Μαξ Σέλερ που θεωρεί ότι «Η φιλέκδικη διάθεση ρέπει προς την μνησικακία καθόσον το αντικείμενο της είναι μια διαρκής, παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων την οποία συναισθάνεται σαν «μόνιμη» βρισιά» που διαφεύγει από τη βούληση του υβριζόμενου, (...) αυτή η προσβολή εμφανίζεται ως κάτι το μοιραίο».

Ένα κύριο χαρακτηριστικό της μνησικακίας είναι η σχέση με τη μνήμη. Η μνησικακία μηρυκάζει, αναθυμάται και ανασυνθέτει άλλα πικρά συναισθήματα: την κακεντρέχεια, τον φθόνο, το μίσος.

Πάλι ο Μαξ Σελλερ γράφει «ο κακεντρεχής εκδικείται (….) ο μισητής βλάπτει τον εχθρό του (….) ο φθονερός πασχίζει να αποκτήσει το αντικείμενο του φθόνου του (...) όλοι αυτοί αγνοούν την μνησικακία. Για να υπάρξει αυτή , θα πρέπει τα παραπάνω συναισθήματα να (…) συνοδεύονται από την αδυναμία μετατροπής τους σε πράξεις, ώστε να« ξινίσουν».

Ας δούμε όμως ορισμένες προϋποθέσεις που είναι υπαρκτές στις νεωτερικές κοινωνίες για την καλλιέργεια της μνησικακίας όπως την αντιλαμβάνεται ο Μαξ Σέλερ: Η πρώτη είναι μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. Η Μνησικακία εμφανίζεται «σε κοινωνίες σαν τη δική μας όπου μια κοινωνική ισότητα επισήμως αναγνωρισμένη, συνυπάρχει με υπέρογκες διαφορές, κ.λ.π Κοινωνία όπου ο καθένας έχει το «δικαίωμα» να κρίνει τον εαυτό του ισάξιο με έναν άλλο, αλλά εμπράκτως αδυνατεί».

Η δεύτερη ικανή συνθήκη συναφής με την προηγούμενη είναι ότι πρέπει να υπάρχει σύγκριση. Αν δεν συγκρίνεις τον εαυτό σου με άλλους δεν μπορείς να νιώσεις μνησικακία.

Τρίτη, τέλος, συνθήκη είναι ο αμετάκλητος χαρακτήρας της αδικίας την οποία νιώθεις ότι υφίστασαι. Η εκάστοτε αδικία , από την οποία εκκινεί η φιλέκδικη διάθεση πρέπει να βιώνεται, ως κάτι που δεν αλλάζει με τίποτα.

Αυτές οι συνθήκες οδηγούν κατά τον Σελερ στον μνησίκακο άνθρωπο.

Η μνησίκακη στάση οδηγεί έτσι σε μια αντιστροφή των αξιών: «ο μνησίκακος άνθρωπος…., αυτοδηλητηριάζεται ηθικά. Ενώ αρχικά θαυμάζει τις αξίες και τα προνόμια τα οποία δεν διαθέτει (επειδή ακριβώς δεν μπορεί να τα αποκτήσει), τα ακυρώνει και δίνει αξία στα ακριβώς αντίθετα». Δηλαδή ο μνησίκακος άνθρωπος σκέφτεται κάπως έτσι :«Στην αρχή θαυμάζω τον πλούσιο, τον ωραίο, τον αριστοκράτη, τον μορφωμένο, τον διάσημο. Επειδή όμως εξ ορισμού δεν μπορώ να γίνω σαν κι αυτούς και δεν μπορώ να τους συναγωνιστώ, ανακλάται μέσα μου μια σιωπηλή εχθροπάθεια, για κάτι που μου υπεξαιρέθηκε ενώ το δικαιούμαι. Ετσι σιγά σιγά, αυτό που θαύμαζα αρχίζω να το υποτιμώ».

Συνοψίζοντας θα ήθελα να θυμίσω μερικά χαρακτηριστικά της σχέσης του εθνολαικισμου με την μνησικακία:

1. το στοιχείο της μνήμης στην έννοια της μνησικακίας. Η μνησικακία είναι μνήμη που μηρυκάζει, που ανα-μασά που ανα-θυμάται.

2. Η μνησικακία αφορά σε μια λιμνάζουσα κατάσταση που την σημαδεύει η ανημποριά, η αδυναμία απάντησης.

3. Θεωρώ επίσης ότι ενυπάρχει ένα αίσθημα απόλαυσης στην μνησικακία καθώς αυτή οδηγεί σε ναρκισσιστικές παλινδρομήσεις. Έτσι η εικόνα του έθνους μεταφράζεται σε μια φαντασιακή αγκαλιά, σε μια φάτνη όπου ο πληγωμένος ναρκισσισμός βρίσκει καταφύγιο.

4. Ακόμη η μνησικακία συνδέεται με την αδυναμία εκφόρτισης, εκδραμάτισης.

Καθώς το σημερινό διεθνές περιβάλλον δεν επιτρέπει την ανάδυση ενός φανερού εθνικιστικού ρατσιστικού λόγου, ο σύγχρονος (και ελληνικός) εθνικισμός ξεδιπλώνεται ως μνησίκακος λόγος. Γίνεται ένας υπόκωφος, μη εκδραματισμένος λόγος που δηλητηριάζει το πολιτικό σκηνικό, που όμως το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι υποφώσκει και δεν εκδηλώνεται ανοιχτά.


Γ)

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την μνησίκακη πλευρά του σύγχρονου ελληνικού εθνολαϊκού λόγου θα ήθελα εδώ να σταθώ σε ορισμένα στιγμιότυπα της ελληνικής καθημερινής συμπεριφοράς που κάποιοι μελετητές σαν τον Καραποστόλη ονομάζουν προστριβές.

Για να καταλάβουμε τις προστριβές, θα πρέπει να τις αντιδιαστείλουμε από τις συγκρούσεις. Στην Δυτική Ευρώπη έχουμε συγκρούσεις, εδώ στην νεοελληνική κοινωνία προστριβές. «Για να λάβει χώρα μια σύγκρουση απαραίτητο είναι οι επιθετικές εκατέρωθεν πράξεις να οδηγούνται από προθέσεις που είναι αρκετά σαφείς ώστε τα εμπόδια της άλλης πλευράς να γίνονται αντιληπτά ακριβώς και εντελώς ως τέτοια. Για τούτο η σύγκρουση συνοδεύεται από σχετικά σταθερά αισθήματα. Αντίθετα «Οι προστριβές είναι οι διεγερμένες από αβεβαιότητα συναντήσεις (…)Τα άτομα και οι ομάδες έρχονται σε αντιπαράθεση, διαφιλονικούν, διαπληκτίζονται, με όρους προκαταβολικούς». (….) Οι προστριβές παραπέμπουν, σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να εννοήσει τον εαυτό της, να αναγνωρίσει τα συστατικά της και να καθιερώσει τους κανόνες και τις αρχές της.

Στην προστριβή ο μειονεκτών που συγκρίνει τον εαυτό του με τον οιονεί αντίπαλο συνθέτει την εικόνα ενός εαυτού παραγκωνισμένου από κάποιον που δεν υπερέχει ούτε διανοητικά ούτε ηθικά από αυτόν (...). » και αυτό τον οδηγεί στο να ρέπει προς την μνησικακία.

Η ανημποριά αποτελεί μια από τις βασικές προϋπόθεσης για την ανάπτυξη της μνησικακίας, μαζί με την πεποίθηση πως εκείνος που διαθέτει πλούτο η δύναμη δεν είναι οπωσδήποτε ανώτερος από τον ανήμπορο. Στην Ελλάδα, όπως λέει ο Καραποστόλης. «Ο μειονεκτών είναι ανήμπορος. Χωρίς μάρτυρες και συνηγόρους από μέρους της κοινωνίας νιώθει πως είναι απόλυτα εκτεθειμένος σε άνισες και άδικες σχέσεις με τους άλλους».

Σε αυτή την συσσωρευμένη επιθυμία (ανήμπορης ) εκδίκησης του αιτούντος πολίτη -που εν τέλει μεταβάλλεται σε ικέτη- βρίσκονται μάλλον τα αίτια της ελληνικής μνησικακίας.

[...]

Ε)
Τώρα, στο τελευταίο μέρος της ομιλίας μου θα ήθελα να σταθώ σε κάποια χαρακτηριστικά του σύγχρονου εθνολαϊκισμού, ιδιαίτερα όπως αυτός εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια μοιάζει να είναι ο κατεξοχήν ελληνικός τόπος στον οποίο συναντήθηκαν εθνικισμός και λαϊκισμός . Η Θεσσαλονίκη, η πόλη που η δεκαετία του ‘90 την γέμισε ματαιώσεις και διαψεύσεις, που βλέπει διαρκώς το χάσμα με την Αθηνά να μεγαλώνει, οδηγείται σε μνησίκακα αισθήματα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που την δεκαετία του '90 πίστεψε ότι θα γίνει πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Ήταν ο τόπος των μεγάλων εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το όνομα της Μακεδονίας, πόλη πρώην κοσμοπολίτικη με ένδοξο απώτερο και αμφιλεγόμενο μεταπολεμικό παρελθόν. Πόλη κάποτε των εργατικών κινημάτων αλλά και των παρακρατικών οργανώσεων που οδήγησαν στην χούντα. Πόλη όπου κατά την δεκαετία του ‘50 και ‘60, αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο, αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός και το ειδικό κοινωνικό βάρος των μικροαστικών στρωμάτων. Οταν μάλιστα από τις αρχές της δεκαετίας του '60 αυξήθηκαν σημαντικά οι καταναλωτικές δαπάνες κύρους, τα μικροαστικά της στρώματα άρχισαν να απολαμβάνουν την «επιτυχία» και την «αναγνώριση», να αποκτούν αυτοεκτίμηση, ιδιαίτερα όταν βλέπουν τα παιδιά τους να διαπρέπουν στα γράμματα.

«Στη Θεσσαλονίκη», λέει ο Γ. Ιωάννου στο βιβλίο του Η Πρωτεύουσα των Προσφύγων με την οικονομική άνοδο των τελευταίων δεκαετιών, έχει απλωθεί μια πολυάριθμη μικροαστική ή ψευδομικροαστική ταξη (όπου) οι νέοι πλούσιοι δεν έχουν παλιώσει ακόμη, ώστε να βαρεθούν τις υλικές απολαύσεις και εκπλήξεις και να αναζητήσουν τα πνευματικά αγαθά».

Ακόμη ο Γ. Ιωάννου θυμίζει ότι «Στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1950 μεγάλη υπόληψη είχε το επάγγελμα του γιατρού. Κατόπιν ερχόταν του δικηγόρου. Του καθηγητή ήταν πολύ ξεπεσμένο οικονομικά, του δασκάλου ακόμα χειρότερα. Και φυσικά οι μεγάλοι μας πίεζαν να γίνουμε γιατροί η δικηγόροι».

Όμως η διάψευση ήρθε γρήγορα. Η Θεσσαλονίκη στην δεκαετία του ‘90 βλέπει την δυναμική της κοινωνικής της κινητικότητας να εξανεμίζεται. Τις ελπίδες των μικροαστών διαδέχεται η μνησικακία.

Η Θεσσαλονίκη επίσης είναι και η πόλη και των θρησκευτικών οργανώσεων, η πόλη όπου ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος απηύθυνε την περίφημη ‘Ομιλία κατά τη μεγάλη Λαοσύναξη της Θεσσαλονίκης, το έτος 2000 που κατά τη γνώμη μου μπορεί να θεωρηθεί ως ο πανηγυρικός λόγος του εθνολαϊκισμού.

Θυμίζω ότι πρόκειται για ένα λόγο εν μέσω της διαμάχης για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Σε αυτήν ο εκκλησιαστικός λόγος ξεδίπλωσε τις πτυχές του ως εθνολαϊκός λόγος: ”Ναι, η παράδοση μας περνά μέσα από Ορθοδοξία, εθνικότητα και γλώσσα” αναφωνεί ο Αρχιεπίσκοπος Χριστοδουλος, και ” Θα μείνουμε αυτό πού είμαστε: πρώτα Έλληνες και Χριστιανοί, και μετά Ευρωπαίοι”.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επινοήσω ένα φανταστικό σενάριο για τη Θεσσαλονίκη. Να πως καταρχήν ότι το σενάριο καμία σχέση δεν έχει με πρόσωπα υπαρκτά, κάθε τέτοια σχέση θα είναι εντελώς συμπτωματική.

Φανταστείτε μια μελλοντική Θεσσαλονίκη. Ο εθνολαϊκισμός και μαζί του η μνησικακία του ανήμπορου και ματαιωμένου μικροαστού θεριεύει. Αναζητείται επειγόντως ένας χαρισματικός ηγέτης να την λυτρώσει και να τη σώσει.

Σ αυτή τη πόλη εμφανίζεται ένας άνθρωπος. Ας τον ονομάσουμε Χ. Είναι υπερβολικά φιλόδοξος, σαν τον πολίτη Κέην στην ταινία του Ορσον Ουέλς. Ονειρεύεται να γίνει ηγέτης της πόλης. Μόνο που έχει ένα μικρό πρόβλημα. Δεν διαθέτει κανένα απολύτως προσόν, κανένα χάρισμα. Δεν είναι καλά μορφωμένος· είναι μάλλον ημιμαθής. Δεν είναι γοητευτικός. Δεν χειρίζεται καλά τον λόγο. Δεν ανήκει καν σε ένα από τα μεγάλα τζάκια της πόλης ώστε να επικαλεστεί την καταγωγή του. Επιπλέον είναι μάλλον άσχημος και απωθητικός.

Όμως αυτά τα μικροπροβλήματα δεν θα σταθούν εμπόδιο για τον Χ. Θα μετατρέψει τα μειονεκτήματα του σε πλεονεκτήματα και αυτό θα αποδειχτεί το μεγάλο ταλέντο του. Θα χρησιμοποιήσει την μνησικακία, τον απωθημένο φθόνο, την καταπιεσμένη οργή του κάθε ανήμπορου μικροαστού. Θα ανακατευτεί μαζί τους θα πάει σε γάμους και βαφτίσια και γιορτές, ακάλεστος στην αρχή μέχρι να τον γνωρίσουν. Θα τραγουδήσει μαζί τους. Θα κάνει μικρορουσφετάκια. Θα καλύψει την ρητορική του ανεπάρκεια με το κρυφό του μεγάλο όπλο, το θράσος. Θα λέει ότι του κατέβει. Θα μοιράσει σημαιούλες στα παιδάκια.

Εν τέλει θα πετύχει το ακατόρθωτο. Θα τον λατρέψουν, αυτόν που δεν θα έχει κανένα χάρισμα, ως τον νέο χαρισματικό ηγέτη. Γιατί θα ταυτισθούν μαζί του, θα πουν 'είναι ένας από εμάς'. Θα τον στέψουν αυτοκράτορα της πόλης. Και το πιο παράξενο, δεν θα αποτύχει, θα μείνει στο απυρόβλητο σε αντίθεση με όλους τους παλαιοτέρους, πραγματικά χαρισματικούς ηγέτες. Γιατί αντίθετα απ' ότι αυτοί δεν θα έχει δώσει καμία υπόσχεση, δεν θα γεννήσει προσδοκίες για κανένα θαύμα. Το μόνο του σχεδόν ανίκητο στήριγμα θα είναι το κλίμα του εθνολαϊκισμού και της μνησικακίας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας ζητήσω να μην πάρετε στα σοβαρά αυτό το σενάριο. Ολοφάνερα είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Και αν τυχόν συμβεί, θα αφορά στο απώτατο μέλλον. Το καταθέτω απλώς ως δείγμα πολιτικής φαντασίας.







Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Αγγλόφωνη βιβλιογραφία για τον Alain Badiou



Η εργογραφία που ακολουθεί βασίζεται σε αυτή που δημοσίευσε το περιοδικό Cosmos and History το 2006, και που συνέθεσε ο Paul Ashton. Έχω προσθέσει τα βιβλία του ίδιου του Badiou που κυκλοφόρησαν ή ανακοινώθηκαν μετά τη δημοσίευση της βιβλιογραφίας ή που δεν αναφέρονται σε αυτή.



Έργα του Alain Badiou



Βιβλία


MP Manifesto for Philosophy, trans. Norman Madarasz, Albany, State University of New York Press, 1999.

D Deleuze: The Clamor of Being, trans. Louise Burchill, Minneapolis, University of Minnesota Press, 2000.

E Ethics: An Essay on the Understanding of Evil, trans. Peter Hallward, London, Verso, 2001.

SP Saint Paul: The Foundation of Universalism, trans. Ray Brassier, Stanford, Stanford University Press, 2003.

B On Beckett, trans. Alberto Toscano, Manchester, Clinamen Press, 2004.

BE Being and Event, trans. Oliver Feltham, London, Continuum, 2005.

M Metapolitics, trans. Jason Barker, London, Verso, 2005.

HI Handbook of Inaesthetics, trans. Alberto Toscano, Stanford, Stanford University Press, 2005.

TO Briefings On Existence: A Short Treatise on Transitory Ontology, trans. Norman Madarasz, Albany, State University of New York Press, 2006.

TC The Century, trans. Alberto Toscano, London, Polity, 2007.

NN Number and Numbers, trans. Robin Mackay, London, Polity, 2007.

CM The Concept of Model: An Introduction to the Materialist Epistemology of Mathematics, trans. Zachary Luke Fraser and Tzuchien Tho, Melbourne, re.press, 2007.

MS The Meaning of Sarkozy, trans. David Fernbach, London, Verso, 2008.

LW Logics of Worlds, trans. Alberto Toscano, Continuum, 2009.



Συλλογές Δοικιμίων


IT Infinite Thought: Truth and the Return to Philosophy, ed. and trans. Justin Clemens and Oliver Feltham, London, Continuum, 2003.

TW Theoretical Writings, trans. Alberto Toscano and Ray Brassier, London, Continuum, 2006.

P Polemics, trans. Stephen Corcoran, London, Verso, 2006.

C Conditions, trans. Stever Corcoran, London, Continuum, 2009.



Προς Κυκλοφορία


TS Theory of the Subject, trans. Bruno Bosteels, London, Continuum (Ιούλιος 2009)

PP Pocket Pantheon, London, Verso (July 2009)



Δοκίμια και συνεντεύξεις


‘On a Finally Objectless Subject’, trans. Bruce Fink, Topoi, no. 7, 1988, pp. 93-8. Reproduced as: Alain Badiou, ‘On a Finally Objectless Subject’, Who Comes After the Subject?, trans. Bruce Fink, Routledge, 1991, pp. 24-32.

‘Gilles Deleuze, The Fold: Leibniz and the Baroque’, in Constantin Boundas and Dorethea Olkowski (eds.), Deleuze and Theatre of Philosophy, trans. Thelma Sowley, New York, Columbia, 1994, pp. 51-69.

‘Beckett’s Generic Writing’, trans. Alban Urbanas, Journal of Beckett Studies, vol. 4, no. 1, 1994, pp. 13-21.

‘Descartes/Lacan’, trans. Sigi Jöttkandt and Daniel Collins, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 13-7.

‘Psychoanalysis and Philosophy’, trans. Raphael Comprone and Marcus Coelen, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 19-26.

‘Hegel’, trans. Marcus Coelen and Sam Gillespie, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 27-35.

‘What is Love?’ trans. Justin Clemens, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 37-53.

‘Is There a Theory of the Subject in Georges Canguilhem?’ trans. Graham Burchell, Economy and Society, vol. 27, no. 2/3, 1998, pp. 225-33.

‘Philosophy and Politics’, trans. Thelma Sowley, Radical Philosophy, 1999, pp. 29-32.

‘On a Contemporary Usage of Frege’, trans. Justin Clemens and Sam Gillespe, UMBR(a), no. 1, 2000, pp. 99-115.

‘Metaphysics and the Critique of Metaphysics’, trans. Alberto Toscano, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 10, 2000, pp. 174-90.

‘Of Life as a Name of Being, or, Deleuze’s Vitalist Ontology ’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 10, 2000.

‘Art and Philosophy’, trans. Jorge Jauregui, Lacanian Ink, no. 17, 2000.

‘Who is Nietzsche?’ trans. Alberto Toscano, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 11, 2001, pp. 1-10.

‘The Political as a Procedure of Truth’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 19, 2001, pp. 71-81.

‘Highly Speculative Reasoning on the Concept of Democracy’, trans. Jorge Jauregui, Lacanian Ink, no. 16, 2001.

‘The Ethic of Truths: Construction and Potency’, trans. Selma Sowley, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 12, 2001, pp. 245-55.

‘On Evil: An Interview with Alain Badiou’, with Christoph Cox and Molly Whalen, Cabinet, no. 5, 2001-2.

‘Philosophical Considerations of Some Recent Facts’, trans. Steven Corcoran, Theory & Event, vol. 6, no. 2, 2002.

‘Existence and Death’, trans. Nina Power and Alberto Toscano, Discourse: Journal for Theoretical Studies in Media and Culture, vol. 24, no. 1, 2002, pp. 63-73.

‘One Divides into Two’, trans. Alberto Toscano, Culture Machine, no. 4, 2002.

‘Beyond Formalisation: An Interview’, with Peter Hallward and Bruno Bosteels, trans. Bruno Bosteels and Alberto Toscano, Angelaki: Journal of Theoretical Humanities, vol. 8, no. 2, 2003, pp. 111-36.

‘Seven Variations on the Century’, Parallax, vol. 9, no. 2, 2003, pp. 72-80.

‘Philosophical Considerations of the Very Singular Custom of Voting: An Analysis Based on Recent Ballots in France’, trans. Steven Corcoran, Theory & Event, vol. 6, no. 3, 2003.

‘Logic of the Site’, trans. Steve Corcoran and Bruno Bosteels, Diacritics, vol. 33, no. 3, 2003, pp. 141-50.

‘The Scene of Two’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 21, 2003, pp. 42-55.

‘Lack and Destruction’, UMBR(a), no. 1, 2003, pp. 39-61.

‘A Conversation with Alain Badiou’, with Goldenberg, Lacanian Ink, no. 23, 2004.

‘Some Replies to a Demanding Friend’, Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, Hallward, Peter, London, Continuum Books, 2004, pp. 232-7.

‘Fifteen Theses on Contemporary Art’, Lacanian Ink, no. 23, 2004, pp. 103-19.

‘Of an Obscure Disaster’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 22, 2004.

‘The Flux and the Party: In the Margins of Anti-Oedipus’, trans. Laura Balladur and Simon Krysl, Polygraph, no. 15-16, 2004, pp. 75-92.

‘Fragments of a Public Diary on the American War Against Iraq’, Contemporary French and Francophone Studies, vol. 8, no. 3, 2004, pp. 223-38.

‘Fifteen Theses on Contemporary Art’, Lacanian Ink, no. 23, 2004, pp. 100-19.

‘An Interview with Alain Badiou: Universal Truths & the Question of Religion’, with Adam S. Miller, Journal of Philosophy and Scripture, vol. 3, no. 1, 2005, pp. 38-42.

‘Democratic Materialism and the Materialist Dialectic’, Radical Philosophy, vol. 130, 2005, pp. 20-4.

‘The Adventure of French philosophy’, New Left Review, no. 35, 2005, pp. 67-77.

‘Selections from Théorie du sujet on the Cultural Revolution’, trans. Alberto Toscano, Lorenzo Chiesa, and Nina Power, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 635-48.

‘The Cultural Revolution: The Last Revolution?’ trans. Bruno Bosteels, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 481-514.

‘The Triumphant Restoration’, trans. Alberto Toscano, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 659-62.

‘Further Selections from Théorie du sujet on the Cultural Revolution’, trans. Lorenzo Chiesa, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 649-58.

‘An Essential Philosophical Thesis: “It Is Right to Rebel against the Reactionaries”’, trans. Alberto Toscano, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 669-77.

‘Manifesto of Affirmationism’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 24/25, 2005, pp. 92-109.

‘Lacan. Seminar, Book X: Anxiety’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 26, 2005.

‘Anxiety’, trans. Barbara P. Faulks, Lacanian Ink, no. 26, 2006, pp. 70-1.

‘The Formulas of L’Étourdit’, trans. Scott Savaiano, Lacanian Ink, no. 27, 2006, pp. 80-95.

‘Lacan and the pre-Socratics’, in Slavoj Žižek (ed.), Lacan: The Silent Partners, London, Verso, 2006, pp. 7-16.

‘The Subject of Art’, The Symptom, no. 6, Spring 2005.

‘What is a Philosophical Institution? Or: Address, Transmission, Inscription’, trans. A. J. Bartlett, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 9-14.



Κριτικά κείμενα για τον Badiou


Alliez, Eric, ‘Badiou: The Grace of the Universal’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 267-73.

Ashton, Paul, A. J. Bartlett and Justin Clemens, ‘Masters & Disciples: Institution, Philosophy, Praxis’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 1-8.

Azman, M., ‘How to Think Science? How Does Science Think?’ Filozofski Vestnik, vol. 26, no. 1, 2005.

Baldwin, Jon and Nick Haeffner, ‘“Fault Lines”: Simon Critchley in Discussion on Alain Badiou’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 295-307.

Balibar, Etienne, ‘The History of Truth: Alain Badiou in French Philosophy’, Radical Philosophy, vol. 115, 2002, pp. 16-28.

Balibar, Etienne, ‘The History of Truth: Alain Badiou in French Philosophy’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 21-38.

Barker, Jason, Alain Badiou: A Critical Introduction, London, Pluto, 2002.

Barker, Jason, ‘The Topology of Revolution’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 61-72.

Barker, Jason, ‘Topography and Structure’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 93-104.

Bartlett, A. J., ‘The Pedagogical Theme: Alain Badiou and an Eventless Education’, anti-THESIS, vol. 16, 2006, pp. 129-47.

Bartlett, A. J., ‘Conditional Notes on a New Republic?’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 39-67.

Baumbach, Nico, ‘Something Else Is Possible: Thinking Badiou on Philosophy and Art’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 157-73.

Beistegui, Miguel de, ‘The Ontological Dispute: Badiou, Heidegger, and Deleuze’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, trans. Ray Brassier, Albany, State University of New York, 2005, pp. 45-58.

Bell, V., ‘On the Critique of Secular Ethics: An essay with Flannery O’Connor and Hannah Arendt’, Theory Culture & Society, vol. 22, no. 2, 2005.

Bensaid, Daniel, ‘Alain Badiou and the Miracle of the Event’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 94-105.

Besana, Bruno, ‘One or Several Events? The Knot between Event and Subject in the Work of Alain Badiou and Gilles Deleuze’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 245-66.

Bosteels, Bruno, ‘Alain Badiou’s Theory of the Subject: The Recommencement of Dialectical Materialism? (Part I)’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 12, 2001, pp. 200-29.

Bosteels, Bruno, ‘Alain Badiou’s Theory of the Subject: The Recommencement of Dialectical Materialism? (Part II)’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 13, 2002, pp. 173-208.

Bosteels, Bruno, ‘On the Subject of the Dialectic’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 150-64.

Bosteels, Bruno, ‘Logics of Antagonism: In the Margins of Alain Badiou’s “The Flux and the Party’’’, Polygraph, no. 15-16, 2004, pp. 93-107.

Bosteels, Bruno, ‘Post-Maoism: Badiou and Politics’, positions: east asia cultures critique, vol. 13, no. 3, 2005, pp. 575-634.

Bosteels, Bruno, ‘The Speculative Left’, South Atlantic Quarterly, vol. 104, no. 4, 2005, pp. 751-67.

Bosteels, Bruno, ‘Badiou without Žižek’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 221-44.

Bosteels, Bruno, ‘Can Change Be Thought? A Dialogue with Alain Badiou’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 237-61.

Bosteels, Bruno, ‘Alain Badiou’s Theory of the Subject: The Recommencement of Dialectical Materialism?’ in Slavoj Žižek (ed.), Lacan: The Silent Partners, London, Verso, 2006, pp. 115-68.

Bottomley, Anne, ‘Shock to Thought: An Encounter (of a Third Kind) with Legal Feminism’, Feminist Legal Studies, vol. 12, no. 1, 2004, pp. 29-65.

Brassier, Ray, ‘Stellar Void or Cosmic Animal? Badiou and Deleuze’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, vol. 10, 2000.

Brassier, Ray, ‘Nihil Unbound: Remarks on Subtractive Ontology and Thinking Capitalism’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 50-8.

Brassier, Ray, ‘Badiou’s Materialist Epistemology of Mathematics’, Angelaki: Journal of Theoretical Humanities, vol. 10, no. 2, 2005, pp. 135-50.

Brassier, Ray, ‘Presentation as Anti-Phenomenon in Alain Badiou’s Being and Event’, Continental Philosophy Review, 2006.

Brassier, Ray and Alberto Toscano, ‘Postface’, in Ray Brassier and Alberto Toscano eds. and trans., Theoretical Writings, London, Continuum Books, 2005, pp. 233-41.

Brown, Nicholas, ‘{∅, } ∈ {$}? Or, Alain Badiou and Slavoj Žižek, Waiting for Something to Happen’, CR: The New Centennial Review, vol. 4, no. 3, 2004, pp. 289-319.

Bryant, Levi R., ‘A Lacanian Episteme?’ Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 121-7.

Byrne, Richard, ‘Being M. Badiou: The French Philosopher Brings His Ideas to America, Creating a Buzz’, The Chronicle of Higher Education, vol. 52, no. 29, 2006, pp. A. 20.

Calcagno, Antonio, ‘Jacques Derrida and Alain Badiou: Is There a Relation between Politics and Time?’ Philosophy and Social Criticism, vol. 30, no. 7, 2004, pp. 799-815.

Calcagno, Antonio, Politics and its Time: Derrida, Lazarus and Badiou, Ph.D., University of Guelph (Canada), 2004.

Calcagno, A., ‘Can Alain Badiou’s Notion of Time Account for Political Events?’ International Studies in Philosophy, vol. 37, no. 2, 2005, pp. 1-14.

Chiesa, Lorenzo, ‘Count-as-one, Forming-into-one, Unary Trait, S1’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 68-93.

Clemens, Justin, ‘The lalangue of Phalloi: Lacan versus Lacan’, UMBR(a), no. 1, 1996.

Clemens, Justin, ‘Platonic Meditations’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, vol. 11, 2001, pp. 200-29.

Clemens, Justin, ‘Letters As the Condition of Conditions for Alain Badiou’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 73-102.

Clemens, Justin, The Romanticism of Contemporary Theory: Institution, Aesthetics, Nihilism, Aldershot, Ashgate, 2003.

Clemens, Justin, ‘Doubles of nothing: The Problem of Binding Truth to Being in the Work of Alain Badiou’, Filozofski Vestnik, vol. 26, no. 2, 2005, pp. 21-35.

Clemens, Justin, ‘Had We But Worlds Enough, and Time, this Absolute, Philosopher…’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 277-310.

Clucas, Stephen, ‘Poem, Theorem’, Parallax, vol. 7, no. 4, 2001, pp. 48-65.

Cobussen, Marcel, ‘Noise and Ethics: On Evan Parker and Alain Badiou’, Culture, Theory, and Critique, vol. 46, no. 1, 2005, pp. 29-42.

Copjec, Joan, ‘Gai Savoir Sera: The Science of Love and the Insolence of Chance’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 119-35.

Critchley, Simon, ‘Observations and Questions Regarding A. Badiou’s Ethics Doctrine’, Filozofski Vestnik-Acta Philosophica, vol. 19, no. 1, 1998, pp. 21-31.

Critchley, Simon, ‘Demanding Approval: On the Ethics of Alain Badiou’, Radical Philosophy, vol. 100, 2000, pp. 16-27.

Critchley, Simon, ‘On the Ethics of Alain Badiou’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 215-35.

Cunningham, Conor, ‘Lacan, Philosophy’s Difference, and Creation From No-One’, American Catholic Philosophical Quarterly, vol. 78, no. 3, 2004, pp. 445-79.

De Kesel, Marc, ‘Truth As Formal Catholicism on Alain Badiou, Saint Paul: La fondation de l’universalisme’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 167-97.

Desanti, Jean Toussaint, ‘Some Remarks on the Intrinsic Ontology of Alain Badiou’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 59-66.

Devisch, Ignaas, ‘Democracy’s Content Thinking Politics with Badiou and Schmitt’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 45-59.

Dews, Peter, ‘Uncategorical Imperatives: Adorno, Badiou and the Ethical Turn’, Radical Philosophy, vol. 111, 2002, pp. 33-7.

Dews, Peter, ‘States of Grace: The Excess of the Demand in Badiou’s Ethics of Truths’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 106-19.

Dews, Peter, ‘Disenchantment and the Persistence of Evil: Habermas, Jonas, Badiou’, in Alan D. Schrift (ed.), Modernity and the Problem of Evil, Bloomington, Indiana University Press, 2005, pp. 51-65.

During, Elie, ‘How Much Truth Can Art Bear? On Badiou’s ‘Inaesthetics’’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 143-55.

Düttmann, Alexander Garcia, ‘What Remains of Fidelity after Serious Thought’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 202-7.

Eagleton, T., ‘Subjects and Truths’, New Left Review, no. 9, 2001, pp. 155-60.

Eagleton, Terry, Figures of Dissent: Critical Essays on Fish, Spivak, Žižek and Others, London, Verso, 2003.

Feltham, Oliver, ‘Singularity Happening in Politics: The Aboriginal Tent Embassy, Canberra 1972’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 225-45.

Feltham, Oliver, ‘And Being and Event and ...: Philosophy and Its Nominations’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 27-40.

Feltham, Oliver, ‘An Explosive Genealogy: Theatre, Philosophy and the Art of Presentation’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 226-40.

Filewood, Alan, ‘Impurity and the Postcolonial Subject’, Performance Research, vol. 9, no. 4, 2004, pp. 95-8.

Fink, Bruce, ‘Alain Badiou’, UMBR(a), no. 1, 1996.

Formis, Barbara, ‘Event and Ready-Made: Delayed Sabotage’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 247-61.

Fraser, Zachary, ‘The Law of the Subject: Alain Badiou, Luitzen Brouwer and the Kripkean Analyses of Forcing and the Heyting Calculus’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 94-133.

Gibson, Andrew, ‘Badiou, Beckett, Watt and the Event’, Journal of Beckett Studies, vol. 12, no. 1-2, 2001, pp. 40-52.

Gibson, Andrew, ‘Narrative Subtraction’, in Jörg Helbig (ed.), Erzählen und Erzähltheorie im 20. Jahrhundert, Heidelberg, Carl Winter Universitätsverlag, 2001, pp. 213-31.

Gibson, Andrew, ‘Three Dialogues and Beckett’s Tragic Ethics’, Samuel Beckett Today/Aujourd’hui: An Annual Bilingual Review/Revue Annuelle Bilingue, vol. 13, 2003, pp. 43-54.

Gibson, Andrew, ‘Repetition and Event: Badiou and Beckett’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 263-78.

Gibson, Andrew, ‘Badiou and Beckett: Actual Infinity, Event, Remainder’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 175-203.

Gibson, Andrew, Beckett and Badiou: The Pathos of Intermittency, Oxford, Oxford University Press, 2007.

Gillespie, Sam, ‘Subtractive’, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 7-10.

Gillespie, Sam, ‘Hegel Unsutured (an Addendum to Badiou)’, UMBR(a), no. 1, 1996, pp. 57-69.

Gillespie, Sam, ‘Neighborhood of Infinity: On Badiou’s Deleuze: The Clamor of Being’, UMBR(a), no. 1, 2001, pp. 91-106.

Gillespie, Sam, ‘Placing the Void – Badiou on Spinoza’, Angelaki: Journal of the Theoretical Humanities, vol. 6, no. 3, 2001, pp. 63-77.

Gillespie, Sam, ‘Beyond Being: Badiou’s Doctrine of Truth’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 5-30.

Gillespie, Sam, The Mathematics of Novelty: Badiou’s Minimalist Metaphysics, University of Warwick, Warwick, 2004. rpt. by re.press, 2008.

Gillespie, Sam, ‘Giving Form to Its Own Existence: Anxiety and the Subject of Truth’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 161-85.

Glazener, Nancy, ‘The Novel, the Social, and the Event: An International Ethical Encounter’, in Anna Fahraeus (ed.), Textual Ethos Studies: or Locating Ethics, New York, Rodopi, 2005, pp. 35-52.

Grigg, Russell, ‘Lacan and Badiou: Logic of the pas-tout’, Filozofski Vestnik, vol. 26, no. 2, 2005.

Hair, Lindsey, ‘“I Love (U)”: Badiou on Love, Logic, and Truth’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 127-42.

Hair, Lindsey, ‘Ontology and Appearing: Documentary Realism as a Mathematical Thought’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 241-62.

Hallward, Peter, ‘Ethics Without Others: A Reply to Critchley on Badiou’s Ethics’, Radical Philosophy, vol. 102, 2000, pp. 27-30.

Hallward, Peter, ‘The Singular and the Specific: Recent French Philosophy’, Radical Philosophy, no. 99, 2000, pp. 6-18.

Hallward, Peter, ‘Badiou’s Politics: Equality and Justice’, Culture Machine: Generating Research in Culture and Theory, no. 4, 2002.

Hallward, Peter, Badiou: A Subject to Truth, Minneapolis, University of Minnesota Press, 2003.

Hallward, Peter (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004.

Hallward, Peter, ‘Depending on Inconsistency: Badiou’s Answer to the “Guiding Question of All Contemporary Philosophy’’’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 11-25.

Helcinel, G., ‘A Century Beyond Good and Evil: On “Siecle” by Alain Badiou’, Esprit, no. 5, 2005, pp. 63-74.

Herbrechter, Stefan, ‘Badiou, Derrida, and The Matrix: Cultural Criticism between Objectless Subjects and Subjectless Objects’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 205-20.

Hewlett, Nick, ‘Engagement and Transcendence: The Militant Philosophy of Alain Badiou’, Modern & Contemporary France, vol. 12, no. 3, 2004, pp. 335-52.

Hoens, Dominiek, ‘The True Is Always New: Essays on Alain Badiou’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 3-4.

Hoens, Dominiek, ‘Miracles Do Happen: Essays on Alain Badiou’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 165-6.

Hoens, Dominiek and Ed Pluth, ‘Working Through as a Truth Procedure’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 279-92.

Holland, Christian Paul, Time for Paul: Lyotard, Agamben, Badiou, Ph.D., Emory University, Georgia, 2004.

Hopley, Vit and Yve Lomax, ‘Immanent Trajectories’, Parallax, vol. 7, no. 4, 2001, pp. 3-8.

Hyldgaard, Kirsten, ‘Truth and Knowledge in Heidegger, Lacan, and Badiou’, UMBR(a), no. 1, 2001, pp. 79-90.

Ingram, James D., ‘Can Universalism Still Be Radical? Alain Badiou’s Politics of Truth’, Constellations, vol. 12, no. 4, 2005, pp. 561-73.

James, Sarah, The Rudiments of Ornamental Composition / Constructed Works, 2005. Accessed.

Jenkins, Joseph Scott, Inheritance Law as Constellation in Lieu of Redress: A Detour Through Exceptional Terrain, Ph.D., University of California, Los Angeles, California, 2004.

Jenkins, Keith, ‘Ethical Responsibility and the Historian: On the Possible End of a History “of a Certain Kind”’, History and Theory, vol. 43, no. 4, 2004, pp. 43-60.

Johnston, A., ‘Nothing is not always no-one: (a)voiding love’, Filozofski Vestnik, vol. 26, no. 2, 2005, pp. 67-81.

Jones, S. H. and D. B. Clarke, ‘Waging terror: The geopolitics of the real’, Political Geography, vol. 25, no. 3, 2006, pp. 298-314.

Kaufman, Eleanor, ‘Why the Family Is Beautiful (Lacan against Badiou)’, Diacritics, vol. 32, no. 3/4, 2002, pp. 135-51.

Kaufman, Eleanor, ‘Betraying well’, Criticism, vol. 46, no. 4, 2004, pp. 651-9.

Kear, Adrian, ‘Thinking out of Time: Theatre and the Ethic of Interruption’, Performance Research, vol. 9, no. 4, 2004, pp. 99-110.

Kroeker, P. T., ‘Whither Messianic Ethics? Paul as Political Theorist’, Journal of the Society of Christian Ethics, vol. 25, no. 2, 2005, pp. 37-58.

Laclau, Ernesto, ‘An Ethics of Militant Engagement’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 120-37.

Laerke, Mogens, ‘The Voice and the Name: Spinoza in the Badioudian Critique of Deleuze’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, no. 8, 1999, pp. 86-99.

Lecercle, Jean-Jacques, ‘Alice and the Sphinx’, REAL: The Yearbook of Research in English and American Literature, no. 13, 1997, pp. 25-47.

Lecercle, Jean-Jacques, ‘Cantor, Lacan, Mao, Beckett, Meme Combat: The Philosophy of Alain Badiou’, Radical Philosophy, no. 93, 1999, pp. 6-13.

Lecercle, Jean Jacques, ‘Badiou’s Poetics’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 208-17.

Ling, Alex, ‘Can Cinema Be Thought?: Alain Badiou and the Artistic Condition’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 263-76.

MacCannell, Juliet Flower, ‘Alain Badiou: Philosophical Outlaw’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 137-84.

Macherey, Pierre, ‘The Mallarmé of Alain Badiou’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, trans. Marilyn Gaddis Rose and Gabriel Riera, Albany, State University of New York, 2005, pp. 109-15.

Madarasz, Norman, ‘On Alain Badiou’s Treatment of Category Theory in View of a Transitory Ontology’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 23-43.

Marchart, Oliver, Politics and the Political: An Inquiry into Post-Foundational Political Thought, Ph.D., University of Essex (United Kingdom), 2003.

Marchart, Oliver, ‘Nothing but a Truth: Alain Badiou’s ‘Philosophy of Politics’ and the Left Heideggerians’, Polygraph, vol. 17, 2005, pp. 105-25.

May, Todd, ‘Badiou and Deleuze on the One and the Many’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 67-76.

McNulty, Tracy, ‘Feminine Love and the Pauline Universal’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 185-212.

Meister, Bob, ‘“Never Again”: The Ethics of the Neighbor and the Logic of Genocide’, Postmodern Culture: An Electronic Journal of Interdisciplinary Criticism, vol. 15, no. 2, 2005.

Moreau, Pierre-François, ‘Alain Badiou as a Reader of Spinoza’, Pli: Warwick Journal of Philosophy, vol. 14, 2002.

Moreiras, Alberto, ‘Children of Light: Neo-Paulinism and the Cathexis of Difference (Part I)’, Bible and Critical Theory, vol. 1, no. 1, 2004, pp. 1-16.

Moreiras, Alberto, ‘Children of Light: Neo-Paulinism and the Cathexis of Difference (Part II)’, Bible and Critical Theory, vol. 1, no. 2, 2005, pp. 1-13.

Moulard, Valentine, ‘Thought as Modern Art or the Ethics of Perversion’, Philosophy Today, vol. 48, no. 3, 2004, pp. 288.

Mount, B. Madison, ‘The Cantorian Revolution: Alain Badiou on the Philosophy of Set Theory’, Polygraph, no. 17, 2005, pp. 41-91.

Murphet, Julian, ‘Cultural Studies and Alain Badiou’, in Gary Hall and Clare Birchall (eds.), New Cultural Studies, Edinburgh, Edinburgh University Press, 2006.

Nancy, Jean Luc, ‘Philosophy without Conditions’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 39-49.

Nicolacopoulos, Toula and George Vassilacopoulos, ‘Philosophy and Revolution: Badiou’s Infidelity to the Event’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 210-25.

Noys, Benjamin, ‘Badiou’s Fidelities: Reading the Ethics’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 31-44.

Noys, Benjamin, ‘The Provocations of Alain Badiou’, Theory, Culture and Society, vol. 20, no. 1, 2003, pp. 123-32.

Ophir, Adi and Ariella Azoulay, ‘The Contraction of Being: Deleuze After Badiou’, UMBR(a), no. 1, 2001, pp. 107-20.

Palti, E. J., ‘Poststructuralist Marxism and the “Experience of the Disaster.” On Alain Badiou’s Theory of the (Non-)Subject’, The European Legacy, vol. 8, no. 4, 2003, pp. 459-80.

Patel, Rajeev, ‘Global Fascism Revolutionary Humanism and the Ethics of Food Sovereignty’, Development, vol. 48, no. 2, 2005, pp. 79.

Pekerow, D., ‘The Evental Site of Resistance: Badiou as Supplement to Foucault’, International Studies in Philosophy, vol. 37, no. 2, 2005, pp. 57-80.

Pluth, Ed and Dominiek Hoens, ‘What if the Other Is Stupid? Badiou and Lacan on ‘Logical Time’’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 182-90.

Power, Nina, ‘Towards an Anthropology of Infinitude: Badiou and the Political Subject’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 186-209.

Rabaté, Jean-Michel, ‘Unbreakable B’s: From Beckett and Badiou to the Bitter End of Affirmative Ethics’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 87-108.

Ramond, C. and A. Badiou, ‘Poetry as a Condition of Philosophy: Interview with Alain Badiou’, Europe-Revue Litteraire Mensuelle, vol. 78, no. 849-50, 2000, pp. 65-75.

Rancière, Jacques, ‘Aesthetics, Inaesthetics, Anti-Aesthetics’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 218-31.

Regard, F., ‘The Ethics of Biographical Reading: A Pragmatic Approach’, Cambridge Quarterly, vol. 29, no. 4, 2000, pp. 394-408.

Reinelt, J., ‘Theatre and Politics: Encountering Badiou’, Performance Research, vol. 9, no. 4, 2004, pp. 87-94.

Reinhard, Kenneth, ‘Universalism and the Jewish Exception: Lacan, Badiou, Rozenzweig’, UMBR(a), no. 1, 2005.

Revault d’Allones, M., ‘Who is Afraid of Politics? A Response to a Recent Book by Alain Badiou’, Esprit, no. 12, 1998, pp. 236-42.

Riera, Gabriel, ‘Alain Badiou After the “Age of Poets”’, (a): a journal of culture and the unconscious, vol. 1, no. 1, 2000, pp. 10-33.

Riera, Gabriel, ‘For an “Ethics of Mystery”: Philosophy and the Poem’, in Gabriel Riera (ed.), Alain Badiou: Philosophy and Its Conditions, Albany, State University of New York, 2005, pp. 61-85.

Badiou, Alain and L. Sedofsky, ‘Being by Numbers: Interview with Artists and Philosopher Alain Badiou’, Artforum, vol. 33, no. 2, 1994, pp. 84-90.

Skidelsky, Edward, ‘Bogus Philosophy’, New Statesman, vol. 14, no. 657, 2001, pp. 51.

Smith, A. M. Sheridan, ‘Three New Novelists: JMG Le Clezio, Didier Coste and Alain Badiou’, London Magazine, no. 4, 1964, pp. 61-4.

Smith, Daniel W., ‘Mathematics and the Theory of Multiplicities: Badiou and Deleuze Revisited’, Southern Journal of Philosophy, vol. 41, no. 3, 2003, pp. 411-49.

Smith, Daniel W., ‘Badiou and Deleuze on the Ontology of Mathematics’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 77-93.

Smith, Brian Anthony, ‘The Limits of The Subject in Badiou’s Being and Event’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 134-58.

Stavrakakis, Yannis, ‘Re-Activating the Democratic Revolution: The Politics of Transformation beyond Reoccupation and Conformism’, Parallax, vol. 9, no. 2, 2003, pp. 56-71.

Strathausen, Carsten, ‘The Badiou-Event’, Polygraph, no. 17, 2005, pp. 275-93.

Stuart Fisher, Amanda, ‘Developing an Ethics of Practice in Applied Theatre: Badiou and Fidelity to the Truth of the Event’, Research in Drama Education, vol. 10, no. 2, 2005, pp. 247-52.

Tassone, Giuseppe, ‘Amoral Adorno: Negative Dialectics Outside Ethics’, European Journal of Social Theory, vol. 8, no. 3, 2005, pp. 251-67.

Tormey, Simon, ‘A ‘Creative Power’?: The Uses of Deleuze. A Review Essay’, Contemporary Political Theory, vol. 4, no. 4, 2005, pp. 414.

Toscano, Alberto, ‘From the State to the World? Badiou and Anti-Capitalism’, Communication and Cognition, vol. 37, no. 3-4, 2004, pp. 199-223.

Toscano, Alberto, ‘Communism As Separation’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 138-49.

Toscano, Alberto, ‘The Bourgeois and the Islamist, or, The Other Subjects of Politics’, Cosmos and History, vol. 1, no. 1-2, 2006, pp. 15-38.

Widder, Nathan, ‘The Rights of Simulacra: Deleuze and the Univocity of Being’, Continental Philosophy Review, vol. 34, no. 4, 2001, pp. 437-53.

Wilkens, Matthew, ‘Introduction: The Philosophy of Alain Badiou’, Polygraph, no. 17, 2005, pp. 1-9.

Žižek, Slavoj, ‘Psychoanalysis in Post-Marxism: The Case of Alain Badiou’, The South Atlantic Quarterly, vol. 97, no. 2, 1998, pp. 235-61.

Žižek, Slavoj, The Ticklish Subject: The Absent Centre of Political Ontology, New York, Verso, 2000.

Žižek, Slavoj, ‘Is There a Politics of Subtraction? Badiou versus Lacan’, Communication and Cognition, vol. 36, no. 1-2, 2003, pp. 103-19.

Žižek, Slavoj, ‘From Purification to Subtraction: Badiou and the Real’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 165-81.

Žižek, Slavoj, ‘Notes on a Debate “From Within the People”’, Criticism, vol. 46, no. 4, 2004.

Žižek, Slavoj, Lacan: The Silent Partners, London, Verso, 2006.

Žižek, Slavoj, ‘Badiou: Notes From an Ongoing Debate’, International Journal of Žižek Studies, vol. 1, 2006.

Zupančič, Alenka, ‘The Fifth Condition’, in Peter Hallward (ed.), Think Again: Alain Badiou and the Future of Philosophy, London, Continuum Books, 2004, pp. 191-201.




Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Για μεσαίωνα καλά πάω;



STOP PRESS.
Μετά τον περιφανή του θρίαμβο επί των δόλιων σχεδίων της Στέλλας Πρωτονοταρίου, το ελληνικό κράτος υιοθετεί άλλη μια παγκόσμια πρώτη, ενθαρρύνοντας την πρωτότυπη σκέψη χωρίς όλες αυτές τις κουραστικές και ανούσιες παραπομπές σε επιστημονικά περιοδικά. Έτσι, οι Έλληνες ακαδημαϊκοί, ως γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων στοχαστών, θα τα γνωρίζουν όλα μέσω της εκθέσεώς τους στο Αιγαιοπελαγίτικο φως, και χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχουν στην έντυπη έρευνα:

ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ 9.000 ΤΙΤΛΟΥΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (Σ.Ε.Α.Β./HEAL-Link) σας πληροφορεί ότι, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του Υπουργείου, δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες χρηματοδότησης της οριζόντιας δράσης των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών συμπεριλαμβανομένων των συνδρομών στα ηλεκτρονικά περιοδικά για την τριετία 2009-2011. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι η διακοπή της πρόσβασης των Ελληνικών Α.Ε.Ι. (Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι.) και Ερευνητικών Ιδρυμάτων της χώρας σε περισσότερους από 9.000 τίτλους επιστημονικών ηλεκτρονικών περιοδικών.

Οι συνέπειες τις διακοπής της πρόσβασης των ελληνικών ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων στα ηλεκτρονικά περιοδικά ύστερα από 10 χρόνια αδιάλειπτης παροχής της υπηρεσίας αυτής, θα είναι ολέθριες για την υποστήριξη της έρευνας και της εκπαίδευσης στη χώρα μας, σε μια εποχή κατά την οποία η καινοτομία και η πρόσβαση στην πληροφορία αποτελούν βασική προϋπόθεση για την πρόοδο μιας χώρας.

Ο ΣΕΑΒ συγκεντρώνει υπογραφές για άσκηση επιπλέον πίεσης προς το Υπουργείο, ώστε να ολοκληρωθούν το ταχύτερο οι διαδικασίες χρηματοδότησης.

Ζητάμε:

Άμεση εξασφάλιση της χρηματοδότησης και υπογραφή των συμβάσεων.


Σε περίπτωση που δεν επικοινωνείτε δια της οσμώσεως ή της διαμεσολαβήσεως πνευματιστού με τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο, αλλά χρειάζεται να ρίχνετε και καμμιά ματιά πότε-πότε στο τι λένε οι κουτόφραγκοι, υπογράψτε εδώ:






Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Νέο άλμπουμ Grizzly Bear





Οι πολυαγαπαπημένοι μου, από το Horn of Plenty και έκτοτε, Grizzly Bear κυκλοφόρησαν νέο δίσκο, με τίτλο Veckatimest. Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει, αλλά είναι ότι πρέπει για καρπούζι και παγωμένη ζιβανία τώρα το καλοκαίρι. Δύο τραγούδια λοιπόν από το Veckatimest για συνοδεία της καλοκαιρινής ραστώνης του blog: