Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Πέντε Αφορισμοί





1.
Κάθε δεδομένη στιγμή, η ζωή προσφέρει τον ίδιο ακριβώς αριθμό αιτιών για να απελπιστεί κανείς και για να ελπίζει. Με τον τρόπο αυτό μας αποκαλύπτει ότι το πραγματικό της περιεχόμενο δεν είναι ούτε η απελπισία ούτε η ελπίδα, αλλά η απόφαση.

2.
Το ερώτημα για το αν το ποτήρι είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο θα μπορούσε να απαντηθεί μόνο απ' αυτόν που, πετώντας το να σπάσει στο πάτωμα, καταργεί το ποτήρι και επιστρέφει στο νερό την ελευθερία που έχασε για λίγο.

3.
Δεν υπάρχει κανείς απολύτως λόγος να παραιτηθεί κάποιος από την ελπίδα του για κάτι, αλλά υπό μια έννοια αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα.

4.
Ζούμε αδικαιολόγητα, είναι όμως ανάγκη να ζούμε απαρηγόρητα; Μπορεί να κάνει κανείς μια σκανδαλιά και όμως να παραμένει αθώος, ελεύθερος από ευτελείς τύψεις.

5.
"Ιστορία" είναι το συγκεντρωτικό όνομα των τεχνασμάτων με τα οποία ξεφεύγουμε από την συναίσθηση του αναπόδραστου της ισότητάς μας. Η ισότητα αυτή δεν είναι αιτία πανηγυρισμού, ούτε όμως και απελπισίας. Αυτό που μας τρελαίνει είναι οι απαιτήσεις της, που όμως ποτέ δεν έχει προλάβει να αρθρώσει η ίδια.


Πέντε αδέρφια




Ένα μικρό, αλαφροίσκιωτο, που όταν καλοκαιριάζει
στο πάτωμα ξαπλώνει
ανάμεσα σε ψίθυρους και πυγολαμπίδες.

Ένα δύστροπο, που το κρεβάτι αφήνει
δύσκολα, στα άλλα τ'αδέρφια γαντζωμένο,
αυθάδες, μ' ανατροφή κακή.

Ένα μονίμως με μανίκια σηκωμένα για καυγά
θερμόαιμο αυτό, λάγνο συνάμα,
γνήσιο θρέμμα της αλάνας.

Ένα ιδεαλιστικό, κεφάλι μεσ' τα σύννεφα χαμένο
που όλο δρόμους βλέπει, κι όλο προτρέχει
ξέπνοο, κι όλο διψά για μέλλον.

Τέλος το πιο μοναχικό. Άλλο σκαρί το σώμα του
θαρρείς, έφυγε σ' άλλη χώρα.
Συγγενικό παρ' όλα αυτά με τ' άλλα.

Όταν τυχαίνει μια φορά και σμίγουνε τα δυο τους
τα άλλα τρία δίπλα τους στριμώχνονται.
Φρόνιμα ξάφνου, σιωπηλά, για χάρη μαρτυρίας.




Κυριολεξία και Μεταφορά




Κυριολεξία: η λέξη του Κύριου, που, ονομάζοντας το πράγμα, το αρπάζει απ' το γιακά και το ωθεί με βία στον πάγκο, όπου το καθίζει υπάκουο, με χέρια σταυρωμένα στην αγκαλιά, τα μαλλιά του υγρά και αυστηρά χτενισμένα, τα πόδια του να κλωτσάνε θυμωμένα αλλά μάταια τον αέρα.
Μεταφορά: η λέξη του δούλου, δασκαλεμένη με όλες τις κακές συνήθειες της πλαγίας οδού, υπεκφεύγουσα, ανεύθυνη, πλανεύτρα, πλάνης η ίδια, τα πόδια της λυτά, να τριγυρνάει άπλυτη και πεινασμένη, οι ώμοι της συγχρονισμένοι τέλεια με το φόβο του μαστιγίου.

Απ' τη μεγάλη πείνα της, η μεταφορά καταβροχθίζει την κυριολεξία (καθώς μιλούμε, την έχει ήδη κόψει κομματάκια με τα δόντια της και μασουλάει).
Η κυριολεξία, αριστοκράτισσα και ακατάδεχτη, προτιμάει να μείνει νηστικιά παρά να ακουμπήσει το μιαρό σώμα της μεταφοράς.

Έτσι προκύπτει το παράδοξο (αλλά μόνο φαινομενικά παράδοξο), ο δούλος να ενσωματώνει με δόλια επιδεξιότητα τη φωνή του αφέντη, ενώ ο αφέντης, αφού το πάρει απόφαση να μετρήσει τα υπάρχοντά του, να ανακαλύπτει ότι είναι φτωχότερος ακόμα και απ' τον δούλο, μένοντας πικρόχολα βουβός.

Αυτό όμως, και εδώ είναι το αληθινό παράδοξο, δεν αλλάζει τίποτε, και η μεταφορά εξακολουθεί να ζηλεύει την αυτάρκεια της κυριολεξίας, αλώβητης θαρρείς απ' όλα τα δικά της τεχνάσματα και τις υπεκφυγές.

Να μιλήσει ο δούλος κυριολεκτικά. Μόνο τούτο θα άλλαζε κάτι.


Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Η βία του μέλλοντος



Θα μπορούσε να ισχύει ότι η λογική και η επιθυμία μου αποκαλύπτουν πρώτες το γυμνό περίγραμμα του μέλλοντος, και ότι κινούμαι πράγματι βήμα-βήμα προς σ'αυτό το ίδιο μέλλον μόνο κάτω απ΄τα τραβήγματα και τα χτυπήματά τους;
Franz Kafka, Ημερολόγια, 1916.




Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Η σπαρακτική επαφή με το Πραγματικό/Ray Brassier





Η σπαρακτική επαφή με το Πραγματικό

Τι διήμερο 20-21 Μάρτη πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Λευκωσίας το πρώτο μέρος ενός συμποσίου που αποτελούσε προσωπική επιθυμία για αρκετό καιρό και που κατέστη δυνατό για λόγους που αδυνατώ ακόμη να συνειδητοποιήσω και που είναι σίγουρο ότι δεν περιλαμβάνουν την προσωπική μου λάμψη ή διασημότητα. Ήρθαν στην άκρη του σημαίνοντος κόσμου, στις παρυφές της Ανατολικής Μεσογείου, άνθρωποι που έχουν πραγματική λάμψη και χάρισμα. Ήρθαν για να στοχαστούμε και να μιλήσουμε για την πολιτική ευθύνη των διανοουμένων στην σημερινή σκοτεινή στιγμή, στον προθάλαμο της κατά πάσα πιθανότητα οξύτατης κρίσης που περιμένει τις αστικές κοινωνίες τα επόμενα χρόνια. Τα όσα ειπώθηκαν ήταν σημαίνοντα, διαυγή, προκλητικά και νηφάλια ταυτόχρονα. Κράτησα εκτεταμένες σημειώσεις, συνειδητοποίησα χαίνοντα κενά στη δική μου συγκρότηση, θαύμασα την ευρυμάθεια, την οξύτητα σκέψης, και την ακρίβεια που συνεχίζει να θρέφει και να κρατάει εν ζωή η Πραγματικά Υπαρκτή Αριστερά. Αυτό όμως που διεμήφθηκε δεν ήταν απλώς ακαδημαϊκό, διανοητικό, ή πολιτικό γεγονός. Ήταν επίσης ένα βαθιά οντολογικό γεγονός.

Και αυτό γιατί δεν μπορώ να αγνοήσω τη σημασία και τις ευθύνες που καθυπαγορεύει μια μοίρα (ταυτόσημη, παραδόξως, με την ελευθερία της συνειδητής επιλογής) που μου έχει απλόχερα προσφέρει εμπειρίες που η συντριπτική πελιοψηφία του περιβάλλοντός μου αγνοεί. Δεν μπορώ να αγνοήσω το καθήκον του δια ζώσης μάρτυρα του μεγαλείου, της αξιοπρέπειας και της ζωτικής δύναμης της σκέψης. Αυτά που μου συνέβησαν και που μου συμβαίνουν—επαναλαμβάνω, όχι λόγω προσωπικής αξίας και λάμψης αλλά εξαιτίας μιας περίεργης μοίρας που είναι ταυτόχρονα προϊόν απελευθέρωσης από τις μίζερες και αξιοθρήνητες προϋποθέσεις της ζωής που μου προσφέρθηκε σε ένα περιβάλλον μικροαστικής μνησικακίας και καχυποψίας—είναι αδύνατο να παραγνωριστούν. Είναι αδύνατο να παραγνωριστεί η αποδοχή και η φιλία ανθρώπων από τους οποίους σε χωρίζουν κάθε λογής βαρύνουσες αποστάσεις. Είναι αδύνατο να αγνοηθεί η ένταση της ζωής που νιώθεις μέσα σου, της χαράς που νιώθεις για το γεγονός ότι βρίσκεσαι εκεί, ανάμεσά τους, κομμάτι της δικής τους ιστορίας. Είναι αδύνατο να μειωθεί το οξυγόνο που αναπνέεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ενσωματώνουν κάθε τι το καθαρό, τρυφερό, περήφανο, και αδάμαστο. Είναι αδύνατο να προδοθεί το ρίγος της συλλογικότητας, της από κοινού αναμέτρησης με τη σκέψη και την ευθύνη. Είναι αδύνατο να εκλογικευτεί η σπαρακτική ευτυχία της συνύπαρξης νοήμονων και ενσωματωμένων οντοτήτων στον χώρο, γύρω από τραπέζια με χαρτιά και στυλό, γύρω από τραπέζια με φαγητό και ποτήρια κρασί.

Όσοι βρέθηκαν εκεί, ξέρουν. Όσοι δεν ξέρουν, δεν βρέθηκαν εκεί.




Ray Brassier

Λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στα γαλλικά μου, η μετάφραση του βιβλίου του Badiou για τον Άγιο Παύλο που επιχειρώ από προσωπική και μόνο ανάγκη εδώ και κάποιο καιρό, βασίζεται στην αγγλική μετάφραση του Ray Brassier. Προχθές το βράδυ, έμαθα ότι ο Ray Brassier θα ερχόταν στην πόλη μου από την Βυρητό για να παρακολουθήσει το συμπόσιο που οργάνωνα. Θα ερχόταν όντας ο ίδιος απρόσκλητος, και πληρώνοντας για το ταξίδι του και την παραμονή του από την τσέπη του. Την Παρασκευή το βράδυ που κατέφθασε, είπα ότι θα ήταν καλό να έλθει στο τραπέζι όπου τρώγαμε. Είχε μείνει πολύ φαγητό αν και όλοι σχεδόν είχαν αποκάνει από τους ψαρομεζέδες. Ο Ray, απίστευτα νέος, μικροκαμωμένος, λεπτός, με ένα λεπτό πρόσωπο και γενάκι, ήλθε, έγνεψε με το κεφάλι στην ομύγηρι, και κάθισε δίπλα στον φίλο του Alberto—εξίσου νέος (31 χρονώ παιδί) μακριά μαλλιά σε κοτσίδα, σκουλαρίκια, ο έτερος μεταφραστής του Badiou στα αγγλικά, με διδακτορικό από τα 25 του. Τσίμπησε ελάχιστα, τρώγοντας ουσιαστικά τα αποφάγια. Μίλησαν χαμηλόφωνα, δυο παλιόφιλοι που συναντήθηκαν στην Αγγλία και δούλεψαν μαζί μεταφράζοντας τον Γάλλο και στοχαζόμενοι για την πολιτική θεωρία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές επιστήμες.

Την επόμενη μέρα, ο Ray ήλθε στο συμπόσιο. Παρακολούθησε αμίλητος, χωρίς να πάρει ποτέ το λόγο. Το βράδυ ήλθε πάλι μαζί μας. Χρειάστηκε να παρακαλέσουμε για μια παραπανίσια καρέκλα, γιατί δεν τον είχα λογίσει ως επισκέπτη και δεν ήταν εύκολο να τον βολέψουμε. Στο τέλος της βραδυάς, του είπα ότι θα ήθελα πολύ να έλθει και να μιλήσει ο ίδιος στη συνέχεια του συμποσίου τον Ιούνη. Μου είπε ότι θα το ήθελε πολύ, αλλά δεν ξέρει αν έχει να πει κάτι που αξίζει τα λεφτά της διαμονής και του εισιτηρίου του (όχι πάνω από 300 ευρώ). Συμφωνήσαμε να διερευνήσουμε το αν θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο που να αξίζει το κόστος και ανταλλάξαμε διευθύνσεις.

Ο Ray Brassier, εκτός των μεταφράσεων του 3 βιβλίων του Badiou, είναι ο συγγραφέας του Nihil Unbound, ενός από τα σημαντικότερα και πιο ρηξικέλευθα φιλοσοφικά έργα του αιώνα που διανύουμε, ένας από τους δυο εξέχοντες μετα-Badiouικούς φιλοσόφους, το θέμα συζήτησης πολλών blog φιλοσοφίας και πολιτικής θεωρίας στο ίντερνετ· έχει λήμμα στην wikipedia και 4.960.000 αναφορές στο google. Αγαπητοί εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής εγωπάθειας, του ακατάσχετου φανφαρονισμού, και του αχόρταγου ναρκισσισμού, καλωσήλθατε στην ηθική του Πραγματικού.



Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Πέντε θέσεις για την Αγάπη, την Ποίηση και την Επανάσταση στα χρόνια της Παλινόρθωσης



1.
Η αγάπη είναι αυστηρά επαναστατική πράξη. Για αυτό και οι αντεπεναστατικοί καιροί έχουν επενδύσει πολλά στον ευτελισμό της, δηλητηριάζοντάς την με το ανεπαίσθητο φαρμάκι του κυνισμού. Σε εποχές Παλινόρθωσης, η αγάπη είναι βρώμικη λέξη· βρίσκεται έγκλειστη στα κάτεργα της γλώσσας, υπό το άυπνο βλέμμα εισαγωγικών και την κατασταλτική ισχύ προϋποθέσεων.

2.
Αυτό που η αγάπη μοιράζεται με την ποίηση και την επανάσταση είναι ότι όλες ασκούν την τέχνη της παύσης της βλακώδους κίνησης του κόσμου. Γιατί το κρυφό όνομα αυτής της κίνησης είναι πάντοτε ο θάνατος. Όπως η ποίηση και η επανάσταση, η αγάπη βουτάει τον κόσμο απ' το γιακά και τον αναγκάζει να σταματήσει το μηχανικό του χορό με την εντροπία.

3.
Το πρόσωπο της Παλινόρθωσης δεν είναι πουθενά πιο ορατό από ότι στην μηχανική επάρκεια με την οποία η ζωτικότητα της σκέψης αντικαθίσταται από κίβδηλες προσομοιώσεις της. Έχοντας γίνει εντελώς ξεδιάντροπη, η κενότητα επιδεικνύει τα κάλη της λες και είναι η βαθύτερη σοφία. Υπό τέτοιες συνθήκες, αυτός που επιμένει στην έντρομη ευθύνη και την ατρόμητη δύναμη που κουβαλάει η πραγματική σκέψη καταλήγει να γίνεται αντιληπτός ως απλά κακότροπος.

4.
Είναι πράξη ταπεινότητας αλλά και σωφροσύνης να αποκαλεί κανείς τους καιρούς όπου ξοδεύεται η ζωή μας σήμερα με τ' όνομά τους: Παλινόρθωση. Μπορεί έτσι να αναπτύξει τις αντοχές που χρειάζονται για να αντιμετωπίσει τον κυνικό ευτελισμό της αγάπης και την παρακμή της ποίησης ως συνθήκες του παρόντος και όχι ως ελείμματα που θα μπορούσαν να υπερκεραστούν μέσω των όποιων, απλόχερα προσφερόμενων, τεχνικών εκπαίδευσης. Έτσι όμως αναπτύσει συνάμα κανείς και τη αποφασιστικότητα να προστατέψει τα ονόματα που έχουν σημασία από το σφετερισμό, να αντιπαραθέσει το ερειπωμένο μεγαλείο των αληθινών ονομάτων στην ποταπή οικειότητα των κίβδηλων. Αυτό το απαρηγόρητα αρνητικό καθήκον παραμένει ζωτικό σήμερα.

5.
Ο Γκράμσι είπε κάποτε ότι το καθήκον αυτών που ζουν εν μέσω αντεπαναστατικών καιρών είναι να συμφιλιωθούν με την προοπτική της μοίρας να γίνουν όχι καρπός αλλά κοπριά. Το είναι-κοπριά: ένα εγχείρημα που απαιτεί τόσο την ταπεινότητα με την οποία αναγνωρίζεις τη διαφορά σου απ' τον καρπό, όσο και την σωφροσύνη του διαχωρισμού της θέσης σου από αυτή του απλού περιττώματος.



Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Badiou, Παύλος, ολοκλήρωση τρίτου κεφαλαίου



Η ταινία δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αλλά διαθέτουμε το αναλυτικό σενάριο, που μεταφράστηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Flammarion.

Στόχος του Παζολίνι ήταν να μετατρέψει τον Παύλο σε σύγχρονο χωρίς να αλλάξει καμμία από τις σημαντικές του φράσεις. Ήθελε να αποκαταστήσει, με τον πιο ευθύ και βίαιο τρόπο, την πεποίθηση της εμμενούς πραγματικότητας του Παύλου. Ήταν θέμα του να ειπωθεί ανοιχτά στο θεατή ότι ήταν εφικτό να φανταστούμε τον Παύλο ανάμεσά μας, εδώ, σήμερα, με σάρκα και οστά. Ότι είναι η δική μας κοινωνία στην οποία απευθύνεται, ότι είναι εμάς που θρηνεί, απειλεί και συγχωρεί, σ’ εμάς που επιτίθεται, εμάς που αγκαλιάζει με τρυφερότητα. Ήθελε να πει: Ο Παύλος είναι ο μυθοπλαστικός μας σύγχρονος γιατί το οικουμενικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του, περιλαμβανομένων των εμποδίων και των αποτυχιών, παραμένει απολύτως αληθές.

Για τον Παζολίνι, ο Παύλος ήθελε να καταστρέψει με τρόπο επαναστατικό ένα μοντέλο της κοινωνίας που βασιζόταν στην κοινωνική ανισότητα, τον ιμπεριαλισμό και τη δουλεία. Μέσα του ενυπάρχει η ιερή θέληση για καταστροφή. Φυσικά, στην ταινία όπως την οραματιζόταν ο Παζολίνι, ο Παύλος αποτυγχάνει, και η αποτυχία αυτή είναι περισσότερο εσωτερική παρά δημόσια. Αλλά διακηρύττει την αλήθεια του κόσμου, και το κάνει με τους ίδιους, απαράλλαχτους όρους με τους οποίους μίλησε πριν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια.

Η θέση του Παζολίνι είναι τριπλή:

1. Ο Παύλος είναι σύγχρονός μας επειδή η ξαφνική έκρηξη της τυχαιότητας, το συμβάν, η καθαρή συνάντηση, βρίσκονται πάντοτε στις απαρχές της αγιότητας. Επιπλέον, σήμερα η μορφή του αγίου είναι απαραίτητη, ακόμη και αν τα περιεχόμενα της συνάντησης που θεμελιώνει την μύηση αλλάζουν.
2. Μεταφυτεύοντας τον Παύλο και τα λόγια του στον αιώνα μας, τα βλέπει κανείς να συναντούν εκεί μια πραγματική κοινωνία που είναι καθ' όλα το ίδιο εγκληματική και διεφθαρμένη, αλλά και απείρως πιο ευλύγιστη και ανθεκτική, από αυτή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
3. Οι φράσεις του Παύλου επενδύονται με μια διαχρονική νομιμότητα.

Το κεντρικό θέμα τοποθετείται στη σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την αγιότητα. Κάθε φορά που ο κόσμος της Ιστορίας φαίνεται να δραπετεύει προς το μυστήριο, την αφαίρεση, την καθαρή απορία, είναι ο κόσμος του θείου (της αγιότητας) που τελικά κατεβαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους, που γίνεται απτός και λειτουργικός.

Το σενάριο χαρτογραφεί την πορεία μιας αγιότητας μέσα στην πραγματικότητα. Πώς έρχεται σε πέρας αυτή η μεταβίβαση;

Η Ρώμη έχει μεταμορφωθεί σε Νέα Υόρκη, πρωτεύουσα του Αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η Ιερουσαλήμ, πολιτισμική έδρα κατειλημένη από τους Ρωμαίους, έδρα επίσης του κονφορμισμού των διανοουμένων, είναι το Παρίσι κάτω από τον γερμανικό ζυγό. Η μικρή, αναδυόμενη Χριστιανική κοινότητα αναπαρίσταται από την Αντίσταση, και οι Φαρισαίοι είναι οι Πεταινιστές.

Ο Παύλος είναι Γάλλος, από εύπορο αστικό περιβάλλον, ένας συνεργάτης των Γερμανών που κυνηγά μέλη της Αντίστασης.

Η Δαμασκός είναι η Βαρκελώνη της φρανκικής Ισπανίας. Ο φασίστας Παύλος πηγαίνει εκεί σε αποστολή συνάντησης με υποστηρικτές του Φράνκο. Στο δρόμο για τη Βαρκελώνη, καθώς ταξιδεύει μέσα απ' τη νοτιοδυτική Γαλλία, έχει μια εμπειρία φώτισης. Ακολουθεί το στρατόπεδο της αντιφασιστικής Αντίστασης.

Κατόπιν, τον ακολουθούμε καθώς ταξιδεύει διακηρύττοντας την αντίσταση στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία. Η Αθήνα, η Αθήνα των σοφιστών που αρνήθηκαν να ακούσουν τον Παύλο, αναπαρίσταται μέσω της σύγχρονης Ρώμης, μέσω των μικροαστών ιταλών διανοουμένων και κριτικών που ο Παζολίνι απεχθανόταν. Τέλος, ο Παύλος πηγαίνει στην Νέα Υόρκη, όπου προδίδεται, συλλαμβάνεται και εκτελείται υπό απεχθείς περιστάσεις.

Η βασική διάσταση αυτής της πορείας γίνεται σταδιακά η προδοσία, που η πηγή της είναι ότι αυτό που δημιουργεί ο Παύλος (η Εκκλησία, ο Οργανισμός, το Κόμμα), στρέφεται ενάντια στην ίδια του την εσωτερική αγιότητα. Εδώ, ο Παζολίνι βρίσκει στήριγμα σε μια σημαντική παράδοση (που θα εξετάσουμε αργότερα), η οποία βλέπει τον Παύλο όχι σαν θεωρητικό του Χριστιανικού συμβάντος αλλά ως ακούραστο δημιουργό της Εκκλησίας. Ένας άνθρωπος των θεσμών: με λίγα λόγια, ένας στρατευμένος της Τρίτης Διεθνούς. Για τον Παζολίνι, που στοχάζεται για τον κομμουνισμό μέσα από τον Παύλο, το Κόμμα είναι αυτό που, σιγά-σιγά μετατρέπει την αγιότητα σε κληρικότητα μέσα από τις στενόχωρες απαιτήσεις της στράτευσης. Πώς αντέχει τη δοκιμασία της Ιστορίας η γνήσια αγιότητα (που ο Παζολίνι αναγνωρίζει στον Παύλο δίχως δισταγμό), όταν η Ιστορία είναι ταυτόχρονα φευγαλέα και μνημειώδης και όταν η αγιότητα αποτελεί μάλλον εξαίρεση παρά διεργασία; Μπορεί να το κάνει μόνο σκληραίνοντας τον εαυτό της, γινόμενη αυταρχική και οργανωμένη. Αλλά αυτή η σκληρότητα, που υποτίθεται πως προστατεύει την αγιότητα από κάθε διαφθορά που απειλεί η Ιστορία, αποκαλύπτεται η ίδια ως κατ’ ουσίαν διαφθορά, διαφθορά του αγίου από τον ιερωμένο. Είναι η σχεδόν απαραίτητη κίνηση μιας εσωτερικής προδοσίας. Και αυτή η εσωτερική προδοσία αντανακλάται από μια εξωτερική, ώστε ο Παύλος να αποκηρυχθεί. Ο προδότης είναι ο Λουκάς, που αναπαρίσταται ως πράκτορας του Διαβόλου, και που γράφει τις Πράξεις των Αποστόλων με ένα γλυκερό και εμφατικό ύφος ώστε να απαλείψει την αγιότητα. Αυτή είναι η ερμηνεία των Πράξεων απ’ τον Παζολίνι: είναι ζήτημα της εγγραφής της ζωής του Παύλου λες και ήταν ιερέας. Οι Πράξεις, και πιο γενικά, η επίσημη εικόνα του Παύλου, μας παρουσιάζουν το θέαμα του αγίου που διαγράφηκε από τον ιερέα. Πρόκειται περί χαλκίδευσης, γιατί ο Παύλος είναι άγιος. Αλλά το σενάριο της ταινίας μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την αλήθεια πίσω από την εξαπάτηση: στον Παύλο, η εμμενής διαλεκτική της αγιότητας και της πραγματικότητας δημιουργεί την υποκειμενική μορφή του ιερέα. Ο Παύλος πεθαίνει και με την έννοια ότι σκοτεινιάζει μέσα του η αγιότητα.

Μια αγιότητα που είναι βουτηγμένη στην πραγματικότητα, όπως αυτή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ή, εξίσου, αυτή του σύγχρονου καπιταλισμού, μπορεί να προστατευθεί μόνον με τη δημιουργία, με όλη την αναπόδραστη αυστηρότητα, μιας Εκκλησίας. Αλλά αυτή η Εκκλησία μετατρέπει την αγιότητα σε ιερατείο.

Το πιο αναπάντεχο πράγμα μέσα σε όλα αυτά είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κείμενα του Παύλου μεταφέρονται απαράλλαχτα, με μια σχεδόν αδιανόητη φυσικότητα, μέσα στις καταστάσεις όπου τα εκδιπλώνει ο Παζολίνι: τον πόλεμο, τον φασισμό, τον Αμερικανικό καπιταλισμό, τις μίζερες διαμάχες της Ιταλικής ιντελιγκέντσια…Η οικουμενική αξία του πυρήνα της σκέψης του Παύλου, καθώς και η διαχρονικότητα της πρόζας του, περνούν απ’ αυτή την καλλιτεχνική δίκη με επιτυχία, και ο Παύλος εμφανίζεται παράδοξα νικηφόρος.



Badiou, Παύλος, συνέχεια τρίτου κεφαλαίου




Η κανονιστική συλλογή των “επιστολών του Παύλου” λαμβάνει χώρα αργά. Μάλλον χρονολογείται από τα τέλη του δεύτερου αιώνα. Τα παλαιότερα αντίγραφα που βρίσκονται στα χέρια μας έρχονται από τις αρχές του τρίτου αιώνα και αποτελούνται μόνο από σπαράγματα. Επίσης, όπως παρατηρήσαμε και πιο πριν, από τις δεκατρείς επιστολές που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη, τουλάχιστον οι έξι είναι αναμφίβολα απόκρυφες, ακόμη και αν μοιάζει πιθανό κάποιες από αυτές να έχουν τις απαρχές τους στους “ακόλουθους” του Παύλου.

Πώς και γιατί κανονικοποιήθηκε αυτό το σώμα κειμένων; Θυμηθείτε ότι ο Παύλος δεν έχει ξεκάθαρη ιστορική νομιμότητα. Δεν είναι ένας από τους δώδεκα αποστόλους. Δεν γνώριζε τίποτε για την ζωή του Κυρίου. Δημιούργησε πολλά προβλήματα για το ιστορικό κέντρο της Ιερουσαλήμ.

Τέσσερις σημαντικές παρατηρήσεις μπορούν να ρίξουν φως πάνω σε αυτό το παράδοξο.

1. Σε αντίθεση με την επίμονη ψευδαίσθηση που υιοθετεί η κανονιστική πολυκοσμική τάξη της Καινής Διαθήκης, και που ενισχύεται από την αυθόρμητη δοξασία, εμείς δεν θα κουραστούμε να επαναλαμβάνουμε ότι οι επιστολές του Παύλου προηγούνται, και μάλιστα κατά πολύ, της σύστασης των Ευαγγελίων. Ακόμα ακριβέστερα: οι επιστολές του Παύλου είναι, απλά και ξεκάθαρα, τα παλαιότερα Χριστιανικά κείμενα που μας έχουν κληροδοτηθεί. Φυσικά, οι προφορικές αφηγήσεις της ζωής του Χριστού, των θαυμάτων του, του θανάτου του, πρέπει να είχαν ήδη κυκλοφορήσει ευρέως κατά την εποχή της διδασκαλίας του Παύλου. Αλλά κανένα έγγραφο που να θεμελιώνει τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας δεν έχει καταφθάσει στα χέρια μας πριν από το έτος 70, δηλαδή, περίπου δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Παύλου. Αν χρονολογήσουμε την επιστολή προς Θεσσαλονικείς από το 50 μ.Χ, πράγμα αρκετά πιθανό, το χωρίζει περίοδος 20 ετών από την συγγραφή του πρώτου ευαγγελίου (του Μάρκου). Συνεπώς ο Παύλος απολαμβάνει μια απτή προτεραιότητα σε ότι αφορά την γραπτή προπαγάνδιση του Χριστιανικού δόγματος. Και επειδή οι επιστολές του αντιγράφτηκαν και κυκλοφόρησαν από νωρίς, θα ήταν μάλλον δύσκολο να τις αγνοήσουν όταν ήρθε ο καιρός (πολύ αργότερα, στα τέλη του τρίτου αιώνα) να συλλέξουν τα θεμελιακά έγγραφα της νέας θρησκείας.

2. Με την μερική εξαίρεση του Ιωάννη (του οποίου το ευαγγέλιο γράφτηκε τελευταίο, γύρω στο 90), τα Ευαγγέλια επιδεικνύουν μια γνήσια αντίθεση με τις επιστολές του Παύλου, μια αντίθεση στην οποία θα υπάρξουν λόγοι να επιστρέψουμε. Στόχος τους είναι προφανώς να δώσουν έμφαση στα κατορθώματα του Ιησού, την εξαιρετική μοναδικότητα της ζωής του. Μπαίνουν σε λειτουργία όλα τα αξιόπιστα βασικά συστατικά της θρησκευτικής θαυματουργίας και του τσαρλατανισμού: θαυματουργές θεραπείες, βάδισμα επί των υδάτων, προφητείες και διακηρύξεις, ανάσταση νεκρών, αφύσικα μετεωρολογικά φαινόμενα, δια της αφής ίαση, στιγμιαίος πολλαπλασιασμός διατροφικών ειδών… Το ύφος του Ιησού που ανακαλούν τα Ευαγγέλια είναι σε πλήρη συμφωνία με τα σύνεργα του πλάνη θαυματοποιού. Σίγουρα, η εκλεκτή φύση των αφορισμών του, και η μορφοποίηση μέσω αυτών της θέλησης για ρήξη, τους καθιστά απαστράπτοντες. Παρά το γεγονός αυτό όμως, δεν σημαδεύονται λιγότερο από τις συμβάσεις του είδους: παραβολές με διπλό νόημα, θολές μεταφορές, αποκαλυπτική εικονογραφία, προσεκτικά δομημένη απροσδιοριστία της ταυτότητας του χαρακτήρα (Προφήτης; Μεσσίας; Αγγελιοφόρος του Θεού; Υιός του Θεού; Νέος Θεός που κατέβηκε στη γη;)

Τα κείμενα του Παύλου δεν διατηρούν σχεδόν τίποτε από όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι πρέπει να ήταν γνωστά με μεγάλη λεπτομέρεια στους Χριστιανούς της πρώτης γενιάς. Έχει συχνά επισημανθεί ότι η εμπειρική ζωή του Ιησού μάλλον παραβλέπεται στις επιστολές, όπως και όλες οι παραβολές του Κυρίου. Η διδασκαλία του Ιησού, όπως και τα θαύματα του αγνοούνται εξόχως. Όλα επιστρέφουν σε ένα και μόνο σημείο: Ο Ιησούς, υιός του Θεού, (θα δούμε τι σημαίνει αυτό) και άρα Χριστός, πέθανε στον σταυρό και αναστήθηκε. Τα υπόλοιπα, όλα τα υπόλοιπα, δεν έχουν πραγματική σημασία. Ας προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο: τα υπόλοιπα (το τι είπε και έκανε ο Ιησούς) δεν είναι αυτό που είναι αληθές στην πεποίθηση, αλλά αυτό που την παρεμποδίζει, ή ακόμη και την χαλκιδεύει. Μόνο ένα συμπαγές ύφος, αποψιλωμένο από τις επιτηδεύσεις του προφητικού και θαυματουργικού λόγου, μπορεί να επαρκέσει για μια τέτοια απόσταξη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παύλος είναι εξαιρετικός συγγραφέας: συμπαγής, κοφτερός, γνώστης του πότε να αφήσει να ξεπεταχτούν ασυνήθιστες και δυνατές εικόνες. Ορισμένα αποσπάσματα, όπως μας έδειξε ο ποιητής Henry Bachau, συνδυάζουν μια κάποια βίαια αφαίρεση με υφολογικές ρήξεις για να ασκήσουν πίεση στον αναγνώστη, να τον αποστερήσουν από κάθε οπισθοχώρηση, μοιάζοντας με Σαιξπηρικά επιφωνήματα. Αλλά στο τέλος, αυτό που μετράει σε ό,τι αφορά την πρόζα είναι η επιχειρηματολόγηση και η περιχαράκωση, η γεμάτη δύναμη απόσταξη ενός ουσιώδους πυρήνα σκέψης. Συνεπώς δεν θα βρούμε παραβολές, πεπαιδευμένες ασάφειες, υποκειμενική αναποφασιστικότητα, ή κάλυψη της αλήθειας. Το παράδοξο της πίστης πρέπει να προβληθεί ως έχει, να κουβαληθεί από την πρόζα στο φως της ριζοσπαστικής του καινοτομίας.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι οι επιστολές του Παύλου είναι τα μοναδικά αληθινά δογματικά κείμενα της Καινής Διαθήκης. Καταλαβαίνουμε, για παράδειγμα, γιατί ο Λούθηρος θεωρούσε ότι οι επιστολές του Παύλου και μόνο αυτές περιείχαν το νόημα της Αποκάλυψης, και γιατί δεν έκρυψε την χαμηλή εκτίμηση που έτρεφε για τα συνοπτικά Ευαγγέλια, κυρίως του Λουκά.

Χωρίς τα κείμενα του Παύλου, το Χριστιανικό μήνυμα θα παρέμενε αμφίσημο, με λίγα στοιχεία να το διαχωρίζουν από την υπερεπαρκή προφητική και αποκαλυπτική λογοτεχνία της εποχής. Αυτός είναι σημαντικός λόγος για την περίληψή τους τελικώς στο κανονιστικό σώμα της Καινής Διαθήκης.

3. Τι συνέβει ανάμεσα στην συγγραφή των κειμένων του Παύλου και αυτή των Ευαγγελίων; Ένα κρίσιμο γεγονός: η εβραϊκή εξέγερση κατά του Ρωμαίου κατακτητή, που ξέσπασε στο έτος 66 (πολύ πιθανόν μετά τον θάνατο του Παύλου) και ήρθε σε κορύφωση με την καταστορφή του Ναού της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο το έτος 70. Το γεγονός σηματοδοτεί την απαρχή της αληθινής εβραϊκής διασποράς. Πάνω απ’ όλα, σηματοδοτεί το τέλος της “κεντρικής” σημασίας της Ιερουσαλήμ για το Χριστιανικό κίνημα. Εφεξής θα αρχίσει η διεργασία που σιγά-σιγά θα μεταστρέψει τη Ρώμη στην πραγματική πρωτεύουσα της Χριστιανοσύνης και θα απαλείψει ιστορικά την εβραϊκή και ανατολίτικη καταγωγή που η Ιερουσαλήμ, όπου κατοικούσαν οι ιστορικοί απόστολοι, συμβόλιζε.

Τώρα, υπό αρκετές έννοιες, ο Παύλος είναι αυτός που, χάρη στο οικουμενικό και εκ-κεντρικό του όραμα της δημιουργίας Χριστιανικών θυλάκων, μπορεί να θεωρηθεί ως ο γνήσιος πρόδρομος αυτής της μετατόπισης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για αυτόν, η δομή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που σημαίνει, του κόσμου ανάμεσα στην Ανατολή και την Ισπανία, είναι πιο σημαντική από την πρωτοκαθεδρία της Ιερουσαλήμ. Ότι η πιο αναπτυγμένη, προσεκτικά τεχνουργημένη, και πιο αποφασιστική από όλες τις επιστολές είναι αυτή προς Ρωμαίους είναι ένδειξη ενός είδους ευτυχούς έμπνευσης με αδιαμφισβήτητη συμβολική σημασία. Ακόμη ένας λόγος περίληψης του Παύλου στο επίσημο σώμα κειμένων.

4. Είναι κοινώς γνωστό ότι ένας οργανισμός συνθέτει το ανθολόγιο κανονιστικών του κειμένων όταν έρχεται ο καιρός να εξασφαλίσει τον προσανατολισμό του κόντρα σε επικίνδυνες παρεκκλίσεις ή να αγωνιστεί ενάντια σε απειλητικά σχίσματα. Απ’ αυτή την άποψη, οι πρώτοι αιώνες Χριστιανισμού είναι ιδιαίτερα φορτισμένοι. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, είναι ουσιώδες να λάβουμε υπόψη την άνοδο μιας αίρεσης που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει εξτρεμιστικά Παυλιστική, αυτή του Μαρκίωνα στις αρχές του δεύτερου αιώνα.

Ο Μαρκίων, προαναγέλλοντας μια μακρά διαδοχή από αιρέσεις Μανιχαϊκών τάσεων, ισχυρίζεται ότι η ρήξη ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό, μεταξύ αυτού που ονομάζουμε Παλαιά και Καινή Διαθήκη, πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη με την κυριολεκτική έννοια: δεν είναι ο ίδιος Θεός που εμπλέκεται στις δύο αυτές θρησκείες. Η Παλαιά Διαθήκη ασχολείται με τον Θεό που δημιούργησε τον κόσμο, και αυτός ο Θεός είναι κακόβουλος, όπως δείχνει ξεκάθαρα ο στοχασμός για τον κόσμο που δημιουργήθηκε. Πάνω από αυτόν τον δημιουργό Θεό, υπάρχει ένας αληθινά καλός Θεός που έχει τον χαρακτήρα Πατρός και όχι δημιουργού. Μπορούμε να πούμε ότι για τον Μαρκίωνα, είναι απαραίτητο να διαχωριστεί ο Συμβολικός Πατέρας (που αποκαλύπτεται μόνο μέσω του Χριστιανισμού) από τον δημιουργό ή Αληθινό πατέρα. Ο Θεός του Χριστιανισμού (ο συμβολικός Πατέρας) δεν είναι γνωστός με την ίδια έννοια που είναι γνωστός ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης (ο πρόγονος). Ο δεύτερος είναι άμεσα αντιληπτός μέσα από το αφήγημα των σκοτεινών και αυθαίρετων σκέρτσων του. Ο πρώτος, του οποίο το ίχνος δεν εμφανίζεται στον κόσμο, και που συνεπώς δεν μπορεί να γίνει άμεσα κατανοητός, ούτε γνωστός μέσω του ύφους μιας αφήγησης, μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο μέσα από την έλευση του Υιού του. Το αποτέλεσμα είναι ότι το Χριστιανικό Νέο είναι, απλά και ξεκάθαρα, η πραγματική μεσολαβητική αποκάλυψη του Θεού, το συμβάν του Πατρός που την ίδια στιγμή αποκηρύσσει την εξαπάτηση του δημιουργού θεού που μας αφηγείται η Παλαιά Διαθήκη.

Η πραγματεία του Μαρκίωνα, που δεν έφτασε ως τα χέρια μας, ονομαζόταν Αντι-Θέσεις. Κρίσιμο σημείο: σ’ αυτή, ο Μαρκίων διατεινόταν ότι ο Παύλος ήταν ο μόνος αυθεντικός απόστολος· οι άλλοι απόστολοι, με τον Πέτρο επικεφαλής, βρισκόταν κάτω απ’ τον έλεγχο του δημιουργού θεού. Υπήρχαν προφανώς σοβαροί λόγοι που ο αιρετικός μπορούσε να στρατολογήσει τον “απόστολο των εθνών” κατ’ αυτό τον τρόπο: κύριος ανάμεσά τους ήταν ο αγώνας του Παύλου ενάντια στους αυστηρά τηρώντες τα έθιμα Ιουδαιο-Χριστιανούς, η συμβαντική του σύλληψη του Χριστιανισμού, και η πολεμική του ενάντια στη θανατηφόρο όψη του Νόμου. Σπρώχνοντας λίγο περισσότερο, μπορεί κανείς να φτάσει στην αντίληψη του Μαρκίωνα: το νέο ευαγγέλιο είναι μια απόλυτη αρχή.

Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή εδώ ήταν μια περίπτωση χειραγώγησης. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο του Παύλου από όπου να μπορούσε κάποιος να αντλήσει οτιδήποτε παρόμοιο με το δόγμα Μαρκίωνα. Το ότι ο Θεός του οποίου ο υιός είναι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός ο οποίος αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός των Εβραίων, είναι για τον Παύλο προφανές και επαναλαμβάνεται ασταμάτητα. Αν υπάρχει μια μορφή με την οποία ο Παύλος αισθάνεται κάποια συγγένεια, μια μορφή που την χρησιμοποιεί με οξύνεια για τους δικούς του σκοπούς, αυτή είναι η μορφή του Αβραάμ. Το ότι ο Παύλος δίνει έμφαση στη ρήξη και όχι στην συνέχεια με τον Ιουδαϊσμό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά αυτή είναι μια πολιτικά στρατευμένη και όχι μια οντολογική θέση. Η Θεία ενότητα γεφυρώνει τις δύο καταστάσεις που χωρίζονται από το συμβάν-Χριστός, και σε κανένα σημείο δεν αμφισβητείται τούτο.

Για να αντιπαρέλθουν την επικίνδυνη αίρεση του Μαρκίωνα (που, είναι γεγονός, ακύρωνε αίφνης τον συμβιβασμό της Ιερουσαλήμ και απειλούσε να μετατρέψει τον Χριστιανισμό σε αίρεση χωρίς κανένα ιστορικό βάθος), οι Πατέρες της Εκκλησίας θα πρέπει να προήγαγαν μια λογική και κεντρώα εκδοχή του Παύλου ενάντια στον εξτρεμιστικό Παυλισμό. Η κατασκευή του επίσημου Παύλου χρονολογείται μάλλον από αυτό το σημείο. Είναι μια κατασκευή που δεν είναι ελεύθερη από καλλωπιστικές παρεμβάσεις και παρεκκλίσεις. Η αλήθεια είναι ότι ξέρουμε τον Μαρκίωνα μόνο μέσω των ορθόδοξων αντιπάλων του, είτε του Ειρηναίου είτε του Ιερώνυμου. Και αντίστοιχα, ο Παύλος έφτασε να γίνει γνωστός μέσα από την εικόνα του Παύλου που κατέστη αναγκαίο να κατασκευαστεί σε αντιπαράθεση με αυτούς που, σύμφωνα με μια εξτρεμιστική εκδοχή της Χριστιανικής ρήξης, οικειοποίησαν τις πιο ριζοσπαστικές ρήσεις του θεμελιωτή. Εδώ βρίσκεται μια μερική εξήγηση για την απόφαση να περιληφθούν οι επιστολές του Παύλου στο τελικό σώμα κειμένων: καλύτερα για την Εκκλησία, που ήταν ακόμη στη διαδικασία της σταθεροποίησης, να έχει έναν λογικό Παύλο με το μέρος της, παρά έναν Παύλο που θα είχε ολοκληρωτικά παραδοθεί στο στρατόπεδο των αιρετικών. Παρ’ όλα αυτά, τούτο δεν αποκλείει την πιθανότητα ότι, στο όνομα του ιερού σκοπού, και δια της αναπροσαρμογής των αυθεντικών κειμένων και της χαλκίδευσης ψευδών, ο απόστολος έφτασε λίγο-πολύ να “επιδιορθωθεί”, ή να μετριαστεί τουλάχιστον ο ριζοσπαστισμός του. Πρόκειται για ένα εγχείρημα στο οποίο, όπως είδαμε και πριν, ενεπλάκη ήδη ο συγγραφέας των Πράξεων στα τέλη του πρώτου αιώνα.

Παρ’ όλα αυτά όμως, όταν διαβάζει κανείς τον Παύλο, εκπλήσσεται από την απουσία των ιχνών της εποχής, των ειδών λόγου και των περιστάσεών της στον γραπτό του λόγο. Κάτω από το πρόσταγμα του συμβάντος διαφαίνεται σε αυτό τον λόγο κάτι που, ακριβώς επειδή είναι ζήτημα του προσανατολισμού της σκέψης προς το οικουμενικό στην αίφνης εμφανιζόμενη μοναδικότητά του—αλλά ανεξάρτητα από οτιδήποτε ανεκδοτολογικό—εξακολουθεί να μας είναι κατανοητό χωρίς την ανάγκη πρόσβασης σε δυσκίνητες ιστορικές διαμεσολαβήσεις (κάτι που δεν συμβαίνει με πολλά από τα αποσπάσματα των Ευαγγελίων, για να μην αναφερθούμε στην σκοτεινή Αποκάλυψη).

Κανείς δεν έχει φωτίσει καλύτερα την αδιάκοπη νεωτερικότητα της πρόζας του Παύλου από έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής μας, τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, που, ας σημείωσουμε, βρισκόταν, μέσω του διπλού σημαίνοντος του ονόματός του, μέσα στην καρδιά του προβλήματος.

Ο Παζολίνι, για τον οποίο το πρόβλημα του Χριστιανισμού διασταυρωνόταν με αυτό του κομμουνισμού, ή εναλλακτικά, το ερώτημα της αγιότητας διασταυρωνόταν με αυτό της στράτευσης, ήθελε να δημιουργήσει μία ταινία για τον Άγιο Παύλο, μετεμφυτευμένο όμως στον σύγχρονο κόσμο.



Badiou, Παύλος, ολοκλήρωση δεύτερου κεφαλαίου και αρχή τρίτου




Το προφανές αίνιγμα είναι το ακόλουθο: Γιατί λέει ο Παύλος στον Πέτρο ότι αυτός (ο Πέτρος) αν και Εβραίος ζει με τον τρόπο των εθνικών; Η απάντηση προϋποθέτει μια έμμεση αναφορά στις συμφωνίες της Ιερουσαλήμ. Σε ό,τι αφορά αυτές τις συμφωνίες, αυτό που έπραξε ο Πέτρος έφτανε στα όρια της διπλοπροσωπίας. Δείχνει μια υποκριτική έλλειψη σεβασμού απέναντι σε μια σύμβαση. Για κάποιον που υποστηρίζει πως ακολουθεί τον Νόμο, αποτελεί σοβαρό σφάλμα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο Παύλος ψέγει τον Πέτρο γιατί ο τελευταίος φέρθηκε με ένα τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα του τι είναι Εβραίος που ο ίδιος ο Πέτρος διακήρυττε. Συνεπώς, στερεί από τον εαυτό του το δικαίωμα να εξαναγκάσει τους εθνικούς να συμμορφωθούν με αυτή την εικόνα και να υιοθετήσουν ξενικά έθιμα.

Είναι αδύνατο να αποδώσει κανείς υπερβολικά μεγάλη σημασία στο περιστατικό στην Αντιόχεια. Το ότι ο Πέτρος μπόρεσε να δείξει τέτοια έλλειψη συνέπειας σε ό,τι αφορά τις ίδιες του τις αρχές, τέτοια έλλειψη πιστότητας σε μια περασμένη συμφωνία, έδωσε στον Παύλο την πεποίθηση ότι αυτό που απαιτούνταν πλέον ήταν νέες αρχές. Το περιστατικό του αποκαλύπτει ότι ο Νόμος, με τις προηγούμενες του προσταγές, δεν είναι, δεν είναι πλέον, εφαρμόσιμος, ούτε καν για αυτούς που διακηρύττουν ότι τον ακολουθούν. Αυτό θα θρέψει μια από τις βασικές θέσεις του Παύλου, που είναι ότι ο Νόμος έχει καταστεί σχήμα του θανάτου: η κατάσταση του Πέτρου, στην καρδιά του Χριστιανικού μηχανισμού, μια επισφαλής, υποκριτική, “αξιοπεριφρόνητη”, και ουσιαστικά θνησιγενής κατάσταση σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις της δράσης, πρόσφερε στον Παύλο μια απτή απόδειξη αυτής της πεποίθησης. Για τον Παύλο δεν είναι πλέον εφικτό το να διατηρεί κανείς σε ισορροπία τον Νόμο, που είναι μια αρχή θανάτου σε ό,τι αφορά την αλήθεια που έξαφνα εκδηλώνεται, και την συμβαντική διακήρυξη, που είναι μια αρχή ζωής.

Όντας πλέον αρχηγός μιας φράξιας, και έχοντας μάθει από αυτές τις σημαντικές συγκρούσεις κορυφής, ο Παύλος ξαναρχίζει τα ταξίδια του (Μακεδονία, Ελλάδα). Οι Πράξεις μας παρουσιάζουν την Χολυγουντιανή εκδοχή των ταξιδιών αυτών. Ένα επεισόδιο, ξακουστό όσο και απίθανο, είναι αυτό της περίφημης ομιλίας που υποτίθεται ότι ο Παύλος έκανε μπροστά στους Αθηναίους φιλοσόφους (Στωικούς και Επικουρικούς) “στο μέσο του Αρείου Πάγου”. Ίσως θα πρεπε να κρατήσουμε, τουλάχιστον κατά το πνεύμα, τη θλιβερή κατάληξη τούτου του επεισοδίου: ακούγοντας τον Παύλο να μιλά περί της ανάστασης νεκρών, οι έλληνες φιλόσοφοι σκάνε στα γέλια και φεύγουν. Είναι πράγματι πιθανόν ο λόγος του Παύλου να είχε ισχνή επιτυχία στην Αθήνα. Απόδειξη, το γεγονός ότι ο Παύλος δεν ίδρυσε ομάδα εκεί. Βρίσκουμε τον εαυτό μας λοιπόν εν τω μέσω του δεύτερου σημαντικού μετώπου που άνοιξε ο Παύλος (το πρώτο είναι η σύγκρουση με τους Ιουδαιο-Χριστιανούς): την περιφρόνησή του προς την φιλοσοφική σοφία. Βασικά, αυτό που του φέρνει δυσκολίες στην Αθήνα είναι η αντιφιλοσοφία του. Στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή βρίσκουμε μια ξεκάθαρη, αν και έμμεση, εκτίμηση αυτών των αντιφιλοσοφικών εφορμήσεων στο έδαφος της φιλοσοφίας:


Όταν κατέφθασα ανάμεσά σας, αδέρφια, δεν ήρθα διακηρύσσοντας την μαρτυρία του Θεού με εξυψωμένα λόγια σοφίας. Γιατί αποφάσισα να μη γνωρίζω τίποτε ανάμεσά σας εκτός από τον Ιησού Χριστό και τη σταύρωσή του. Και ήμουν μαζί σας στην αδυναμία, και υποφέροντας πολύ φόβο και δέος· και η ομιλία μου και το μήνυμά μου δεν ήταν με πειστικά λόγια σοφίας καμωμένα, αλλά για να αναδείξουν το Πνεύμα και την ισχύ, ώστε η πίστη σας να μην εξαρτάται από τη σοφία των ανθρώπων, αλλά από τη δύναμη του Θεού. (Κορ. Ι. 2. 1-5)


Το πρόβλημα έγκειται στο πώς να γνωρίζει κανείς πώς, οπλισμένος μόνο με την πεποίθηση που διακηρύσσει το συμβάν-Χριστός, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την πνευματική περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην Ελλάδα, όπου η βασική κατηγορία ήταν αυτή της σοφίας, και όπου το βασικό εργαλείο ήταν η ρητορική δεινότητα (υπεροχή λόγου).

Μιλώντας για το λόγο, θα πρεπε να σημειώσουμε ότι ο Παύλος γράφει στα ελληνικά, στα ελληνικά που ήταν η καθομιλουμένη της Ανατολής τις μέρες εκείνες, και που είναι μια τρόπον τινά διεθνής γλώσσα (λίγο όπως τα αγγλικά σήμερα). Με κανένα τρόπο δεν είναι επιτηδευμένη ή δυσνόητη γλώσσα, αλλά τα ελληνικά των εμπόρων και των συγγραφέων. Στη γλώσσα του Παύλου, που οι μεταφράσεις της έχουν φθαρεί από αιώνες αποκρυφισμού (όλα αυτά τα “πίστις!” “ευσπλαχνεία!’ “Άγιον Πνεύμα!", τι υπερβολική σπατάλη ενέργειας!), πρέπει να αποκαταστήσουμε την σύγχρονη, καθημερινή της χρηστικότητα· να απαγορεύσουμε στον εαυτό μας τον πειρασμό να τη βλέπει σαν εκκλησιαστική διάλεκτο. Όταν ο Παύλος μιλάει για τον εκλεπτυσμό των ελληνικών, θα πρέπει κανείς να θυμάται όχι μόνο ότι η γλώσσα των εγγράματων, των φιλοσόφων, είναι ήδη νεκρή, αλλά και ότι η διένεξη δεν μπορεί να αναληφθεί από έξω, σύμφωνα με κοπιαστικές μεταβάσεις ανάμεσα σε ιδώματα. Η σύγκρουση επισυμβαίνει μέσα στην ίδια ζώσα γλώσσα.

Ο Παύλος αντιδιαστέλλει την επίδειξη πνεύματος (πνεύμα, κυριολεκτικά, ανάσα) και ισχύος (δύναμις) στην αρματωμένη σοφία της ρητορικής. Η σοφία των ανθρώπων αντιδιαστέλλεται στην δύναμη του Θεού. Είναι συνεπώς θέμα παρέμβασης ουκ εν σοφίαι λόγου, “χωρίς την σοφία της γλώσσας”. Το ρητό αυτό περικλείει μια ριζική αντιφιλοσοφία· δεν είναι πρόταση ικανή να υποστηριχθεί από μια φιλοσοφία. Η ουσία όλων αυτών είναι ότι δεν μπορεί μια υποκειμενική αναστάτωση να γίνει αντιληπτή ως μια ρητορική κατασκευή της προσωπικής προσαρμογής στους νόμους του σύμπαντος ή της φύσης.

Η εκτίμηση του Παύλου φαίνεται ειλικρινής. Υπήρξε αποτυχία ενώπιον των “ελλήνων”. Οι Εβραίοι θέτουν το θέμα του Νόμου· οι Έλληνες, αυτό της Σοφίας, της φιλοσοφίας. Αυτά είναι τα δυο ιστορικά πλαίσια αναφοράς για το εγχείρημα του Παύλου. Πρέπει κανείς να βρει ένα μονοπάτι για τη σκέψη που να αποφεύγει και τα δύο. Σε δημόσιες περιστάσεις, η απόπειρα για μια διαγώνια τροχιά σπάνια στέφεται από επιτυχία, κινητοποιώντας μοναχά μερικούς ανώνυμους συντρόφους. Έτσι ξεκινάει κάθε αλήθεια.

Βρισκόμαστε τώρα υπό την διακυβέρνηση του Νέρωνα, και η επιθυμία του Παύλου—το είπαμε και πιο πριν—είναι να μεταβεί στην Ισπανία, που τον καιρό εκείνο αντιπροσωπεύει την άκρη του κόσμου. Κατά την στιγμή της αναχώρησης, αναδύεται ένα νέο στρατευμένο ερώτημα: αυτό του εράνου.

Σε όλες τις ομάδες που συνδέονται με την Χριστιανική διακήρυξη, συλλέγονται χρήματα για την κοινότητα της Ιερουσαλήμ. Τι αντιπροσωπεύει αυτή η συνεισφορά; Εδώ συναντάμε πάλι, την σύγκρουση ανάμεσα σε τάσεις που σχετίζονται με τον αδύναμο συμβιβασμό της συνόδου της Ιερουσαλήμ.

Οι Ιουδαιο-Χριστιανοί διακρίνουν στην πληρωμή συνεισφοράς μια μορφή αποδοχής της πρωταρχικότητας των ιστορικών αποστόλων (του Πέτρου και των άλλων) αλλά και το σημάδι εκλογής της Ιερουσαλήμ—προφανούς κέντρου, μαζί με τον Ναό, της εβραϊκής κοινότητας—ως φυσικού κέντρου του Χριστιανικού κινήματος. Ο έρανος συνεπώς επιβεβαιώνει την συνέχεια μεταξύ του εβραϊκού κοινοτισμού και του Χριστιανικού επεκτατισμού. Τέλος, μέσω του εράνου, οι ομάδες εκτός Ιουδαίας αναγνωρίζουν ότι αποτελούν διασπορά.

Ο Παύλος δίνει μια ερμηνεία στον έρανο που είναι η ακριβώς αντίθετη. Αποδεχόμενο τις προσφορές, το κέντρο επιβεβαιώνει την νομιμότητα των εθνικο-Χριστιανικών ομάδων. Δείχνει έμπρακτα ότι ούτε η συμμετοχή στην εβραϊκή κοινότητα, ούτε τα σημάδια του ανήκειν, ούτε η τοποθεσία στην γη του Ισραήλ αποτελούν συναφή κριτήρια για την απόφαση περί του αν μια ομάδα που διαμορφώνεται ανήκει ή δεν ανήκει στην Χριστιανική σφαίρα επίδρασης.

Επειδή επιθυμεί να διατηρήσει την εποπτεία για την μελλοντική ανάπτυξη του εράνου, αλλά και για το νόημα που θα του δοθεί, ο Παύλος αποφασίζει να συνοδεύσει τα χρήματα στην Ιερουσαλήμ αντί να πάει στην Ισπανία.

Το τι συμβαίνει μετά είναι αποκλειστικά ζήτημα εικασίας. Η πιο αξιόπιστη εκδοχή είναι η ακόλουθη: στην Ιερουσαλήμ ο Παύλος κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται στο στόμα του λύκου. Πρέπει να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες εβραϊκές τελετές. Το αποδέχεται γιατί όπως έγραψε, ξέρει πώς να είναι “Εβραίος ανάμεσα σε Εβραίους”, όπως γνωρίζει να είναι και Έλληνας ανάμεσα σε Έλληνες: η υποκειμενική αλήθεια είναι αδιάφορη για τα έθιμα. Πηγαίνει στον Ναό. Κατόπιν, γίνεται στόχος ενός εξαγριωμένου πλήθους, γιατί κατηγορείται ότι έβαλε λαθραία μέσα στον Ναό έναν εθνικό. Στα μάτια της εβραϊκής θρησκευτικής διοίκησης, που σε αυτή την περίπτωση έχει την υποστήριξη του Ρωμαίου κατακτητή, που συνηθίζει να διατηρεί τα τοπικά έθιμα, αυτή η πράξη είναι άξια της ποινής του θανάτου.

Διέπραξε πράγματι ο Παύλος το έγκλημα για το οποίο κατηγορήθηκε; Η πλειοψηφία των ιστορικών θεωρεί πως όχι. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει. Ο Παύλος είναι ακτιβιστής, και τίποτε δεν αποκλείει την πιθανότητα να πίστευε ότι μια τέτοια πρόκληση ήταν και εφικτή και χρήσιμη. Όπως και να έχει, συλλαμβάνεται από ένα τμήμα Ρωμαίων στρατιωτών τη στιγμή που είναι να τον λυντσάρουν. Οι Ρωμαίοι εκκινούν την νομική διαδικασία εναντίον του. Μεταφέρεται στο φρούριο της Καισαρείας. Γύρω στο 59, εμφανίζεται ενώπιον του κυβερνήτη Φέστου (αυτό τουλάχιστον είναι βέβαιο). Εφόσον η κατηγορία επισύρει την θανατική ποινή, επικαλείται τα δικαιώματά του ως Ρωμαίου πολίτη: πολίτες που κατηγορούνται για παραβάσεις που επισύρουν την θανατική ποινή έχουν το δικαίωμα να δικαστούν στη Ρώμη. Έτσι, μεταφέρεται εκεί, και από ότι φαίνεται, παραμένει φυλακισμένος από το 60 ως το 62. Μια σύντομη αναφορά από τον Κλημέντιο, γύρω στο 90, μας οδηγεί να εικάσουμε ότι τελικά εκτελέστηκε—συνεπεία κανονικής δίκης ή καταδίωξης, δεν μπορούμε να ξέρουμε.

Κανένα από τα κείμενα του Παύλου δεν αναφέρεται σε αυτά τα επεισόδια, και για σοβαρό λόγο: όλα τα αυθεντικά κείμενα που πέρασαν στα χέρια μας γράφτηκαν χωρίς αμφιβολία πριν την σύλληψη, που σημαίνει ότι σε ό,τι αφορά τα τελευταία χρόνια της ζωής του Παύλου παραμένουμε στην πραγματικότητα εντελώς ανίδεοι. Το ταξίδι στη Ρώμη ανακαλείται με μεγάλη λεπτομέρεια στις Πράξεις, σύμφωνα με τις συμβάσεις των αφηγήσεων ναυτιλιακών περιπετειών. Είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις το αληθές από το ψευδές. Οι Πράξεις ολοκληρώνονται περίεργα, όχι, όπως θα περίμενε κανείς, με το μαρτύριο του Παύλου, αλλά με το παρηγορητικό θέαμα ενός αποστόλου που συνεχίζει την προσηλυτιστική του δράση στη Ρώμη με απόλυτη ηρεμία, κάτι, που ανάμεσα στα υπόλοιπα, παρέχει μαρτυρία για την φιλο-Ρωμαϊκή στάση που υιοθέτησε ο συγγραφέας των Πράξεων.

Και όμως, στο τέλος ο Παύλος μας διδάσκει ότι δεν είναι τα σημάδια της εξουσίας που μετρούν, ούτε οι παραδειγματικές ζωές, αλλά το τι μπορεί να καταφέρει μια πεποίθηση εδώ, τώρα, και για πάντα.



≡ 3


Κείμενα και Συγκείμενα


Τα κείμενα του Παύλου είναι επιστολές, γραμμένες από τον αρχηγό των ομάδων που ο ίδιος θεμελίωσε ή ενίσχυσε. Καλύπτουν μια πολύ σύντομη περίοδο (από το 50 ως το 58). Είναι στρατευμένα έγγραφα που αποστάλθηκαν σε μικρές ομάδες πιστών. Με κανένα τρόπο δεν είναι αφηγήσεις, όπως τα Ευαγγέλια, ούτε θεωρητικές πραγματείες όπως αυτές που θα γραφτούν αργότερα από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ούτε λυρικές προφητείες σαν την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Είναι παρεμβάσεις. Από αυτή την άποψη, μοιάζουν περισσότερο με τα κείμενα του Λένιν παρά με το Κεφάλαιο του Μαρξ, ή με τα κείμενα του Λακάν παρά με την Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόϋντ, ή με τις διαλέξεις του Βίτκενσταϊν παρά με το Principia Mathematica του Ράσελ. Η μορφή αυτή, όπου η δυνατότητα δράσης παίρνει την πρωτοκαθεδρία από την ενασχόληση με την εδραίωση του ονόματος κάποιου μέσω δημοσιεύσεων (“σκουπιδεύσεων” [poubellications] όπως έλεγε ο Λακάν), εγκολπώνει ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αντιφιλοσόφου: δεν γράφει ούτε σύστημα ούτε πραγματεία, ούτε καν βιβλίο. Προτείνει ένα λόγο ρήξης, και η γραφή ακολουθεί όταν είναι απαραίτητο.

Το αίνιγμα αφορά κυρίως στο να γνωρίζει κανείς το πώς αυτά τα τοπικά κείμενα μας κληροδοτήθηκαν, και στο τι ήταν υπεύθυνο για την βλοσυρή και καχύποπτη αποδοχή τους στο απλησίαστο εκείνο σώμα κειμένων που είναι γνωστό ως Η Καινή Διαθήκη.



Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Badiou, Παύλος, Συνέχεια δεύτερου κεφαλαίου




Όσο μακριά και αν βρίσκεται, ο Παύλος δεν αφήνει απ’ τα μάτια του τις μικρές αυτές ομάδες πιστών για των οποίων την γέννηση ανέλαβε το ρόλο της μαμής. Οι επιστολές του δεν είναι παρά παρεμβάσεις στη ζωή αυτών των ομάδων, και έχουν όλο το πολιτικό πάθος που συνηθίζεται σε τέτοιου είδους περιστάσεις. Μάχες ενάντια στην εσωτερική διάσπαση, επιβεβαιώσεις της εμπιστοσύνης στους κατά τόπους οργανωτές, επεξετάσεις διχαστικών ζητημάτων, πιεστικές απαιτήσεις για συνεχιζόμενο προσηλυτισμό, οργάνωση των οικονομικών… Τίποτε που ένας ακτιβιστής για οποιοδήποτε συλλογικό σκοπό δεν θα αναγνώριζε ως θεμελιώδες για τους προβληματισμούς και τα πάθη της συλλογικής παρέμβασης.

Μετά από δεκατέσσερα χρόνια οργανωτικής περιπλάνησης, απ’ τα οποία δεν απομένει κανένα γραπτό ίχνος, βρισκόμαστε περίπου στο έτος 50. Έχουν περάσει περίπου είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Χριστού. Έχουν μεσολαβήσει δεκαεπτά χρόνια από τότε που ο Παύλος έλαβε την κλήση στην Δαμασκό. Βρίσκεται στα 50 του και αναφέρεται στον εαυτό του ως “γερο-Παύλο”. Τα πιο πρώιμα κείμενά του μας έχουν κληροδοτηθεί από αυτή την περίοδο. Γιατί; Μπορούμε να προτείνουμε κάποιες υποθέσεις.

Εφόσον είναι υπεύθυνος για αρκετές ομάδες που γενικά αποτελούνται από εθνικούς Χριστιανούς, ο Παύλος μένει στην Αντιόχεια, μια πολύ μεγάλη πόλη, την τρίτη πόλη της αυτοκρατορίας μετά τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια. Θυμηθείτε ότι ο Παύλος γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια στην Ταρσό, ότι είναι άνθρωπος της πόλης και όχι της επαρχίας. Αυτό αποτελεί κάτι περισσότερο από λεπτομέρεια. Το ύφος του δεν οφείλει τίποτε σε αυτές τις αγροτικές εικόνες και μεταφορές που, αντιθέτως αφθονούν στις παραβολές του Χριστού. Αν ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα αγκαλιάζει πυρετωδώς την διάσταση του κόσμου και εκτείνεται ως τα άκρα της αυτοκρατορίας (η αγαπημένη του επιθυμία είναι να μεταβεί στην Ισπανία, λες και ο ίδιος, ως ανατολίτης, θα μπορούσε να εκπληρώσει την αποστολή του μόνο στο τότε άκρο της δύσης), είναι επειδή ο αστικός κοσμοπολιτισμός και τα μακρινά ταξίδια έχουν διαμορφώσει το εύρος του βλέμματός του. Ο οικουμενισμός του Παύλου διαμορφώνει μια εσωτερική γεωγραφία, που δεν είναι αυτή του μόνιμου μικρο-γεωκτήμονα.

Αν ο Παύλος αρχίζει να γράφει για θέματα δόγματος, αν τα κείμενά του αντιγράφονται και κυκλοφορούν, πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει γιατί αποκτά συνείδηση της ανάγκης να εμπλακεί σε αγώνες ευρείας κλίμακας. Η κατάσταση τον αναγκάζει να αντιληφθεί τον εαυτό του ως αρχηγό κόμματος ή φράξιας.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αντιόχεια, καταφθάνουν κάποιοι Ιουδαιο-Χριστιανοί αυστηρών θρησκευτικών αντιλήψεων. Αντιπαρατίθενται στον απόστολο, σπέρνουν διχόνοια, απαιτούν την περιτομή όλων των πιστών. Και πάλι, το θέμα δεν είναι ο προσηλυτισμός των μη Εβραίων. Το θέμα είναι ότι ο Παύλος δεν μπορεί να συμφωνήσει με τον διαχωρισμό των δύο κύκλων ανάμεσα στους οποίους κινητοποιήθηκε, τους συμπαθούντες σε ό,τι αφορά το δόγμα και τους “αληθινά” πιστούς, τους μυημένους και αυτούς που έχουν υποστεί περιτομή. Για αυτόν (και θα του δώσουμε δίκαιο) μια διαδικασία αλήθειας δεν εμπερικλείει βαθμίδες. Είτε συμμετέχει κάποιος σ’ αυτή, διακηρύσσοντας το θεμελιακό συμβάν και αντλώντας τις συνέπειές του, είτε παραμένει ξένος ως προς αυτό. Αυτή η διάκριση, χωρίς διαμεσολαβητή ή διαμεσολάβηση, είναι εξ ολοκλήρου υποκειμενική. Οι τελετουργίες και τα εξωτερικά σημάδια δεν μπορούν ούτε να παρέχουν βάσεις, ούτε καν προδιαγραφές για αυτή. Αυτή είναι η τιμή που πληρώνεται για να εδραιωθεί το στάτους της αλήθειας ως οικουμενικής μοναδικότητας. Μια διαδικασία αλήθειας είναι οικουμενική μόνον εφόσον στηρίζεται, στο σημείο όπου παραπέμπει στο πραγματικό, από μια άμεση υποκειμενική αναγνώριση της μοναδικότητάς της. Αν αυτό αποτύχει, καταφεύγει κανείς σε παρατηρήσεις συγκεκριμένων σημαδιών που μπορούν απλά να περιορίσουν τα χαρμόσυνα νέα μέσα στον κοινοτικό χώρο, παρεμποδίζοντας την οικουμενική του εκδίπλωση. Έτσι, ο Παύλος θεωρεί όλους τους θρησκευτικά μετεστραμμένους πλήρως πιστούς ακολούθους, από οποιοδήποτε υπόβαθρο και αν προέρχονται, και ανεξάρτητα από το αν είναι ή όχι περιτομημένοι. Οι Ιουδαιο-Χριστιανοί αυστηρών πεποιθήσεων επιμένουν στην πρακτική διαχωρισμού μεταξύ βαθμίδων του ανήκειν και το βρίσκουν πραγματικά σκανδαλώδες να θεωρούνται ίσοι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε τα σημάδια ούτε τις τελετουργικές πρακτικές της κοινότητας· άνθρωποι, που με άλλα λόγια, δεν έχουν γνώση του Νόμου, ούτε σεβασμό προς αυτόν.

Ακολουθεί σοβαρή διαφωνία. Αποφασίζεται τελικά ότι το θέμα θα επιλυθεί μέσω των ιστορικών αποστόλων στην Ιερουσαλήμ. Είναι η δεύτερη συνάντηση του Παύλου με τον Πέτρο, και αυτή τη φορά έχουμε πληροφορίες για το τι διακυβευόταν. Αφορά μια μεγάλη σύγκρουση, μια σύγκρουση όπου διακυβεύεται το μέλλον του νέου δόγματος. Σε ποιο βαθμό βασίζεται αυτό στις απαρχές του στην Εβραϊκή κοινότητα; Με τους δικούς μου όρους: Ποια είναι η ακριβής σχέση ανάμεσα στην υποτιθέμενη οικουμενικότητα της μετασυμβαντικής αλήθειας (δηλαδή αυτού που εξυπακούεται από την ανάσταση του Χριστού) και το συμβαντικό χώρο, που χωρίς αμφιβολία είναι το έθνος που συγκροτήθηκε από την Παλαιά Διαθήκη; Τι σημασίας είναι τα παραδοσιακά σημάδια του ανήκειν στην Εβραϊκή κοινότητα για την κατασκευή αυτής της αλήθειας, για την εκδίπλωσή της ανά τους λαούς της αυτοκρατορίας;

Η σύνοδος της Ιερουσαλήμ (το 50; το 51;) έχει καίρια σημασία για τα ερωτήματα αυτά, που συντονίζουν το δέσιμο της μοναδικότητας και της οικουμενικότητας. Αυτό που διακυβεύεται συγκεκριμένα είναι η περιτομή, και ο Παύλος πηγαίνει συνειδητά στην Ιερουσαλήμ συνοδευόμενος από τον Τίτο, έναν μη περιτομημένο ακόλουθο. Στο παρασκήνιο όμως το ερώτημα είναι: ποιος έχει κληθεί; Τι σημαίνει το κάλεσμα; Έχει το κάλεσμα ορατά σημάδια; Και τέλος: ποιος είναι υποκείμενο; τι σημαδεύει το υποκείμενο;

Η Ιουδαιο-Χριστιανική φράξια, που διατηρεί αυστηρή υπακοή στα έθιμα, επιμένει ότι το συμβάν-Χριστός δεν καταργεί την παλιά τάξη. Η αντίληψη του θέματος είναι εδώ διαλεκτική. Δεν είναι θέμα απάρνησης της δύναμης του συμβάντος. Είναι θέμα επιβεβαίωσης του γεγονότος ότι η καινοφάνειά του διατηρεί και υπερκεράζει τον παραδοσιακό χώρο πίστης, ότι τον ενσωματώνει υπερβαίνοντάς τον. Το συμβάν-Χριστός εκπληρώνει τον Νόμο· δεν τον καταργεί. Έτσι, τα σημάδια που κληρονομήθηκαν από την παράδοση (η περιτομή, για παράδειγμα) εξακολουθούν να είναι αναγκαία. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, εξυψωμένα από την νέα αναγγελία, τα σημάδια αυτά μετουσιώνονται και καθίστανται ακόμη περισσότερο σημαντικά.

Ο Παύλος βρίσκει τον εαυτό του στην ηγεσία της δεύτερης φράξιας. Στα δικά του μάτια, το συμβάν καθιστά τα πρότερα σημάδια ξεπερασμένα, και η νέα οικουμενικότητα δεν έχει καμμία προνομιούχο συνάφεια με την εβραϊκή κοινότητα. Φυσικά, τα συστατικά του συμβάντος, η τοποθεσία του, όλα όσα κινητοποιεί, έχουν την κοινότητα αυτή ως χώρο. Ο ίδιος ο Παύλος είναι εξ ολοκλήρου Εβραίος στην κουλτούρα και παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη πολύ συχνότερα από ό,τι στα υποθετικά λόγια του ζώντος Χριστού. Όμως αν το συμβάν εξαρτάται για την ύπαρξή του από το χώρο αυτό, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητό του σε ό,τι αφορά τις αληθειολογικές του συνέπειες. ¨Ετσι, δεν είναι το πρόβλημα ότι τα κοινοτικά σημάδια (η περιτομή, η τελετουργία, η αυστηρή υπακοή του Νόμου) είναι αδικαιολόγητα ή εσφαλμένα. Είναι ότι το μετα-συμβαντικό πρόταγμα της αλήθειας τα καθιστά αδιάφορα (που είναι χειρότερο). Δεν έχουν σημασία, είτε θετική είτε αρνητική. Η σθεναρή διαβεβαίωση του Παύλου είναι ότι “η περιτομή δεν είναι τίποτε, και η έλλειψη περιτομής δεν είναι τίποτε.” (Κορ. Ι. 7.19). Η διαβεβαίωση αυτή είναι προφανώς βλάσφημη για τους Ιουδαιο-Χριστιανούς. Αλλά ας προσέξουμε ότι δεν είναι εθνικο-Χριστιανική πρόταση, μια και η έλλειψη περιτομής δεν έχει καμμία συγκεκριμένη αξία εξαιτίας της, οπότε και δεν έχει κανένα νόημα να επιμείνει κανείς στη μη περιτομή.

Με φιλοσοφικούς όρους, η διαμάχη αφορά τρεις έννοιες: διακοπή (τι διακόπτει ένα συμβάν, και τι συντηρεί;) πιστότητα (τι σημαίνει το να είσαι πιστός σε μια συμβαντική διακοπή;) και σημάδεμα (υπάρχουν ορατά σημάδια της πιστότητας;) Η βασική διερώτηση αποκρυσταλλώνεται στο σημείο συνάντησης αυτών των τριών εννοιών: Ποιο είναι το υποκείμενο της διαδικασίας αλήθειας;

Γνωρίζουμε για την σύνοδο της Ιερουσαλήμ και για τα διακυβεύματά της μόνο μέσω της σύντομης αφήγησης του ίδιου του Παύλου, και μέσω της θεατρικής της μεταφοράς στις Πράξεις. Ότι έληξε με συμβιβασμό, σε μια είδους χάραξη σφαιρών επιρροής, είναι βέβαιο. Η διατύπωση του συμβιβασμού αυτού είναι: υπάρχουν απόστολοι που εργάζονται σε ένα Ιουδαϊκό περιβάλλον, και άλλοι που εργάζονται σε εθνικό περιβάλλον. Ο Πέτρος είναι ο απόστολος των Ιουδαίων. Ο Παύλος είναι ο απόστολος των εθνικών (των εθνών, που στην πραγματικότητα αναφέρεται σε όλα τα άλλα έθνη εκτός αυτού των Ιουδαίων).

Ο Παύλος αφηγείται το επεισόδιο στην επιστολή του προς Γαλάτες 2.1.10:


Έπειτα, μετά από δεκατέσσερα χρόνια επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ συνοδεία του Βαρνάβα, παίρνοντας τον Τίτο μαζί μου. Επέστρεψα δια της αποκαλύψεως· και τους εξέθεσα (και ιδιωτικώς σε αυτούς που είχαν φήμη) την ευαγγελική αλήθεια που διδάσκω στους εθνικούς, μην τυχόν και περιπλανιέμαι ή περιπλανηθώ επί ματαίω. Αλλά ακόμα και ο Τίτος, που ήταν μαζί μου, δεν εξαναγκάστηκε να περιτομηθεί, αν και ήταν Έλληνας. Στους κίβδηλους αδερφούς που εισήχθησαν στα κρυφά, και που τρύπωσαν για να κατασκοπεύσουν την ελευθερία που έχουμε στον Ιησού Χριστό ώστε να μας αιχμαλωτίσουν—σ’ αυτούς δεν υποταχθήκαμε ούτε λεπτό, ώστε να διατηρηθεί η αλήθεια της Πίστεως για σας. Και από αυτούς που απολάμβαναν περισσότερης εκτίμησης (το τι ήταν δεν σημαίνει τίποτε για μένα· ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις)—αυτοί, λέγω, που απολάμβαναν εκτίμησης δεν μου έδωσαν τίποτε. Αντιθέτως, όταν είδαν ότι μου είχε δωθεί για φύλαξη το ευαγγέλιο των μη περιτομημένων, όπως ο Πέτρος είχε λάβει την εντολή για την αποστολή προς τους περιτομημένους, και όταν αντιλήφθηκαν τη χάρη που μου είχε δωθεί, ο Ιάκωβος και ο Κεφάς, και ο Ιωάννης, που είχαν τη φήμη ότι ήταν κολώνες, έδωσαν σε μένα και τον Βαρνάβα το δεξί χέρι της φιλίας, για να πάμε στους εθνικούς και αυτοί στους περιτομημένους, μόνο μας είπαν να θυμόμαστε τους φτωχούς, πράγμα που ήμουν και γω πρόθυμος να κάνω.


Πρόκειται για ένα εντελώς πολιτικό κείμενο, απ’ το οποίο πρέπει να συγκρατήσουμε τουλάχιστον τρία πράγματα:

1. Αδιάφορα απ’ τον άκαμπτο χαρακτήρα αυτού του λόγου, συμπεραίνουμε ότι η διαμάχη πρέπει να ήταν λυσσαλέα. Οι Ιουδαιο-Χριστιανοί αυστηρών πεποιθήσεων (μάλλον αυτοί που βρίσκονταν πίσω και από τα επεισόδια στην Αντιόχεια) αποκηρύσσονται ως “κίβδηλοι αδερφοί” και είναι καθαρά ζήτημα του αν θα υποκύψει κανείς στην πίεση. Υπήρξε μεσολάβηση των ιστορικών αποστόλων, του Πέτρου (Κεφάς), του Ιακώβου, και του Ιωάννη, που, εκπληρώνοντας τον συμβολικό τους ρόλο ως αρχηγοί και με πνεύμα λογικού συμβιβασμού, ενέκριναν κάποιου είδους εμπειρικό δυισμό σε ό,τι αφορά την στράτευση. Παρ’ όλα αυτά, βλέπουμε ότι τίποτε ως προς το συμπέρασμα δεν διασαφηνίζει ποια πλευρά υιοθετήθηκε σχετικά με τα βασικά θέματα. Ότι ο Παύλος θα πρέπει να ασχοληθεί με τους εθνικούς είναι ένα πράγμα, το να τους επιβάλλει είτε τελετές είτε σημάδια είναι ένα άλλο, και αυτό η σύνοδος προφανώς δεν το καθόρισε αποφασιστικά.

2. Το κρίσιμο σημείο στο κείμενο είναι αυτό όπου ο Παύλος διακηρύττει ότι οι αντίπαλοί του κατασκόπευσαν την “ελευθερία που έχουμε στον Ιησού Χριστό, ώστε να μας αιχμαλωτίσουν”. Γιατί η ελευθερία θέτει υπό ερώτηση τον νόμο, ένα ερώτημα που θα έχει κεντρική θέση στο λόγο του Παύλου. Ποια, στην τελική ανάλυση, είναι η σχέση ανάμεσα σε νόμο και υποκείμενο; Διαμορφώνεται κάθε υποκείμενο με τη μορφή της υποταγής στον νόμο; Η σύνοδος της Ιερουσαλήμ δεν επιλύει τίποτε αλλά αφήνει αντιφατικές εμπειρίες να αναπτυχθούν.

3. Όλα, συμπεριλαμβανομένου του αμυντικού τόνου του Παύλου (είναι ξεκάθαρο ότι κάνει έκκληση για το δικαίωμα να ακολουθήσει το δικό του πλάνο δράσης), δείχνουν ότι ο συμβιβασμός ήταν ασταθής, πράγμα που δεν σημαίνει ότι στερούνταν ιστορικής επιρροής. Αντιθέτως, η επιρροή αυτή είναι σημαντική. Επιτρέποντας στην δράση του Παύλου να αναπτυχθεί την ίδια περίοδο που αναπτύχθηκε και αυτή των Ιουδαιο-Χριστιανών αυστηρών πεποιθήσεων, η σύνοδος της Ιερουσαλήμ τελικά απέτρεψε τον Χριστιανισμό από το να γίνει μια εβραϊκή αίρεση, ένα ακόμα επισφαλές σχίσμα (στο κατόπι πολλών άλλων). Αλλά συγκρατώντας τον ζήλο των εθνικών που ήταν εχθρικοί προς τον Ιουδαϊσμό, και ίσως και τον ίδιο τον Παύλο, απέτρεψε τον Χριστιανισμό από το να γίνει απλώς ένας καινούργιος πεφωτισμός, το ίδιο επισφαλής γιατί θα ήταν κενός κάθε βάσης στον ιστορικό Ιουδαϊσμό. Η σύνοδος της Ιερουσαλήμ είναι γνήσια θεμελιώδης, γιατί προσφέρει στον Χριστιανισμό μια διττή αρχή ανοιχτότητας και ιστορικότητας. Έτσι, κρατάει σφιχτά το νήμα του συμβάντος ως μύησης σε μια διαδικασία αλήθειας. Το ότι το συμβάν είναι καινούργιο δεν θα πρεπε ποτέ να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι είναι τέτοιο μόνο σε σχέση με μια ορισμένη κατάσταση, όπου και κινητοποιεί τα στοιχεία του χώρου του. Είναι δεδομένο ότι η σύνοδος δεν φαίνεται να μπορεί να καθορίσει το περιεχόμενο αυτού του δύσκολου συνταιριάσματος μεταξύ συμβαντικότητας και εμμένειας σε ό,τι αφορά την κατάσταση. Αλλά το ότι κατορθώνει να συντονίσει την δυνατότητα του ταιριάσματός τους εμπειρικά είναι ήδη αρκετό. Αν είναι αλήθεια ότι ο Πέτρος είναι ο αρχιτέκτονας του συμβιβασμού της Ιερουσαλήμ, τότε είναι άξιος του τίτλου του θεμελίου της Εκκλησίας.

Ότι η κατάσταση παρέμεινε τεταμένη ακόμα και μετά τη σύνοδο επιβεβαιώνεται από το περίφημο “περιστατικό στην Αντιόχεια” το οποίο ο Παύλος αναφέρει αμέσως μετά την αφήγηση της συνόδου, και το οποίο μοιάζει να συνέβει στα τέλη εκείνης της χρονιάς. Το περιστατικό αυτό αποσιωπάται στις Πράξεις, πράγμα που επιβεβαιώνει την άποψη ότι αυτές αποτελούν επίσημα έγγραφα των οποίων η λειτουργία είναι να προσφέρουν ένα χρονικό των πρώτων δεκαετιών του Χριστιανισμού που να είναι όσο ομοιόμορφο, οργανωτικό και “Ρωμαϊκό” γίνεται.

Τι αφορούσε αυτό το περιστατικό; Ο Πέτρος βρίσκεται στην Αντιόχεια (σε περιοδεία επιθεώρησης;) όπου έχει επιστρέψει και ο Παύλος. Το θέμα αφορά το αν μπορεί κανείς να μοιραστεί τελετουργικά γεύματα με μη Εβραίους. Ο Πέτρος αρχίζει να το κάνει, αλλά όταν βλέπει ακολούθους του Ιάκωβου να μπαίνουν, φεύγει από το τραπέζι. Ο Παύλος το παίρνει πολύ άσχημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι βλέπει στη συμπεριφορά του Πέτρου την προδοσία του αρχικού συμβιβασμού και μια στάση υποκριτική. Το κείμενο κουβαλάει ακόμα τη στάμπα γνήσιας οργής:


Αλλά όταν ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, τον αντιμετώπισα πρόσωπο με πρόσωπο γιατί είχε σφάλει. Γιατί πριν έρθουν ορισμένοι άνδρες εκ μέρους του Ιακώβου, έτρωγε με τους εθνικούς: αλλά όταν ήρθαν, αποσύρθηκε και διαχώρισε τον εαυτό του, φοβούμενος τους άνδρες που ήταν περιτομημένοι. Και μαζί του, και οι άλλοι Εβραίοι έπραξαν ανειλικρινώς, ώστε ακόμα και ο Βαρνάβας παρασύρθηκε από την ανειλικρίνειά τους. Και όταν είδα ότι δεν ήταν ευθείς για την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σε όλους: “αν εσύ, όντας Εβραίος, ζεις σαν εθνικός και όχι σαν Εβραίος, τότε πώς περιμένεις από τους εθνικούς να ζήσουν σαν Εβραίοι;” (Γαλ. 2.11.14)


Ο Παύλος διακόπτει άμεσα την συνεργασία με τον Βαρνάβα, που είχε παρασυρθεί από τον Πέτρο. Όλα δείχνουν ότι αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό όταν αυτός αφορούσε πιστότητα σε αρχές.





Κυριακή, 1 Μαρτίου 2009

Συνέχεια δεύτερου κεφαλαίου




Συνεπώς, αν θέλουμε να αντιληφθούμε το μήνυμά του, δεν μπορούμε με κανέναν τρόπο να αγνοήσουμε τις περιστάσεις της ζωής του Παύλου. Απ’ αυτή την άποψη, είναι ευτύχημα ότι οι περιστάσεις στις οποίες δίνουμε την ύψιστη σημασία, είναι αυτές που ο ίδιος περιλαμβάνει στις επιστολές του. Διότι οι αξιόπιστες μαρτυρίες που είναι ανεξάρτητες του έργου του είναι εξαιρετικά σπάνιες. Η αφήγηση της Πράξης των Αποστόλων είναι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, μια αναδρομική κατασκευή της οποίας τις προθέσεις η σύγχρονη κριτική έχει φέρει στο φως, και της οποίας η μορφή παρουσιάζει συχνά δάνεια από ελληνικούς μύθους. Το να διαχωριστούν τα πραγματικά της στοιχεία από τον διδακτικό (και πολιτικά φορτισμένο) μύθο στον οποίο περικλείονται απαιτεί εξαιρετική και καχύποπτη στιβαρότητα. Και δεν μας απομένει σχεδόν τίποτε άλλο για να βασιστούμε, εκτός και αν είναι η ικανότητα να επαληθεύσουμε αυτή ή την άλλη λεπτομέρεια μέσω της παρεμβολής της ρωμαϊκής ιστοριογραφίας, που δεν ενδιαφερόταν καθόλου για μερικές μικρές ομάδες Εβραίων αιρετικών. Επιπλέον, πρέπει να είναι κανείς καχύποπτος ακόμη και ως προς τις “επιστολές του Παύλου”, οι οποίες συγκεντρώθηκαν στον κανόνα της Καινής Διαθήκης τουλάχιστο ένα αιώνα μετά το θάνατο του αποστόλου. Η σχολαστική ανάλυση έδειξε την απόκρυφη φύση πολλών από αυτές, σε σημείο που η εργογραφία αυτού του θεμελιώδους συγγραφέα να πρέπει να περιοριστεί σε έξι μάλλον σύντομα κείμενα: προς Ρωμαίους, προς Κορινθίους Ι και ΙΙ, προς Γαλάτες, προς Φιλιππησίους και προς Θεσσαλονικείς Ι. Παρ’ όλα αυτά, τα έργα τούτα είναι αρκετά για να εδραιώσουν σημαντικά υποκειμενικά χαρακτηριστικά και να επιβεβαιώσουν ορισμένα κρίσιμα επεισόδια.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα σημείο ύψιστης σημασίας, το οποίο ο Παύλος αφηγείται με αξιοπρόσεκτη περηφάνεια (ο Παύλος σίγουρα δεν είναι ούτε εσωστρεφής ούτε προσποιητά ταπεινόφρων): Τι κάνει μετά την εμπειρία της Δαμασκού; Ξέρουμε πάντως τι δεν κάνει. Δεν πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ· δεν πηγαίνει να δει τις αρχές, τους θεσμικούς αποστόλους, αυτούς που γνώριζαν τον Χριστό. Δεν αναζητά “επιβεβαίωση” για το γεγονός που να τον αναγάγει στα δικά του μάτια σε απόστολο. Αφήνει αυτή την υποκειμενική αναστάτωση χωρίς καμμιά επίσημη σφραγίδα. Η αμετακίνητη πεποίθηση σε ό,τι αφορά το δικό του πεπρωμένο μάλλον έχει τις απαρχές της εδώ· είναι μια πεποίθηση που θα τον εξαναγκάσει πολλές φορές να συγκρουστεί με τον πυρήνα των ιστορικών αποστόλων, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει ο Πέτρος. Στρέφοντας την πλάτη σε κάθε αρχή εκτός από αυτή της Φωνής που τον κάλεσε προσωπικά στο γίγνεσθαι-υποκείμενο, ο Παύλος φεύγει για την Αραβία για να διακηρύξει το ευαγγέλιο, για να δηλώσει ότι αυτό που συνέβει όντως συνέβει. Είναι ένας άνθρωπος που, οπλισμένος με ένα προσωπικό γεγονός, έχει τη βάση να διακηρύξει το απρόσωπο γεγονός της Αναστάσεως.

Ο Παύλος μένει στην Αραβία για τρία χρόνια. Χωρίς αμφιβολία, στα δικά του μάτια, η παρτιζάνική του επάρκεια προσφέρει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε ανεχόμενος την καθυστέρηση αυτή, να μπορεί τελικά να νιώσει ότι έχει το δικαίωμα να αντικρύσει τους “ιστορικούς ηγέτες” της Εκκλησίας. Θα δούμε αργότερα ότι αν και είναι πείσμων, ή και βίαιος ακόμα, όταν πρόκειται για θέματα αρχής, ο Παύλος είναι επίσης πολιτικός, κάποιος που γνωρίζει την αξία του έλλογου συμβιβασμού, και κυρίως των λεκτικών συμβιβασμών, που ελάχιστα εμποδίζουν την ελευθερία δράσης του στα μέρη και τις περιοχές που διαλέγει (κυρίως αυτές όπου οι αντίπαλοί του έχουν λιγότερο έλεγχο). Έτσι, ο Παύλος πηγαίνει στην Ιερουσαλήμ, όπου συναντά τον Πέτρο και τους αποστόλους, και μετά φεύγει και πάλι. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τα θέματα τα οποία συζητήθηκαν σε αυτή την πρώτη συνάντηση. Φαίνεται πάντως ότι δεν έπεισε τον Παύλο για την ανάγκη να συμβουλεύεται συχνά το “κέντρο” της Ιερουσαλήμ, γιατί η δεύτερη περίοδος στρατευμένης μετακίνησης θα διαρκέσει δεκατέσσερα χρόνια! Ταρσός, Συρία, Τουρκία, Μακεδονία, Ελλάδα. Η εκ-κεντρική διάσταση της δράσης του Παύλου είναι η πρακτική υποδομή της σκέψης του, που προτείνει ότι κάθε αληθής οικουμενικότητα είναι κενή κέντρου.

Γνωρίζουμε λίγο-πολύ πώς λειτούργησαν αυτοί οι παρτιζάνικοι προορισμοί. Την περίοδο εκείνη ο Ιουδαϊσμός ήταν ακόμη προσηλυτιστική θρησκεία. Το να απευθυνθεί κάποιος σε μη Εβραίους δεν ήταν, όπως συχνά θεωρείται, εφεύρεση του Παύλου. Ο Εβραϊκός προσηλυτισμός ήταν σημαντικός και αναπτυγμένος. Χώρισε το ακροατήριο του σε δύο κύκλους που θα μπορούσαν να ονομαστούν, χρησιμοποιώντας έναν παρακινδυνευμένο πολιτικό αναχρονισμό, ως οι συμπαθούντες και οι ακόλουθοι:

α) Οι “Θεοσεβούμενοι” αναγνωρίζουν την οικουμενική νομιμότητα του μονοθεϊσμού αλλά εξαιρούνται από τις πρόνοιες του νόμου, και ειδικά από την περιτομή.

β) Όσοι προσηλυτίζονται δεσμεύονται να ακολουθούν τις πρόνοιες του νόμου, και πρέπει να περιτομηθούν. Η περιτομή εδώ αρχειοθετεί τη λειτουργία της ως μορφή σημαδέματος, ως αρχική μύηση.

Έτσι, δεν είναι κυρίως το γεγονός ότι απευθύνεται σε εθνικούς που απομονώνει τον Παύλο από την εβραϊκή κοινότητα. Επιπλέον, ο Παύλος αρχίζει τη διδασκαλία του βασιζόμενος στους θεσμούς της κοινότητας αυτής. Όταν φτάνει σε μια πόλη, αρχικά παρεμβαίνει στην συναγωγή. Φυσικά, τα πράγματα εξελίσσονται άσχημα με τους ορθόδοξους, για λόγους δόγματος: την πεισματική εμμονή στο κύρηγμα ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας (ας θυμηθούμε ότι “Χριστός” είναι απλώς στο ελληνικό όνομα του “Μεσσία” ώστε η μόνη συνέχεια μεταξύ του ευαγγελίου σύμφωνα με τον Παύλο και του προφητικού Ιουδαϊσμού είναι η εξίσωση Ιησούς=Χριστός), ένα κύρηγμα που, στα μάτια της πλειοψηφίας των Εβραίων, και για πολύ σημαντικούς και νόμιμους λόγους, προάγει το ψεύδος. Μετά από επεισόδια που, με βάση τις συνθήκες των καιρών, μπορούσαν να είναι εξαιρετικά βίαια, και όπου βασικά ρισκάρει κάποιος τη ζωή του, ο Παύλος εγκαταλείπει τη συναγωγή και αποσύρεται στο σπίτι ενός ντόπιου συμπαθούντος. Εκεί προσπαθεί να οργανώσει μια ομάδα συναποτελούμενη από Ιουδεο-Χριστιανούς και εθνικούς Χριστιανούς. Φαίνεται ότι σύντομα οι εθνικοί θα αποτελέσουν την πλειοψηφία ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Με δεδομένες τις ελάχιστες παραχωρήσεις ο κάνει ο Παύλος στην εβραϊκή κληρονομιά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το τελετουργικό, αυτό το γεγονός δεν εκπλήσσει. Μόλις η ομάδα στερεοποιηθεί αρκετά στα δικά του μάτια (τότε μπορεί να ονομαστεί εκκλησία, από το οποίο έρχεται η λέξη église, αν και η εκκλησία θα έπρεπε να εννοηθεί ως ολιγομελής ομάδα παρτιζάνων), ο Παύλος εμπιστεύεται τη διαχείρισή της σε αυτούς των οποίων την πίστη εκτιμά ιδιαίτερα, και οι οποίοι γίνονται υπασπιστές του. Ακολούθως, συνεχίζει το ταξίδι.

Τίποτε δεν καταμαρτυρεί τη βεβαιότητα του Παύλου σχετικά με το μέλλον της δράσης του από ότι η ταύτιση (διαρκώς προσανατολίζεται προς αυτή) μεταξύ ενός μικρού πυρήνα πιστών σε μια πόλη και ολόκληρης της περιοχής. Ποιοί είναι αυτοί οι Θεσσαλονικείς, αυτοί οι Κορίνθιοι, για να μην πούμε τίποτε για τους Ρωμαίους, στους οποίους απευθύνεται ο Παύλος με τόσο ζωντανό και μεγαλειώδες ύφος στις επιστολές του; Πιθανότατα μια χούφτα “αδερφοί”—η αρχαϊκή μορφή των “συντρόφων”—χαμένοι μεσ’ την πόλη. Μέσω της συμβατότητάς τους με μια αλήθεια, ανώνυμα άτομα μεταμορφώνονται διαρκώς σε διαύλους της ανθρωπότητας ως συνόλου. Ας πούμε απλώς ότι η χούφτα των αντιστασιακών του 1940 ή 1941 καταλαμβάνουν την ίδια θέση με τους Κορινθίους του Παύλου: σ’ αυτούς και μόνο σ’ αυτούς είναι νόμιμο να απευθύνεται κανείς όταν ψάχνει να σηματοδοτήσει ένα πραγματικό που αρμόζει στη Γαλλία.