Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Δεκέμβρης: Για την πρόζα της αντιεξέγερσης, ελληνική έκδοση (μέρος πρώτο)


Προκαταρκτικά αξιώματα

Τα παρακάτω αποτελούν αξιωματικές παραδοχές, δηλαδή παραδοχές τις οποίες ο γράφων θα θεωρήσει ως αυταπόδεικτες και στην βάση των οποίων στηρίζεται το οικοδόμημα της ανάλυσης που ακολουθεί. Σε ό,τι αφορά τις θέσεις 3-6, θεωρώ αρκετά προφανή την μεθοδολογική επιρροή της γκραμσικά-φουκωικά διαμορφωμένης σχολής της μελέτης της υποτέλειας (subalternity) και του πρωτοστάτη της, Ranajit Guha, όσο και της ανταγωνιστικής θεώρησης του πολιτικού που περνά από τον Lacan και οδηγεί στους Laclau-Mouffe και Zizek, Badiou. Ούτε βέβαια οι θέσεις 1 και 2 κομίζουν γλαύκα εις Αθήνας, καθώς αποτελούν την άλφα-βήτα της επιστημολογικής αναστοχαστικότητας στις επιστήμες του ανθρώπου.

1. Η επιστημονική προσέγγιση στα πολιτικά, κοινωνικά και ιστορικά γεγονότα δεν μπορεί να έχει ως στόχο ούτε την καταδίκη τους ούτε την εξύμνησή τους αλλά την κατανόησή τους.

2. Ως ιστορικό, πολιτικά και κοινωνικά ενταγμένο υποκείμενο, ο/η επιστήμονας που ενσκύπτει σε ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα έχει ωστόσο ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Οφειλή του/της είναι η μέγιστη εφικτή αναστοχαστικότητα για τους τρόπους με τους οποίους τα όποια ερευνητικά εργαλεία, μέθοδοι και ερμηνευτικά πλαίσια συγκοινωνούν ήδη με αυτό που καλούνται να αναλύσουν.

3. Το φαινόμενο μιας εξέγερσης είναι τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά διχαστικό. Με άλλα λόγια, δημιουργεί ένα ρήγμα στο κοινωνικό σύνολο δια του οποίου μια μερίδα του συνόλου έρχεται αντιμέτωπη με μια άλλη. Αλλά και ένα ρήγμα, λιγότερο εμφανές, στις επί μέρους μονάδες των συνόλων. Το ρήγμα αυτό έχει την φύση της "μεταμέλειας", του φόβου ότι τα πράγματα ξέφυγαν από τον έλλογο έλεγχο, του πανικού μπροστά στο άγνωστο που μπορεί να επισυμβεί σε ένα χρονικό σημείο σε συμμετέχοντες στην εξέγερση και αυτό της συμπάθειας, των δεύτερων σκέψεων, των ιδεολογικών ανασφαλειών που μπορεί να ανακύψουν σε όσους αποστασιοποιήθηκαν αρχικά από αυτή. Το τοπίο που δημιουργείται μέσω της αλληλεπίδρασης εξωτερικών και εσωτερικών ρηγμάτων στον απόηχο μιας εξέγερσης και των τραυμάτων που αυτή αφήνει είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και δύσκολο να αναλυθεί. Οι συσχετισμοί, για παράδειγμα, πεπεισμένων υπέρμαχων της τάξης και μεταμελημένων συμμετεχόντων στην αμφισβήτησή της, και αντιστρόφως, αμετάπειστων εξεγερμένων και εκ των υστέρων συμπαθούντων, είναι αρκετά ευάλωττοι στην χρονική στιγμή κατά την οποία αναλύεται το φαινόμενο.

4. Ως συλλογική πράξη, μια εξέγερση δεν αποτελεί ποτέ απλά ανακλαστική αντίδραση σε συνθήκες. Είναι επίσης ανεξάλειπτα κάτι που επισυμβαίνει στην συνείδηση πριν λάβει χώρα στην πραγματικότητα. Η μελέτη της συνείδησης που νομιμοποιεί την εξέγερση στο μυαλό του εξεγερθέντος είναι όμως εξαιρετικά δύσκολη, καθώς δεν βρίσκει παρά τεθλασμένη και συχνά αντιφατική έκφραση (συχνότατα, εκτός οποιουδήποτε γραπτού αρχείου). Επιπρόσθετα, η συνειδητότητα μιας εξεγερσιακής πράξης, η λογική της, δεν μπορεί να αναχθεί σε όρους φορμαλιστικής λογικής του τύπου 1+1=2. Η εξέγερση αποτελεί υποκειμενική επίλυση μιας βιωμένης αντίφασης που όμως παράγει τις δικές της, δευτερογενείς αντιφάσεις.

5. Ο λόγος της αντιεξέγερσης, ο λόγος δηλαδή που επιχειρεί είτε να αρνηθεί την ιστορική σημασία μιας εξέγερσης, είτε να την αποκηρύξει ηθικά, είτε να απαρνηθεί την πολιτική της φύση ως πράξη, είναι λόγος με άμεσα πολιτικά διακυβεύματα και ως τέτοιος οφείλει να αντιμετωπίζεται. Όπως δεν υπάρχει πολιτικά "αθώος" εξεγερσιακός λόγος, δεν υπάρχει πολιτικά "αθώος" αντιεξεγερσιακός λόγος. Η εξέγερση δημιουργεί ένα ρήγμα που δεν επιδέχεται "μέσες λύσεις" ή συμβιβασμούς: ανήκει κανείς είτε στην μία είτε στην άλλη πλευρά, σε διαφορετικούς βέβαια βαθμούς, και όχι απαραίτητα με αμοιβαία αποκλειστικότητα σε ό,τι αφορά τον κατά συνθήκη χώρο του ανήκειν. Δεν υπάρχει όμως, εξ ορισμού, "ουδέτερος", μη ιδεολογικά φορτισμένος χώρος από τον οποίο να είναι εφικτό να μιλήσει κανείς. Κάθε πρόταση για την εξέγερση εντάσσεται αυτόματα σε έναν πεπερασμένων διαστάσεων ιδεολογικο-πολιτικό χάρτη.

6. Η επιθυμία για αδιάφορη ουδετερότητα σε ότι αφορά τον λόγο για ένα φαινόμενο με τις υποκειμενικές πολυπλοκότητες και συνειδησιακές αντιφατικότητες που ενέχονται σε μια εξέγερση δεν μπορεί παρά να είναι επιθυμία να "τελειώνουμε" με την εξέγερση, να βρεθούμε πάλι σε ένα αρραγές όλον όπου οι προτάσεις μπορούν να επαναδιεκδικήσουν ανενόχλητες τις δάφνες της νηφάλιας αντικειμενικότητας. Είναι δηλαδή εκ φύσεως αντιεξεγερσιακή και πρέπει να εκλαμβάνεται ως τέτοια από το ίδιο το υποκείμενο που την αρθρώνει.





Δεν υπάρχουν σχόλια: