Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Ζητήματα τάξης και ταξικών αναταραχών στην Ελλάδα. Μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις


Σε ό,τι αφορά στον ιστορικό αναστοχασμό, τα γεγονότα του Δκέμβρη του 2008--η ένταση, το χρονικό μήκος και το γεωγραφικό εύρος μιας σειράς από συγκρούσεις πολιτών με το κράτος και την αστυνομία-- μας έφεραν αντιμέτωπους, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, με αυτό που ο Walter Benjamin, στις "Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας", περιέγραψε ως το καθήκον μιας υλιστικής θεώρησης της ιστορίας. Όπως είναι γνωστό, στο τελευταίο αυτό σημαντικό κείμενο της ζωής του, ο Benjamin επιχείρησε μια διάκριση μεταξύ του αστικού ιστορικισμού και του επαναστατικού ιστορικού υλισμού στη βάση της πρόταξης του ρηγματικού, αποσπασματικού και θραυσματικού χαρακτήρα του δεύτερου, της θέλησής του όχι "να διηγηθεί το παρελθόν όπως ήταν", όχι να υποτάξει την ετερογένεια του αρχείου στην ιστοριογραφική ρητορική της συνοχής και της "προόδου", αλλά να αδράξει τα ξεχασμένα, πολιτικά αναπρεπτικά θραύσματα του παρελθόντος "σε μια στιγμή κινδύνου."

Στην ουσία, οι αντιδράσεις στα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη δεν έκαναν άλλο από το να φέρουν στο προσκήνιο, για μία ακόμη φορά, μια από τις ανεπίλυτες απορίες της θεωρητικής επεξεργασίας της ελληνικής κοινωνικής ιστορίας. Διότι βέβαια η ταυτόχρονη διαπίστωση του ευάλωττου της ελληνικής κοινωνίας στις εκρήξεις συλλογικής βίας και του πολιτικά ανερμάτιστου και ασαφούς χαρακτήρα τέτοιου είδους συγκυριών δεν αποτελεί παρά μια μορφή αναδιατύπωσης του παλιού και βασικού αινίγματος της νεότερης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας: στα γενικά της περιγράμματα, πρόκειται αφενός για μια ιστορία κάθε άλλο παρά εξειρηνευμένη, αποπολιτικοποιημένη ή πολιτικά "ομαλή"--μια ιστορία που βρίθει σφοδρών συγκρούσεων, βίας, αιματοχυσίας, στάσεων, εξεγέρσεων, και εμφυλίων συρράξεων. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα διεξάγει ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου. Είναι μια από τις ελάχιστες με τόσο έντονη και συντεταγμένη αντιστασιακή δράση κατά του φασισμού, και όχι βέβαια μόνον από την κομμουνιστική αριστερά. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης χαιρετίζονται ως οι δράστες της μοναδικής εξέγερσης σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και χαρακτηρίζονται από διεθνείς πηγές ως οι πλέον πολιτικοποιημένοι και ανυπότακτοι Εβραίοι της Ευρώπης. Η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης κατά το 1920 περιγράφεται (από τον Άγι Στίνα) ως η πιο προχωρημένη στην Ευρώπη. Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως το 1949, η Ελλάδα βιώνει την ραγδαία εξάπλωση των ιδεών του κομμουνισμού και του αναρχισμού μέσω εντύπων, φυλλαδίων και βιβλίων, την δολοφονία μονάρχη από αναρχικό με θητεία στις Η.Π.Α, την αγροτική εξέγερση στο Κιλελέρ, την μαζική αυτοοργάνωση ένοπλου αγώνα κατά των Γερμανών ναζί, και τον εμφύλιο ανάμεσα όχι μόνο στους "εθνικόφρονες" και τους κομμουνιστές αλλά και μέσα στην ευρύτερη αριστερά τροτσκιστών, αναρχικών, αναρχοσυνδικαλιστών και κομμουνιστών διαφωνούντων με την πολιτική ενός ΚΚΕ συμβιβασμένου με την σταλινική realpolitik. Η εικόνα μιας Ελλάδας άνευρης και αποπολιτικοποιημένης, μιας Ελλάδας σε πολιτικό λήθαργο, δεν είναι απλώς υπερβολική όταν η ιστορία της χώρας εξεταστεί σε συγκριτικά ευρωπαϊκά πλαίσια (με δεδομένο βέβαια τον λίγο-πολύ πανευρωπαϊκό χαρακτήρα της περιόδου σχετικής αποπολιτικοποίησης στην περίοδο 1980-2007). Είναι βαθύτατα παραπλανητική, τόσο που να κάνει κάποιον να υποπτεύεται ότι αντί να περιγράφει μια παρατεταμένη ύπνωση, μάλλον επιχειρεί να την προκαλέσει δια της υποβολής.

Και από την άλλη πλευρά, από τα πρώιμα κείμενα του Γιάννη Κορδάτου στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση κατά τη δεκαετία του 20 ως την εισαγωγή του Παναγιώτη Κονδύλη στην Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, οι κοινωνιολογικές και οικονομολογικές αναλύσεις της ταξικής σύστασης και συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας διαπιστώνουν την ουσιαστική έλλειψη καθαρών ταξικών διαστρωματώσεων, τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του ελληνικού κεφαλαίου (κυρίαρχα εμπορικού, μεταπρατικού και παρασιτικού), την δυσανεξία της οικονομικής παραγωγικότητας, την προσωπολατρεία που μαστίζει τις υπάρχουσες μορφές πολιτικοποίησης, την ασθενικότητα και υποτέλεια μεγάλου κομματιού της δημόσιας σφαίρας σε παγιωμένα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, την οικογενειοκρατία και τον νεποτισμό, την απουσία ευρύτερης ταξικής αλληλεγγύης, τον συντεχνιακό χαρακτήρα των κοινωνικών αιτημάτων.

Το παράδοξο λοιπόν--και είναι το ίδιο παράδοξο που έφερε πίσω στο προσκήνιο ο περασμένος Δεκέμβρης--μπορεί να εκφραστεί με την φόρμουλα: υπερπολιτικοποίηση/ιδεολογική υπανάπτυξη, ή υπερσυγκέντρωση πολιτικής συνείδησης/συγκριτική ένδεια ξεκάθαρων εναλλακτικών πολιτικών κατευθύνσεων. Με απλούστερα λόγια, αυτό που προκύπτει, τόσο από τις πιο πρώιμες εγχώριες αναλύσεις όσο και από τις πρόσφατες συζητήσεις είναι η εικόνα μιας χώρας ταυτόχρονα βαθιά και επιδερμικά πολιτικοποιημένης, ταξικά συγκρουσιακής και όμως εγκλωβισμένης σε ένα επί μακρόν αδιαφοροποίητο ή ελάχιστα διαφοροποιημένο ταξικό σύστημα, εντυπωσιακά προχωρημένης και καταθλιπτικά οπισθοδρομικής σε ό,τι αφορά τον βαθμό στον οποίο έχει αφομοιώσει και διδαχθεί από την πολιτική κουλτούρα της αστικής νεωτερικότητας από τον διαφωτισμό και μετά.

Επιπλέον, οι αντιφάσεις αυτές έχουν βρει έκφραση στον ίδιο τo λόγο των δύο κυρίαρχων ιστοριογραφικών και θεωρητικών ρεύματα της εγχώριας αριστεράς, δηλαδή το κομμουνιστικό και το αναρχικό. Έτσι, τα πολύτιμα γραπτά του Γιάννη Κορδάτου--στα οποία το Radical Desire προτίθεται να αφιερώσει χώρο και χρόνο--μαρτυρούν από νωρίς, δηλαδή ήδη από τη δεκαετία του 20, τα σημάδια ενός επιδερμικά λενινιστικού κανονικισμού: το εργατικό κίνημα της εποχής δεν έχει ακόμη την ταξική οργάνωση που θα έπρεπε, δεν έχει ακόμη την απαραίτητη ωριμότητα, απομένουν σημαντικές αναδιαμορφώσεις του για να αποτελέσει επαναστατικό υποκείμενο, το αγροτικό κίνημα είναι ιστορικά οπισθοδρομικό σε χαρακτήρα και πρέπει να πειθαρχήσει στη λογική της ιστορίας που το θέλει απλό αρωγό του προλεταριάτου, κλπ. Η ακατάπαυστη αναζήτηση του "ορθά" διαμορφωμένου ταξικού υποκειμένου οδήγησε την εγχώρια μαρξιστική ανάλυση επανειλημμένα σε αυτό που ο άγγλος μαρξιστής ιστορικός E.P. Thompson θα περιέγραφε (στην Δημιουργία της Αγγλικής Εργατικής Τάξης) ως "συγκαταβατικότητα της υστεροφημίας" (condescension of posterity), δηλαδή στην άρνηση αποδοχής του παρελθόντος με τους δικούς του, αντιφατικούς αλλά και εγγενείς όρους, στην τάση να προβάλλεται επάνω του η ψευδο-επιστημονική "κανονικότητα" ενός "ιστορικού υλισμού" για τον οποίο οι υπαρκτοί αγώνες είναι διηνεκώς πρώιμοι, ανώριμοι, προφητικοί του μέλλοντος, κλπ. Από αυτή την τάση (την οποία ο Κορδάτος, προς μεγάλη του τιμή, αντιμάχεται όσο και αν αυτή η εσωτερική διαμάχη τον οδηγεί σε εντυπωσιακές αντιφάσεις), στην μεταμόρφωση του Κ.Κ. σε κόμμα που νομιμοποιεί την τάξη, κόμμα του οποίου θεωρητικό καθήκον είναι να μας διαβεβαιώσει ότι οι ώριμα επαναστατικές συνθήκες είναι αυτές που δεν έρχονται ποτέ, ο δρόμος είναι ιδιαίτερα βραχύς. Η μεθοδολογική κριτική που ασκείται από την σχολή της μελέτης της υποτέλειας (Ranajit Guha, Gayatri Spivak, Gyan Prakash, Dipesh Chakrabarty, κλπ), αλλά και από τον μαοϊσμό  του 60 (και γενικότερα από ριζοσπαστικά κινήματα σε χώρες με ελλιπή εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη της αστικής τάξης) σε αυτού του είδους την κανονιστική εμμονή με την "ορθή" πορεία της ιστορίας των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών είναι  νομίζω, ιδιαίτερα σημαντική για τα εγχώρια πεπραγμένα.

Από την άλλη πλευρά, ο "θετικός" πόλος των πιο πάνω διπόλων, η έμφαση δηλαδή στην εκρηκτική πολιτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, στον ιδιαίτερα αναπτυγμένο βαθμό της κοινωνικής ανυπακοής, εξεγερσιακότητας ή συγκρουσιακότητας, αποτελεί ίδιον της ιστοριογραφίας και πολιτικής θεωρίας που έχει επηρεαστεί από την μία ή την άλλη εκδοχή αναρχισμού και αναρχοσυνδικαλισμού. Στον αντίποδα ενός δογματικού μαρξισμού που είναι καταδικασμένος να μην βρίσκει ποτέ αρκούντως "ώριμες" συνθήκες για ένα πραγματικά ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα, ο ιστοριογραφικός και θεωρητικός αναρχισμός που ανθίζει στη χώρα μας τις βρίσκει παντού, κάθε στιγμή, στο κάθε τι. Την μεταφυσική της "λογικής της ιστορίας" και τη φετιχοποίηση της κατηγορικής "καθαρότητας" αντικαθιστά η υποστασιοποίηση του αυθορμητισμού και της "αδιαμεσολάβητης" πράξης. Αν η πρώτη οπτική λοιπόν μας παρέδωσε ένα πολύτιμο αρχείο καταγράφοντας μια σειρά εγχώριων κοινωνικών αναταραχών αλλά ταυτόχρονα του στέρησε οποιαδήποτε αξία πέραν αυτής του "προδρόμου" μιας "αυθεντικά" κομμουνιστικής επανάστασης που δεν ήρθε ποτέ (και που είναι απίθανο να έρθει ποτέ με τους όρους του 1920), η δεύτερη μας τυφλώνει σε όλα όσα αφορούν στην ανεπάρκεια του αυθορμητισμού και του βολονταρισμού για την συλλογική βιωσιμότητα της επαναστατικής διαδικασίας. Αν ο δογματικός μαρξιστής ξοδεύει τη ζωή του προετοιμαζόμενος για ένα κοσμοϊστορικό συμβάν που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ με τα κριτήρια που ο ίδιος έχει θέσει ως αναγκαία, ο άκριτος αντιεξουσιαστής την ξοδεύει εφευρίσκοντας συμβάντα παντού. Ρήξεις που προήλθαν με μεγάλες θυσίες και κάτω από κατ΄εξαίρεση ευνοϊκές συνθήκες εντάσσονται σε μια ροή "συμβαντικότητας" τόσο ομοιογενοποιημένη  και διαχεόμενη ώστε τελικά να χάνουν κάθε πρόσβαση στην απτή ιστορικότητα και κάθε δυνατότητα στιβαρής θεώρησης των συμφραζομένων τους.

Στην ουσία, η επανεξέταση του παρελθόντος των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων εντός του ελλαδικού χώρου δεν έχει κάποια επιλογή που να είναι αμιγώς ξεχωριστή από τις δύο προαναφερθείσες--όχι, τουλάχιστον, αν θέλει να παραμείνει στρατευμένη στην αριστερά. Έξω από την μαρξιστική και την αναρχική οπτική υπάρχει μόνο η φιλελεύθερη, για την οποία ο απώτερος στόχος του ιστορικού πάσχειν είναι πάντα η βελτιστοποίηση της οικονομικής  παραγωγικότητας και του συστημικού ορθολογισμού. Ο δρόμος λοιπόν δεν μπορεί να είναι ούτε η υιοθέτηση ενός δογματικού  κανονικισμού ή ενός εκστατικού βολονταρισμού ούτε η απόρριψή τους για χάρη μιας "επιστημονικότερης" ή "νηφαλιότερης" μεθόδου. Ο δρόμος μπορεί να είναι μόνο η χρήση των δύο πόλων ως μέσων αμοιβαίας κριτικής (και όχι βέβαια κάποιου είδους μηχανικής "σύνθεσης"). Η αναρχικά χρωματισμένη οπτική υπερέχει σαφώς σε ό,τι αφορά την κατανόηση των πολιτικά δυναμικών συστατικών μιας συγκυρίας--των απρόβλεπτων, δημιουργικών, μη τελεολογικών και αντισυστημικών διαστάσεών της--, ενώ η μαρξική επιτρέπει την πολύ μεγαλύτερη κριτική αφομοίωση των συστημικών αδυναμιών και αντιφάσεων που εκδηλώνονται σε μια πολιτική συγκυρία--την σχέση της με την άνιση ανάπτυξη των οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συσχετισμών, τα όρια μέσα στα οποία αναγκάζεται να κινηθεί, τον ρόλο της αναγκαιότητας.

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ληφθούν τα κείμενα που θα δημοσιευτούν σε αυτό το ντοσιέ. Αποτελούν ψηφίδες μιας ερμηνευτικής διαδικασίας που μπορεί να παραμείνει ζωντανή στο παρόν μόνον εφόσον ομολογεί ανοιχτά τα ελείμματα και τις αντιφάσεις της, ελείμματα και αντιφάσεις που όπως προσπάθησα συνοπτικά να δείξω παραπάνω, στοιχειώνουν κάθε απόπειρα σύλληψης της πολιτικής ιστορίας των μαζικών κινημάτων στη σύγχρονη Ελλάδα. Αν είναι όμως αλήθεια ότι δεν έχουμε στα χέρια μας μια έτοιμη θεωρητική λύση, είναι επίσης αλήθεια ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη θέση μας τόσο από αυτό που ο Benjamin καταδίκασε κάποτε ως "αριστερή μελαγχολία" όσο και από την επιθυμία για μια "επιστημονικοποίηση" της συζήτησης για την ιστορική σημασία του Δεκέμβρη που  τελικά μεταφράζεται στην παράδοση της συλλογικής αυτενέργειας στον κατασταλτικό πανοπτισμό μιας γραφειοκρατικής ελίτ "ειδικών".




3 σχόλια:

LeftG700 είπε...

Φίλε Αντώνη,


Θέλαμε από αρκετές μέρες να γράψουμε λίγες γραμμές εδώ, αλλά κάτι οι γιορτές, κάτι η τεμπελιά, κάτι το κείμενο περί πόκας και κάτι η ίδια η ...πόκα, μόλις τώρα το κάνουμε πράξη. Λοιπόν:

Η ιδιομορφία του προπερασμένου Δεκέμβρη, για μας, έγκειται στο ότι αυτό που συνέβη ήταν εκτός της παρεμβατικής εμβέλειας και των δύο ρευμάτων της Αριστεράς που ορθώς περιγράφεις.

Για το πρώτο, το "κανονιστικό", δεν νομίζουμε ότι χωράει συζήτηση. Δυσκολευόμαστε όμως να δούμε και επιρροή του αναρχικού κινήματος στην πλειοψηφία των διαδηλωτών που κατέβηκαν στους δρόμους. Γιατί βέβαια οι αυθόρμητες κινήσεις ενός πλήθους που όχι μόνο δεν μπορεί να περιγράψει τι θέλει, αλλά ίσως ούτε και το τι δεν θέλει, δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποιο αναρχικό κίνημα μόνο και μόνο επειδή δεν υπακούουν σε κάποιο καθοδηγητικό κέντρο ή δεν συντονίζονται από αυτό.

Σε αυτό το σημείο διαφέρουν, αρκετά νομίζουμε, οι εμπειρίες από εξεγερσιακές ή και επαναστατικές καταστάσεις του παρελθόντος, άσχετα αν άφησαν θετικές ή αρνητικές κληρονομιές.


Τα λέμε.

Αντωνης είπε...

Ωραίοι. Πολύ σωστά παρατηρείτε τη διαφορά μεταξύ των δύο. Και αυτό που ενδιαφέρει εμένα σίγουρα δεν είναι οι τυπικά "αναρχικές" διαστάσεις του Δεκέμβρη, έστω και αν με μια πρώτη ματιά δεν διαφαίνεται κάτι άλλο.

Παρεμπιπτόντως, δεν σας φάνηκε χρήσιμο το κείμενο Μπαντιού για τον γαλλικό Μάη που γράφτηκε το 68 (το μεσαίο κείμενο από τα τρία για το 68 στο Κομμουνιστική Υπόθεση); Έχει νομίζω αρκετό ψαχνό σε ό,τι αφορά τα δικά μας πέρυσι.

LeftG700 είπε...

Φίλε Αντώνη,


Και πάλι σορυ για την καθυστερημένη απάντηση. Επειδή το προηγούμενο σχόλιο είχε μπει με αρκετή καθυστέρηση θεωρήσαμε ότι θα σου είχε διαφύγει, δικαιολογημένα βέβαια!

Αυτός που το έχει ξεκινήσει (γιατί εντάξει, δεν διαβάζουμε όλοι μαζί σαν σε κολεκτίβα!) έχει την κακή συνήθεια να διαβάζει ταυτόχρονα 3-4 βιβλία!

Έχει τελειώσει το προοίμιο και τώρα βρίσκεται στην εισαγωγή του "Ασίγαστου πάθους" του Πρέβε!

Μύλος! :-)


Τα λέμε.