Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Η πρόζα της αντιεξέγερσης


Όταν ένας χωρικός εξεγειρόταν, σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο κάτω από βρετανική αποικιακή κυραρχία, το έκανε παραβιάζοντας αναπόφευκτα και ανοιχτά μια σειρά από κώδικες οι οποίοι όριζαν την ίδια του την ύπαρξη ως μέλους αυτής της αποικιακής και ακόμα ημιφεουδαλικής κοινωνίας. Γιατί η υποτέλειά του υλοποιούνταν από την δομή της ιδιοκτησίας, θεσμοποιούταν απ' τον νόμο, νομιμοποιούταν από τη θρησκεία και γινόταν ανεκτή--κι ακόμη και επιθυμητή--από την παράδοση. Το να εξεγείρεται σήμαινε πράγματι το να καταστρέφει πολλά από τα οικεία εκείνα σημεία τα οποία είχε μάθει να διαβάζει και να χειρίζεται ώστε να μπορεί αντλήσει ένα νόημα από τον σκληρό κόσμο γύρω του και να ζήσει σε αυτόν. Το ρίσκο που ενείχε η ανατροπή των πραγμάτων κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν τόσο μεγάλο που δεν μπορούσε να εμπλακεί κανείς σε ένα τέτοιο εγχείρημα σε κατάσταση αφηρημάδας.

Δεν υπάρχει τίποτε στις πρωταρχικές πηγές που να υπονοεί κάτι διαφορετικό. Οι πηγές διαψεύδουν τον μύθο, ο οποίος αναπαράγεται τόσο συχνά από απρόσεκτα και ιμπρεσιονιστικά κείμενα πάνω στο θέμα, ότι οι εξεγέρσεις των χωρικών ήταν ξεκάθαρα αυθόρμητες και χωρίς πρόθεση υποθέσεις. Η αλήθεια είναι μάλλον η αντίθετη.
[...]
Κι όμως αυτή η ενσυνειδητότητα δεν έχει τύχει προσοχής στα κείμενα πάνω στο θέμα. Η ιστοριογραφία ικανοποιείται με το να βλέπει τον χωρικό απλώς ως εμπειρικό άτομο ή ως μέλος μιας τάξης, αλλά όχι ως μια οντότητα της οποίας η θέληση και η λογική συναπετέλεσαν την πράξη που ονομάζεται εξέγερση. Η παράλειψη χρωματίζει τις περισσότερες αφηγήσεις με μεταφορές που συνδέουν τις εξεγέρσεις χωρικών με φυσικά φαινόμενα: ξεσπούν σαν καταιγίδες, κάνουν το έδαφος να τρέμει σαν σεισμοί, απλώνονται σαν πυρκαγιές, μολύνουν σαν επιδημίες. Με άλλα λόγια, όταν γυρίζει ο παροιμιώδης σβώλος χώματος, πρόκειται για θέμα που μπορεί να εξηγηθεί με όρους φυσικής ιστορίας. Ακόμη και όταν η ιστοριογραφία αυτή ωθείται στο σημείο να παράξει μια εξήγηση με λίγο πιο ανθρώπινους όρους, το κάνει προϋποθέτωντας την ταυτότητα φύσης και κουλτούρας--ορόσημο, υποτίθεται, ενός χαμηλού πολιτισμού, και πράγματος που δειγματίζεται σε αυτά τα "περιοδικά ξεσπάσματα βίας και ανομίας στα οποία είναι επιρρεπείς όλες οι άγριες φυλές", όπως το έθεσε ο πρώτος ιστορικός της εξέγερσης στο Chuar. Εναλλακτικά, η εξήγηση αναζητείται στην απαρίθμηση αιτιών--ας πούμε, παραγόντων οικονομικής και πολιτικής στέρησης οι οποίοι δεν σχετίζονται καθόλου με την συνείδηση των χωρικών, ή σχετίζονται αρνητικά--οι οποίες πυροδοτούν την εξέγερση ως ανακλαστική αντίδραση, δηλαδή, ως ενστικτώδη και απερίσκεπτη αντίδραση στο υλικό πάσχειν του ενός ή του άλλου είδους (π.χ πείνα, βασανισμοί, εξαναγκασμένη εργασία, κλπ), ή ως μια παθητική αντίδραση σε κάποια πρωτοβουλία του κυρίαρχου εχθρού του υποτελούς. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η εξέγερση θεωρείται ως εξωγενής προς την συνείδηση του χωρικού και η Αιτία λειτουργεί ως φαντασματικό υποκατάστατο του Λόγου, της λογικής αυτής της συνείδησης.
[...]
Η ανοιχτά επιθετική και αγωνιώδης πρόζα της αντιεξέγερσης γεννήθηκε από τις ανησυχίες των πρώιμων αποικιακών ημερών και έφτασε να υιοθετήσει σε αυτό το είδος ιστορικής γραφής το στιβαρό αλλά καλοπροαίρετο, αυταρχικό αλλά γεμάτο κατανόηση ιδίωμα ενός ώριμου και γεμάτου αυτοπεποίθηση ιμπεριαλισμού.

Ranajit Guha, "The Prose of Counter-Insurgency", Subaltern Studies ΙΙ (Μελέτες για τους υποτελείς ΙΙ), 1983.




Δεν υπάρχουν σχόλια: