Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Μαύροι κύκνοι


Ζούσε κάποτε, λέγεται, ένα γέρος, που τα βγαζε πέρα δύσκολα. Σπάνια έβγαινε από τη σοφίτα του, και τόλμαγε να βγαίνει έξω μόνο τη νύχτα. Τα αλητάκια του δρόμου του πετούσαν πέτρες, και οι καλοί πολίτες κοίταζαν, γελώντας που τον έβλεπαν να το βάζει στα πόδια τόσο αξιολύπητα. Δεν ήταν ενάρετη πόλη· οι φτωχοί ήταν υπόδουλοι στον άρχοντα, και οι εκκλησίες απλά ανταλλακτήρια αξιών ανάμεσα σ' αυτή την πλευρά και την άλλη.

Όμως καθώς ο γέροντας ξαναβγήκε στο δρόμο μια μέρα, εξεπλάγη από την μεταμόρφωση που είδε: ανησυχία, ή μάλλον φόβος, πλανιόταν στον αέρα. Τσούρμο κόσμου στεκόταν στις διασταυρώσεις και τις πλατείες, συζητώντας με χαμηλωμένες φωνές. Ο γέρος άκουσε για ένα μεγάλο στρατό που προέλαυνε προς την πόλη, για έναν αυτοκράτορα που κανείς αντίπαλος δεν μπόρεσε να σταματήσει, και που η γη φλεγότανε μπροστά στα βήματά του. Ένας άγγελος του θανάτου είχε καταλάβει την πόλη, και οι χοντροί ώμοι των πολιτών έτρεμαν, αλλά όχι απ' το γέλιο. Ο γέρος μονολόγησε: "Μπορεί να είναι αυτός;" Γύρισε την πλάτη και περπάτησε μέσα στην πόλη, κάτω απ' τη μεγάλη πύλη και έξω στα χωράφια, ακολουθώντας το μεγάλο πλήθος που είχε σκορπιστεί εδώ και εκεί για να δει τις φλόγες των κατασκηνώσεων του στρατού. Και ο γέρος περπάτησε ακόμα πιο πέρα, σε ένα μικρό λόφο όπου στεκόντουσαν άλλοι που χάζευαν, ανάμεσά τους και οι σύμβουλοι της πόλης, που σκεφτόντουσαν να μην προβάλλουν αντίσταση και αντί για αυτό να πάνε στον αυτοκράτορα την επόμενη μέρα και να του παραδώσουν την πόλη. Όταν, ξαφνικά, έφτασε μια περιπολία πίσω από το λόφο, μέσα από τους θάμνους· και μετά από ένα σύντομο κυνήγι, οι δώδεκα που προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω απ' τα δέντρα, πιάστηκαν, αλυσοδέθηκαν, και τους έφεραν στο στρατόπεδο μαζί με τ'άλογα. Εκεί δόθηκε το σύνθημα, μπήκαν, και άρχισε το γέλιο και η φασαρία γύρω από τις φωτιές των κατανασκηνωμένων, και ακούστηκε η διαταγή του αυτοκράτορα να του φέρουν αμέσως τους κατασκόπους.

Στο μονοπάτι προς την αυτοκρατορική σκηνή στάθηκε όλο το ετερογενές τσούρμο, οι σύμβουλοι μπροστά από λαϊκούς και στη μέση ο γέροντας, εντελώς αποκαμωμένος. Ο αυτοκράτορας τους κόντεψε γοργά και τους έριξε μια γρήγορη ματιά. Αλλά δεν πρόλαβε να δει τον γέρο, το γαλήνιο πρόσωπό του και το αδύναμο σώμα του, και έπεσε μόνος του κατάχαμα, και φίλησε το απλωμένο χέρι του γέρου. Και όλοι γνωρίζαν: αν ο αυτοκράτορας ήταν ο κύριος του σπαθιού, ο γέρος ήταν ο κύριος της προσευχής, που οι ισχυροί της πόλης δεν αναγνώριζαν. Παραήταν πολύς για τις ανάγκες τους, παραήταν μεγάλος για οποιονδήποτε ρόλο. Αλλά ο αυτοκράτορας τον αναγνώρισε, και τον αναγνώρισε πριν από όλο το συμβούλιο, με τον εκθαμβωτικό θρίαμβο του γέροντα μετά από αυτή την αναγνώριση. Ο γέρος δεν γύρεψε αυτό τον θρίαμβο, και μάλλον τον απέφυγε σύμφωνα με το αληθινό του αξίωμα, για το οποίο δεν υπάρχει ντροπή και ούτε ψίθυρος ματαιοδοξίας.
[...]

...ακόμα κι ο Θεός εμφανίζεται ως απλό θρόισμα, όχι ως σύνολο από φωτιές, πλημμύρες και σεισμούς. Στην ιστορία για τον κύριο της προσευχής, εκφράζεται επίσης (θα μπορούσε να είναι βιβλικός ήρωας αλλά είναι χασιδικός), αυτού του είδους το βάθος: η άρνηση της ισχυρής, της "αυτοκρατορικής" έκφρασης του εαυτού, και βέβαια ένα φως που δεν γίνεται αντιληπτό και που συνεπώς δεν είναι εντελώς φως. Αλλά ακριβώς εξαιτίας του φωτός αυτού, ο γέρος δεν πρέπει στο τέλος να αστράψει μοναρχικά. Μάλλον πολλά βάθη δείχνουν τον εαυτό τους αλλιώς, ίσως με ένα σημάδι εκεί κοντά, που δεν είναι αυτοκρατορική πορφύρα. [...] Ακόμα και ο γέρος έχασε το βραβείο του, ή μάλλον, δεν μπορούσε να το παραλάβει μέχρι να τον ενοχλήσει ο αυτοκράτορας, ή μέχρι να αφεθεί ο ίδιος να ενοχληθεί. Χωρίς τον αυτοκράτορα, σε ένα πιο ίσο κόσμο, τούτη η ανωνυμία θα ήταν ευκολότερη. Αν οι ανώνυμοι υπάρχουν ακόμα, αν τους χρειαζόμαστε ακόμα, μια μελλοντική κοινωνία δεν θα έχει ανάγκη από τέτοιες λύπες και θριάμβους που θα περιστρέφονται γύρω από την προσωπική αφάνεια, αλλά θα εξαναγκάσει το γεγονός που πάντα μας εμποδίζει και ποτέ δεν μας βοηθά να πάρει το μέρος μας σε ανοιχτό και συλλογικό αγώνα. Ή όλα τα ασχημόπαπα θα αποκαλυφθούν ως λυτρωμένοι κύκνοι στο φως, ή κανένα· δεν θα υπάρχουν άλλα προνόμια, ούτε κρυφά μεγαλεία.

Ernst Bloch, Spuren, 1969. Μτφρ. Radical Desire.







Δεν υπάρχουν σχόλια: