Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Οι κόρες της Αντιγόνης: Barbara Taylor, Η Εύα και η Νέα Ιερουσαλήμ (πρώτο μέρος)




Barbara Taylor

Η Εύα και η Νέα Ιερουσαλήμ: Σοσιαλισμός και Φεμινισμός στο 19ο αιώνα

Μτφρ. Radical Desire

Εισαγωγή

Ανυπομονείς όπως και εγώ για μια κοινωνική κατάσταση διαφορετική από αυτή που υφίσταται τώρα, και στην οποία όλοι προσπαθούν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο σε ευφυία, να εκτοπίσουν ο ένας τον άλλο ή να αρπάξουν ο ένας από τον άλλο· στην οποία το συμφέρον αντιτίθεται συστηματικά στο χρέος· στην οποία το αποκαλούμενο σύστημα ηθικής δεν είναι παρά μια μάζα υποκρισίας που διακυρήσσεται (αλλά δεν εφαρμόζεται) από απατεώνες ώστε να κρατούν τους δούλους τους, άντρες και γυναίκες, σε κατάσταση τυφλής και αναντίρρητης υπακοής· και στην οποία το όλο ετερογενές ύφασμα κρατιέται απ’ το να γίνει κομμάτια από τον φόβο και το αίμα. Ανυπομονείς για μια καλύτερη κοινωνική τάξη πραγμάτων, όπου η αρχή της αγαθότητας θα υπερκεράσει αυτή του φόβου· όπου ο ανήσυχος και αγωνιώδης ανταγωνισμός μεταξύ των ανθρώπων θα παραχωρήσει τη θέση του στην αμοιβαία συνεργασία και την κοινοκτημοσύνη· όπου οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, θα δημιουργούν σε μεγάλες μάζες εθελοντικές κοινότητες και θα γίνονται οι ίδιοι αμοιβαίες εγγυήσεις ο ένας για τον άλλο ότι θα καλυφθούν όλες οι χρήσιμες ανάγκες…όπου η απόλυτη ελευθερία της άποψης και η απόλυτη ισότητα θα πρυτανεύουν ανάμεσα σε συνεργάτες· και όπου τα παιδιά θα μορφώνονται όλα με ισότητα και θα φροντίζονται από το σύνολο…Αυτό το σχέδιο κοινωνικών ρυθμίσεων είναι το μοναδικό το οποίο θα εγγυηθεί πλήρως και για πάντα την απόλυτη ισότητα και την ολοκληρωτική αμοιβαιότητα μεταξύ γυναικών και αντρών.
(Γουίλιαμ Τόμπσον προς Άννα Γουίλερ, 1825).



Τα πολιτικά οράματα είναι εύθραυστα. Εμφανίζονται και ξαναχάνονται. Οι ιδέες που δημιουργεί μια γενιά συχνά ξεχνιούνται ή καταστέλλονται από την επόμενη. Οι στόχοι που έμοιαζαν απαραίτητοι και ρεαλιστικοί στους προοδευτικούς στοχαστές μιας εποχής μπαίνουν στο ράφι ως οραματικοί και ουτοπικοί από τους απογόνους τους. Οι φιλοδοξίες οι οποίες βρίσκουν φωνή σε ορισμένες περιόδους ριζοσπαστικών προσπαθειών χαμηλώνουν ή αποσιωπούνται εντελώς. Η ιστορία όλων των προοδευτικών κινημάτων είναι διάστικτη από τέτοιες μισο-ξεχασμένες ελπίδες, όνειρα που απέτυχαν.

Η σοσιαλιστική παράδοση, καθώς εκτείνεται από τον πρώιμο δέκατο ένατο αιώνα ως το παρόν, έχει στιγματιστεί έντονα από ρήξεις, οπισθοχωρήσεις, αμνησίες όπως αυτή εδώ. Αντί να ακολουθεί ένα σταθερό δρόμο θεωρητικής και στρατηγικής προόδου, η ανάπτυξη του σοσιαλισμού έχει χαρακτηριστεί από ρήξεις τόσο θεμελιώδεις που συχνά έθεσαν υπό αμφισβήτηση όχι απλά τα μέσα τα οποία απαιτούνται για να επιτευχθούν κοινοί στόχοι, αλλά τους στόχους τους ίδιους. Τα σύνορα που περιβάλλουν το σοσιαλιστικό εγχείρημα έχουν ανοιχτεί ή έχουν στενέψει ανάλογα με το πόσο ανοίχτηκαν ή στένεψαν οι φιλοδοξίες που τα έπλασαν.

Καμμία όψη της σοσιαλιστικής παράδοσης δεν αποκαλύπτει τόσο ξεκάθαρα αυτή την άνιση, θρυμματισμένη ιστορία από ό,τι η σχέση της με το φεμινισμό. Οι γυναίες έπαιζαν πάντοτε σημαντικό ρόλο ως μέλη σοσιαλιστικών οργανώσεων, αλλά μόνο σε συγκεκριμένα σημεία κατάφεραν τα ανεξάρτητα οράματά τους —το όραμά τους να ανατρέψουν την θέση τους ως “δεύτερου φύλου”— να βρουν κεντρική θέση μέσα στη σοσιαλιστική στρατηγική. Το γυναικείο ζήτημα έχει κινηθεί μέσα και έξω από το κέντρο της σοσιαλιστικής πολιτικής, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο αριθμό ανικανοποίητων αιτημάτων και ανεπίλυτων ερωτήσεων— ερωτήσεων όχι μόνο σχετικών με τις παροντικές και τις δυνητικές σχέσεις ανέμσα στα φύλα, αλλά και σχετικών με την ίδια τη φύση του σοσιαλιστικού εγχειρήματος.

Ο σοσιαλισμός αναδύθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα ως ανθρωπιστικό ιδεώδες οικουμενικής χειραφέτησης —ως το ιδανικό μιας κοινωνικής κοινότητας η οποία θα ήταν ελεύθερη από κάθε ανισόττηα, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής ανισότητας. “Ο βαθμός χειραφέτησης των γυναικών είναι το φυσικό μέτρο της γενικής χειραφέτησης”, έγραφε ο Σαρλ Φουριέ (Charles Fourier), ένας από τους πρώτους γάλλους σοσιαλιστές. Και ήταν αυτή ακριβώς η δέσμευση για την γυναικεία ελευθερία ως μέρους του γενικότερου αγώνα για ανθρώπινη χειραφέτηση που χαρακτήρισε όλη αυτή τη γενιά σοσιαλιστών ακτιβιστών —από τους οπαδούς του Φουριέ, του Σεν Σιμόν (Saint Simon), και του Καμπέ (Cabet) στη Γαλλία, στους αμερικανούς φουριεριστές και υπερβατιστές, και στο κίνημα που ενέπνευσε ο εργοστασιάρχης από την Ουαλία, ο Ρόμπερτ Όουεν (Robert Owen), του οποίου το όνειρο για ένα Νέο, Ηθικό Κόσμο ταξικής και σεξουαλικής ισότητας μαγνήτισε τη φαντασία χιλιάδων βρετανίδων και βρετανών για περίπου ένα τέταρτο του αιώνα. Το βιβλίο αυτό είναι μια μελέτη των οoυενιστών σοσιαλιστών, και της δικής τους εκδοχής του πρώιμου σοσιαλιστο-φεμινιστικού ιδεώδους. Εξετάζει το πώς ένα όραμα —το όραμα της γυναικείας χειραφέτησης ως ουσιώδους μέρους της γενικής κοινωνικής χειραφέτησης— αναδύθηκε, πώς έγινε μέρος της ιδεολογικής πανοπλίας των λαϊκών κοινωνικών κινημάτων, και πώς ενέπνευσε απόπειρες να οικοδομηθεί μια νέα σεξουαλική κουλτούρα σε μια κοινωνία που την διέτρεχαν οι σεξουαλικές και οι ταξικές συγκρούσεις. Είναι επίσης μια εξερεύνηση της αποτυχίας αυτού του οράματος, και της σημασίας της αποτυχίας αυτής για την φεμινιστική-σοσιαλιστική πολιτική σήμερα.

Η ιστορία του οουνεικού κινήματος έχει επισκιαστεί επίμονα από την μεγαλύτερη του φυσιολογικού εικόνα του ιδρυτή του. Ο Ρόμπερτ Όουεν (1771-1858) ήταν γιός ουαλλού κατασκευαστή σελλών για άλογα. Γεννημένος σε μια στιγμή που η βρετανική βιομηχανική οικονομία ήταν σε άνοδο, ο Όουεν ανέβηκε μαζί της, και έγινε (στα πρώιμά του είκοσι) διευθυντής ενός μαμβακο-υφαντουργείου στο Μάντσεστερ, και τελικά, διευθυντής και ιδιοκτήτης τμήματος των γιγαντιαίων κλωστουφαντουργείων του Νιού Λάναρκ (New Lanark), κοντά στη Γλασκώβη. Τέτοιου είδους ιστορίες επιτυχίας δεν ήταν φυσικά σπάνιες στην αρχή της εποχής των μηχανών. Αλλά ακόμη και ανάμεσα στους άλλους πρωτεργάτες του εμπορίου ο Όουεν ξεχώριζε ως εξαιρετικά επαρκής και ανανεωτικός καπιταλιστής —ιδιαίτερα όταν το θέμα ήταν η διαχείριση αυτού που ο ίδιος περιέγραψε ως “ανθρώπινο κεφάλαιο” στην εργατική δύναμη του Νιού Λάναρκ. Οι σκωτσέζοι εργάτες —έτσι ισχυριζόταν τουλάχιστον ο Όουεν— ήταν διαβόητα ανυπότακτοι και απειθάρχητοι· σε λίγα όμως χρόνια από την ανάληψη της διαχείρισης του εργοστασίου από τον ίδιο, είχε θεμελιωθεί ένα πρόγραμμα εργασιακών κινήτρων και μέτρων πρόνοιας (περιλαμβανομένων των πρότυπων εργατικών εστιών, των υγειονομικών εγκαταστάσεων και της δωρεάν παιδείας για ολόκληρο τον πληθυσμό του εργοστασίου), μέτρων που μεταμόρφωσαν το Νιού Λάναρκ σε θρίαμβο κοινωνικής μηχανουργίας —και σε μία από τις πιο επικερδείς επιχειρήσεις της χώρας. Μέχρι το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, η επίδειξη αυτή (με τα λόγια της Χάριετ Μαρτινό) “εξαιρετικής ικανότητας … στη διαχείριση του μηχανισμού της ζωής”, είχε καταστήσει τον Όουεν έναν από τους πιο επιδραστικούς και αξιοσέβαστους βιομηχάνους στην Ευρώπη· κάποιον του οποίου τα πειράματα προσέλκυσαν την προσοχή φιλόδοξων επιχειρηματιών παντού.




Δεν υπάρχουν σχόλια: