Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Ο Pascal και τα ουσιώδη διλήμματα της αριστεράς του μέλλοντος



Δικαιοσύνη, ισχύς. Είναι δίκαιο να ακολουθείται το δίκαιο· είναι απαραίτητο να ακολουθείται αυτό που είναι το πιο ισχυρό. Χωρίς ισχύ, η δικαιοσύνη είναι ανήμπορη. Χωρίς δικαιοσύνη, η ισχύς είναι τυραννική. Η δικαιοσύνη χωρίς ισχύ προσκρούει σε αντιστάσεις, γιατί πάντα θα υπάρχουν αλεπούδες. Η ισχύς χωρίς δικαιοσύνη κατηγορείται. Πρέπει λοιπόν να γίνουν ένα η δικαιοσύνη και η ισχύς· και να γίνει έτσι ώστε είτε αυτό το οποίο είναι δίκαιο να είναι ισχυρό, είτε αυτό το οποίο είναι ισχυρό να είναι και δίκαιο.

Το τι είναι δίκαιο υπόκειται σε διαφωνίες· ενώ η ισχύς είναι πολύ αναγνωρίσιμη και αδιαμφισβήτητη. Έτσι, δεν μπορεί κάποιος να δώσει ισχύ στο δίκαιο, γιατί η ισχύς αντικρούει την δικαιοσύνη και της λέει ότι ενώ η ίδια ήταν άδικη, η ισχύς ήταν δίκαιη. Και εφόσον δεν μπορεί να γίνει το δίκαιο ισχυρό, πρέπει το ισχυρό να γίνει δίκαιο.
Blaise Pascal, Pensées


Σ' αυτό το δύσκολο και απαιτητικό εδάφιο του Πασκάλ βρίσκεται ίσως σε πυρηνική μορφή ένα από τα βασικότερα διλήμματα της χειραφετητικής πολιτικής. Η χειραφέτηση απαιτεί ισχύ· τόση ώστε να υπερκεράσει την ισχύ των δυνάμεων που την αντιμάχονται. Χρειάζεται όμως εξίσου και δικαιοσύνη· χωρίς δικαιοσύνη, η χειραφέτηση είναι μια άδεια λέξη, ένα όμορφο όνομα για την λαγνεία της ισχύος.

Στην ουσία, αυτό που ο Badiou ονόμασε "λενινιστική αλληλουχία"--η ταγή δηλαδή του μαρξισμού στην πολιτική της επικράτησης κατά τον 20 αιώνα, ήταν μια μορφή επίλυσης του διλήμματος που συμβάδισε απόλυτα με τη λογική και τη λύση Πασκάλ: εφόσον η ισχύς έχει το πλεονέκτημα να αναγνωρίζεται καθολικά--δηλαδή και από τα θύματά της--ενώ η δικαιοσύνη όχι, δεν είναι εφικτό να ξεκινήσεις από την δικαιοσύνη και να φτάσεις ποτέ στην ισχύ. Θα πρέπει να ξεκινήσεις από την ισχύ για να φτάσεις στη δικαιοσύνη. Αυτό ήταν ένα από τα βασικά λενινιστικά (και μαοϊκά) μαθήματα που παρέδωσε ο σύγχρονος κομμουνισμός, σε αντιπαράθεση με τους ηρωϊκούς αλλά χαμένους προγόνους της παρισινής Κομμούνας ή της βραχύβιας άνοιξης του 1848. Η πορεία όμως αυτή οδήγησε όχι από την ισχύ στην δικαιοσύνη αλλά από την ισχύ στην καταστροφή: στην τυραννία της ωμής ισχύος, δηλαδή στην ολική έκθλιψη της δικαιοσύνης.

Στους αντίποδες της "λενινιστικής αλληλουχίας" μέσα στην μαρξιστική παράδοση του 20ου αιώνα θα πρέπει κανείς να τοποθετήσει κάτι που θα ονόμαζα "ηθική της αδυναμίας": οι βασικοί της εκφραστές είναι οι Theodor Adorno και Walter Benjamin στην Γερμανία, και οι ρίζες της είναι βαθιά χωμένες στην ιουδαϊκή θεολογία. Η ηθική της αδυναμίας, θα μπορούσε να πει κανείς, κατέληξε επίσης στην καταστροφή: στάθηκε ανίκανη, παρ' όλες τις προσπάθειές της, να σταματήσει την φασιστοποίηση της κοινωνίας. Ο Benjamin αυτοκτόνησε το 1940, ο Adorno γλίτωσε με την πρώιμη αυτοξεορία στις ΗΠΑ. Δεν ήταν οι μόνοι. Μία σειρά από εξέχοντες φιλοσόφους, ποιητές και διανοητές εβραϊκής καταγωγής που εστιάστηκαν στην ηθική της αδυναμίας, δηλαδή στην ηθική της δικαιοσύνης χωρίς ισχύ, κατέληξαν στα κρεματόρια ή την εξορία. Και φυσικά, δεν κατάφεραν στο παραμικρό να αποτρέψουν την γενοκτονία των Εβραίων της Ευρώπης, μία γενοκτονία, που ας επισημανθεί, βρήκε ελάχιστη έως ανύπαρκτη ένοπλη αντίσταση από την ιουδαϊκή κοινότητα (έχουμε την τιμή οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης να αποτελούν λαμπρή εξαίρεση).

Τόσο λοιπόν η θέση της απαρχής από την ισχύ όσο και αυτή της ηθικής της αδυναμίας οδήγησαν στον όλεθρο. Όχι με τον ίδιο τρόπο, φυσικά· με τον τρόπο που προσιδιάζει στην εσωτερική λογική της κάθε μίας: η θέση της απαρχής από την ισχύ οδήγησε ενεργητικά στην απολυτοποίηση της ισχύος, την πλήρη αποκόλλησή της από την δικαιοσύνη, ενώ η ηθική της αδυναμίας παραδόθηκε σχεδόν χωρίς αντίσταση στην εγκληματική και ωμή βία του αντιπάλου.

Σήμερα, η μαρξιστική σκέψη δεν βρίσκεται και τόσο μακριά από αυτό το δίπολο. Από τη μία, διανοητές όπως οι Badiou και Zizek επικεντρώνονται στην ανάγκη υπέρβασης της "ηθικής του θύματος" και της εξύψωσης της αδυναμίας σε ηθική στάση· στους αντίποδες, θεωρητικοί όπως ο Agamben συνεχίζουν την ιουδαϊκή παράδοση σκέψης, επιμένοντας να διεκδικούν την αξία και σημασία της διαφύλαξης της ηθικής του ανίσχυρου και του καταφρονεμένου, κόντρα σε κάθε υποστασιοποίηση της κρατικής ή κομματικής ισχύος, και κόντρα σε κάθε απόπειρα της απαρχής της κοινωνικής μετουσίωσης από την ισχύ.

Ίσως όχι τυχαία, τόσο ο Badiou όσο και ο Zizek έχουν κατηγορηθεί για αντισημιτισμό: το δίλημμα Πασκάλ βρίσκεται στην πραγματικότητα στο κέντρο μιας υπόγειας αλλά μακροχρόνιας έντασης ανάμεσα στις "εθνικές/άθεες" και τις "ιουδαϊκές/κοσμικές" εκδοχές του μαρξισμού. Η ίδια ένταση εγγράφεται νομίζω και σε ό,τι αφορά την συνάντηση αριστεράς και φεμινιστικού κινήματος στη δύση, εφόσον το δεύτερο είναι σαφώς πιο δεκτικό στην παράδοση της "ηθικής της αδυναμίας" από ότι σ' αυτή της "λενινιστικής αλληλουχίας." Στους αντίποδες της λενινιστικής επικέντρωσης στην κατάληψη ισχύος, η ηθική της αδυναμίας συνασπίζει μια σειρά από ομάδες που νιώθουν υπόρρητα παραγκωνισμένες από την λενινιστική αλληλουχία, ομάδες των οποίων ο βασικός πυρήνας σκέψης στρέφεται γύρω από τον πυρήνα ενός οιονεί ιουδαϊκού (και ίσως και αιρετικά χριστιανικού) αναρχισμού, με βαθιά καχυποψία απέναντι στη γλώσσα της επικράτησης και του θριάμβου, και με ισχυρές αντιστάσεις απέναντι στην σύγχυση νόμου και δικαίου. Το δίκαιο σε αυτή την περίπτωση είναι αυτό ακριβώς που ο (κάθε) νόμος, ως ενσάρκωση της ισχύος, προδίδει.

Η προσωπική μου θέση είναι ότι μετά την σχεδόν χωρίς αντίπαλο (αν εξαιρέσουμε σε ένα βαθμό τους Laclau-Mouffe) κυριαρχία της "ηθικής της αδυναμίας" στον νεομαρξιστικό φιλοσοφικό χώρο κατά τις "νεοφιλελεύθερες" δεκαετίες του 80 και του 90, ήταν απαραίτητη η επιστροφή στα διδάγματα της λενινιστικής αλληλουχίας. Ήταν απαραίτητη η φιλοσοφική (και όχι απλά η πρακτική) επαναδιεκδίκηση των εννοιών της ισχύος, της οργάνωσης, της επαναστατικής βίας· η αποκόλλησή τους από το πεδίο του ταμπού στο οποίο είχαν περιπέσει σε ό,τι αφορά την φιλοσοφική σκέψη. Δεν είναι όμως αρκετή. Αν ο μαρξισμός του μέλλοντος θέλει να έχει ελπίδες, θα πρέπει να βρει ένα νέο τρόπο επίλυσης του πασκαλικού διλήμματος, ο οποίος δεν θα ξανα-αφήσει ούτε την απαρχή από την ισχύ ούτε την ηθική της αδυναμίας να αποκτήσουν απόλυτη διανοητική και πολιτική ηγεμονία. Το αν αυτό υπαγορεύει την ανάγκη μιας αδιανόητης ακόμα σύνθεσης ή μιας ευέλικτης τακτικής προσαρμογής πότε με βάση τον ένα πόλο και πότε με βάση τον άλλο--ή κάτι διαφορετικό και από τα δύο--μένει να αποδειχθεί.

Όσο για την Ελλάδα, θεωρώ ότι τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά σε ό,τι αφορά τις εννοιολογικές ισορροπίες. Ούτε η ιουδαϊκή παράδοση ούτε ο φεμινιστικός ακτιβισμός κατάφεραν να ριζώσουν σε σημαντικό βαθμό μέσα στην ευρύτερη παράδοση της εγχώριας αριστεράς. Η απουσία τους εκδηλώνεται δραματικά μέσα από την παγιοποίηση και κανονικοποίηση, ακόμη και στον "αντιεξουσιαστικό" υποτίθεται χώρο, ενός λεξιλογίου βίαιας αντιπαράθεσης που δεν δείχνει τον παραμικρό σεβασμό για την αδυναμία, αναπαράγωντας ουσιαστικά την λατρεία της ωμής ισχύος την οποία υποτίθεται ότι αντιπαρέρχεται. Το περίφημο παιχνίδι "μπάτσων-αντιεξουσιαστών" βρίθει από υπερσυγκέντρωση τεστοστερόνης και διαγωνισμούς επιθετικού ανδρισμού, και οι ηγετικές δυνατότητες των γυναικών παραμένουν πρακτικά τόσο αναξιοποίητες από μεγάλο κομμάτι της ελληνικής άκρας αριστεράς όσο είναι αδιανόητες και για τους θανάσιμους εχθρούς της.

Η περίπτωση Κούνεβα είναι ένα ισχυρότατο και ιδιαίτερα καλοδεχούμενο ράπισμα στην αφόρητα macho γλώσσα της πολιτικής εν Ελλάδι. Και φυσικά, δραματοποιεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την τρομακτική ηθικοπολιτική δύναμη που είναι εφικτό να περιέχει η φυσική αδυναμία όταν ενώνεται με τον ακτιβιστικό προσανατολισμό στην σύγκρουση με το κοινωνικό καθεστώς των πραγμάτων· και αντιστρόφως, την αξιοθρήνητη αδυναμία της ωμής δύναμης όταν υποστασιοποιεί την βραχυπρόθεσμη "νίκη" με κάθε τίμημα, παραμερίζοντας με οργισμένη ανυπομονησία την αδύναμη γλώσσα της δικαιοσύνης.




1 σχόλιο:

exiledinberlin είπε...

Δεν είναι τυχαία η παραλλαγή του βιβλίου του Agamben σε "Homo sucker". :)))))

Συμφωνώ με το κείμενο. Διεισδυτικότατο.