Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Όταν ο Freud συνάντησε τους Μίκη Μάο


"Στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχουν θέσεις και πρόσωπα αποδεκτά, λιγότερο αποδεκτά, αμφιλεγόμενα ή μη αποδεκτά. Οι διαθέσιμοι ρόλοι στην δική μας δημόσια σφαίρα χαρακτηρίζονται σχεδόν πάντα από την ταλάντωση ανάμεσα στη θετική και την αρνητική υπερβολή": αυτά έγραφα πριν ένα δεκαήμερο σε ένα κείμενο με τίτλο "Λιγότερο Ζολά, περισσότερο Μαρξ." Διαβάζοντας σήμερα (για όσο άντεξα) τους ατελείωτους διαξιφισμούς περί Μίκη, Λάκη, και Πυρήνων στο tvxs τα θυμήθηκα. Και μαζί μου ήρθαν στον νου κάποια αποσπάσματα από ένα παλιό βιβλίο, το οποίο μάλλον αυτοπροτείνεται για ανάγνωση κάθε φορά που γίνεται λόγος για "ιερές αγελάδες", "βεβήλωση", "βλασφημία" και άλλα τινά.

Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι οι Μίκηδες μας απασχολούν ως θέματα προβληματισμού (όπως και θα πρεπε) μόνο όταν μπει στη μέση η κατσαρόλα, οι απειλές, οι αποκηρύξεις, και οι τηλε-προκλήσεις ένθεν κακείθεν. Αλλά τότε έχει ήδη χαθεί το τραίνο, μια και το μόνο που επιτρέπεται από εκείνο το σημείο και μετά είναι το εκβιαστικό παιχνίδι "ή τοτέμ ή ταμπού": η ίδια, πάντα η ίδια συλλογική αμφιταλάντευση ανάμεσα στην (πάντα προσωποπαγή) θεοποίηση ή δαιμονοποίηση (αειθαλής πατέρας της αριστεράς/προδότης τσαρλατάνος vs Ρομπέν των δασών/θρασύδειλη αληταρία· heroes και villains: μορφές της ακατάσχετης ηθικολογίας ως υποκατάστατου πολιτικής σκέψης).

Η ίδια, συνεπώς, έφεση στο μπούγιο. Τα ίδια ψευδο-διλήμματα (και όχι, δεν λέω ότι είναι ισοβαρείς οι επιλογές, απλά λογικά αλληλένδετες και αλληλο-ενισχυόμενες). Το ίδιο γράψιμο στα παλαιότερα των υποδημάτων μας της ευθύνης του καθένα μας για κριτική αυτοδιάθεση και όχι για λατρευτικο-απαξιωτικό ετεροκαθορισμό. Η ίδια αδυναμία κατανόησης της ρήσης του Καντ ("διαφωτισμός είναι το ανθρώπινο ξεπέρασμα της αυτο-επιβαλλόμενης ανωριμότητας") ή της αντίστοιχης του Σπινόζα: "ούτε να γελάς, ούτε να κλαις, ούτε να περιφρονείς, αλλά να κατανοείς." Η ίδια σπουδή να πάρουμε και μεις θέση στο γαϊτανάκι της "κοινής γνώμης", πριν χαθεί το τραίνο (ποιο τραίνο όμως; το χαμένο;), να προσθέσουμε τη δική μας εκκωφαντική ατάκα στην αντι-διαλεκτική των κωφών.

Επιλογές, επιλογές: να γελάσουμε με τον πολιτικά οπορτουνιστή γέροντα που διάλεξε να πάρει τηλεοπτική θέση για να τα βάλει με τα παιδαρέλια, να κλάψουμε για την κατάντια της "μαχόμενης αριστεράς" που κατέληξε να εκσφενδονίζει ανώνυμες απειλές σε γερασμένα celebrities, να περιφρονήσουμε όσους γελούν όταν εμείς κλαίμε και όσους κλαίνε όταν εμείς γελούμε; Όλα τους εφικτά και νόμιμα. Διαλέχτε και πάρτε. Εκτός από την κατανόηση του γιατί φτάσαμε να περιμένουμε από κάποιον άλλο να μας σώσει ή να αναλάβει την ενοχή της προδοσίας μας (λες και δεν είναι κάθε προδοσία πρώτα από όλα εσωτερική). Η κατανόηση κοστίζει. Κοστίζει μια κάποια καθυστέρηση, ένα βήμα πίσω, μια κάποια απόσταση απ' την επένδυση στο χρηματιστήριο των λογής εν λευκώ "αντιπροσώπων" που αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν την δική μας, υποτίθεται, αντίσταση στις δικές μας (πνευματικές και όχι μόνο υλικές) συνθήκες ζωής. Κοστίζει μια κάποια καχυποψία για το "αυθόρμητο" των δομών συναισθήματος που παρουσιάζονται ως οι μοναδικές επιλογές αφού απορριφθεί κάθε επιλογή που δεν παίζει το παιχνίδι της καταγγελίας και της καταγγελίας της καταγγελίας, αφού συρρικνωθεί η εφικτή πολιτική σε πεντάλεπτες θυσίες στη θεά της διαμεσολαβημένης (τουτέστιν, "μηντιακής") δημοκρατίας, που δεν είναι άλλη από την ταχέως παραγόμενη, ταχέως καταναλούμενη ατάκα (βαρβαριστί, soundbite). Αντί άλλου συμπεράσματατος, μερικές αράδες μπας και επέλθει λίγη αναστοχαστική διαύγεια για το πώς καταφέρνει να μπερδεύει την ουσιαστικά θεολογικού χαρακτήρα ταυτολογία με την κριτική διαφωνία ο δημόσιος λόγος μας. Freud, Τοτέμ και Ταμπού:

Η συμπεριφορά των πρωτόγονων φυλών απέναντι στους αρχηγούς τους, του βασιλείς και τους ιερείς, ελέγχεται από δύο αρχές, οι οποίες μοιάζουν μάλλον να συμπληρώνουν παρά να αντικρούουν η μία την άλλη: πρέπει και να φυλάγονται και να φυλαγόμαστε από αυτούς.
[...]
Οι φυλές αυτές το θεωρούν απαραίτητο να παρακολουθούν τους βασιλείς τους για να βεβαιωθούν ότι χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους με τον σωστό τρόπο· δεν είναι καθόλου βέβαιες για τις καλές τους προθέσεις ή την ευσυνειδησία τους. Μια κάποια έλλειψη εμπιστοσύνης αναμειγνύεται με το κίνητρο των κανόνων ταμπού που αφορούν τον βασιλέα. [...] Η ζωή του είναι πολύτιμη μόνο εφόσον εκπληρώνει τα καθήκοντά του ελέγχοντας την πορεία της φύσης προς ώφελος των υπηκόων του. Μόλις αποτύχει να το κάνει, η φροντίδα, η αφιέρωση, η θρησκευτική λατρεία με την οποία τον περιέβαλλαν σταματούν και μεταλάσσονται σε μίσος και περιφρόνηση· απορρίπτεται ατιμωτικά και πρέπει να είναι ευγνώμων αν τον αφήσουν να επιζήσει. Λατρεμένος ως θεός τη μια μέρα, δολοφονείται ως εγκληματίας την επόμενη. Αλλά αυτή η αλλαγμένη συμπεριφορά του λαού δεν έχει κάτι το ιδιότροπο ή ασυνεπές. Το αντίθετο, η συμπεριφορά τους είναι μάλλον συνεπής. Αν ο βασιλιάς τους είναι ο θεός τους τότε είναι, ή πρέπει να είναι, και ο προστάτης τους· και αν δεν τους προστατεύει πρέπει να κάνει χώρο για κάποιον που θα το κάνει.








Δεν υπάρχουν σχόλια: