Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Φονταμενταλισμός και φιλελευθερισμός, ή περί των ορίων της πρακτικής του συνηγόρου του διαβόλου (τρίτο μέρος)





Τα όρια του ανεκδοτολογικού

Ένα από τα βασικά συστατικά της δημοφιλίας του Ζίζεκ είναι η πραγματικά ασύγκριτη ικανότητά του να ανασύρει κάθε λογής ανεκδοτολογικό υλικό για να διασαφηνίσει τις θεωρητικές του θέσεις. Το εύρος του υλικού αυτού (ιστορικά γεγονότα, πολιτική, λαϊκή και μαζική κουλτούρα, λογοτεχνικά και φιλοσοφικά έργα, κινηματογράφος, ανέκδοτα, βιογραφικές λεπτομέρειες, κλπ), καθώς και η γλαφυρότητά τους, αποτελούν στοιχεία που καθιστούν τα έργα του ιδιαίτερα θελκτικά για τον αναγνώστη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι ως τέτοια, τα "παραδείγματα" δεν αποδεικνύουν απολύτως τίποτε. Η καταστροφή των αγαλμάτων από τους Ταλιμπάν, ή ο ξυλοδαρμός των σκληροπυρηνικών ορθοδόξων στην Κύπρο, για να μιλήσουμε για δύο από τα παραδείγματα που αναφέραμε εδώ, μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Αποτελούν αδρανή θραύσματα της καθημερινότητας έως ότου αδραχτούν από κάποιο ερμηνευτικό πλαίσιο. Ο κίνδυνος στο έργο του Ζίζεκ είναι η φετιχοποίηση του παραδείγματος, το οποίο συσσωρεύεται αδιακρίτως, ώστε πολύ διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα ή τάξεις λόγου να αντιμετωπίζονται σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένα ομοιογενές "αλεύρι στο μύλο" της θεωρητικής μηχανής. Έτσι, για να χρησιμοποιήσουμε μια θρησκευτικού χαρακτήρα αλληγορία, δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η θεωρητική αφαίρεση μπορεί να ενσαρκωθεί στην καθημερινότητα χωρίς προβληματικά υπολείμματα, χωρίς αμφίσημα ή αξεδιάλυτα σημεία· και ταυτόχρονα, η ψευδαίσθηση ότι το Χ ή Ψ παράδειγμα είναι ήδη θεωρητικά διάφανο ή αυτονόητο.

Η τάση του Ζίζεκ, και είναι μια τάση την οποία προς τιμήν του έχει κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ελέγξει, είναι να καταστήσει τα παραδείγματα κυρίαρχα στοιχεία της ανάλυσης, προσφεύγοντας σε αυτά με υπερβολική ευκολία όταν θα έπρεπε μάλλον να ασχολείται σοβαρότερα με την λογική συνοχή των θεωρητικών ή πολιτικών του επιχειρημάτων. Σε αυτό το επίπεδο (και μόνο σ' αυτό), βρίσκω προσωπικά μια έντονη συγγένεια μεταξύ του πολιτικού Ζίζεκ και του ύστερου, "πολιτικού" Ντεριντά, του οποίου οι προσπάθειες ανάδειξης της "πολιτικότητας" της αποδόμησης ταλαντεύονται ανάμεσα στην φιλοσοφική αφαίρεση και την δημοσιογραφική ανεκδοτολογία, χωρίς ποτέ να αγγίξουν τον ενδιάμεσο χώρο της μελέτης συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συσχετισμών με κάποιο βαθμό ενδελέχειας. Δεν είναι ότι ο Ζίζεκ είναι κρυφά ντεριντιανός ή το αντίστροφο. Είναι ότι σε ό,τι αφορά την πολιτική είναι και οι δύο αθεράπευτα εγελο-καντιανοί, με την έννοια ότι για αυτούς, όπως και για τους φιλοσοφικούς προγόνους τους, η ιστορία δεν είναι ένα δύστροπα πυκνογραμμένο και ερμηνευτικά αμφίρροπο πεδίο συγκρούσεων, μεταλλάξεων ή συμπαιγνιών, αλλά μια αποθήκη δειγμάτων που προσφέρονται για την διασαφήνιση ή νομιμοποίηση της μίας ή της άλλης υπερβατικής αρχής--είτε αυτή είναι η έννοια του κοσμοϊστορικού συμβάντος (Χέγκελ), είτε της αιώνιας ειρήνης (Καντ), είτε του λακανικού πραγματικού (Ζίζεκ), είτε της μίας ή της άλλης μορφής του οιονεί υπερβατικού (Ντεριντά).

Στον αντίποδα, και στον αντίποδα των εξίσου παθιασμένων και ανερμάτιστων ζιζεκικών εντρυφήσεων στη θρησκεία, υπάρχει μια μαρξιστική φωνή η οποία, μετά από ένα σύντομο διάστημα αποκατάστασης (ελέω Laclau και Mouffe κυρίως), μοιάζει να έχει περάσει και πάλι στην αφάνεια για τους σύγχρονους επροσώπους του μαρξισμού (και όχι μόνο για τον Ζίζεκ). Αναφέρομαι στον Αντόνιο Γκράμσι, τον σημαντικότερο μαρξιστή αναλυτή του πολιτικο-ιδεολογικού ρόλου της θρησκείας, και κυρίως του καθολικισμού (στον φιλελεύθερο αντίποδα, υπάρχει βέβαια ο Weber· αλλά ο Ζίζεκ προτιμά να μιλάει για την θρησκεία χωρίς καμμία αναφορά στον πρώτο και με ελάχιστες στον δεύτερο). Κόντρα στην πρακτική ενός enfant terrible που θεωρεί ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τη θρησκεία σε μέσο πρόκλησης των νεφελωδώς "εκκοσμικευμένων" αντιπάλων ενός εξίσου νεφελώδους "φιλελευθερισμού", ο Γκράμσι δεν επιδώκει να προκαλέσει, αλλά να καταλάβει. Δεν ενδιαφέρεται για την ποτ πουρί δειγματοληψία αλλά για την θεωρητικοποίηση μιας σαφώς πλαισιωμένης ιστορικής εμπειρίας. Μιλάει πάντα μέσα από το ιστορικό αρχείο, μελετώντας συγκεκριμένους συσχετισμούς, συγκεκριμένες μεταμορφώσεις και μετατοπίσεις, και συγκεκριμένα ιστορικο-πολιτικά συμφραζόμενα (το "Σημειώσεις για την ιταλική ιστορία" είνα, για μένα τουλάχιστον, σημαντικότερη συνεισφορά στην υλιστική και πολιτική θεώρηση των θρησκευτικών μορφωμάτων από ό,τι ολόκληρο το έργο του Ζίζεκ).

Θα ήθελα λοιπόν να κλείσω αυτό το κάπως εκτενές σχόλιο στο κείμενο του Νικόλα Δευτερά για τον φονταμενταλισμό και τον φιλελευθερισμό με δυο γραμμές του αναντικατάστατου ακόμα Ιταλού:

Η θρησκεία και η "κοινή λογική" δεν μπορούν να καταστήσουν νοηματική τάξη, γιατί δεν μπορούν να αναχθούν στην ενότητα και την συνοχή ακόμα και μέσα στην ατομική συνείδηση, πόσο δε μάλλον στη συλλογική. 'Η μάλλον δεν μπορούν να το κάνουν "ελεύθερα"· κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με αυταρχικά μέσα, και βέβαια σε κάποιο βαθμό αυτό έχει ήδη επιτευχθεί στο παρελθόν (Antonio Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, 326--εμφάσεις δικές μου).





Δεν υπάρχουν σχόλια: