Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Οι κόρες της Αντιγόνης: Ρόζα Λούξεμπουργκ (τρίτο μέρος)


Το πέρασμα του χρόνου δημιούργησε ένα χάσμα ανάμεσά τους. Η αντίληψή της για τον εαυτό της και για την θέση του Jogiches σε σχέση με την ίδια ήταν διαφορετική όταν ήταν στα τριάντα της και διάσημη από όταν ήταν είκοσι και άγνωστη. Ο Jogiches, στη μέση των τριάντα του, συνειδητοποίησε πλήρως το χάσμα ανάμεσα στις νεανικές του φιλοδοξίες και τις απογοητεύσεις της πραγματικότητας. Ενώ η δική της μετάβαση από την νεότητα στην ώριμη ηλικία χαρακτηρίστηκε από επιτυχίες και αναγνώριση, για αυτόν ήταν το αντίο στα όνειρά του για ισχύ.

Αυτή ήθελε να "ζήσουν όπως οι άλλοι," να έχουν γαλήνιες και τακτοποιημένες ζωές, όσο και αν η τάξη και η γαλήνη ήταν ανέφικτη και για τους δυο. Πάντα ήθελε το αδύνατο. Και στην πολιτική, αγωνίστηκε για την επανάσταση αλλά απεχθανόταν τη βία και την αιματοχυσία. [...] Τον έσπρωχνε και τον πίεζε για μια ανέφικτη "γαλήνια ζωή", ταυτόχρονα αναγνωρίζοντας και ξεχνώντας την σιωπηλή του κόλαση. Η διαρκής του αγωνία, το σαράκι που τον έτρωγε ήταν κάτι που η ίδια έβλεπε ως "παράλογη πνευματική αυτοκτονία". "Πέθαινε", υποστήριζε, "για κανένα άλλο λόγο παρά εξαιτίας της τρέλας του." Στην απελπισία της στράφηκε σε άλλον.

[...]

Μετά την οριστικοποίηση του χωρισμού τους το 1907, έζησαν χωριστά, αλλά όχι ως ξένοι. Όλες οι προσπάθειές του να την ξανακερδίσει απέτυχαν. Υπήρχε πόνος και οργή, αλλά η σύνδεση επιβίωσε. Συνέχισαν να εργάζονται μαζί, με τα νεανικά τους όνειρα για κοινωνική επανάσταση ανέγγιχτα.

Υπήρξαν άλλες σχέσεις στις ζωή της, σχέσεις χωρίς νόημα. Ίσως θέλησε να αποδείξει στον Jogiches ή στον εαυτό της ότι, όπως του έγραψε κάποια φορά, "δεν χρειάζομαι την αγάπη σου ... μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτή." Αλλά ούτε τότε, ούτε αργότερα μπόρεσε. Χρόνια πριν, φτάνοντας στα άκρα μπροστά στην ψυχρότητά του είχε αναφωνήσει "θα μπορούσα να σε σκοτώσω!" Δεν τον σκότωσε. Συνέχισε, ζώντας μια απομίμηση της ζωής έως ότου, τον Γενάρη του 1919, δολοφονήθηκε. Δύο μήνες αργότερα, και ενώ ήταν στο κατόπι των δολοφόνων της, δολοφονήθηκε και ο Jogiches.

Ως γυναίκα και Εβραία, η Λούξεμπουργκ ενσάρκωνε δύο καταπιεσμένες ομάδες. Μεγάλωσε σε ένα διάστημα όπου και οι δυο τους είχαν αρχίσει να δείχνουν σημάδια αναταραχής και ανησυχίας.

[...]

Στην Πολωνία, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η εκβιομηχάνιση υπονόμευσε τις κατεστημένες συμπεριφορές: η δύναμη και το χρήμα πέρασαν σε διαφορετικά χέρια. Η φεουδαρχική ελίτ--η Καθολική εκκλησία και η κληρονομική αριστοκρατία--είδε την ανάδυση μιας νέας ελίτ: της αστικής τάξης. Η πτωχευμένη αριστοκρατία δεν μπορούσε πλέον να στηρίξει ευγενείς ιππότες και ρομαντικές παρθένους. Ο άνδρας, ο οποίος ως τότε είχε τα προνόμια της περιουσίας και της γενητικής του ταυτότητας, προσπάθησε να αναπληρώσει την μειωμένη του επίδραση δίνοντας έμφαση στην νοητική και φυσική του ανωτερότητα. Το εξίσου αποψιλωμένο από περιουσία θηλυκό του ανάλογο κατέληγε συχνά να ασκεί το επάγγελμα της νταντάς, ή, προκειμένου να σώσει την οικογένειά της από την πτώχευση, να παντρευτεί κάποιον από τους νεόπλουτους. Η νέα κυρίαρχη τάξη, όπως και η παλιά, χρησιμοποίησε τις γυναίκες ως μέσα συσσώρευσης περιουσιών και μεταβίβασης επιθυμητών τίτλων τιμής. Ανάμεσα στην αναδυόμενη τάξη των διανοουμένων, ο σταδιακά εντεινόμενος ανταγωνισμός για επαγγελματικές θέσεις εντατικοποίησε τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα φύλα. Ως μέλη του αυξανόμενου αστικού προλεταριάτου, οι γυναίκες εργάτριες ήταν στο χαμηλότερο στρώμα από όλα.

Αυτή η νέα ομαδοποίηση των κοινωνικών τάξεων περιέλαβε τους Εβραίους. Τα προνόμια και οι περιορισμοί που είχαν τις απαρχές τους στον 13ο αιώνα μεταβλήθηκαν στη δεκαετία του 1860. Υπήρξε επίσης αυξημένη μετανάστευση από τις μικρές πόλεις και από τα χωριά στα αστικά κέντρα. Εκεί, κάποιοι λίγοι Εβραίοι κατόρθωσαν να διακριθούν στα γράμματα, τα επαγγέλματα και τον πλούτο·πολλοί ενώθηκαν με το προλεταριάτο, και ορισμένοι με το λούμπεν προλεταριάτο. Η οικογένεια Λούξεμπουργκ επίσης εγκατέλειψε μια μικρή πόλη για την Βαρσοβία. Όπως πολλοί μορφωμένοι και ενσωματωμένοι Εβραίοι, ταυτίστηκαν με τους Πολωνούς και έδωσαν στα παιδιά τους σύγχρονη εκπαίδευση. Ο πατέρας της Λούξεμπουργκ ήταν τυπικό δείγμα των Εβραίων εκείνων που στήριζαν τον αγώνα για πολωνική ανεξαρτησία. Πολλοί από αυτούς στήριξαν την εξέγερση του 1863 που έφερε περαιτέρω αλλαγές.

Στην εξέγερση εκείνη, γνωστή συχνά και ως "πόλεμος των γυναικών", οι γυναίκες έδειξαν ότι ήταν ικανές συνομώτριες και συντρόφισσες στα όπλα. Οι ρώσοι χρονικογράφοι που "απέδωσαν την λύσσα της αντίστασης και του μακροχρόνιου αγώνα στα αστραφτερά μάτια και το υψηλό φρόνημα των πολωνίδων" μάλλον παρανόησαν τα στοιχειώδη. Είχαν ήδη μεσολαβήσει δύο δεκαετίες που οι γυναίκες μεταμορφωνόντουσαν σε πολεμίστριες. Απαιτούσαν αναγνώριση όχι απλά για τις γυναικείες τους αρετές αλλά και για την ικανότητά τους να σκέφτονται και να εργάζονται. Αν η αρχική τους συμπεριφορά--η μίμηση των ανδρών, η καταδίκη του γάμου, η απόρριψη της κοινής γνώμης--δημιούργησε απέχθεια, οι ίδιες ήταν ήδη αρκετά αηδιασμένες με τη θέση τους ως "παρθένες", "κούκλες", και "άγγελοι", ώστε να επιθυμούν να προκαλέσουν την εκκλησία, την παράδοση, και την κοινωνία. Πετώντας τούλια και βελούδα αποκαλύφθηκαν ως μια δύναμη που ήταν κανείς υποχρεωμένος να πάρει σοβαρά.

[...]

Η μόρφωση ήταν--τόσο στις γυναίκες όσο και στους Εβραίους--ένα μέσο διαφυγής από την καταπίεση. Αλλά από μόνη της, η μόρφωση δεν επαρκούσε. Η επανάσταση--ή ο σοσιαλισμός--ήταν για την γενιά της Λούξεμπουργκ η πανάκεια για τα κακά της εποχής.

Η εικόνα της γυναίκας ως επαναστάτριας ήταν ζωτικό κομμάτι των νεανικών χρόνων της Λούξεμπουργκ. Ήταν οχτώ χρονων όταν η Βέρα Ζάσουλιτς μπήκε στο γραφείο του στρατηγού Τρέποφ, διοικητή της Πετρούπολης, και τον πυροβόλησε εξ επαφής. Ήταν έντεκα όταν η Σοφία Πετρόφσκαγια, κόρη ενός ρώσου στρατηγού, εκτελέστηκε για την συμμετοχή της στην δολοφονία του Τσάρου Αλέξανδρου του δεύτερου. Όταν αποφοιτούσε από το γυμνάσιο, η ηλικίας 21 ετών Μαρία Μπόχους, μια απ' τις ηγέτριες του πρώτου πολωνικού κόμματος του εργατικού προλεταριάτου, πέθανε στην εξορία στη Σιβηρία. Την ίδια τύχη είχε και η επαναστάτρια Ροζαλία Φέλσενχαρντ, κόρη ενός εβραίου γιατρού. Η Αλεξάντρα Τζέντις, μια γυναίκα μεγάλης ευφυίας και ομορφιάς και ιδρύτρια του προλεταριακού κόμματος, φυλακίστηκε μαζί με τον εραστή της, Λούντβιχ Βαρίνσκι, ιδρυτή του κόμματος. Εξορίστηκε· αυτός πέθανε στα ρωσικά μπουντρούμια.




Δεν υπάρχουν σχόλια: