Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Ποδόσφαιρο και φιλοσοφία


Όπως μου θύμισε ο φίλος καλώδια (εγώ, ομολογώ, έχω μάλλον ξενερώσει με την ομάδα φέτος), έχουμε ντέρμπι σε λίγες μέρες. Οπότε θυμήθηκα ένα παλιότερο κειμενάκι μου με τίτλο αυτόν που βλέπετε. Και το αναδημοσιεύω εδώ. Άντε, και με την νίκη στην Ολυμπιακάρα.


Σοβαρά παιχνίδια

Στo αξεπέραστο σκετς τους “International Philosophy” οι Monty Python εκμεταλλεύτηκαν χιουμοριστικά την ιδέα της συνάντησης δύο κόσμων που εκ πρώτης όψεως είναι εντελώς ασύμβατοι μεταξύ τους: από τη μία αυτόν του ποδοσφαίρου, ενός λαϊκού και μαζικού αθλήματος που δεν διεκδικεί ούτε τις δάφνες του κλασικού αθλητισμού ούτε τον ταξικά εκλεπτυσμένο χαρακτήρα άλλων σύγχρονων αθλημάτων, και από την άλλη της φιλοσοφίας, της πιο “υψηλής,” πιο ατομικά εκφραζόμενης και πιο δυσνόητης των επιστημών του ανθρώπου. Το κωμικό στοιχείο προέκυπτε από την εκ των προτέρων δεδομένη δια της κοινής λογικής αδυναμία των φιλοσόφων—Ελλήνων και Γερμανών—να “παίξουν μπάλα,” την ασυμβατότητα τους δηλαδή με το παιχνίδι ως γενικότερη έκφανση ενός ζειν που είναι απαλλαγμένο από την βλοσυρή φιλοσοφική βαρύτητα, και με το ποδοσφαιρικό παιχνίδι ως ειδικότερη έκφραση αυτού του ζειν.

Θα ήταν όμως ελλειπής, και ελλειπής φιλοσοφικά, η συζήτηση του σκετς αυτού, αν δεν παρατηρούσε κανείς ότι αυτό που του χαρίζει κάτι παραπάνω από εφήμερη χάρη είναι η κρυφή σαγήνη αυτής ακριβώς της εικόνας: η ιδέα δηλαδή της χαρμόσυνης συμφιλίωσης μιας φιλοσοφίας που μαθαίνει να “παίζει μπάλα,” και ενός ποδοσφαίρου που μαθαίνει να φιλοσοφεί--να φιλοσοφεί πρακτικά, μέσω του τρόπου με τον οποίο παίζει. Όχι τυχαία, ο σκόρερ του εν λόγω αγώνα είναι ο Σωκράτης, ο πιο παιχνιδιάρης ίσως των φιλοσόφων, αυτός για τον οποίο ήταν πάντα δύσκολο να αποφασίσει κανείς αν μιλάει σοβαρά ή όχι, ή αν στο λόγο του σοβαρότητα και παιχνίδι ήταν ασύμβατες κατηγορίες. Και το γκολ, όπως θα ταίριαζε σε ένα πολέμιο των σοφιστών που στον Τίμαιο ταυτίζει τον εαυτό του μαζί τους, είναι εμπνευσμένα αμφισβητούμενο, όπως όλα τα γκολ φιλοσόφων στους αντιπάλους τους—του Σωκράτη στους Σοφιστές, του Χέγκελ στον Καντ, του Νίτσε στον Σωκράτη, του Μαρξ στον Χέγκελ, του Χάιντεγκερ σε όλους τους προηγούμενους, ή του Ντεριντά στον Χάιντεγκερ.

Υπάρχει λοιπόν τρόπος να πάρει κανείς το σκετς αυτό για την ιλαρή συνάντηση του παιγνίου και της φιλοσοφικής σοβαρότητας σοβαρά—που σημαίνει αναγκαστικά παιγνιωδώς, μιας και για να θυμηθούμε πάλι τον Σωκράτη, η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα σοβαρό παιχνίδι. Αυτό ίσως είναι το νόημα της διαβόητης δήλωσης του Ζακ Ντεριντά, γνωστού μεταξύ άλλων για τα εξόχως διεισδυτικά γλωσσικά του παίγνια, ότι το όνειρό του ήταν να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής (γεννημένος στην Αλγερία, πιθανότατα θα ήθελε να είχε γίνει ένας Ζινεντίν Ζιντάν avant la lettre). Αλλά και στα καθ ‘ημάς, ο επίσης εκλιπών Παναγιώτης Κονδύλης, ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κριτικής απέναντι στον φιλελευθερισμό πολιτικής φιλοσοφίας, δεν είχε παραλείψει να δηλώσει ότι το μόνο που κάνει στην Γερμανία όταν δεν διαβάζει ή γράφει είναι να ασχολείται με το ποδόσφαιρο (βλέποντας ίσως στον ποδοσφαιρικό αγώνα κάτι σαν την τελετουργικά επαναλαμβανόμενη έκφραση της πρωταρχικότητας της σύγκρουσης και του αγώνα που συνδέει τον Ηράκλειτο και την αρχαία θεωρία του πολιτικού με τον αντι-φιλελευθερισμό του Μαρξ ή του Σμιτ).

Υπάρχει κάτι περισσότερο από ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον σε αυτά τα παραδείγματα? Υπάρχει η δυνατότητα, με άλλα λόγια, να σκεφτεί κανείς φιλοσοφικά τόσο για το ποδόσφαιρο (κοιτάζοντας δηλαδή το παιχνίδι από έξω προς τα μέσα) όσο και με το ποδόσφαιρο (συναντώντας δηλαδή τη φιλοσοφία μέσα από την αυτο-θεωρητικοποίηση της ποδοσφαιρικής πρακτικής)? Θα απαντούσα, με πνεύμα τόσο παιγνιώδες όσο και σοβαρό, καταφατικά στις ερωτήσεις αυτές. Ας εξετάσουμε κάποιες από τις σημαντικές συναντήσεις φιλοσοφίας και ποδοσφαίρου, συνοπτικά και επιγραμματικά:


1. Η διαλεκτική ειρωνεία της ισοπαλίας

Τα περισσότερα αθλήματα κινούνται με βάση μια δυαδική λογική: υπάρχει νικητής και ηττημένος. Οι κατηγορίες αυτές όμως αναγκαστικά παραμένουν απόλυτες και στείρες στο βαθμό που στερούνται διαμεσολάβησης (mediation) και άρα δυνατότητας διαλεκτικοποίησης. Ως εκ τούτου στερούνται επίσης της δυνατότητας να οδηγήσουν στην ειρωνική γνώση, στην σύλληψη δηλαδή της ιστορικής μεταβλητότητας των πραγμάτων και της μεταλλαγής τους στα αντίθετά τους (μία από τις βασικές αρχές της διαλεκτικής του Χέγκελ). Ένα αγωνιστικό σύμπαν που περιλαμβάνει μόνο νικητές και ηττημένους έχει στενό χώρο περισυλλογής για αυτό που διαμεσολαβεί ανάμεσα στη νίκη και την ήττα εγγράφοντας τη μία μέσα στην άλλη—ως Πύρρειο νίκη για παράδειγμα, ή ως ευτυχή ήττα.

Η ποδοσφαιρική κατηγορία της ισοπαλίας—που δεν είναι ούτε νίκη ούτε ήττα, αλλά συγκρατεί και αφήνει να διαφανεί το ίχνος και των δύο ταυτόχρονα—αποτελεί ως εκ τούτου σημαντικό τρόπο προβληματικοποίησης της αφέλειας του δυαδισμού νίκης και ήττας στα περισσότερα των αθλημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως, οι ισοπαλίες αφήνουν στους οπαδούς και των δύο ομάδων πικρή γεύση. Η γεύση αυτή είναι η γεύση της ίδιας της διαλεκτικής ειρωνείας, η γεύση του κωνείου που χαμογελαστά πίνει ο Σωκράτης: ίσως γιατί ξέρει ότι ανάμεσα στο “φάρμακον” του κωνείου και το “φάρμακον” του φιλοσοφικού λόγου (βλ. Ντεριντά, “Πλάτωνος Φαρμακεία”) υπάρχει μια κάποια ισορροπία δυνάμεων, μια κάποια ισοπαλία. Ο Θουκυδίδης έδειξε στην Ιστορία των Πελοππονησιακών Πολέμων ότι γνώριζε εξίσου καλά την πικρή αυτή γεύση της διαλεκτικής γνώσης, αναγκασμένος να καταγράψει την σύλληψη μιας αλήθειας πολυπλοκότερης από τον αφελή ηρωισμό του Ομηρικού έπους: την ιδιαίτερα οδυνηρή, άγονη και χρονοβόρα “ισοπαλία” μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών που μακροπρόθεσμα θα έβρισκε και τους δύο χαμένους. Το ποδόσφαιρο γνωρίζει καλά πως υπάρχουν ισοπαλίες καταστροφικότερες από τις ήττες, άλλες που είναι σημαντικότερες από τις νίκες, και άλλες που δεν κρίνουν απολύτως τίποτε παρά την παράταση της αγωνίας για το τελικό αποτέλεσμα ενός ευρύτερου αγώνα. Πιθανόν, αν γεννιόντουσαν αργότερα, οι ιδρυτές της φιλοσοφικής και ιστορικής διαλεκτικής να ήταν ποδοσφαιρόφιλοι.


2. Η πρακτική της δημοκρατίας

Σε ένα από τα επεισόδια των Simpsons οι σεναριογράφοι φαντάζονται ένα μάτσο βαριεστημένων Αμερικανών να παρακολουθούν έναν αγώνα ποδοσφαίρου που διαφημίζεται ως ικανός να κρίνει “ποια είναι η ισχυρότερη χώρα του κόσμου: H Πορτογαλία ή το Μεξικό.” Η κωμική λεπίδα κόβει προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Από τη μία το αστείο είναι με τους Αμερικανούς και εις βάρος των υπολοίπων—είναι δεδομένο για τον τηλεθεατή της σειράς ότι ισχυρότερη χώρα είναι οι ΗΠΑ και άρα ότι η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο δεν συμβαδίζει με τα προφανή δεδομένα της πραγματικότητας. Από την άλλη όμως το αστείο είναι πικρόχολα εις βάρος των ίδιων των Αμερικανών θεατών: το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα όπου ο πολιτικά ή οικονομικά αδύνατος έχει ελπίδα, το άθλημα της έμπρακτης δημοκρατίας. Οι Αμερικανοί, οι επίσημοι δηλαδή εκπρόσωποι του πλανητικού εκδημοκρατισμού ως ιδεολογίας, καταλήγουν να δέχονται ως επίπλαστη τη δική τους ρητορική στο βαθμό που γελούν αυτάρεσκα με το αστείο.

Η σχέση του ποδοσφαίρου με την έμπρακτη δημοκρατία είναι πολλαπλή και βρίσκεται στη βάση της παγκόσμιας απήχησής του στις μάζες. Οι υλικές-οικονομικές προϋποθέσεις του είναι απόλυτα σπαρτιάτικες: μια μπάλα, έστω και αυτοσχέδια φτιαγμένη. Σε όλο τον πλανήτη το ποδόσφαιρο παίχτηκε, παίζεται και θα συνεχίσει να παίζεται ως άθλημα απόλυτα μινιμαλιστικό, όσα χρήματα και όση χρυσόσκονη και να επενδύονται στις επίσημες διοργανώσεις. Οι ρίζες του στην Αγγλική εργατική τάξη και τους έγχρωμους, ιθαγενείς και αποικιοκρατούμενους συνεχίζουν να τρέφουν όνειρα ξυπόλυτης ευτυχίας, και όχι μόνο αυτά που στο τέλος αποζημιώνονται με το χρώμα του χρήματος. Αυτοί που φαντασιώνονται τη δόξα στις αλάνες θα είναι πάντα περισσότεροι από αυτούς που βρίσκουν το δρόμο στη μεταπρατική νιρβάνα του “χρυσού συμβολαίου.”

Η δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου ως πρακτικής επεκτείνεται, όπως ήδη επέδειξα, στον τρόπο με τον οποίο επαναχαρτογραφεί την διεθνή ιεραρχία δυνάμεων: η συντριπτική πλειοψηφία των ατομικών και ομαδικών αθλημάτων στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου αναδιατύπωνε την γεωπολιτική σύγκρουση Ανατολικού-Δυτικού μπλοκ με σφήνα την “τρίτη λύση” του κινέζικου μοντέλου. Την ίδια εποχή, οι ηγεμόνες και τα πρότυπα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου ήταν Βραζιλιάνοι, Αργεντίνοι, Ολλανδοί, Ιταλοί και Γερμανοί. Ο ποδοσφαιρόφιλος οπαδός, σε επίπεδο εθνών-κρατών, είναι συνηθισμένος στην ιδέα της ισχύος των συχνά πολιτικά και οικονομικά αδυνάτων. Το ποδόσφαιρο παραμένει, σε πείσμα των αθεράπευτα κυνικών εκβιομηχανιστών και προμότερς του, ένα δικαιοκρατούμενο καρναβάλι όπου για λίγο ο κόσμος γυρίζει ανάποδα και ο φτωχός παίρνει τη θέση στον ήλιο που του στερεί η "κανονική" ζωή. Αν η Αdidas τιτλοφόρησε την καμπάνια του Euro 2004 “Impossible is Nothing,” η παντελώς άσημη και άκρως αντιεμπορική Εθνική της χώρας μας έδωσε στο σλόγκαν μια μάλλον σαρκαστικά κυριολεκτική γεύση για την πολυεθνική που πίστεψε τόσο λίγο στα ίδια της τα λόγια που δεν είχε προωθήσει στην αγορά πάνω από μια χούφτα από τις γαλανόλευκες που η ίδια σχεδίασε.

Τέλος, η δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου εκφράζεται στο πιο άμεσα υλικό και απτό επίπεδο, αυτό του ίδιου του σώματος. Κοντοί, ψηλοί, στραβοκάνηδες, παχουλοί, κοκκαλιάρηδες, άνθρωποι με στενό στέρνο ή αδύνατα χέρια—όλοι δυνητικά ελπίζουν, για όλους δυνητικά υπάρχει θέση σε μία ενδεκάδα. Χωρίς αμφιβολία, η επαγγελματικοποίηση και εμπορευματικοποίηση του ποδοσφαίρου έχει συρρικνώσει τα όρια της σωματικής δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, το κοντόχοντρο αλλά μανιασμένα ευέλικτο και κινητικό σώμα του Ντιέγκο Αρμάντο συνεχίζει να αποτελεί φάρο ελπίδας για τους φιλόδοξους ποδοσφαιριστές την ίδια στιγμή που το σώμα καταντά τυραννικό και απαγορευτικό όριο και όχι μέσο ελεύθερης και αυτόβουλης παιγνιώδους έκφρασης στα περισσότερα σύγχρονα αθλήματα. H φιλοσοφία στοχάστηκε την δημοκρατία εκ μέρους της δημοκρατίας για πάνω από δύο χιλιετίες. Το ποδόσφαιρο φιλοσοφεί στο βαθμό που υλοποιεί την απραγματοποίητη υπόσχεση της δημοκρατίας σε ένα πλανητικά διασπαρμένο ενενηντάλεπτο.

3. Ατομικότητα και συλλογικότητα

Ομαδικότητα ή ατομικό ταλέντο, προπονητικό σκάκι ή ποίηση του απρόβλεπτου, Ολλανδία του Κρόυφ ή Βραζιλία του Πελέ: Αυτά είναι μερικά από τα διλήμματα τα οποία δίχασαν, διχάζουν και θα συνεχίσουν να διχάζουν τους ποδοσφαιρόφιλους ανά την υφήλιο. Όχι άδικα, μιας και το ποδόσφαιρο είναι, περισσότερο από κάθε άλλο ομαδικό άθλημα, το πεδίο συμβολικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις απαιτήσεις της ατομικής μοναδικότητας και της συλλογικής αρμονίας που απασχόλησαν την φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη, ιδιαίτερα μετά την βιομηχανική επανάσταση.

Υπάρχουν, ως εκ τούτου, οπαδοί που φιλελευθερίζουν, υποστηρίζοντας μαζί με τον Άνταμ Σμιθ ότι η συλλογική ευτυχία θα έρθει μόνη της, όταν δωθεί αρκετός χώρος στην έκφραση της ατομικής πρωτοβουλίας. Άλλοι που μαρξίζουν-λενινίζουν, θεωρώντας ότι η ατομική έκφραση μπορεί να δικαιωθεί μόνο μέσα από την εκπλήρωση του αιτήματος της συλλογικής νίκης στον αγώνα. Και άλλοι, σαφώς λιγότεροι, που μπακουνίζουν, διατηρώντας επιφυλάξεις τόσο για τον ανομολόγητο οικονομισμό της λατρείας του ατομικού ταλέντου όσο και για τον υποβόσκοντα ολοκληρωτισμό της εξιδανίκευσης της πειθαρχημένης οργάνωσης της συλλογικότητας. Στο ιστορικό πεδίο όπως γνωρίζουμε, νικητής, έστω προσωρινός, αναδείχτηκε ο φιλελευθερισμός του Σμιθ και των ιδρυτών της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας. Όχι τυχαία, το ποδόσφαιρο ως προϊόν μηντιακής εκμετάλλευσης βασίζεται στην έννοια του ατομικού ταλέντου, και κατ’ επέκταση στην εικόνα των ποδοσφαιρικού σταρ, των Πελέ της ποδοσφαιρικής πολιτικής οικονομίας. Το σοβιετίζον πρότυπο του “ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου,” από την άλλη πλευρά, μοιάζει να έχει μπει στο ίδιο χρονοντούλαπο της ιστορίας με τα πενταετή πλάνα ανάπτυξης της πρώην ΕΣΣΔ, ενώ το επίθετο “άναρχο” χρησιμοποιείται επιτιμητικά, για να καταδείξει το ανοργάνωτο και άρα εκ πρωιμίου καταδικασμένο σε αποτυχία ποδόσφαιρο.

Από την πλευρά της, η φιλοσοφία, μετά τον τιτάνιο αλλά τελικά άκαρπο αγώνα του Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου, έχει σταματήσει να προσπαθεί να διατυπώσει ολοκληρωμένες προτάσεις για την δυνατότητα υπερκερασμού της πεισματικής αντίφασης ανάμεσα στην ατομική και την συλλογική διάσταση των κοινωνικών υποκειμένων, δικαιώνοντας την διάσημη ρήση του Μαρξ ότι κάθε κοινωνία θέτει στον εαυτό της μόνο τα προβλήματα αυτά που μπορεί να επιλύσει. Στο ποδόσφαιρο όμως, η πρακτική της επιτυχημένης ομάδας επιβάλλει την άμβλυνση των αλληλοσυγκρουόμενων επιταγών και προτεραιότητων των δύο πόλων. Η ομάδα “παίζει μπάλα” στον βαθμό που ατομική πρωτοβουλία και συλλογικότητα συναντώνται και αλληλομεταμορφώνονται, στο βαθμό δηλαδή που υπερβαίνονται αμφότερες διαλεκτικά. Η σύνθεση αυτή προσφέρει, έστω παροδικά, την εμπειρία μιας ουτοπικής υπέρβασης τόσο των αντιφάσεων της κοινωνικο-ιστορικής πραγματικότητας όσο και των ορίων της δυνατότητας “θεωρητικής” επίλυσής τους. Αυτή την υπερβατική και συνάμα αισθητή και παροντική promesse de bonheur το ποδόσφαιρο τη μοιράζεται με την ουτοπικότερη και ίσως όχι τυχαία λιγότερο αναπαραστατική των τεχνών, τη μουσική. Αν και το φαντασιακό των ποδοσφαιρικών συστημάτων παραπέμπει στην οργάνωση του στρατιωτικού τάγματος εν ώρα μάχης, ο γράφων θα θεωρούσε σαφώς πιο παραγωγικό τον παραλληλισμό της σωστής ποδοσφαιρικής λειτουργίας με την λειτουργία της μουσικής μπάντας.

4. Dasein, οντολογία και ποδοσφαιρική ανία

Κάθε ποδοσφαιρόφιλος που σέβεται τον εαυτό του έχει περάσει έναν ικανό αριθμό απογευμάτων αντιμέτωπος με την ποδοσφαιρική ανία ενός οπαδικά αδιάφορου για τον ίδιο αγώνα—τις αργόσυρτες εκείνες στιγμές κατά τις οποίες ο χρόνος μοιάζει να μετεωρίζεται, η μπάλα να κυλά άσκοπα, οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές να υπνωτίζονται από τον ρυθμό τους, και η ματιά χάνεται στη δίνη σκόρπιων και ανερμάτιστων λεπτομερειών. Η τελευταία σέντρα φάνηκε εξ αρχής ότι δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά και το μάτι έχει ήδη επανεστιάσει στη γυαλιστερή καράφλα του μπροστινού, στη διαφημιστική ταμπέλα πίσω από τα γκολποστ, στον βαριεστημένο εκτός φάσης αμυντικό, ή στον έναστρο ουρανό, ψάχνοντας προσωρινό καταφύγιο από την ανυπαρξία οπτικού αγκυροβολήματος, ενώ ταυτόχρονα, ασήμαντα θραύσματα από την μέρα στο γραφείο, τα ψώνια στο σουπερμάρκετ, ή την κίνηση στο δρόμο για το γήπεδο αιωρούνται ράθυμα στο μυαλό.

Σε γενικές γραμμές ο επαγγελματικός αθλητισμός τρέμει την ανία, την απροειδοποίητη εμφάνιση δηλαδή της δίνης που απομακρύνει τον θεατή από την μελέτη του φαινομενικού κόσμου της δράσης και των γεγονότων και τον βυθίζει στο βουβό, α-νόητο κόσμο της ύπαρξης του ιδίου του όντος, της αβύσσου δηλαδή του χαϊντεγκεριανού Dasein. Για τον Χάιντεγκερ, βέβαια, και η φιλοσοφία, προσκολλημένη καθώς είναι στην ταύτιση του υποκειμένου με την έλλογη συνείδηση, τρέμει την άνοια της αβύσσου αυτής: το όλο εγχείρημα της φιλοσοφικής μεταφυσικής δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να περιβληθεί από τη λήθη και να απωθηθεί η αποκάλυψη της α-λήθειας του χαίνοντος κενού του γυμνού είναι. Υπάρχει ως εκ τούτου μια ενδιαφέρουσα αναλογία μεταξύ της ιστορίας της φιλοσοφίας και της ιστορίας της εξέλιξης του ποδοσφαίρου από χαϊντεγκεριανή σκοπιά: όπως η ΦΙΦΑ ή η ΟΥΕΦΑ, η φιλοσοφία έχει κηρύξει πόλεμο κατά της εμπειρίας του απλού είναι και έχει εφεύρει κάθε λογής περιορισμούς και κανόνες για να εξολοθρεύσει τον αντίπαλό της—μάταια φυσικά, και στις δύο περιπτώσεις.

Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσει κανείς ότι ως αβάσταχτη ελευθερία από την προσκόλληση στο ανθρωποκεντρικό και έλλογο νόημα των φαινομένων, η ανία βιώνεται μονοσήμαντα ως αρνητική εμπειρία. Υπάρχει στο ποδόσφαιρο (όπως και στο μπέιζμπολ, τον πραγματικό από αυτή την άποψη συγγενή του ποδοσφαίρου στην Αμερική) μια σχεδόν ευφορική διάσταση στην παράδοση του θεατή στην ενατένιση του στατικού κόσμου του Dasein. Πηγαίνει κανείς στο γήπεδο με την προσδοκία να δει έναν ενδιαφέροντα αγώνα, ναι, αλλά επίσης συμφιλιωμένος με το ενδεχόμενο να καταλήξει επέκεινα του ενσυνείδητου εαυτού του, μαγνητισμένος από το σακουλάκι με τα τσιπς, τη φθορά στο μπρος μέρος των παπουτσιών του, ή τον ακριβή σχηματισμό του γονάτου του. Προετοιμασμένος, με άλλα λόγια, να βυθιστεί για λίγο στη βουβή και αδικαιολόγητή του ύπαρξή του ως ον, να αφουγκραστεί τον αδιόρατο παλμό του εαυτού του ως απλόν είναι. Δεν είναι άραγε η δυνατότητα ενός εξόχως ανιαρού Κυριακάτικου απογεύματος στον ανοιξιάτικο ήλιο αντί της υστερικά υπεραπασχολημένης και θορυβώδους κοινωνικότητας των ημερών μία από τις κρυφές και ανομολόγητες ηδονές του ανθρώπου που καλλιεργεί την συνήθεια του γηπέδου?

5. Η ποιητική του άυλου ποδοσφαίρου

Μιλήσαμε μόλις για μία από τις φιλοσοφικά ενδιαφέρουσες εμπειρίες του ποδοσφαιρόφιλου θεατή στο γήπεδο. Στην ευρύτερη οικογένειά του γράφοντος, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ήταν κάτι που παρακολουθούσε κανείς δια ζώσης κατ’ εξαίρεση, συνήθως όταν ερχόταν στην πόλη για ένα από τα τρία τοπικά ντέρμπυ ο Ολυμπιακός. Ούτε όμως, τουλάχιστον μέχρι να κλείσει η δεκαετία του 70, ήταν κάτι που έβλεπε κανείς από τον τηλεοπτικό δέκτη. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ήταν μία μάλλον ακουστική εμπειρία με έντονο το τελετουργικό στοιχείο: Κυριακή απόγευμα σήμαινε συγκέντρωση άρρενων μελών στο πατρικό σπίτι γύρω από το τοτεμικό αντικείμενο ενός ραδιοφώνου μάρκας, αν ενθυμείται ο γράφων σωστά, Crown. Ως το κατά πολύ νεότερο μέλος μιας φυλής πέντε γαύρων τριών γενεών, ο γράφων διατηρεί την θύμηση της ευτυχίας της συμμετοχής σε αυτή την ιδιότυπη και κλειστού κύκλου μυσταγωγία, που εκ των υστέρων μοιάζει να υπέχει το χαρακτήρα μύησης στα μυστήρια της οικογενειακής ταυτότητας και της ενήλικης αρρενωπότητας.

Οι απαρχές λοιπόν της συμμετοχής στην ποδοσφαιρική μαγεία ήταν ακουστικές, και πιο συγκεκριμένα, άμεσα συνδεδεμένες με τον λόγο, τον ρυθμό εκφοράς του, τις δραματικές παύσεις του, τη δυναμική των μεταφορών του. Για όσους πρόλαβαν τις “μέρες ραδιοφώνου” δεν θα φανεί παράξενη αυτή η φαινομενικά παράδοξη σύνδεση μεταξύ ενός χαμηλού πολιτιστικού πρεστίζ αθλήματος και της έκθεσης στην κατά κυριολεξία ποιητική δυναμική του λόγου, στην έκθαμβη παιδική αναγνώριση της ικανότητaς της φωνής να ποιήσει ένα άυλο, παράλληλο, ετεροτοπικό κόσμο όπου οι ενέργειες των παικτών, επειδή ακριβώς βασιζόντουσαν στην συμμετοχή της εικονοποιητικής φαντασίας του ως ακροατή, ήταν πάντα κατά τι εντυπωσιακότερες, πιο ακροβατικές, και περισσότερο ηρωικές από αυτές της πραγματικότητας. Στο άυλο γήπεδο των ραδιοκυμάτων, κάθε φάση μύριζε γκολ, οι ευκαιρίες ήταν σαφώς πολυπληθέστερες, οι αποστάσεις των γραμμών σαφώς μικρότερες, οι παίκτες έτρεχαν δαιμονισμένα ή εξαφανιζόντουσαν εντελώς απ’ το πεδίο της περιγραφής, και η μπάλα είχε ένα τρόπο να διακτινίζεται ασυνεχώς από το ένα σημείο του γηπέδου στο άλλο.

Στο δοκίμιό του “Ο αφηγητής ιστοριών,” ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αναλύει διεξοδικά τον λαϊκό και προ-βιομηχανικό ρόλο του προφορικού αφηγητή, δίνοντας έμφαση στην συλλογική και διαδραστική διάσταση της άφηγησης στην προ-καπιταλιστικές κοινωνίες, σε αντίθεση με το αστικό milieu του μυθιστοριογράφου, όπου ο λόγος, γραπτός πλέον, απευθύνεται σε απομονωμένους αναγνώστες-καταναλωτές. Ανάλογης υφής φαίνεται να είναι το πέρασμα από το φωνοκεντρικό ποδόσφαιρο του ραδιοφώνου στο εικονοκεντρικό θέαμα του συνδρομητικού καναλιού, που, εξαντλώντας με τα τεχνολογικά του μέσα την εικόνα των διαδραματιζομένων, έχει καταστήσει τον οπαδό απλό αποδέκτη ενός ήδη επεξεργασμένου προϊόντος. Αυτός πιθανόν είναι ένας από τους λόγους που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έχουν την τάση να θεωρούν πάντα τους ποδοσφαιριστές με τους οποίους μεγάλωσαν σπουδαιότερους από τους τωρινούς: η τάση εξιδανίκευσης και γιγάντωσης των κάθε λογής παρελκομένων της παιδικής ηλικίας συναντά την μνήμη της σαγήνης ενός ποδοσφαίρου που δεν είχε ακόμη απομαγευτεί από την τηλεοπτική τεχνολογία.

6. Περί του πέναλτι ως φιλοσοφικού παραδείγματος

Τι είναι το πέναλτι; Μία ποινή φυσικά, η οποία εκτελείται υπό το κανονιστικό καθεστώς αυτού που ο Καρλ Σμιτ ονομάζει “κατάσταση εξαίρεσης,” μίας κατάστασης δηλαδή, η οποία παραδόξως επιβάλλει την ισχύ των κανονισμών αίροντας για λίγο τους κανόνες του παιχνιδιού: Ο χρόνος παγώνει και οι παίκτες τοποθετούνται αναγκαστικά έξω από την μικρή περιοχή, χωρίς δικαίωμα να επεισέλθουν στο χώρο μέχρι η μπάλα να φύγει από τα πόδια του ποδοσφαιριστή που εκτελεί. Τα δρώντα υποκείμενα είναι μόνο δύο, αντιμέτωπα το ένα με το άλλο σε συγκεκριμένη απόσταση και θέση. Η στιγμή έχει σαφώς τελετουργικές διαστάσεις: Περιβάλλεται από την επισημότητα, τον σεβασμό στην ακριβή στιγμή της πράξης και την γεμάτη ένταση σιωπή των τελετουργικών κορυφώσεων. Αν οι όροι “εκτέλεση” και “εκτελεστής” από την άλλη μοιάζουν να δίνουν στην έννοια της ποινής μια μάλλον κυριολεκτική διάσταση, το γεγονός είναι ότι το πέναλτι είναι μια κατ’ εξαίρεσιν δυνητικά αναίμακτη ποινή, μιας και υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μην καταλήξει σε γκολ.

Η διάσταση αυτή της παρέκκλισης από τις μονοσήμαντα τιμωρητικές διαστάσεις που συνδηλώνει η έκφραση “εσχάτη των ποινών” μας αναγκάζει να προσθέσουμε ένα επιπλέον, πιστεύω καθοριστικής σημασίας, συμβολικό στρώμα σε αυτά της τελετουργίας και του νόμου. Πρόκειται για το συμβολικό πρότυπο της μονομαχίας μεταξύ ίσων, που εδώ παραπέμπει σε αρχαϊκού είδους πρακτικές. Ο εκτελεστής και ο τερματοφύλακας δεν ενεργούν απλώς εκ μέρους του εαυτού τους, και η σύγκρουσή τους δεν είναι στενά προσωπική. Καθένας τους κουβαλάει επάνω του τη μοίρα ολόκληρης της ομάδας-φυλής που εκπροσωπεί, και άρα και την ευθύνη για τη μοίρα αυτή. Αν μίλησα για αρχαϊκές πρακτικές, επομένως, είναι γιατί η εκτέλεση πέναλτι επαναλαμβάνει συμβολικά τους αρχαίους ελληνικούς και ρωμαϊκούς θρύλους περί στρατευμάτων που, εξαντλημένα από τις απώλειες της μάχης, διαλέγουν από έναν εκπρόσωπο και του ζητούν να επιλύσει τις συλλογικές διαφορές δια της ατομικής σύγκρουσης μέχρι θανάτου. Δίχως αυτή την διάσταση της συλλογικής ευθύνης που μετατίθεται σε “αντιπροσώπους,” το πέναλτι δεν θα είχε το υπαρξιακό βάρος που έχει (αν σκεφτεί κανείς ότι η ομάδα με τη σειρά της αντιπροσωπεύει ένα έθνος ή μια πολυπληθή συλλογικότητα, η οποία για μια στιγμή πέφτει εξ’ ολοκλήρου σε ένα και μόνο σώμα, τότε αποκτά την συναίσθηση των τρομακτικών διαστάσεων που δυνητικά αποκτά η προσωπική ευθύνη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αγώνων ύψιστης σημασίας). Το πέναλτι, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει στους δύο παίκτες μια προσομοίωση της συντάραξης της ύπαρξης από τις επιταγές της δυσβάστακτης ευθύνης της απόφασης, εν ολίγοις του υπαρξιακού σύμπαντος του Άμλετ. Όχι τυχαία, Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι του Βιμ Βέντερς (1972) εκκινεί από αυτήν ακριβώς την ανακάλυψη της υπαρξιακής βαρύτητας που εν δυνάμει συνοδεύει κάθε ποδοσφαιρικό πέναλτι.

Το πέναλτι, τέλος, διδάσκει κάτι σημαντικό για την φιλοσοφική κατανόηση της έννοιας της απόφασης. Αν και συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η λήψη αποφάσεων είναι μια διαδικασία έλλογη και βασισμένη στον υπολογισμό ή το σχεδιασμό, καμμία γνήσια απόφαση, όπως δείχνουν κατ΄επανάληψη τόσο ο Σμιτ όσο και ο Ντεριντά, δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την εθελούσια εγκατάλειψή μας σε αυτό ακριβώς που δεν μπορούμε να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να μιλήσουμε για την απόφαση ως υπαρξιακό δεδομένο, μιας και αποφάσεις εκ του ασφαλούς δεν θα ήταν αποφάσεις αλλά αυτοματισμοί, ενέργειες που δεν θα είχαν κανένα υπαρξιακό βάρος για το ανθρώπινο υποκείμενο. Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, δεν παίρνει την απόφαση να υπακούσει τον Κύριο και να σφάξει το γιό του Ισαάκ γνωρίζοντας ότι θα υπάρξει θεία παρέμβαση που θα σώσει τον μονογενή του. Αν το γνώριζε, η ενέργειά του δεν θα ήταν απροϋπόθετη και δεν θα είχε καμμία θεολογική αξία. Έτσι και ο τερματοφύλακας που αποφασίζει για τη γωνία όπου θα εκτιναχθεί, το κάνει εγκαταλείποντας εκ των προτέρων κάθε βεβαιότητα για την πορεία και το ύψος της μπάλας. Εκθέτοντας το είναι του στην αφόρητη αβεβαιότητα της στιγμής, αναζητά τη λυτρωτική επέμβαση σχεδόν τυφλά.

7. Περί οπαδισμού, ηθικής, και αλήθειας

Σε μια πρόσφατη και λείαν ανδιαφέρουσα συζήτηση που είχα προέκυψε μια διαφωνία με αφορμή την οποία θα αποπειραθώ να ολοκληρώσω με το τελευταίο της μέρος μία σειρά σκέψεων για το ποδόσφαιρο και τη φιλοσοφία. Στην συζήτηση αυτή τέθηκε το αρκετά γνωστό θέμα της ομάδας ως “ιδεολογίας”—με άλλα λόγια (και σε αντίστιξη με την μαρξική αναγωγή της ιδεολογίας σε “ψευδή συνείδηση” ή ασυνείδητη αναπαραγωγή της φαντασιακής σχέσης μας με την πραγματικότητα) της ομάδας ως συμβόλου κάποιου συγκεκριμένου πυρήνα ενσυνείδητων αξιών. Η διαφωνία αφορούσε το αν μπορεί να νοηθεί η σχέση μας με την ομάδα μας ως ενσυνείδητη σχέση με ένα σύστημα αξιών ή αν, αντίθετα, αυτή η σχέση αναπτύσσεται ασυνείδητα, μέσω εντυπωμένων αναμνήσεων και συσχετισμών και άρα στερείται ηθικής αξίας ή σημασίας.

Η θέση μου εδώ θα είναι να διαφωνήσω ταυτόχρονα και με τις δύο αυτές απόψεις. Θα συμφωνούσα ότι για ορισμένους η εκλογίκευσή μιας συχνά μακροχρόνιας και ιδιαίτερα σταθερής σχέσης με μια ομάδα είναι φυσικό να περνά μέσα από την αποδοχή της ιδέας ότι η σχέση αυτή εκπροσωπεί συγκεκριμένες ατομικές ή συλλογικές αξίες. Εδώ βέβαια προκύπτει η εξόχως λογική αντίρρηση ότι η οπαδική σχέση δεν μπορεί να έχει προκαθορισμένο ηθικό περιεχόμενο, εφόσον, χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι οπαδοί, ή δεν είναι οπαδοί της δικής μας ομάδας και όμως τους εγκρίνουμε ηθικά και άλλοι, που είναι οπαδοί της δικής μας ομάδας, αλλά τους οποίους απορρίπτουμε. Αντιπροτείνεται επομένως να αποδεχτούμε τον μη λογικό, καθαρά συναισθηματικό και ασυνείδητο χαρακτήρα της οπαδικής σκέψης ως δεδομένο, χωρίς να επιχειρούμε να αποδώσουμε στον οπαδισμό κάποιο προκαθορισμένο ηθικό περιεχόμενο.

Και αυτή η δεύτερη άποψη όμως (ας την χαρακτηρίσω “αισθητική” σε αντίθεση με την “ηθικολογική” που συνόψισα πιο πριν) έχει μία σημαντική αδυναμία: συγχέει την απουσία προκαθορισμένου ηθικού περιεχομένου στην οπαδική στάση με την απουσία της ηθικής διάστασης αυτής καθεαυτής. Η πρότασή μου εδώ θα είναι, αντίθετα, ότι ο οπαδισμός έχει ηθικές διαστάσεις, και αυτό όχι παρά το γεγονός αλλά αντίθετα ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχει προκαθορισμένο ηθικό περιεχόμενο. Ο βασικός λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό αρχίζει να γίνεται εμφανής από την βασικότερη όλων των συλλογικών ιδεολογιών, τη θρησκεία. Υπάρχει σαφώς μεγάλο ποσοστό αλήθειας στην οπαδική στην έκφραση ότι “η ομάδα είναι θρησκεία.” Αυτή η φράση θα πρέπει να ερμηνευτεί με φιλοσοφική ακρίβεια. Και αυτό διότι το ότι η ομάδα είναι θρησκεία σημαίνει όχι απλώς ότι είναι ιερή, αλλά ότι όπως όλα τα πράγματα που είναι ιερά, δεν έχει προκαθορισμένο ηθικό περιεχόμενο. Ο ανθρωπολόγος Κλωντ Λεβι Στρως έδειξε πειστικά ότι κάτι τέτοιo ισχύει με το “μάνα” των ιουδαϊκών κειμένων, που ουσιαστικά είναι ένα “κενό σημείο” στο οποίο η κοινότητα επενδύει μια σειρά αντιφατικών νοημάτων. Με άλλους, πιο λαϊκούς όρους, ο Χριστιανισμός ή ο Μουσουλμανισμός του ενός μπορεί κάλλιστα να είναι ριζικά αντίθετος ηθικά από τον Χριστιανισμό ή τον Μουσουλμανισμό του άλλου, και ποτέ καμμία θρησκεία δεν απετέλεσε από μόνη της αξιόπιστη βάση κρίσης της ηθικής της κοινωνίας που την εξέθρεψε ή την συντηρεί.

Αν ο οπαδισμός, όπως και η θρησκεία, δεν έχει κανένα προκαθορισμένο ηθικό περιεχόμενο τότε με ποια λογική μιλάμε για σχέση οπαδισμού και ηθικής; Η απάντηση θα είναι απλή: η ηθική διάσταση δεν έγκειται στο περιεχόμενο του οπαδισμού (ή της θρησκείας), αλλά στη μορφή του. Ποια είναι αυτή η μορφή; Μα φυσικά η συλλογικότητα. Αυτήν ακριβώς την διάσταση αγνοεί η κατά τα φαινόμενα απόλυτα λογική απόρριψη κάθε “ηθικοκεντρικής” προσέγγισης στον οπαδισμό. Η συλλογικότητα αυτή καθεαυτή βέβαια δεν έχει ηθικό περιεχόμενο: υπάρχουν συλλογικότητες με θετικό ηθικό πρόσημο (δημοκρατία, κοινότητες αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης) και συλλογικότητες με αρνητικό ηθικό πρόσημο (οχλοκρατία, φασιστική ομοιομορφία). Ως μορφή όμως, κάθε συλλογικότητα περιέχει την υπόσχεση της εκ-στατικής κοινότητας, και μέσα σε αυτή, της άρσης της ακραιφνώς εργαλειακής και άρα ανήθικης μορφής των σχέσεων σε κοινωνίες ανταγωνιστικού ατομικισμού. Αν σαν επαγγελματίας είμαι αναγκασμένος να κρίνω προοπτικές συνεργασίας με αυστηρά κριτήρια αποτελεσματικότητας ή κέρδους, σαν οπαδός αναστέλλω αυτή ακριβώς την τάση—διεκδικώ με άλλα λόγια την έκθεση σε μια σχέση που να είναι πάνω από όλα απροϋπόθετη. Ο οπαδός δεν εισάγει λογικές προϋποθέσεις σε ότι αφορά την αγάπη του για μια ομάδα. Αν το κάνει, δεν είναι οπαδός. Ως εκ τούτου, αποδέχεται, ανάμεσα σε άλλα, όχι απλώς την πραγματικότητα του πόνου, της ήττας, της θλίψης και της απογοήτευσης, αλλά και την ουσιώδη σημασία τους για την αλήθεια της ύπαρξής του εν γένει. Στην πορεία ανακαλύπτει ότι η άρση της εργαλειακής, δηλαδή κατά τον Καντ εξ’ ορισμού ανήθικης, στάσης απέναντι σε κάτι, δύναται να τον συνδέσει με άλλους που επίσης επιθυμούν να σχετιστούν με κάτι ηθικά και όχι εργαλειακά: Ο οπαδός είναι εξ ορισμού ζώον κοινωνικό. Η αρχαιότερη προσωπική ανάμνηση οπαδικής ευτυχίας δεν είναι παρά μια καμουφλαρισμένη εκδοχή της εκστατικής ευτυχίας της άρσης του ‘εγώ’ από το πλήθος (multitude) την οποία σαν “ενήλικοι” έχουμε διδαχθεί να αντιμετωπίζουμε με αρκούντως “ενήλικο” (δηλαδή συναισθηματικά στραπατσαρισμένο) σκεπτικισμό. Αυτή την άρση ψάχνει ο οπαδός στο γήπεδο, συχνά, βέβαια, έχοντας δείξει έλλειψη σεβασμού στην μοναδικότητά της και επιχειρώντας να την αναπαράγει μηχανικά (με την χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ, με την συνειδητή προσπάθεια να απωλέσει συνειδητό έλεγχο στον εαυτό του).

Η αλήθεια την οποία παράγει ο οπαδισμός λοιπόν δεν είναι άλλη από την άρθρωση της καταπιεσμένης και στους καιρούς μας όλο και πιο αλύτρωτης επιθυμίας για συλλογικότητα. Η αλήθεια αυτή δεν έχει μεταφυσικό χαρακτήρα: κάθε συλλογικότητα μπορεί να ξεπέσει σε απλό δογματισμό, μισαλλοδοξία, απλό αναθεματισμό του διαφορετικού—(“εμείς είμαστε οι πραγματικοί Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, Ολυμπιακοί κλπ, οι άλλοι είναι προδότες, παρακμιακοί, άπιστοι”, ή “πας μη Χριστιανός, μουσουλμάνος, Ολυμπιακός κλπ, βάρβαρος).” Η αλήθεια αυτή έχει αντίθετα τον χαρακτήρα μιας ευάλωτης υλικής διαδικασίας. Είναι κάτι που δημιουργείται έμπρακτα στην ανάπτυξη της συλλογικότητας εφόσον αυτή παραμένει ενεργή, ανοιχτή δηλαδή στην ετερογένειά της, στον δυναμισμό που την καταδικάζει να αλλάζει συνεχώς ισορροπίες, τον εν τέλει αναγκαστικά ασταθή και παροδικό χαρακτήρα της.

Συχνά ακούμε να λέγεται από κάποιους ότι δεν είναι οπαδοί αλλά φίλαθλοι. Ουδέν ψευδέστερον. Η σχέση με οποιοδήποτε άθλημα αρχίζει αναγκαστικά από τη θέση του οπαδού και αν φτάσει σε αυτή του φιλάθλου είναι γιατί έχει ήδη απογοητευτεί από την οπαδική δυναμική. Κανείς “φίλαθλος” δεν αγάπησε π.χ το ποδόσφαιρο από την αδιάφορα οικουμενική θέση του θεατή με “γενικό” ενδιαφέρον για όλα και τίποτε. Το αγάπησε πρώτα ως οπαδός και από τη θέση του οπαδού. Ο οπαδισμός με άλλα λόγια είναι ένα παράδειγμα του μοναδικού ως μέσου της επαφής με το οικουμενικό. Χωρίς εμπειρία μοναδικότητας (αγαπώ αυτή την ομάδα που βλέπω να παίζει ποδόσφαιρο, αυτή την συγκεκριμένη ενσάρκωση του ποδοσφαίρου), καμμία δυνατότητα ανακάλυψης της οικουμενικότητας (αγαπώ το ποδόσφαιρο γενικότερα και έτσι μπορώ να εκτιμήσω το καλό ποδόσφαιρο πέρα από τις δικές μου οπαδικές προτιμήσεις). Που σημαίνει φυσικά ότι σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση σχέσεων με το σύγχρονο αθλητικό θέαμα, η “έκκεντρη”, “μη ουδέτερη” και “μη αντικειμενική” θέση δεν είναι παρέκκλιση από κάποια ορθή ουδετερότητα. Θα ήταν σαφώς ακριβέστερο να δούμε στον οπαδισμό την δυνατότητα μιας σχέσης με την αλήθεια ταυτόχρονα απόλυτης (δεν μπορεί να είναι κάποιος οπαδός υπό προϋποθέσεις, εν μέρει οπαδός, οπαδός δύο ανταγωνιστικών μεταξύ τους ομάδων, κλπ) και δι-υποκειμενικής, μιας σχέσης με το οικουμενικό που δεν μπορεί να αρθρωθεί παρά μέσα από το μοναδικό. Υπάρχει χώρος, με λίγα λόγια, για μια φιλοσοφική υπεράσπιση του οπαδισμού ως κάτι παραπάνω από απλή αποτυχία του να φτάσει κανείς στα ύψη του φιλελεύθερου σχετικισμού ως μοναδικής "ώριμης" (δηλαδή αρκούντως συμβιβασμένης με τον έλλογο ατομικισμό) στάσης ζωής.



6 σχόλια:

καλωδιο είπε...

Πολύ καλό Αντώνη! θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον μια συζήτηση με αφορμή αυτό.Όμως τώρα προέχει ο εχθρός: ο βάζελος.

ΥΓ το ποστ μου λογικά πρέπει να το πέτυχες στη διαμόρφωση, το ανεβοκατέβαζα, γι αυτό μάλλον το λινκ σου είναι ανενεργό.

Ανώνυμος είπε...

Πολύ κατατοπιστικό! Με βοήθησες να λύσω το παιδικό μου πρόβλημα (καθόλου σοβαρό αλλά φιλοσοφικό και αυτό, θα ομολογήσεις!) της ταυτότητας των ποδοσφαιρικών ομάδων. (Τι κάνει τον Ολυμπιακό Ολυμπιακό; Είναι οι παίκτες, οι παράγοντες, ο πρόεδρος, το γήπεδο, τα γραφεία; Τι διατηρεί την ταυτότητα της ομάδας στο πέρασμα του χρόνου ώστε (εδώ ήταν η απορία μου) παρόλο που ίσως όλα τα προηγούμενα έχουν αλλάξει ο οπαδός παραμένει πιστός στην ίδια (;) ομάδα;) Πειστικότατη λοιπόν η αναλογία με τη θρησκεία αν και δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο συμφωνώ με την έλλειψη ηθικού περιεχομένου στην τελευταία. Καλησπέρα.

Αντώνης είπε...

@ανώνυμος: ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο. Προσοχή: δεν λέω ότι η θρησκεία είναι ανήθικη· λέω ότι είναι ηθικά α-διάφορη, δηλαδή δεν έχει δεδομένο ηθικό περιεχόμενο (έχει ηθικά αντιφατικό περιεχόμενο). Μια θρησκεία μπορεί κάλλιστα δηλαδή να στηρίξει και να θρέψει ηθική· το ίδιο κάλλιστα μπορεί να θρέψει και να στηρίξει το ανήθικο. Με απλά λόγια: δεν είναι κάποιος ηθικός ΕΠΕΙΔΗ είναι Χριστιανός (ή βουδιστής, κλπ)· μπορεί όμως να είναι κάλλιστα χριστιανικά ηθικός.

@καλώδια: Κάτσε, έχουμε και Τσ. Λ πιο πριν. :-)

Αντώνης είπε...

@καλώδια: Διορθώθηκε και το λινκάκι ;-)

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

Ειχαμε καιρό να διαβάσουμε τέτοια πρωτοτυπη και επεξεργασμένη ανάρτηση.Καλή συνέχεια.

ΜΠΕΡΔΕΜΑ berdema ® είπε...

γειά.ενδιαφέρομαι γιά την φιλοσοφία και με "τα παρόμοια-συναφή".αν θες επικοινώνησε.«κουλόγλου ρεζαϊ»