Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Ντοσιέ: Αριστεροδεξιά: Οι Γάλλοι αποστάτες (μέρος πρώτο)


Alain Badiou
Οι δρόμοι της αποστασίας
Συνέντευξη στον Eric Hazan
Μετάφραση Radical Desire. Από το New Left Review 53, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2008
EH: Μια από τις πιο χτυπητές όψεις της ανόδου Σαρκοζί στην εξουσία ήταν η υποστήριξη που του δόθηκε από αριστερούς αποστάτες—από αλλαξοπιστήσαντες όπως ο Αντρέ Γκλικσμάν. Ως κάποιος που εξακολουθεί να πιστεύει στα ίδια πράγματα, πώς εξηγείτε το παράξενο αυτό φαινόμενο;
AB: Νομίζω ότι πρέπει να το βάλουμε σε ένα πλαίσιο, ή μάλλον να το εξετάσουμε πιο προσεκτικά. Πρώτα από όλα, θα πρέπει να ρωτήσουμε: γιατί τόσοι μαοϊστές από το Gauche Prolétarienne (GP); Γιατί από αυτούς προέρχονται αυτοί που “πήραν τον στραβό δρόμο” με αυτό τον τρόπο. Δεύτερο, εξ όσων γνωρίζω, μόνο λίγοι χαμηλόβαθμοι ακτιβιστές στο GP έκαναν ανάλογη στροφή. Οπότε, για να δώσω στην ερώτησή σας ένα κάπως πιο τεχνικό χαρακτήρα, θα έλεγα: γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι στην ηγεσία του GP να πάρουν μια τέτοια κακή στροφή;
Υπήρχαν άλλοι μαοϊστικοί οργανισμοί—για παράδειγμα το UCFML, στου οποίου την οργάνωση ενεπλάκην μαζί με τον Sylvain Lazarus, την Natacha Michel και άλλους, το 1970.[1] Στην πραγματικότητα, ο Lazarus και η Michel ήρθαν από το GP, στο μεταίχμιο μιας κάποιας εσωτερικής ρήξης, ενώ το δικό μου υπόβαθρο ήταν τελείως διαφορετικό: Ήρθα από το PSU, από τους σοσιαλδημοκράτες. Δεν γνωρίζω ούτε έναν ηγέτη ή ακτιβιστή στον οργανισμό μας που να πήρε άσχημο δρόμο, με την έννοια την οποία εννοούμε εδώ. Άνθρωποι από άλλους οργανισμούς, όπως το GOP και το το VLR, συχνά επέστρεφαν στο PCF (Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας), και υπήρχε μια χούφτα άλλες ομάδες, κυρίως το PCFML, των οποίων η ιδέα ήταν περισσότερο να χτιστεί το παλιό καλό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο ήταν ήδη σε άσχημη κατάσταση.[2] Συνολικά, αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται ακόμα εδώ και εκεί “στην αριστερά” σήμερα.
Αλλά αυτοί που “πήγαν στραβά” με δημόσιο και εντυπωσιακό τρόπο—μερικοί από αυτούς, όπως ο Γκλικσμάν, καταλήγοντας να γίνουν επίσημοι υποστηρικτές του Σαρκοζί, ήρθαν πράγματι από το GP, το οποίο ήταν ευρέως ηγεμονικό σε αυτόν τον χώρο, κυρίως ανάμεσα στους διανοούμενους. Μπορούμε να αναφέρουμε τον Serge July, ιδρυτή της Libération, τον Benny Lévy, που ήταν η ηγετική φυσιογνωμία του GP, τον Jacques-Alain Miller, τον Jean-Claude Milner, τον Olivier Rolin, αρχηγό της στρατιωτικής πτέρυγας, και βέβαια τον ίδιο τον Γκλικσμάν, ο οποίος έγινε μέλος αργότερα, αλλά έγινε μέλος. Υπήρχαν ακόμη λιγότερο γνωστοί διανοούμενοι όπως ο Jean-Marc Salmon, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στο Vincennes και αργότερα έγινε σκληροπυρηνικός φιλο-αμερικανός.[3]
Υπάρχει ένας αριθμός τρόπων να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο της αλλαξοπιστίας. Ο πρώτος είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους έκαναν μια λανθασμένη ανάλυση της συγκυρίας εκείνο τον καιρό, τα χρόνια 1966-73· πίστεψαν ότι ήταν πράγματι επαναστατική, με την πιο άμεση έννοια. Οι αδερφοί Miller μου έδωσαν τις πιο σφιχτοδεμένες διατυπώσεις για αυτό το θέμα. Μερικά χρόνια μετά, γύρω στο 1978, τους ρώτησα: “γιατί τα παρατήσατε έτσι απλά;” Γιατί όντως εξαφανίστηκαν πολύ ξαφνικά—ακόμα και σήμερα υπάρχουν γέροι εργάτες, άνθρωποι από το Μαλί στις εστίες, απ’ το Μαρόκο στα εργοστάσια, που μας ρωτούν: “Πώς και ξαφνικά δεν τους ξαναείδαμε ποτέ αυτούς;” Ο Jacques-Alain Miller μου είπε: “Γιατί μια μέρα συνειδητοποίησα ότι η χώρα είχε ησυχάσει.” Και ο Gérard: “Γιατί καταλάβαμε ότι δεν θα καταλαμβάναμε την εξουσία.” Ήταν πολύ αποκαλυπτικές απαντήσεις, ανθρώπων που έβλεπαν το εγχείρημά τους όχι ως την αρχή ενός μεγάλου ταξιδιού με πολλές διακυμάνσεις, αλλά ως το δρόμο προς την εξουσία. Ο Gérard το δήλωσε με κάθε ειλικρίνεια, και αργότερα πήγε στο Σοσιαλιστικό κόμμα, που είναι κάτι άλλο πάλι.
Οπότε [έπαιξε ρόλο] η εσφαλμένη κατανόηση της συγκυρίας, η οποία οδήγησε είτε σε παρεμποδισμένη φιλοδοξία είτε στην συνειδητοποίηση ότι θα χρειαζόταν πολύς κόπος και δουλειά σε συνθήκες που υποσχόταν ελάχιστα πράγματα. Μπορούσες να τους δεις με μπαλζακικούς όρους, σαν φιλόδοξους νέους που νόμιζαν ότι θα καταλάμβαναν το Παρίσι χάρη στον επαναστατικό ενθουσιασμό, αλλά έφτασαν να συνειδητοποιήσουν ότι τα πράγματα ήταν μάλλον πιο πολύπλοκα. Απόδειξη αυτού ήταν ότι ένας μεγάλος αριθμός των ανθρώπων αυτών βρήκαν θέσεις εξουσίας αλλού, στην ψυχανάλυση, στα ΜΜΕ, ως φιλοσοφικοί σχολιαστές, και λοιπά. Η αποκήρυξή τους δεν πήρε την μορφή του “θα επιστρέψω στην ανωνυμία” αλλά αυτή του “δεν έπαιξα το σωστό χαρτί, ας δοκιμάσω ένα διαφορετικό.”
Υπήρχε μια δεύτερη αρχή που ενεπλάκη σε αυτή τη στροφή, λιγότερο μπαλζακική και περισσότερο ιδεολογικού χαρακτήρα. Ενσωματώθηκε από τους “nouveaux philosophes”—οι οποίοι έχουν οι ίδιοι μακρά ιστορία—και από όσους τους ακολούθησαν, συχνά με μια κάποια ακεραιότητα και όχι απαραίτητα για προσωπικά συμφέροντα. Αυτό που συνέβει τότε ήταν μια μετάβαση από τα διλήμματα τύπου “αστικός ή επαναστατικός κόσμος” σε αυτά του τύπου “ολοκληρωτισμός ή δημοκρατία”. Αυτή η μετατόπιση μπορεί να οριστεί με μια επακριβή ημερομηνία: αρθρώθηκε ήδη από το 1976, και κάποιοι πρώην ακτιβιστές του GP ενεπλάκησαν στην παρουσίασή της. Όχι μόνο αυτοί, αλλά και αυτοί μαζί με άλλους. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Christian Jambet και του Guy Lardreau, όταν έγραψαν το βιβλίο τους L’Ange, ένα είδος φιλοσοφικού απολογισμού της εμπλοκής τους με το GP.[4]
Στο βιβλίο αυτό διαφαίνεται έμπρακτα η στροφή. Το βιβλίο στρέφεται γύρω από την ιδέα ότι από ένα ορισμένο σημείο και μετά, η απόλυτη δέσμευση δεν διακρίνεται από την απόλυτη δουλεία, και η ιδέα της χειραφέτησης δεν διακρίνεται από αυτή της βαρβαρότητας. Συνδεδεμένο με αυτήν την ιδέα ήταν το ζήτημα των σοβιετικών γκούλαγκ όπως τα απεικόνισε ο Σολτζενίτσιν. Και πάνω από όλα ήταν το θέμα της Καμπότζης και του Πολ Ποτ, το οποίο έπαιξε κρίσιμο ρόλο για αυτούς που είχαν εμπλακεί ενεργά στην υποστήριξη των Ερυθρών Χμερ, και μετά έμαθαν την φρικτή αλήθεια για το τι είχε συμβεί. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα τυποποποιημένο λόγο μετάνοιας: “Έμαθα πως ο απόλυτος ριζοσπαστισμός μπορεί να έχει φρικτές συνέπειες. Συνεπώς, ξέρω ότι πάνω από όλα πρέπει να διατηρήσουμε την ανθρωπιστική δημοκρατία ως εμπόδιο απέναντι στον επαναστατικό ενθουσιασμό.”
Φυσικά δέχομαι ότι πολλοί το πίστευαν αυτό ειλικρινά, και όχι επειδή ήθελαν ένα χώρο μπροστά στους προβολείς των ΜΜΕ. Ένας αριθμός από αυτούς παρέμεινε ειλικρινής—όπως ο Rony Brauman, όπως και οι Jambet και Lardreau, οι οποίοι πήγαν αρκετά μακριά στην κατεύθυνση που ανέφερα αλλά μετά σταμάτησαν: είδαν ότι αυτός δεν ήταν λόγος να γίνουν φιλο-αμερικανοί ή να εναγκαλίζονται με ανθρώπους όπως ο Σαρκοζί.[5] Σε γενικές γραμμές οι άνθρωποι αυτοί, τους οποίους μπορεί κανείς να αποκαλέσει ειλικρινείς αποστάτες, παραδόθηκαν στην πολιτική του μικρότερου κακού, η οποία με τη μία ή την άλλη μορφή καθοδηγεί πάντοτε το σοσιαλιστικό κόμμα. Αλλά άλλοι, όπως ο Γκλικσμάν, εργαλειοποίησαν αυτόν τον φόβο του ολοκληρωτισμού και αναρριχήθηκαν στην πλάτη του. Είδαν ότι η μορφή του αποστάτη από το κομμουνιστικό εγχείρημα—ο οποίος εμφανίζεται στα ΜΜΕ για να στιγματίσει τη φρίκη του και ο οποίος μπορεί να ισχυρίζεται ότι τη δοκίμασε στο πετσί του, λέγοντας ότι με το ζόρι γλίτωσε, ότι κόντεψε να γίνει υποστηρικτής του Πολ Ποτ—μπορούσε να γεμίσει ένα κενό στην αγορά. Δεν έκαναν λάθος. Ενορχηστρώθηκαν, τους άνοιξαν όλες οι πόρτες, σπάνια έβλεπες και κανέναν άλλο στις τηλεόρασεις: έχτισαν μια ολόκληρη μηντιακή αυτοκρατορία διανοούμενων στη βάση αυτής της επιχείρησης.


[1] UCFML: Union des Communistes de France Marxiste-Léniniste.
[2] GOP: Gauche Ouvrière et Paysanne· δημιουργήθηκε το 1968, διαλύθηκε το 1972. PCMFL: Parti Communiste Marxiste-Léniniste de France (1967-1970)· VLR: Vive la Révolution (1969-1971).
[3] Benny Lévy (1946-2003): αγωνιστικό όνομα Pierre Victor, συνιδρυτής το 1966 του Union des Jeunesses Communistes (Marxiste-Léniniste)· ίδρυσε το GP το 1968· προσωπικός γραμματέας του Ζαν Πολ Σαρτρ μετά τη διάλυση του GP το 1973. Jacques-Alain Miller (1944-) σύζυγος της κόρης του Λακάν, ο οποίος ηγήθηκε του τμήματος ψυχανάλυσης στο Vincennes μαζί με τον αδερφό του, Gérard (1948-). Jean-Claude Milner (1941-): γλωσσολόγος και φιλόσοφος, συγγραφέας έργων όπως το Constats (1992) και το Le Juif du savoir (2007). Olivier Rolin (1947-): μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος στη Libération και το Le Nouvel Observateur, μέλος της φιλο-αμερικανικής δεξαμενής σκέψης Le Cercle de l’ Oratoire. Jean-Marc Salmon: κοινωνιολόγος.
[4] Christian Jambet και Guy Lardreau, L’ Ange: Ontologie de la revolution, Παρίσι, 1976.
[5] Rony Brauman (1950-): φυσικός, συνιδρυτής και πρόεδρος του οργανισμού Γιατροί χωρίς σύνορα από το 1982 ως το 1994.






2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση. Υπάρχει άραγε κάτι αντίστοιχο για την ελληνική πραγματικότητα της ίδιας περιόδου;

Αντώνης είπε...

Ευχαριστώ για το ευγενικό σχόλιο. Και εγώ την ίδια ερώτηση έχω. Δεδομένο είναι ότι η συζήτηση για της και αριστεροδεξιά απέκτησε πλέον μια μάλλον ανεπιθύμητη επικαιρότητα. Ελπίζω αυτό να δημιουργήσει και "θετικές" παρενέργειες, όπως θα ήταν μια συλλογικότερη ενασχόληση με το διεθνές αρχείο που υπάρχει για αυτό το σημαντικό πολιτικό θέμα.