Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Σύντροφε Μίκη: μία τυφλή επιστολή


Είναι πολλά αυτά που θέλω να σου πω, και ακόμα μπερδεμένα κι άταχτα μέσα στο μυαλό μου. Αλλά έφτασε νομίζω η ώρα που πρέπει να βάλουμε ορισμένα πράγματα στη θέση τους. Αρκετά συσσωρεύτηκαν η μία πάνω στην άλλη οι παρανοήσεις των προθέσεων και του νοήματος των πράξεων. Αρκετά παγιδευτήκαμε ανάμεσα στην προσωπολατρία και την ισοπεδωτική απαξία. Έχει και άλλα που πιέζουν να ειπωθούν.

Σύντροφε, κατ' αρχάς, εκτός εισαγωγικών. Όχι με ειρωνεία. Σύντροφε, εσύ το ξέρεις καλύτερα, ως τίτλος τιμής· ο μεγαλύτερος και ταυτόχρονα ο μοναδικός που υπάρχει για ένα κομμουνιστή. "Σύντροφε", όχι "δάσκαλε", "εθνοπατέρα", "αυθέντη", κλπ. Αυτά δεν είναι λόγια που ταιριάζουν στους κομμουνιστές. Μην το ξεχνάμε αυτό.

Ποιος σου μιλάει, σύντροφε; Ποιος έχει το θάρρος, αν όχι το θράσος, να σου μιλάει στον ενικό, να παίρνει θάρρητα μαζί σου λες και σε ξέρει από παλιά--και δεν σε ξέρω, μου λείπουνε τριάντα κάτι χρόνια μπροστά σου· η μάνα μου σε γνώρισε, για λίγο μόνο, μια μέρα στη φιλοσοφική, περίοδο δολοφονίας Λαμπράκη. Καλή ερώτηση θα μου κανες. Σοβαρή, σεβαστή. Απέναντι σε ανώνυμους, άλλωστε, είσαι ο ένας επώνυμος στόχος με κάποιο βάρος. Αισθάνεσαι ότι πετροβολείσαι από φαντάσματα, "κουκουλοφόρους", γράφεις και επιζητάς να μιλήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο, να κοιταχτούμε μεσ' τα μάτια με τους "εχθρούς" μας. Σου δίνω δίκαιο σε όλα αυτά. Αλλά ας μην ξεχνάμε και κάτι άλλο: ο κομμουνισμός, σύντροφε, δεν είναι, σε τελική ανάλυση, η ιδεολογία των επωνύμων. Ο κομμουνισμός αφορά πάνω από όλα τους ανώνυμους, τους ασήμαντους, τον ανθρώπινο πολτό που συντρίβεται κάθε μέρα. Αφορά τον κανένα, σύντροφε, τον κανένα είναι που υψώνει στο φως της μέρας. Με τον κανένα συνδιαλέγεται. Για τα μηδενικά παλεύει, για το άπειρο που κρύβουν μέσα τους. Δεν φτιάχτηκε για κουβέντες σε κοκτέιλ πάρτι και δεξιώσεις με επώνυμους ο κομμουνισμός, σύντροφε. Το ξερες κάποτε καλύτερα από τον καθένα. Το τραγούδαγες. Μην το ξεχνάς τώρα.

Εσύ γεννήθηκες ψηλός, σύντροφε. Ξεχώριζες. Λεβέντης. Και με ταλέντο που τρεχε απ' τα μπατζάκια. Και φλόγα. Και όραμα. Έκανες πολλά, υπέφερες πολλά, ήσουνα πολλά για πολλούς. Αλλά όχι τα πάντα σύντροφε. Πρώτα, γιατί ο κομμουνισμός και όλα όσα σημαίνει--και είναι πολλά και μπερδεμένα, είναι η αλήθεια--δεν ήταν ποτέ προσωπική σου υπόθεση, ούτε κτήμα και ιδιοκτησία σου. Υπήρχε πριν από σένα. Και θα υπάρξει μετά.

Και μετά, γιατί μετά το 89, σύντροφε, έδειξες και συ τις αδυναμίες σου. Πολλές από αυτές δεν ήταν δικές σου μόνο, και δεν θα πρεπε να σου τις χρεώνουμε στην καμπούρα σαν να σαι αποδιοπομπαίος τράγος για συλλογικά σφάλματα και αδυναμίες. Όταν έφυγε το σάπιο πια αποκούμπι του υπαρκτού σοσιαλισμού έμεινες ξεκρέμαστος. Και έμεινε εκείνο το κομμάτι της σκέψης σου που συνέδεσε κομμουνισμό και πατρίδα, εντοπιότητα, εθνική αξιοπρέπεια, εθνική περηφάνεια, εθνική μνήμη. Ωραία πράγματα, φρονώ. Άξια αγώνα. Αλλά μόνα τους, χωρίς διεθνιστική προοπτική, χωρίς έμπρακτο και βιώσιμο οικουμενισμό, ξεφτίζουνε γρήγορα. Γίνονται μικροπρεπή, μίζερα, στενόχωρα. Σου κόβουνε τη θέα προς το νέο πρόσωπο του ανθρώπινου πολτού--όλο και πιο πολύχρωμο--και οδηγούν το πνεύμα των όσων έφτιαξες σε παρελάσεις και χάρτινες σημαιούλες και όλα αυτά που ο φίλος σου ο Κατσαρός έφτυνε κατάμουτρα.

Παγιδεύτηκες στα φτηνά και τα εύκολα, σύντροφε Μίκη, και δεν ήσουν ο μόνος. Το Κόμμα δεν έκανε τίποτε άλλο απ' το να κόβει εισιτήρια για μαυσωλεία και κενοτάφεια, να αφήνει τις ιδέες να αφυδατωθούν σα μούμιες, χωρίς να ρίξει πάνω τους μια στάλα φρέσκια σκέψη, μια στάλα διανοητικό πάθος και καινοτομία. Σε άφησε ακάλυπτο· και σένα, και άλλους πολλούς. Και ήρθε η λαίλαπα των "αποστασιοποιημένων" και των "απενεχοποιημένων", με τα κλειδιά της ιστορίας να κουδουνίζουνε στα χέρια τους. Και είπανε πώς δεν υπάρχει τίποτε άλλο μες στην κληρονομιά του αίματος εξόν "ξύλινη γλώσσα", αράχνες, και σκόνη. Και όλα καλύφθηκαν από τα εξώφυλλα και τις πόζες και τα μειδιάματα ειρωνείας των καλοφαγάδων.

Απέναντι σ' αυτά όλα στάθηκες ανήμπορος. Θεωρητική παιδεία και συγκρότηση δεν είχες· όλα ήτανε ένστικτο, ορμή, ανακλαστικά. Δεν φτάνουνε αυτά όταν σου γυρίζει την πλάτη της η ιστορία. Όχι πως είναι αμαρτία αυτό. Πολλοί δεν είχαν τα εφόδια. Πολλοί ένιωσαν γυμνοί στους δύσκολους καιρούς, όταν οι αγώνες του παρελθόντος έμοιαζαν τελειωμένοι και του παρόντος αδιανόητοι. Πολλοί δεν ήξεραν πια πού να στραφούν.

Εσύ ήσουν βέβαια χαρισματικός. Είχες μάθει να σε σέβονται, να σε ακούνε. Δεν είχες χρόνο να καθίσεις σε τέτοια ηλικία στα θρανία. Και γύρω σου, λίγοι καθόντουσαν εξάλλου. Ήταν πιο εύκολο να εξαργυρώνεις. Και εξαργύρωσες και συ Μίκη. Όχι τα κάλπικα βέβαια, αυτά που εξαργύρωσαν οι κάθε λογής σαλτιμπάγκοι και καιροσκόποι που λυμάνθηκαν τον χώρο το 80. Εσύ είχες και κάτι στην τσέπη σου να εξαργυρώσεις. Είχες τραγούδια. Είχες ιστορία από πίσω. Είχες εξορίες και ξύλο και γνωριμία, όπως σωστά λες, με το τι σήμαινε παρακρατική βία το 50 και το 60. Όμως τα εξαργύρωσες. Ή μάλλον, τα σπατάλησες. Τα πέταξες στα άλλα τίποτε, τα τίποτε τα επώνυμα, με τις γραβάτες και τα αξιώματα. Γιατί; Γιατί έμεινε όρθιος μόνο ο ναρκισισμός--ο φυσιολογικός, για ένα αληθινό καλλιτέχνη, ναρκισισμός. Έμεινε η αίσθηση της προσωπικής σημασίας. Η ανάγκη να συντηρήσεις τουλάχιστον τη χαρισματικότητά σου, το προφίλ σου. Και πάνω εκεί, αρχίσαν τα ολισθήματα, μικρότερα, μεγαλύτερα, πολλά. Και έφτασε η ώρα που τα ολισθήματα σκέπασαν τα πάντα. Και έμεινες μόνος, στημένη λεμονόκουπα της δεξιάς, κόκκινο πανί των πιτσιρικάδων που σε ταύτισαν με κάτι που γνωρίζουν μόνο ως προδοσία, μόνο ως ξέφτισμα, μόνο ως κατάντια. Νόμιζες ότι επειδή ήσουν ο Μίκης, επειδή έζησες ό,τι έζησες, ο λόγος σου είχε αλήθεια. Ψέμματα. 'Εγινες ο Μίκης επειδή ο λόγος που πέρασε μέσα από σένα είχε αλήθεια. Η αλήθεια μας κάνει ό,τι είμαστε, και όταν χάνεται απ' τα χέρια μας, γινόμαστε κύμβαλα αλλαλάζοντα, άδεια ονόματα, κενά εκμαγεία, Μίκη.

Για μένα, Μίκη, είσαι ένας αποστάτης. Υπάρχουν όμως αποστάτες και αποστάτες. Και εσύ είσαι ένας τραγικός αποστάτης. Και η τραγωδία όπως ξέρεις έχει έλεον και φόβο. Έχει ψηλά και χαμηλά. Δεν έχει γέλια και καγχασμούς. Για μένα, Μίκη, το να συγχέεσαι με τον κάθε γελοίο σαλτιμπάγκο και οπορτουνιστή που ανήλθε στο προσκήνιο της "ανανεωτικής αριστεράς" είναι θλιβερό. Στενοχωριέμαι. Δεν σου αξίζει. Θα έπρεπε να ξέρουμε τη διαφορά της φάρσας με την τραγωδία. Να διαχωρίζουμε τους πεσμένους απ' τους έρποντες. Δείχνει κριτήριο αυτό, αντίληψη. Μας λείπουν τούτα, και άλλα πολλά. Γιατί και μεις μπερδεμένοι είμαστε Μίκη. Γιατί η τραγωδία σου είναι και δική μας. Είναι η συλλογική σύγχυση και η συλλογική ζαλάδα που βλέπουμε πάνω σου και θυμώνουμε, να ξέρεις. Αυτά κουβαλάς, όπως κάποτε κουβαλούσες τις ελπίδες και τα όνειρα αυτών που αποχαιρετήσαμε ή αποχαιρετούμε απ' τη ζωή.

Και κάτι τελευταίο, Μίκη: δεν θα πω ψέμματα. Την θαύμασα, γαμώτο μου, την απάντησή σου. Ένα κομμάτι μου την θαύμασε, για να μαι ακριβέστερος. Ό,τι και αν έγινε, το θάρρος είναι θάρρος. Είναι προσωπική κατάκτηση αυτό, δεν είναι των πολλών. Τα κότσια δεν τα χάνει ο άνθρωπος, και σε αυτό τον ατέλειωτο συρφετό των ημερών, ξεχωρίζει ο άνθρωπος που έχει ζήσει κάτι που χε νόημα. Λάμπει για λίγο μέσα του το φως απ' το συμβάν. Ούτε την έπαρση χάνει ο περήφανος άνθρωπος όμως. Κάποιες φορές, τα δυο πάνε μαζί. Και πώς να την τιθασεύσεις πια την έπαρση, όταν έχεις ξεφορτωθεί το καπίστρι της πίστης στην ιδέα, Μίκη;

Τους πιτσιρικάδες τους περιφρονείς. Ήθελες να το δείξεις. Πως δεν σε αγγίζουν. Πως δεν δικαιούνται να σου απευθύνουν το λόγο. Πως δεν έχουν τίποτε τα άβγαλτα με τις γκροτέσκες, επώδυνα αφελείς, επωνυμίες να σου πουν. Το καταλάβαμε. Ούτε και συ όμως έχεις πια τίποτε να τους πεις. Και το πρόβλημα, σύντροφε Μίκη--το πρόβλημα για όλους μας κι όχι βέβαια μονάχα το δικό σου--είναι αυτό. Ότι ούτε αυτοί μας ακούνε πια, ούτε κι εμείς αυτούς. Ούτε μας μιλάνε, ούτε τους μιλάμε. Έχει χαθεί η γλώσσα, σύντροφε. Τη γλώσσα πρέπει να ξαναβρούμε. Απ' την αρχή.

Κλείνω με Παζολίνι, σύντροφε Μίκη, και με Μπαντιού. Διάβασ' τους, αν θέλεις, τώρα, στα ύστερα των χρόνων σου. Αν το διαβάσεις ποτέ αυτό. Κι αν όχι, δεν πειράζει. Τίποτε το σπουδαίο δεν θα αλλάξει για σένα και για μένα. Δεν αφορά μόνο την πάρτη μας όμως η ρημάδα η ιστορία. Στην ιστορία την επίσημη, το ξέρεις, θα μείνεις απ' τους δυο μας μόνο εσύ. Η άλλη, αυτή που γνώρισες αλλά ξέχασες, είναι ένας μύλος που αλέθει τα κόκκαλά μας ώσπου επιστρέφουμε στην ανωνυμία που μας γέννησε. Για να γεννηθούν άλλοι. Για αυτήν την ιστορία μιλάω και για αυτήν σου γράφω, σύντροφε Μίκη.

Γεια και χαρά.

Αν ο πατέρας τους, ο ηγέτης τους, απορροφημένος
μέσα σ’ ένα μυστηριώδη διάλογο με την Εξουσία και καθηλωμένος
από τη διαλεκτική του, την οποία η ιστορία ανανεώνει
ασταμάτητα –αν τους εγκαταλείπει,
στα λευκά βουνά, στις ήρεμες πεδιάδες,
λίγο-λίγο μέσα στα βάρβαρα στήθη
των γιων του, το μίσος γίνεται η αγάπη του μίσους,
που καίει μόνο μέσα σ’ αυτούς, τους λίγους, τους εκλεκτούς.

Το μέλλον δεν βρίσκεται στην πλευρά των εξαγριωμένων νεαρών ανδρών και γυναικών των προαστίων, όμως δεν μπορούμε να τους εγκαταλείψουμε στους εαυτούς τους. Αλλά το μέλλον δεν βρίσκεται ούτε και στην πλευρά της δημοκρατικής σύνεσης του νόμου των πατέρων και μητέρων. Οφείλουμε να μάθουμε κάτι από τη μηδενιστική υποκειμενικότητα.





4 σχόλια:

Sylas είπε...

φίλε μου εξαιρετική επιστολή κι εξαιρετικό blog και είμαι πολύ χαρούμενος που σε ανακάλυψα. μπράβο

Nikolas Defteras είπε...

Φίλε,

Δεν το βρήκα στα ελληνικά και το παρεθέτω στα Ιταλικα...μια απάντηση που θα μπορούσε να δώσει ο Μίκης στο γράμμα...


Come i poveri povero, mi attacco
come loro a umilianti speranze,
come loro per vivere mi batto

ogni giorno. Ma nella desolante
mia condizione di diseredato,
io possiedo: ed è il più esaltante

dei possessi borghesi, lo stato
più assoluto. Ma come io possiedo la
storia,
essa mi possiede; ne sono illuminato:

ma a che serve la luce?

Απο το "Οι Στάχτες του Γκράμσι" (IV).

Αντώνης είπε...

Με τα δυο κολυβο-ιταλικά που ξέρω, ακούω Ντάντε Αλιγκιέρι: "ne sono illuminato: ma a che serve la luce?" Και βέβαια, είναι γραμμένο σε terza rima.

Πρέπει να το ανεβάσω ολόκληρο αυτό κάποτε. Ευχαριστώ για το πολύ όμορφο απόσπασμα.

Αντώνης είπε...

@Sylas: Θερμές ευχαριστίες. Να είσαι καλά.