Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Το βίαιο αίτημα της Κωνσταντίνας Κούνεβα


Το σημερινό κείμενο αποτελεί μια εξαίρεση από τον άτυπο διπλό κανόνα αυτού του blog, δηλαδή του σκεπτικισμού απέναντι στην ενασχόληση με θέματα επικαιρότητας, και της αποφυγής της εμπλοκής με την κριτική (ή συνηγορία υπέρ) δημόσιων προσώπων. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι η ανάδυση στη δημόσια σφαίρα του συγκεκριμένου ατόμου που θα με απασχολήσει, της Κωνσταντίνας Κούνεβα, συνοδεύεται από κάποιες σημαντικές καινοτομίες και μετατοπίσεις σε ό,τι αφορά την ακτιβιστική υποκειμενικότητα στην Ελλάδα. Η πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη της Κούνεβα στον Σταύρο Θεοδωράκη θεωρώ ότι αποτελεί μία πρόκληση για την ταυτοποίηση των στοιχείων εκείνων που καθιστούν την συγκυρία της δημόσιας έκτασης της υπόθεσης κρίσιμη για την ευρύτερη εξέλιξη του δημόσιου πολιτικού λόγου στην Ελλάδα. Ας πω λοιπόν, αναλαμβάνοντας το ρίσκο του να προκαλέσω την μήνι διαφόρων ιδεολογικών παρατάξεων, ότι θεωρώ πως στο σκληρά βασανισμένο πρόσωπο της Κούνεβα, τμήμα της ελληνικής κοινωνίας αναγνωρίζει τον φυσικό και δικαιωματικό διάδοχο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Μια τέτοια διαπίστωση βέβαια δεν ρισκάρει μόνο να προκαλέσει τον θυμό της άκρας δεξιάς ή της όποιας “εθνικόφρονης” πολιτικής ιδεολογίας έχει την προδιάθεση να την αποκηρύξει ως βλάσφημη· ρισκάρει επίσης να προκαλέσει θυμό στο κομμάτι εκείνο της αριστεράς το οποίο ανέδειξε στα χρόνια της μεταπολίτευσης μια σειρά από δικούς του ήρωες. Για μένα όμως η Κούνεβα ανήκει σε μια διαφορετική γενεαλογία πολιτικών ηρώων, ανθρώπων οι οποίοι πρωτοστάτησαν σε κάτι το οποίο στα ελληνικά δεν έχει ακόμη όνομα, και το οποία στις Η.Π.Α του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και των αγώνων ενάντια στους φυλετικούς διαχωρισμούς ονομάστηκε civil rights movement.

Χρησιμοποιώ τον όρο όχι γιατί η Κούνεβα ενεπλάκη σε έναν αγώνα αδιάφορο για τις ταξικές ανισότητες ή προσηλωμένο στη φυλετική διαφορά (αν και οι εθνοτικοί διαχωρισμοί υπήρξαν κομμάτι τόσο των ανισοτήτων στις οποίες αντιστάθηκε, όσο και της εγκληματικής δράσης απέναντί της), αλλά γιατί ο αγώνας της δίνει φωνή σε κάτι που έχει αφαιρέσει τον εαυτό του από την κατεστημένη διανομή των κομματικών ρόλων (σε αντίθεση με συνηθέστερα παράδειγματα συνδικαλισμού), υιοθετώντας ταυτόχρονα την πρακτική της μη βίας που συναντούμε τόσο στο παράδειγμα του αγώνα των μαύρων Αμερικανών από το 1955 ως το 1968, όσο και στην προγενέστερη αντι-αποικιοκρατική satyagraha (μη βίαιη αντίσταση) του Μαχάτμα Γκάντι. Αποποιούμενη το μίσος για τους “πλούσιους” και την κομματική ή και εξωκοινοβουλευτική ταύτιση, η Κούνεβα εμφανίζεται ως ένας άοπλος στρατιώτης του οικουμενικού, το οποίο όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μη βιαστούμε να ταυτίσουμε με το “πανανθρώπινο” ή το απολίτικα “ανθρωπιστικό.” Όπως όλοι οι προαναφερθέντες, η Κούνεβα ασκεί πολιτική και το κάνει ξεκάθαρα, ανενδοίαστα και με σκληρή αυτοπειθαρχία. Παρά την τρομερά τραυματική προσωπική της εμπειρία, στέκεται με το μάξιμουμ της εφικτής απόστασης απέναντι σε ό,τι θεωρεί στενά προσωπικό. Ο λόγος της δεν διαθέτει ίχνος μελοδραματισμού, τάσης για αυτοδραματοποίηση, ή λεονταρισμού. Η συνέντευξη δεν περιείχε τίποτε που θα μπορούσε να προσφερθεί ως υλικό για την προσωπολατρεία, την εξύψωση της ίδιας πάνω από τις ξεχασμένες, αόρατες καθαρίστριες των δημόσιων χώρων, την εργατική τάξη που προσπερνάμε βιαστικά στο δρόμο για τη δική μας εργασία στις κομβικές αρτηρίες του κλεινού άστεως. Ό,τι ταυτίζεται ως καθαρά προσωπικό περιβάλλεται από ένα πέπλο ντροπαλής ιδιωτικότητας, και αντιστρόφως, ότι κρίνεται άμεσα πολιτικό διασπά άμεσα τον χαμηλό τόνο και την ταπεινότητα του προσωπικού λόγου (όπως όταν η Κούνεβα απορρίπτει, μιλώντας με απροσδόκητη ισχυρογνωμοσύνη, την πραγμοποίηση του γυναικείου σώματος με σκοπό την “απόλαυση”). Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Θεοδωράκη να την εξανθρωπίσει εγκλωβίζοντάς την σε ένα σύνολο οικείων γούστων και κλίσεων, η στάση της Κούνεβα απέδειξε ότι η δική της προτεραιότητα δεν ήταν να αποδείξει το ήδη αυταπόδεικτο, ότι δηλαδή είναι και η ίδια άνθρωπος όπως όλοι μας.

Η διαπίστωση ότι αυτό που μας αποκάλυψε η συνέντευξη Κούνεβα ήταν το μεγαλείο του ανθρώπου είναι ως εκ τούτου παράδοξα παροδηγητική. Όχι, αυτό που η Κούνεβα μετέδωσε με κάθε μία λέξη της ήταν το μεγαλείο αυτού που ξεπερνάει τον άνθρωπο, και μαζί του, όλα τα “ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα” κίνητρά του, είτε αυτά λέγονται εκδίκηση, είτε μνησικακία, είτε φθόνος, είτε επιθυμία για λησμονιά αυτού που είναι τραυματικό, είτε ναρκισιστική αυτοεπιβεβαίωση. Αυτό για το οποίο μαρτύρησε λοιπόν στο ημίφως του δωματίου του Ευαγγελισμού δεν ήταν άλλο από την καθαρή πιστότητα στις επιταγές αυτού που επιτρέπει στον κάθε άνθρωπο να γίνει κάτι περισσότερο από τον εαυτό του, που τον κάνει δηλαδή ικανό να καταστεί αγωγός μιας πολιτικής αλήθειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συνέντευξη κλείνει με την αυστηρή υπενθύμιση της Κούνεβα ότι δεν πρόκειται για μια προσωπική εξομολόγηση αλλά για μια μαρτυρία με προκαθορισμένους πολιτικούς στόχους· στην απολογητική φράση του Θεοδωράκη (“σας κούρασα”), απαντά απέρριτα και χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος για την ανθρωπιστική ρητορική του θύματος: “Πιστεύω να έχουμε κάνει κάτι καλό. Δεν κουράστηκα.” Είναι τα λόγια κάποιου που ενδιαφέρεται όχι για την διαπροσωπική “επικοινωνία” και τον “διάλογο” (αμφότερες ανώδυνα φιλελεύθερες ιδέες) αλλά για την διακήρυξη της πεποίθησής του, τη συνέχιση της διαδικασίας αλήθειας για την οποία μαρτύρησε με άλλα μέσα. Το μπαλάκι της πιστότητας στους χειραφετητικούς αγώνες (και όχι του επαίσχυντου οίκτου ή του ανώδυνου θαυμασμού για τον άλλο) έχει ως εκ τούτου ήδη περάσει στα χέρια μας.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στις μέρες που θα ακολουθήσουν, ο ξενοφοβικός και εθνικόφρων λόγος των Καρατζαφέρηδων θα αντιληφθεί, αν έχει στοιχειώδη πολιτική οξύνεια, ότι δεν μπορεί παρά να αυτοεξευτελίζεται προσπαθώντας να μειώσει την Κούνεβα. Μια στοιχειωδώς κυνική άκρα δεξιά θα καταλάβει αργά ή γρήγορα ότι τα χυδαία υπονοούμενα (βλ. τα περί γυναικείας σεξουαλικής αντιζηλίας σενάρια για την επίθεση εις βάρος της εκ στόματος Καρατζαφέρη) θα γυρίσουν να χτυπήσουν την ίδια καταπρόσωπα. Αυτό για το οποίο συνεπώς πρέπει να προετοιμαστούμε είναι κάτι πολύ διαφορετικό: τη “συμμόρφωση” με στοιχεία του λόγου της Κούνεβα τα οποία κρίνεται ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κόντρα στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη στη χώρα μας. Μιλάω, πιο συγκεκριμένα, για το αινιγματικό γέλιο της όταν ο Θεοδωράκης διαπιστώνει ότι δεν πρόκειται για οπαδό του “σοσιαλισμού” (λες και έχει την παραμικρή ανάγκη να μιλήσει εξ ονόματος μιας αφαίρεσης και όχι της πράξης που ήδη είναι με όλη της την ύπαρξη η Κούνεβα) η την μη αποκύρηξη εκ μέρους της του θρησκευτικού συναισθήματος, ή την ξεκάθαρη αποστασιοποίησή της από τα κόμματα και την κομματική ιεραρχία, περιλαμβανομένων βέβαια των κομμάτων της εγχώριας αριστεράς. Με λίγα λόγια, το διαβολικά στρεβλωτικό επιχείρημα το οποίο φοβάμαι ότι έχει σειρά είναι το εξής: “ναι, η Κούνεβα είναι πράγματι ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος, αλλά η αριστερά δεν έχει κανένα δικαίωμα να την εκμεταλλεύεται και να την ιδιοποιείται. Η ίδια αποκύρηξε την πολιτική στράτευση, γέλασε όταν την είπαν σοσιαλίστρια, καταδίκασε τη βία. Με ποιο δικαίωμα την επικαλούνται οι γνωστοί αντιεξουσιαστές, κουκουλοφόροι, επαγγελματίες επαναστάτες”, κλπ. Το επιχείρημα αυτό το προετοιμάζει, και αυτή είναι η μεγάλη ειρωνεία, τόσο η βιασύνη του Θεοδωράκη να ανακηρύξει την Κούνεβα αφηρημένως “ανθρωπίστρια”, όσο και η εξίσου μεγάλη σπουδή στους κόλπους της ευρύτερης αριστεράς να εξάρει το μεγαλείο της ως ανθρώπου.

Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική: Όσο ξεκάθαρη και κάθετη είναι η αποστασιοποίηση της Κούνεβα από κατεστημένους τρόπους ταύτισης (παραδοσιακός συνδικαλισμός, ταξικός φθόνος για τον άλλο, κομματική στράτευση), άλλο τόσο ξεκάθαρη και κάθετη είναι η πλήρης ταύτισή της με τον απτό αγώνα ανθρώπων (γυναικών, ανοργάνωτων μεταναστριών) που είχαν αποκλειστεί από την ακτιβιστική υποκειμενικότητα. Η Κούνεβα δεν μίλησε ως φιλόσοφος της ανθρώπινης κατάστασης ή ως γκουρού μεταφυσικών αναζητήσεων· μίλησε, απαρέγκλιτα, ως στρατευμένος υπηρέτης μιας οικουμενοποιήσιμης εμπειρίας. Μας υπενθύμισε, με άλλα λόγια, ότι η οικουμενικότητα δεν είναι ούτε άχρηστα αφηρημένη γενικότητα (“ο άνθρωπος”) ούτε εξαγοράσιμη μερικότητα (“το συνδικάτο”), αλλά το προϊόν μιας υποκειμενικότητας που έχει αφαιρεθεί τόσο από τον παρτικουλαρισμό των κατά τόπους υλικών αιτημάτων όσο και από τον “ανθρωπισμό” των πολιτικά ευνουχισμένων γενικεύσεων. Η υποκειμενική αυτή θέση είναι συνεπώς αδύνατο να αρθρώσει λόγο αποδεχόμενη την ενσωμάτωσή της στις ήδη υπάρχουσες κατατμήσεις του κοινωνικού. Η Κούνεβα είναι αναγκασμένη να δείξει πιστότητα στην καταγραφή αυτού που δεν είναι: δεν είναι σοσιαλίστρια, δεν πηγαίνει στην εκκλησία, δεν είναι άθεη, δεν είναι ανθρωπίστρια, δεν είναι η αναφομοίωτα ξένη, δεν είναι η Ελληνίδα της διπλανής πόρτας, δεν έχει κανένα από τα ονόματα που είναι εφικτά βάσει του λεξιλογίου των κατεστημένων ταυτοτήτων. Ακριβώς για αυτό το λόγο όμως είναι και αδύνατο αυτή η “μερική” υποκειμενικότητα (που το μοναδικό διαθέσιμο όνομά της είναι παροδηγητικά ατομικιστικό: "Κωνσταντίνα Κούνεβα") να εγκλωβιστεί στον εαυτό της, να εισαχθεί στην υπολογιστική αριθμητική των ταυτοτήτων αντί να απαιτεί την καταστροφή αυτού που ήδη υπάρχει, την αφάνιση δηλαδή του συμπλέγματος των έμφυλων, εθνοτικών, ταξικών και ιδεολογικών διαχωρισμών που, με τη σειρά τους, καθορίζουν την πραγματικότητα όσων έχουν ήδη ειλημμένο ρόλο και ταυτότητα στην υπάρχουσα κατάτμηση της πολιτικής κοινωνίας.

Ας μην ξεγελαστούμε λοιπόν—όπως πολύ θα ήθελε το “φιλελεύθερο” συναίσθημα και όπως μπορεί να καταλήξει να ισχυρίζεται ακόμη και η άκρα δεξιά—ότι η Κούνεβα διακυρήσσει ένα “ειρήνη υμίν” που μας επιτρέπει να προσπεράσουμε αδιάφορα και να επιστρέψουμε σε ένα αλώβητο "πριν." Η διακύρηξή της είναι φυσικά ειρηνική· πρόκειται όμως για μια ειρήνη που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί από την δωρεά διαμερισμάτων και την (τραγικά καθυστερημένη) επικήρυξη των εγκληματιών που είναι υπεύθυνοι για την απόπειρα δολοφονίας της. Πρόκειται για μια έμπρακτη, υπεράνθρωπη άρνηση της βίας του “οφθαλμός αντί οφθαλμού” που για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να εξαργυρωθεί με φιλικά χτυπήματα στην πλάτη ή με συγκαταβατικές παραχωρήσεις και χαμόγελα κατανόησης. Η δικαιοσύνη στο όνομα της οποίας μιλάει η Κούνεβα έχει ανηλεείς προϋποθέσεις· είναι μια δικαιοσύνη που, αναγκάζοντας κάποια να παραμερίσει τον δικό της αφόρητο πόνο για να μιλήσει από τη θέση μιας συλλογικότητας χωρίς ταυτοποιήσιμη θέση μέσα στην ένοχη ολότητα της “ελληνικής κοινωνίας”, προϋποθέτει επίσης--νηφάλια και χωρίς καμμία δίψα για εκδίκηση--την εξαγνιστική εξάλειψη της τελευταίας με τη σημερινή της μορφή:
εξαλείφοντας, [η θεία βία] επίσης εξαγνίζει· είναι αδύνατο να παραγνωριστεί η βαθιά σύνδεση ανάμεσα στην έλλειψη αιματοχυσίας και στον εξαγνιστικό χαρακτήρα της βίας αυτής. […] Η μυθική βία είναι η αιματοβαμένη ισχύς πάνω στην ωμή ζωή, στη ζωή που υπάρχει για να εξυπηρετεί τον εαυτό της· η θεία βία είναι η καθαρή ισχύς πάνω σε κάθε ζωή για χάρη των ζωντανών. Η πρώτη απαιτεί θυσίες· η δεύτερη τις δέχεται. […] Σε αυτό το επίπεδο δικαιολογείται να αποκαλέσουμε τη βία αυτή επίσης αφανιστική· αλλά είναι τέτοια μόνο σχετικά, σε σχέση με τα αγαθά, με τα νομικά δικαιώματα, με τη ζωή και τα παρόμοια πράγματα, ποτέ απόλυτα, σε σχέση με το πνεύμα των ζωντανών.[1]



[1] Walter Benjamin, “Zur Kritik der Gewalt”, 1921.




Δεν υπάρχουν σχόλια: