Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Η διπλή συντριβή των αδυνάτων


Αναφέρομαι εδώ σε μια βασική έννοια του Αdorno, δηλαδή στο ότι αυτό το οποίο αντιλαμβανόμαστε ως ατομικότητα στη δύση, αυτό που μας φαίνεται πως ιχνογραφεί το περίγραμμα κάποιας βασικής ανθρώπινης φύσης, δεν είναι παρά τα σημάδια και οι ουλές, οι βίαιες συμπιέσεις που προκύπτουν από την εσωτερίκευση από τα λεγόμενα πολιτισμένα ανθρώπινα όντα του ενστίκτου για αυτοσυντήρηση· σ' αυτή την πεπτωκύια κοινωνία και ιστορία, χωρίς αυτό το ένστικτο θα αφανιζόμασταν όλοι, όπως αυτοί οι δυστυχείς που γενιούνται χωρίς την προειδοποιητική αίσθηση αφής του ζεστού και του κρύου ή του πόνου και της ηδονής στα δευτερογενή νευρικά τους συστήματα.
Fredric Jameson, The Seeds of Time
Οι πράοι δεν θα κληρονομήσουν τη γη. Η γη ανήκει στους εκβιαστές και τραμπούκους που δεν νοιάζονται για το πώς κατακτούν την κορυφή, αρκεί να την κατακτήσουν.
Samuel Bicke, Η δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον

Φανταστείτε ένα άνθρωπο στον οποίο γίνεται προφανές ότι έχει σχετικά περιορισμένη αίσθηση της ατομικής πρωτοβουλίας και σχετικά περιορισμένες δημιουργικές ικανότητες. Αυτός ο άνθρωπος αδυνατεί να αποκτήσει υψηλή μόρφωση ή να ανελιχθεί επιχειρηματικά. Περιορίζεται λοιπόν στο να βγάζει το ψωμί του ως υπάλληλος σε κάποιο κατάστημα. Τίποτε το ιδιαίτερο, βέβαια. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιοι άνθρωποι: δουλεύουν σε βενζινάδικα, σε σούπερ μάρκετ, παιδότοπους και λούνα παρκ, καταστήματα επίπλων, mall. Φανταστείτε τώρα ότι ο ίδιος αυτός άνθρωπος έχει ταυτόχρονα μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη αίσθηση του δικαίου, μια απαρέγκλιτη προσήλωση στην αλήθεια, μια απέχθεια για την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Υπάρχουν επίσης τέτοιοι άνθρωποι, αν και αυτοί που γίνονται γνωστοί--και ηρωοποιούνται--είναι άνθρωποι με ανεπτυγμένα διανοητικά και δημιουργικά προσόντα: φιλόσοφοι, σκηνοθέτες, ποιητές, πολιτικοί ακτιβιστές. Άνθρωποι που επιλέγουν να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό δρόμο, έχοντας όμως το προνόμιο να έχουν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες στους χώρους στους οποίους κινούνται. Τι συμβαίνει όμως με τον λιγότερο προικισμένο αλλά εξίσου έντιμο, ακέραιο και ασυμβίβαστο άνθρωπο που περιγράψαμε; Το δικό του δικαίωμα στην αυτονομία, σε μια ανταγωνιστική κοινωνία όπου η αξία μετριέται με βάση την εξειδικευμένη παραγωγική ικανότητα, είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Είναι αναγκασμένος να εργάζεται υπακούοντας εντολές. Οι εντολές όμως αυτές εμπεριέχουν πάντα ένα μίνιμουμ ψεύδους και διαφθοράς. Ο κόσμος της αγοράς είναι πεπτωκός κόσμος, και η ανθρώπινη "ωριμότητα" απαιτεί αυτή του η φύση να εκλαμβάνεται ως δεδομένη και χωρίς περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης ή αλλαγής.

Ο άνθρωπος λοιπόν που φανταστήκαμε αδυνατεί να επιβιώσει μέσα στο περιβάλλον στο οποίο είναι εγκλεισμένος. Οι φυσιολογικότερες και πιο καθημερινές πρακτικές του φαίνονται αβάσταχτα ανήθικες. Το ψέμμα τον αηδιάζει. Οι μισές αλήθειες το ίδιο. Η εκμετάλλευση τον εξοργίζει. Η έλλειψη του δικαιώματος στο να είναι κανείς ο εαυτός του χωρίς να απωλέσει την αξιοπρέπειά του τον πνίγει. Το κίνητρο του κέρδους του είναι ακατανόητο. Θεωρώντας ότι όλοι εργάζονται για να ζήσουν, αδυνατεί να καταλάβει το χάσμα ανάμεσα στην ισχνά αμειβόμενη εργασία και την απληστία των αφεντικών. Με λίγα λόγια, είναι ένας άνθρωπος ακατάλληλος για επιβίωση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ταυτόχρονα όμως, το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι καθεστώς άμεσης και ωμής βίας που θα μπορούσε να τον στείλει για εξόντωση σε θαλάμους αερίων. Στην πραγματικότητα, δεν ασχολείται καν μαζί του. Τον συνθλίβει αργά, καθημερινά, σιωπηρά. Χωρίς πρόθεση. Χωρίς σαδιστική ευχαρίστηση. Χωρίς συναίσθηση ή επίγνωση. Και αυτός, εκτεθειμένος στο αφόρητο της ύπαρξής του, την απόλυτη αδυναμία του να προσαρμοστεί στις στρεβλές απαιτήσεις της κοινωνίας του, σπρώχνεται σταδιακά σε ένα σταυροδρόμι, με τρεις δρόμους μπροστά του: την ψυχοθεραπεία--που όμως δεν μπορεί να του προσφέρει απολύτως τίποτε στην κατεύθυνση της αλλαγής της πραγματικότητας που βιώνει και που υπόσχεται μόνο να τον καταστήσει επαρκώς "ώριμο", δηλαδή στοιχειωδώς συμβιβασμένο με την εκμετάλλευση, διαφθορά και εξαπάτηση που συνιστούν την "πραγματικότητα"· την αυτοκαταστροφή· και την απελπισμένη και τυφλή εξέγερση (η οποία ουσιαστικά καταλήγει επίσης στην αυτοκαταστροφή).

Μόλις περιέγραψα τον κεντρικό χαρακτήρα μιας από τις πολιτικότερες και πιο οδυνηρές ταινίες της δεκαετίας που ήδη σχεδόν διανύσαμε, τον Sam Bicke του η Δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον (Niels Mueller, 2004). Πρόκειται για μια αμερικανική ταινία που έμελλε να αποδειχθεί επίσης βαθύτατα αντι-αμερικανική. Όχι γιατί ο Bicke αποφασίζει να δολοφονήσει τον Ρίτσαρντ Νίξον με τρόπο που προεικόνισε τα γεγονότα της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου του 2001: είναι γνωστό ότι η απόπειρα αεροπειρατείας με σκοπό επίθεση αυτοκτονίας στον Λευκό Οίκο του πραγματικού Bicke απέτυχε, οδηγώντας στον θάνατο του ιδίου και ενός αστυνομικού πριν καν απογειωθεί το αεροπλάνο. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Νίξον εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μαύρα πρόβατα της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας και συνεπώς ένα όχι ιδιαίτερα νευραλγικής σημασίας στόχο. Ο "αντι-αμερικανισμός" της ταινίας που προφανώς εξόργισε τους κριτικούς της συνίσταται μάλλον στον σπαρακτικό τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτει τα όρια του αμερικανικού ονείρου: είναι ένα όνειρο διαθέσιμο (στη δεκαετία του 70 που αφορά η ταινία τουλάχιστον), αλλά μόνο για αυτούς που είναι ήδη ψυχικά "εξοπλισμένοι" κατάλληλα· ο σκληρά εργαζόμενος αμερικανός πολίτης που αδυνατεί να συμβιβαστεί με τις αρχές του ανταγωνιστικού καπιταλισμού δεν έχει την παραμικρή ελπίδα. Τολμώντας να σκεφτεί την δυνατότητα να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι εναντιώνονται στο σύστημα όχι από κάποια "μιμητική" ιδεολογική εμμονή αλλά για τους πιο άμεσους, ενστικτώδεις, βιωμένους στο πετσί τους λόγους, η ταινία αμφισβητεί πολύ βασικά ιδεολογήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Εδώ, σε αντίθεση με τον χείμαρρο προπαγανδιστικών αναπαραστάσεων του αλλόφρoνος και διεστραμμένου τρομοκράτη, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η βίαιη εξέγερση, όσο τραγικά εσφαλμένη πορεία και να παίρνει (και ποια άλλη πορεία θα ήταν εφικτή στα αμερικανικά 70s, εποχή πολιτικής αποσάθρωσης των όποιων μηχανισμών συλλογικότητας της δεκαετίας του 60), ξεπηδά από την οντολογική πραγματικότητα που βιώνει ο εξεγερμένος και όχι από κάποιου είδους παθητική αντιγραφή μιας εξωγενούς προς την εμπειρία του "ιδεολογίας". Αποκαλύπτεται επίσης ότι αυτό που είναι ίσως πιο τεχνητό, πιο συμβατό με την παθητική αποδοχή των αδρανών ιδεολογικών αφαιρέσεων, δεν είναι η εξέγερση αλλά η υπακοή, η "προσαρμογή", η "ωριμότητα" που εξασφαλίζει την επιβίωση σε ένα κόσμο παραδομένο στην σήψη και την ανομολόγητη απελπισία.

Η ταινία υπήρξε μια τεράστια εισπρακτική αποτυχία, παρά το μέγεθος των σταρ της (Sean Penn στον κεντρικό ρόλο, Naomi Watts ως η αποξενωμένη σύζυγός του): λίγο πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια ήταν οι συνολικές της εισπράξεις (για να έχουμε ένα συγκριτικό μέτρο, η απύθμενη ηλιθιότητα που λέγεται Πόλεμος των άστρων ΙΙΙ: Η εκδίκηση των Σιθ είχε εισπράξεις 380.262.555 δολάρια). Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όμως, από τη σκοπιά της ιδεολογικής ανάλυσης, υπήρξε η δευτερογενής συντριβή του Bicke από το τσούρμο των αμερικανών κριτικών κινηματογράφου οι οποίοι έσπευσαν να καταδικάσουν την ταινία με απροκάλυπτα ιδεολογικούς όρους, επικαλούμενοι τις ίδιες ιδεοληψίες περί "φυσιολογικότητας" που η ταινία είχε ήδη εκθέσει με τον πιο άμεσο και σπαρακτικό τρόπο. Ο μαϊντανός της αμερικανικής κινηματογραφικής κριτικής Roger Ebert γράφει, για παράδειγμα: "με δεδομένους τους ξεκάθαρους τρόπους με τους οποίους βλέπει το σωστό και το λάθος, είναι δεδομένο ότι αργά ή γρήγορα ο [Bicke] θα καταρρεύσει". Το λάθος του Bicke, με άλλα λόγια, είναι ότι έχει μια αίσθηση του σωστού και του λάθους που είναι "υπερβολικά άκαμπτη" και συνεπώς "ανώριμη" (η προτιμητέα αίσθηση του σωστού και του λάθους είναι αυτή που τα καθιστά συνώνυμα με το προσωπικό συμφέρον, φυσικά· αυτή είναι η "ευλύγιστη" ηθική του καπιταλισμού). Χαρακτηριστικά παραδείγματα ηθικής δυσκαμψίας και ψυχικής "ανωριμότητας"; Ενώ δουλεύει σε κατάστημα επίπλων, ο Bicke λέει αυθόρμητα την αλήθεια σε πελάτη που ρωτά αν μία καρέκλα γραφείου έχει αληθινό δέρμα ή συνθετικό (και εξευτελίζεται από το αφεντικό του) ενώ αργότερα δίνει εξίσου αυθόρμητα έκπτωση σε πελάτη χωρίς την προβλεπόμενη τελετουργία διόγκωσης του πραγματικού ποσού που "χαρίζεται" γενναιόδωρα από την εταιρεία (αυτό το αναλαμβάνει εξοργισμένο αλλά χαμογελώντας γενναιόδωρα το αφεντικό).

Ο Ebert καταλήγει αναρωτούμενος για το αν η ταινία έχει κάποιο μήνυμα και απαντά με κάθε σιγουριά αρνητικά, συμπληρώνοντας ότι το θέμα της είναι απλώς το προσωπικό "ταξίδι ενός ανθρώπου προς την τρέλα." Η ταινία δεν έχει πολιτικό νόημα, συμπεραίνει ο Ebert, και οι αναφορές "στο Βιετνάμ, τους Μαύρους Πάνθηρες, και τον Νίξον είναι διακοσμητικές, εισερχόμενες στην ταινία μόνο ως αντικείμενα των εμμονών του Bicke." Αυτό που συμβαίνει στον Bicke, με άλλα λόγια, είναι μια ψυχιατρικής φύσης ανωμαλία που είναι απόλυτα άσχετη με τη δομή της αμερικανικής κοινωνικής πραγματικότητας. Το ότι ο ίδιος ο Bicke συνδέει την προσωπική του κόλαση με την καπιταλιστική ηγεμονία (όπως όταν, κοιτώντας το είδωλο του Νίξον στην τηλεόραση, ουρλιάζει "Είναι τα λεφτά, Ντικ! Όλα είναι για τα λεφτά, τα λεφτά, τα λεφτά!") είναι θλιβερό σύμπτωμα της παράνοιάς του. Όλα θα ήταν προφανώς καλύτερα αν ο Bicke, και άνθρωποι σαν τον Bicke, μπορούσαν να διαγνωστούν εγκαίρως ως ψυχασθενείς και κατόπιν πνιγούν στα ψυχοφάρμακα μέσα σε κάποιο ευαγές ίδρυμα για απροσάρμοστους.

Αυτά από ένα "προοδευτικό" και "κοινωνικά ευαίσθητο" κριτικό, βέβαια. Άλλοι, λιγότερο "προοδευτικοί", ήταν αρκετά ειλικρινέστεροι [1]. Για την συντριπτική πλειοψηφία, ο Bicke είναι ένας "ανεύθυνος" που αντί να εξασφαλίζει αρκετά χρήματα για να μεγαλώνει σωστά τα παιδιά του παραδίδεται στην πολιτική οργή (δεν είναι μια απ' τις βασικές κατηγορίες για τον Μαρξ το ότι αντί να βρει καμμιά δουλειά για να φροντίζει το ασθενές παιδί του ως καλός οικογενειάρχης έχανε το χρόνο του γράφοντας το Κεφάλαιο;) Ο Bicke βέβαια δεν είναι ευφυής όπως ο Μαρξ· συνεπώς, είναι απλά ένας αξιοθρήνητος και αξιογέλαστος ανθρωπάκος που νομίζει ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από τις ηθικές του αναστολές και τη δική του αίσθηση για το δίκαιο· ένα κατάπτυστο υποκείμενο που καταφεύγει στη βία για να καλύψει την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στην πραγματικότητα όπως όλοι εμείς οι υγιείς και φυσιολογικοί άνθρωποι· ένας δεύτερης κατηγορίας Τράβις Μπίκλ (Ταξιτζής), δηλαδή, κάποιος που δεν διαθέτει καν τη macho, κρυφο-φασιστική και σεξιστική σαγήνη που τόσο αγαπούν οι φυσιολογικοί άνθρωποι που πηγαίνουν σινεμά.

Η περιφρόνηση για τον αδύνατο, το παράδοξο μίσος που δημιουργεί ο άνθρωπος που αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του ανεχόμενος την εκμετάλλευση αρκετά για να μπορέσει να την αναπαράγει σε βάρος άλλων, η οργή για αυτόν που δεν αναισθητοποιείται απέναντι σε αυτό που εμείς αναισθητοποιούμαστε, και δεν παραιτείται από την απαίτηση για ελευθερία που εμείς έχουμε πετάξει στα σκουπίδια--όλα αυτά τα συμπτώματα ψυχικής στρέβλωσης που διέγνωσε με τόση ακρίβεια ο Adorno ως στοιχεία της "αυταρχικής προσωπικότητας" ποζάρουν σήμερα ως ορθοψυχικές νόρμες που εκφράζουν συνοφρυωμένα την καταδικαστική τους κρίση για ό,τι τους πετάει στα μούτρα τη δυσωδία της δικής τους, τύποις και μόνο αναίμακτης, βίας. Υπ' αυτή την έννοια, ο ψυχικός--αν όχι ο πολιτικός--φασισμός συνεχίζει να αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του "υγιούς ρεαλισμού" στις κοινωνίες μας, και οι αγοραίες και φτηνές ψευδο-ψυχαναλυτικές "διαγνώσεις" της αρρώστιας του ανθρώπου που δεν έχει την ανοσία μας έχουν πάρει τη θέση της μπότας που τον πατάει στο λαιμό.

[1] Παράρτημα: Αποσπάσματα άλλων αμερικανικών κριτικών για την ταινία:

"O Sean Penn υποδύεται ένα ανενδοίαστα ενελικτικό αποτυχημένο [loser] και φλώρο [nerd] που πλέον μπορεί να είναι γνωστότερος από αριστοτεχνικές παραστάσεις όπως του Sean Penn παρά απ' την πραγματικότητα...[Ο Bicke] είναι μια όρθια αποτυχία...είναι τόσο αποσυνδεδεμένος απ' τον εαυτό του και τους άλλους, που αποτυγχάνει ακόμα και να πουλήσει μια καρέκλα δερματίνης...συνειδητοποιείς ότι η ειλικρίνειά του είναι τρέλα" (Owen Glieberman, Entertainment Weekly)

"[Η ταινία] αγνοεί στοιχεία για τον [πραγματικό] Byck, όπως το ότι αντί να είναι αδύνατος και ελκυστικός σταρ ταινιών ήταν ένας κακοντυμένος άσχημος και χοντρός τύπος που δεν είχε τη δύναμη να θεωρήσει τον εαυτό του υπεύθυνο για τις αποτυχίες του. [Παρά τις προσπάθειες του αφεντικού του να τον συμμορφώσει μέσω βοηθημάτων ψυχικής αναπροσαρμογής σε καλό πωλητή], η ανταπόκριση του Bicke είναι να μαραθεί κάτω απ' την πίεση και να πείσει τον εαυτό του ότι είναι υπερβολικά ηθικός για να γίνει πωλητής. [Η ταινία] εξελίσσεται επίπονα, χωρίς έλεος. ...Πού είναι αυτές οι μυστικές υπηρεσίες όταν τις χρειάζεσαι"; (Stephen Hunter, Washignton Post)

"Είναι δύσκολο να μην κλείσεις τα μάτια καθώς βλέπεις αυτόν τον αποτυχημένο να επιζητά κάθε τραγωδία που πέφτει στο κεφάλι του. [...] O Penn είναι διαρκώς οργισμένος που η ζωή δεν είναι δίκαιη και η γκαρσόνα σύζυγος του [...] έχει βαρεθεί την κλάψα του και επιλέγει να τον παρατήσει." (Mike Clark, USA Today)

Υ.Γ. Την ταινία την αγόρασα σε αυθεντική κόπια για 5 ευρώ από περίπτερο--σημάδι της απόλυτης απαξίας της απ' το κινηματογραφικό κατεστημένο και τα προσαρτήματά του στην βιομηχανία της "κοινής γνώμης". Το αξιοπερίεργο είναι ότι κυκλοφόρησε καν.






4 σχόλια:

Greek Rider είπε...

Ανυπομονώ να δω αυτή την καταπληκτική ταινία.

Συγχαρητήρια για τον σχολιασμό της ταινίας.

Αντώνης είπε...

Να σαι καλά, ευχαριστώ για τα καλά λόγια.

Elva είπε...

Kαλησπερα Αντωνη

Συμφωνω και εγω με τον φιλο Greek Rider, για τον πολυ καλο σχολιασμο της ταινιας.
Θυμηθηκα μαλιστα οτι την εχω δει και μου αρεσε και το θεμα της οπως και το οτι ο Sean Penn, (απο τους πιο καλους ηθοποιους της γενιας του) καταπιανεται με τετοιου ειδους αντι-ηρωες που ερχονται αργα, ή γρηγορα αντιμετωποι με το συστημα.

Καλο βραδυ απο Στοκχολμη :)

Αντώνης είπε...

Ευχαριστώ φίλε/η Έλβα. Χαίρομαι που η παραγνωρισμένη αυτή ταινία έχει αγγίξει κάποιους ανθρώπους. Η ερμηνεία του Πεν είναι ένα κεφάλαιο από μόνη της. Δεν θέλησα να τη συζητήσω γιατί δεν ήταν στόχος μου η συμβατική κριτική της ταινίας αλλά ο στοχασμός πάνω σε αυτό που αποκαλύπτει η κριτική της υποδοχή: την ιδεολογική "κανονικοποίηση" της ουσιαστικά μνησίκακης σκληρότητας απέναντι στους αδύναμους που ενθαρρύνει ο ίδιος ο αγώνας της επιβίωσης.