Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Λιγότερο Ζολά, περισσότερο Μαρξ


Διάβασα πρόσφατα μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα που διεξήχθη στο εξαιρετικό I Cite σχετικά με την χρησιμότητα ή όχι των σχολίων που γίνονται στα blog. Το πόρισμά μου με βάση τα όσα είδα: Ναι, συχνά η ανάγκη να αντιμετωπίσεις προληπτικά την κάθε εφικτή αντίδραση οδηγεί στη διάλυση της όποιας αρχικής ισχύος του επιχειρήματος. Με απλά λόγια, το να βάζεις πολύ νερό στο κρασί σου απλά σου προσφέρει κάτι που στο τέλος δεν θέλεις ο ίδιος να πιεις. Πρόκειται για φαινόμενο που δεν περιορίζεται στα blog αλλά αφορά κάθε είδους δημόσιο λόγο. Κάπου πρέπει να τραβάς τη γραμμή· το ζητούμενο για την κριτική σκέψη είναι η απόφαση για το πού και όχι για το αν. Από την άλλη, προέκυψαν επίσης αναφορές στην τάση κάποιων bloggers να προχωρούν οι ίδιοι προς το άλλο άκρο, αυτό της αυθαιρεσίας απέναντι σε οποιαδήποτε κριτική ερώτηση: "δεν απαντώ γιατί δεν καταδέχομαι να κάτσω να εξηγήσω αυτά που για μένα είναι αυτονόητα σε άσχετους." Και εδώ βέβαια υπάρχει πρόβλημα, το οποίο όμως, καλώς ή κακώς, επιλύεται με το νόμο της αγοράς: ο δυσαρεστημένος αναγνώστης απλά σταματά να επισκέπτεται και να διαβάζει το blog. Το αν κερδίζει ή χάνει ο συγγραφέας, ο αναγνώστης, ή και οι δύο είναι συστημικά αδιάφορο.

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι το φαινόμενο που βλέπω σε αρκετά ελληνόφωνα blog. Η δομή της συζήτησης είναι η ακόλουθη: σχόλια που συμφωνούν με το κείμενο· σχόλια που συμφωνούν και επαυξάνουν για τις θέσεις του κειμένου· σχόλια που επαυξάνοντας γενικεύουν και σε πράγματα που δεν λέει το κείμενο· σχόλια που θεωρούν ότι το κείμενο δεν είναι αρκετά σκληρό· σχόλια που αντιδρώντας στα προηγούμενα σχόλια αντιδρούν και στο κείμενο· πρώτη εμφάνιση χαρακτηρισμών του συγγραφέα του κειμένου· ανταπόδωση χαρακτηρισμών στον σχολιαστή. Με λίγα λόγια, μια σταδιακή αποσάθρωση της συζήτησης σε κουβέντα καφενείου.

Οι αρχικοί σπόροι αυτής της εντροπικής πορείας όμως βρίσκονται συχνά στην ίδια την επιλογή θεμάτων σχολιασμού. Στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχουν θέσεις και πρόσωπα αποδεκτά, λιγότερο αποδεκτά, αμφιλεγόμενα ή μη αποδεκτά. Οι διαθέσιμοι ρόλοι στην δική μας δημόσια σφαίρα χαρακτηρίζονται σχεδόν πάντα από την ταλάντωση ανάμεσα στη θετική και την αρνητική υπερβολή. Και δεν είναι μόνο αυτό, δυστυχώς. Η ίδια η δήλωση του δημόσιου προσώπου την οποία σχολιάζει ένα blog εμπεριέχει ήδη την υπερβολή με σκοπό την πρόκληση (η οποία λίγο-πολύ αποτελεί "καθήκον" του δημόσιου προσώπου εν Ελλάδι), οπότε η αλυσίδα ξεκινάει από τον προκλητικό χαρακτήρα μιας αρχικής δήλωσης, περνάει στον προκλητικό σχολιασμό του χαρακτήρα αυτού και καταλήγει στις ενισχυτικές ή απορριπτικές προκλήσεις των σχολιαστών του προκλητικού κειμένου του blog.

Το ερώτημα στο οποίο καταλήγω όταν βλέπω τέτοια σημάδια διήθησης του λόγου του τηλεοπτικού παράθυρου στα blog είναι το εξής: Πόσο "προκλητική" τέλος πάντων είναι η πρόκληση σε μια κοινωνία που θρέφεται από την πρόκληση, και στην οποία ο καταγγελτικός λόγος έχει ολοκληρωτικά εκτοπίσει τον ερευνητικό (πολύ "J' accuse", λιγότερο Κεφάλαιο); Το ερώτημα δεν έχει να κάνει με κάποια καθωσπρέπει επιθυμία επιστροφής στον "πολιτισμένο" διάλογο και την "πολιτισμένη" συζήτηση. Έχει να κάνει με την υποψία ότι υπάρχει μια χρόνια θεσμοποίηση του καταγγελτικού λόγου στην ελληνική κοινωνία· και ότι ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός χάνει κάθε αυθεντικό πολιτικό χαρακτήρα και κάθε προοπτική να ταρακουνήσει πραγματικά τα νερά. Γίνεται "μπούγιο", φολκλόρ, άλλοθι ακρότητας που σκεπάζει ένα βαθύτατο κοινωνικό συντηρητισμό. Η τυραννία της "γνώμης" που έχει απεμπολήσει κάθε υποχρέωση στην επιστημολογική και ιδεολογική συνέπεια αποτελεί τον κρυφό νόμο μιας κοινωνίας με μόνιμο σύνδρομο ρητορικού καουμποϊσμού.

Και έτσι αποκτούμε τη σχέση αγάπης/μίσους μας με τον "αυθόρμητα" ξενοφοβικό ακροαριστερό, τον "sui generis" κρατικιστή αυταρχικό φιλελεύθερο, τον "γραφικό" ακροδεξιό που διαδηλώνει την συμπαράσταση του στους ξεριζωμένους μετανάστες συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας, αγνοώντας όχι απλά ότι είναι όλοι τους καθόλα τυπικές περιπτώσεις στα καθ' ημάς, αλλά ότι αυτό που τις καθιστά τυπικές μας αφορά αυτοκριτικά. Μας αφορά κάθε φορά που αποποιούμαστε την ευθύνη να σκεφτούμε εμείς με άλλους όρους, να χτίσουμε εμείς διαφορετικές συνθήκες λόγου, να πολεμήσουμε για τα πιστεύω μας με την ισχύ που δίνει η διανοητική πειθαρχία και η μέριμνα για την ακρίβεια.

Η ενσυνείδητη αποστασιοποίηση από την όχι πάντα επίκαιρη "επικαιρότητα" μπορεί να εξασφαλίσει κάποιο ζωτικό χώρο για να γίνει αυτό. Έχει όμως κόστος: το κόστος του να εμφανίζεται κανείς "ανεπαρκώς" πολιτικοποιημένος επειδή αρνείται τους κανόνες πολιτικού λόγου που έχουν επικρατήσει· το κόστος του να παραμένει απομακρυσμένος από τις ανησυχίες και τις προτεραιότητες της "κοινής γνώμης"· το κόστος του να κατηγορηθεί ως ελιτιστής· το κόστος του να περιορίζεται στο περιθώριο του όποιου ήδη οριοθετημένου περιθωρίου. Απέναντι σ' αυτό το κόστος δεν υπάρχει προστασία άλλη από το να προσπαθεί κανείς να κάνει αυτό που κάνει με πεποίθηση, με το ψύχραιμο πάθος που χρειάζεται το "μερικό που δεν έχει τόπο", δηλαδή το δυνητικά οικουμενικό (βλ. Rancière). Να προσπαθεί χωρίς την ναρκισιστική επιθυμία για το ακάνθινο στεφάνι του παρεξηγημένου μάρτυρα. Αυτή την έχει προ πολλού ιδιοποιηθεί, ως αμυντικογενή εναλλακτική λύση, ο σαματατζίδικος λεονταρισμός. Που παρεμπιπτόντως, είναι πολύ πιο βαρετός από ό,τι θα ήθελε να πιστεύει.




Δεν υπάρχουν σχόλια: