Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Άτιτλον ΙΙ




Όποιος βυζαίνει μες στων γιγάντων τις σκιές
νιώθει το βάρος που κρατά στη θέση τους τα λόγια.
Kι ας είναι ο ίδιος ελαφρύς·
μια μόνο ανάσα κι ας μετρά με όλο του το είναι.
Τον φόβο απέναντι στο όξινο το γάλα του μετά
έχοντας συνηθίσει από πριν
να πιπιλάει σιγά-σιγά, λίγα πια τον φοβίζουν.
Πιάνει τα πράγματα γερά, και τα αφήνει κάτω
χωρίς να αγκυλώνονται τα δάχτυλα στο σχήμα.
Θυμάται σαν την γη, που κάθε μια πληγή της
είναι ένα πρόσφορο στη ρίζα, μία θυσία
αναίμακτη στης άνοιξης το στόμα.

Ανηλεείς οι γίγαντες· άλλοτε σαν τα μικρά
παιδιά αθώοι, σαν μάνες που γυρνάνε απ’ τη δουλειά
να σου χαμογελάνε με τα χέρια
και άλλοτε οργισμένοι σαν προφήτες
να φτύνουνε θειάφι και αφρούς, κατάρες, απειλές.
Δεν έχει χαϊδολόγημα μέσα στην αγκαλιά τους
ούτε κλαυθμούς κι ολοφυρμούς
αν πεις να ξεστρατίσεις, να ζεσταθεί
και σένα το σαρκίο σου στον ήλιο.

Κι όμως γυρίζεις πίσω.
Δεν είναι που σου λείψανε, ούτε και συ σ’ αυτούς.
Δεν είναι θέμα τέτοιο.
Είναι που εκεί στα πεδινά
κατέβηκε μαζί σου
λίγη απ’ τη σκιά απ’ τα ψηλά που ήσουν
είναι που πήρε η όψη σου κάτι από τη δική τους.




Δεν υπάρχουν σχόλια: