Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Φονταμενταλισμός και φιλελευθερισμός, ή περί των ορίων της πρακτικής του συνηγόρου του διαβόλου (δεύτερο μέρος)




Ποιος φιλελευθερισμός;

Με την τελευταία όμως αυτή φράση, οδηγούμαστε στο επόμενο από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς τόσο με τα κείμενα του Ζίζεκ όσο και με το πρόσφατο κείμενο του Δευτερά. O δεύτερος καταλήγει στο ότι οι επικριτές των σκλυροπυρηνικών Ορθοδόξων στην Κύπρο τους καταδίκασαν “μιλώντας τη γλώσσα της άπιστης φιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.” Ο πρώτος έχει μετατρέψει τη λέξη “φιλελεύθερος” σε συνθηματική αναφορά σε μια ομάδα πολιτικών και οικονομικών ιδεολογιών τις οποίες θα μπορούσαμε να ταυτοποιήσουμε ως “νεοσυντηρητικές” και “νεοφιλελεύθερες” αντίστοιχα (και δεν ήταν η φόρμουλα “πολιτικός νεοσυντηρητισμός συν οικονομικός νεοφιλελευθερισμός” η κατεξοχήν φόρμουλα της δύσης από τις κυβερνήσεις Ρήγκαν-Θάτσερ και μετά;) Η φόρμουλα όμως αυτή θα έπρεπε να μας βάλει σε κάποιες υποψίες τόσο ως προν την υπεριστορικότητα του τι σημαίνει “φιλελευθερισμός” (και αυτή είναι η υπενθυμιστική αξία του προθέματος “νεο-”), όσο και ως προς την ιδέα της συνοχής, μέσα στον εκάστοτε φιλελευθερισμό, πολιτικών και οικονομικών λογικών. Έχοντας αρχικά επικαθοριστεί από τις δομές του Ψυχρού Πολέμου, το σύμπλεγμα νεοσυντηρητισμός-νεοφιλελευθερισμός οδήγησε στην επικράτηση άλλοτε κυρίαρχα οικονομικών προτεραιοτήτων “ανοίγματος” της αγοράς, και συνεπώς σε περιόδους συμβολικής έστω παραχωρητικότητας σε “πολιτικά” φιλελεύθερες κοινωνικές απαιτήσεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κυβέρνηση Κλίντον και η “προοδευτική” στάση της απέναντι στις φυλετικές ή σεξουαλικές μειονότητες μέσα στην Αμερική), και άλλοτε στην επικράτηση κυρίαρχα πολιτικών προτεραιοτήτων όπως η εξασφάλιση της μονόπλευρης στρατιωτικής ηγεμονίας, και συνεπώς σε περιόδους δραστικής περιστολής των ελευθεριών των πολιτών μέσα στα ίδια κράτη (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συρρίκνωση των ατομικών ελευθεριών στο όνομα της κρατικής ασφάλειας επί κυβέρνησης Μπους του δεύτερου). Αρχικά λοιπόν, ο “φιλελευθερισμός”, στη σύγχρονη μορφή που έχει από το 1980 και μετά, είναι ένα εσωτερικά αντιφατικό μόρφωμα, ή καλύτερα ένα μόρφωμα όπου η προοπτική εναρμόνισης πολιτικών και οικονομικών στόχων (ατομικά δικαιώματα/ελεύθερες αγορές) είναι επισφαλής στη μορφή της συγκυρίας και έτσι ευάλωττη σε δομικές ανισορροπίες και ενίοτε σε εκ των ένδον ανατροπές.

Οι συγχρονικές αντιφάσεις του φιλελευθερισμού δεν εξαντλούν όμως το πρόβλημα του τι ακριβώς εννοούμε με τη λέξη. Όπως κάθε ιδεολογικό μόρφωμα με ιστορικό βάθος (και ο φιλελευθερισμός έχει ιστορικό βάθος τριών αιώνων), η σημασία του εξαρτάται άμεσα από ιστορικά συμφραζόμενα. Τα πρώτα οικουμενικού χαρακτήρα χειραφετητικά κινήματα της νεωτερικότητας είναι το κίνημα για την απελευθέρωση των δούλων (abolitionism) και το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών (suffragism)· αμφότερα έχουν τις ρίζες στους στις ιδεολογικές συνέπειες του Διαφωτισμού στα τέλη του 18ου αιώνα· το πρώτο συνυπάρχει με την πρώτη φυλετικά επικαθορισμένη μετα-αποικιοκρατική επανάσταση της ιστορίας (Αϊτή, 1791-1804)· το δεύτερο βρίσκει το πρώτο του μανιφέστο στο A Vindication of the Rights of Women της Mary Wollstonecraft Shelley, ένα χρόνο μετά την επανάσταση στην Αϊτή και περισσότερα από 50 χρόνια πριν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο μαρξικός κομμουνισμός είναι ιστορικά κομμάτι μιας αλυσίδας χειραφετητικών κινημάτων τα οποία βρίσκουν τις πιο πρώϊμες τους βάσεις στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Η καρριέρα του Τζον Στούαρτ Μιλ, σύγχρονου του Μαρξ (και, παρεμπιπτόντως, πηγής την οποία ο Balakrishnan ενέταξε άνετα στα πλαίσια μιας μαρξιστικής ανάλυσης της σύγχρονης συγκυρίας, δανειζόμενος μάλιστα τον τίτλο του κειμένου του όχι απ’ τον Μαρξ αλλά από τον Μιλ) είναι ενδεικτική: πολιτικός φιλελευθερισμός (On Liberty, 1859), αλλά επίσης αντιρατσισμός και δυναμική παρέμβαση στο θέμα της συνέχισης της αμερικανικής δουλείας (επιστολή κριτικής στον ρατσιστικό φυλετισμό του Macaulay, 1850) και στάση υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης (The Subjection of Women, 1869). Ο πολιτικός φιλελευθερισμός από το 1770 ως την εμφάνιση του χαρτισμού αποτελεί μια κληρονομιά στην οποία ο Μαρξισμός οφείλει πολλά, χωρίς την οποία η οικουμενική λογική των δικών του χειραφετητικών απαιτήσεων θα παρέμενε κοινωνικά αμετάφραστη, και απέναντι στην οποία ο κομμουνιστής οφείλει πολιτικό σεβασμό. Όχι αγιοποίηση, διότι φυσικά είναι εφικτό να παρατηρήσει κανείς ότι η δουλεία είχε πάψει να εξυπηρετεί την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου στη βιομηχανική εποχή, και κατανοητό το ότι το επιχείρημα για την πολιτική χειραφέτηση των γυναικών δεν μπορεί να αποσπαστεί εντελώς από την σταδιακή είσοδό τους στην αγορά ως εργασιακής και καταναλωτικής δύναμης. Τούτες όμως είναι εκ των υστέρων διαπιστώσεις, και η καταδίκη του πολιτικού φιλελευθερισμού ενός Paine ή μιας Shelley στη βάση του “τεχνάσματος της [οικονομικής] λογικής” την οποία τελικά εξυπηρέτησε δεν διαφέρει ουσιαστικά από την καταδίκη ενός Καρλ Μαρξ με βάση τις θηριωδίες του Πολ Ποτ και των Ερυθρών Χμερ.

Πριν όμως δώσουμε στον υποθετικό ζιζεκικό αναγνώστη την ευκαιρία να μας απαντήσει με μια ακόμη άσκηση στη συνηγορία του διαβόλου (“ναι, αλλά οι Ερυθροί Χμερ ανέλαβαν την τραγική ευθύνη της επανάστασης, που σημαίνει την αποδοχή της αναγκαιότητας της βίας, και δεν μπορούν να κριθούν από τον ψευδεπίγραφο και άκοπο φιλειρηνισμό του πολιτικού φιλελευθερισμού”), ας κάνουμε μια επίσκεψη στο σχετικά πρόσφατο άρθρο του Alex Callinicos για τον Λένιν (στον τόμο Lenin Reloaded: Towards a Politics of Truth). Στο “Leninism in the Twenty-First century? Lenin, Weber, and the Politics of Responsibility” λοιπόν, ο Callinicos ξεκινάει ακριβώς από τον σκληρό πυρήνα του ζιζεκικού αντιφιλελευθερισμού, την ουσιαστικά ηθικο-οντολογική θέση ότι “όπως ο αυθεντικός συντηρητικός, ο αληθινός λενινιστής δεν φοβάται να αναλάβει δράση, να πάρει την ευθύνη για όλες τις συνέπειες, όσο δυσάρεστες και αν είναι, για την πραγματοποίηση του πολιτικού του εχγειρήματος” (Ζίζεκ, ανακοίνωση στο συνέδριο για τον Λένιν, Essen, Γερμανία, 2001· βλ. επίσης τα The Ticklish Subject, σ. 236, 377, και τον επίλογο του Ζίζεκ στο A Defense of History and Class Consciousness του Λουκάτς, Verso, 2000). Το απροσδόκητο όμως γεγονός, όπως επισημαίνει ο Callinicos, είναι ότι αυτή η φαινομενικά αδιαπέραστη γραμμή διαχωρισμού του επαναστατικού από τον χλιαρό, φιλελεύθερο αριστερισμό δεν πρόερχεται από τον Λένιν του Οκτώβρη του 1917, αλλά από τον φιλελεύθερο (και αντεπαναστάτη) Max Weber του Γενάρη του 1919. Ο Callinicos παραθέτει το σχετικό απόσπασμα από το “Η πολιτική ως λειτούργημα” του Γερμανού, κειμένου που γράφτηκε μετά την γερμανική επανάσταση του 1918 και μέρες πριν την δολοφονία της Rosa Luxemburg και του Karl Liebknecht κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των σπαρτακιστών:

Η δραστηριότητα που έχει ηθικούς στόχους μπορεί να ακολουθήσει δύο ουσιαστικά διαφορετικά και ασυμφιλίωτα αντιθετικά ηθικά προτάγματα. Μπορεί να ακολουθήσει την “ηθική της πεποίθησης περί αρχών” ή την “ηθική της ευθύνης.” Αυτό δεν σημαίνει ότι η ηθική της πεποίθησης είναι ταυτόσημη με την ανευθυνότητα, ούτε ότι η ηθική της ευθύνης επισύρει την απουσία πεποιθήσεων για αρχές – φυσικά και αυτό δεν αμφισβητείται. Όμως υπάρχει μια βαθιά αντίθεση ανάμεσα στην δράση σύμφωνα με τις επιταγές της ηθικής της πεποίθησης […] και στη δράση σύμφωνα με τις επιταγές της ηθικής της ευθύνης.

Η βαθιά ειρωνεία εδώ, συμπληρώνει ο Callinicos, είναι ότι ο Weber ουσιαστικά ταυτίζει την (σχετικά) “ανεύθυνη” ηθική της πεποίθησης με την επαναστατική αριστερά των σπαρτακιστών που θα δολοφονηθούν λίγο αργότερα, και την ηθική της (τραγικής) ευθύνης με τον πραγματισμό της αιματοβαμένης αλλά “ώριμης” ηγεσίας του SPD: “Όποιος θέλει να ζήσει ως σύγχρονος άνθρωπος […] πρέπει να αποκηρύξει όλα αυτά τα ιδανικά που τον θέλγουν αφηρημένα από την στιγμή που εγκαταλείπει τη βάση του επαναστατισμού για χάρη του επαναστατισμού, χωρίς “στόχο”, χωρίς ένα αντιλήψιμο σκοπό” (Weber, επιστολή στον Robert Michels). Το θλιβερό αστείο είναι λοιπόν διπλά εις βάρος του Ζίζεκ: πρώτον, η “αντιφιλελεύθερη” υποστασιοποίηση της τραγικής, υπαρξιακής ευθύνης στην αιματηρή απόφαση ανακύπτει ήδη στον “αρματωμένο” γερμανικό σοσιαλδημοκρατισμό του πρώιμου 20ου αιώνα· και δεύτερον, η φιλελεύθερη αντίσταση στον επαναστατικό μαρξισμό αποκαλύπτει την δυνατότητά της να εγκολπώνει άκοπα τον σμιτιανό αποφασιστικισμό (decisionism), τον οποίο ο Ζίζεκ θεωρεί αποκλειστικό προνόμιο του λενινισμού--και να νομιμοποιεί έτσι την συντριβή ακριβώς της επαναστατικής εκείνης πολιτικής που θεωρεί ότι νομιμοποιεί λενινιστικά ο Ζίζεκ. Αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να φυλάει δηλαδή τα νώτα του από υπεραπλουστεύσεις-μπούμερανγκ, ο καλός Μαρξιστής πρέπει να ενδιαφέρεται πάντα για την ιστορία και όχι απλώς για γενικευτικές αφαιρέσεις και φόρμουλες.




Δεν υπάρχουν σχόλια: