Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Φονταμενταλισμός και φιλελευθερισμός, ή περί των ορίων της πρακτικής του συνηγόρου του διαβόλου (πρώτο μέρος)




Οι παρακάτω αράδες αποτελούν ένα ταπεινών φιλοδοξιών αλλά σχετικά εκτεταμένο κριτικό σχόλιο πάνω στο κείμενο του φίλου Νικόλα Δευτερά “Περί πιστών, απίστων και υπερ-πιστών”, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Πολίτης” της Κύπρου, την πρώτη του Νοέμβρη 2009. Στο κείμενό του, ο Νικόλας Δευτεράς στηρίζεται σε ορισμένες παρεμβάσεις του Ζίζεκ σχετικά με το ζήτημα του ανταγωνισμού φονταμενταλισμού και φιλελευθερισμού για να υπερασπιστεί τους Ορθόδοξους ιερείς του νησιού που διαδήλωσαν την αντίθεσή τους με την προοπτική θρησκευτικού διαλόγου Ορθοδοξίας και Καθολικισμού απέναντι στην τάση των ΜΜΕ να τους δαιμονοποιoύν ή να τους γελοιοποιούν. Θα περιοριστώ σε λίγες αναφορές στο κείμενο του Νικόλα, ρίχνοντας το κύριο βάρος στην βασική του θεωρητική πηγή, δηλαδή τον ίδιο τον Ζίζεκ. Και αυτό γιατί το κείμενο του Νικόλα χρησίμευσε ουσιαστικά ως έναυσμα για να ξεκαθαρίσω κάποιες από τις βασικές πολιτικές διαφωνίες μου με τον κατά τα άλλα ιδιαίτερα προσφιλή μου Σλοβένο θεωρητικό.

-------

Τα τελευταία χρόνια, ο Σλαβόι Ζίζεκ έχει δείξει αυξανόμενο ενδιαφέρον για το θέμα της πίστης και αυτό της θρησκείας, κυρίως σε ό,τι αφορά στη φιλοσοφική και θεολογική κληρονομιά του Χριστιανισμού. Στα πλαίσια αυτά έχει κυκλοφορήσει τρία βιβλία, τα The Fragile Absolute: Or, why is the Christian Legacy Worth Fighting For? (2000), On Belief (2001) και The Puppet and the Dwarf: The Perverse Core of Christianity (2003). Έχει συνεπιμεληθεί άλλα δύο, τα Theology and the Political (2005) και The Monstrosity of Christ: Paradox or Dialectic? (2009). Ταυτόχρονα, όπως είναι επίσης γνωστό, ο Ζίζεκ, υπό την αυξανόμενη επιρροή του Αλαίν Μπαντιού, έχει στραφεί σε μια όλο και συγκρουσιακότερη στάση απέναντι στην "μεταμοντέρνα" σκέψη και στον πολιτικό φιλελευθερισμό, στροφή η οποία έχει εκφραστεί μέσα από τα κείμενά του για τους Λουκάτς, Μάο, Ροβεσπιέρο και Λένιν, και η οποία εντάσσεται στον αστερισμό μιας μαρξιστικά στρατευμένης επαναδιεκδίκησης της οικουμενικότητας. Η τελευταία μοιάζει να είναι και ο προφανής συνδετικός κρίκος με τα “θρησκευτικά” βιβλία του: ο παρανομαστής του πάθους για οικουμενικότητα συνδέει τα “πολιτικά” και τα “θεολογικά” κείμενα, καθορίζοντας ως κοινό εχθρό τον ατομικισμό, τον αφηρημένο ιδεαλισμό των "δικαιωμάτων", αλλά και τον αυτάρεσκα "κοσμικό" χαρακτήρα των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών.


Αντιφάσεις

Η εικόνα όμως αυτή της αρμονίας ανάμεσα σε πολιτικές και θρησκευτικές αναλύσεις κρύβει αρκετές αντιφάσεις και αρκετά ερωτηματικά. Ας πάρουμε το παράδειγμα που επιστρατεύει και ο ίδιος ο κύριος Δευτεράς για να υπερασπιστεί τους Κύπριους Χριστιανούς Ορθόδοξους διαφωνούντες: την παρατήρηση του Ζίζεκ, στο κείμενο “How China got Religion” (New York Times 11/10/07) ότι οι δυτικοί που καταδίκασαν την καταστροφή των βουδιστικών αγαλμάτων από τους Ταλιμπάν το έκαναν από την “εύκολη” θέση της ήδη πλήρως εκκοσμικευμένης άποψης, ενώ οι Ταλιμπάν κατέστρεψαν τα αγάλματα γιατί “σε αντίθεση με τους σοφιστικέ [δυτικούς], πιστεύουν πράγματι στη δική τους θρησκεία” (Ζίζεκ, “How China got Religion”). Η θέση αυτή έρχεται σε προφανή αντίφαση με την θέση του Ζίζεκ (στο On Belief και αλλού) ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον φονταμενταλιστή δεν είναι η ακλόνητη πίστη αλλά η ανασφάλεια για αυτή. Ο φονταμενταλιστής, ισχυρίζεται εκεί ο Ζίζεκ, δεν είναι περισσότερο πιστός από τον ανοιχτά κοσμικό· αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που αισθάνεται υπέρμετρα ανασφαλής και ευάλωττος απέναντι σε κάθε τι που του υπενθυμίζει το τραυματικό έλειμμα στην καρδιά της "πίστης" του. Η φονταμενταλιστική βία δεν είναι έτσι παρά σύμπτωμα αυτού που μάταια πασχίζει να αφανίσει, της υποψίας ότι ο Άλλος απολαμβάνει κάτι στο οποίο ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση. Η ανάλυση αυτή είναι σαφώς πιο συμβατή με το λακανικό πνεύμα, το οποίο θα αποφαινόταν ότι ούτε ο εκκοσμικευμένος δυτικός ούτε ο θρησκόληπτος Ταλιμπάν είναι στην πραγματικότητα πιστοί, και ταυτόχρονα (και παραδόξως) ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούν να ειδωθούν ως απαλλαγμένοι από την πίστη, από τη μία ή την άλλη ιδεοληψία, από τη μία ή την άλλη μορφή παγίδευσης στις επιταγές του κοινωνικό Υπερεγώ: απόλαυσε την κοσμική σου "ελευθερία"/"ελευθεριότητα" και την ανωτερότητά σου απ' τον θρησκόληπτο Άλλο, απόλαυσε την προσκόλλησή σου στο θρησκευτικό καθήκον και το μίσος σου για την αυτάρεσκη κοσμικότητα του Άλλου. Είναι λοιπόν προφανές ότι επιδιώκοντας να παίξει τον “συνήγορο του διαβόλου” κόντρα στο φιλελεύθερο συναίσθημα, ο Ζίζεκ πυροβολεί ουσιαστικά τον δικό του λακανισμό στο πόδι. Και αυτό, χωρίς να ασχοληθούμε καν με το ερώτημα του ποιος και με ποια κριτήρια κρίνει αν οι εκάστοτε Ταλιμπάν “πιστεύουν πράγματι στη δική τους θρησκεία” ή του αν μια τέτοιου είδους δήλωση είναι καν συμβατή με την ενδελεχή κριτική σκέψη.

Με τη σειρά της, αυτή η πρώτη αντίφαση πυροδοτεί μια σειρά από άλλες: ακόμη και αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η φαινομενικά πιο ορθόδοξα λακανική προσέγγιση στο θέμα είναι αυτή που πραγματικά ασπάζεται ο Ζίζεκ, ποια ακριβώς είναι η πολιτική της σημασία; Με απλά λόγια, τι είδους πολιτική κάνει εφικτή το συμπέρασμα ότι ουσιαστικά οι φονταμενταλιστές και οι κοσμικοί πολέμιοί τους στη δύση δεν διαφέρουν και τόσο πολύ; Μια πολιτική ίσων αποστάσεων και από τους δύο, ίσως, αλλά για πoιο σκοπό ακριβώς; Για να αφεθούν να αλληλοεξολοθρευτούν; Αυτό όμως προφανώς δεν αποτελεί διακύβευμα της κριτικής σκέψης αλλά απλό τακτικισμό--και παραμένει αδιευκρίνιστο τον σημαντικό ερώτημα του ποιον ακριβώς εξυπηρετεί ένας τέτοιου είδους τακτικισμός. Όπως και να 'χει, ο Ζίζεκ έχει πολλάκις πει ότι στην ουσία ο φονταμενταλισμός και ο φιλελευθερισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ότι στην ουσία ο χωρίς περιορισμούς και ανασχέσεις θρίαμβος του δεύτερου έχει πυροδοτήσει και την εξάπλωση του πρώτου. Με κάθε σεβασμό στον χωρίς αμφιβολία ευφυέστατο Σλοβένο, το επιχείρημα αυτό είναι τόσο ανιστόρητο όσο και αναλυτικά άχρηστο. Η ιερά εξέταση και ο διωγμός των Εβραίων στην Ισπανία του ύστερου μεσαίωνα ή η θεοκρατία των Πουριτανών στην Αμερική του 17ου αιώνα ήταν ξεκάθαρα φονταμενταλιστικά φαινόμενα· σίγουρα όμως δεν ήταν φαινόμενα που είχαν οποιαδήποτε ιστορική σχέση με τον πολιτικό ή οικονομικό φιλελευθερισμό. Και απ' την άλλη, εάν το δίπολο φονταμενταλισμός-φιλελευθερισμός είναι όντως ψευδο-δίπολο, τότε δεν έχει και κανένα νόημα το να κάνεις τον συνήγορο του διαβόλου διότι πολύ απλά ο διάβολος βρίσκεται στον ίδιο βαθμό και στις δύο πλευρές και δεν έχει καμμία ανάγκη εκπροσώπησης ή υπεράσπισης. Τι νόημα έχει συνεπώς το να υπερασπίζεσαι, επικαλούμενος μάλιστα την μαρτυρική θέση της μειονοτικής φιλοσοφικής φωνής, την οικουμενικότητα της “χριστιανικής κληρονομιάς”; Έχει περισσότερο πολιτικό νόημα από ό,τι θα είχε το να υπερασπίζεσαι την οικουμενικότητα της “φιλελεύθερης κληρονομιάς”;

Ο Μπαντιού ήταν απείρως προσεκτικότερος στην δική του επίσκεψη στο χριστιανικό αρχείο, και όχι μόνο επειδή ξεκαθαρίζει ότι το επισκέπτεται ως άθεος—δυστυχώς, η διακήρυξη αυτή απέχει πόρρω από το να είναι εγγύηση επιστημολογικής στιβαρότητας. Ιδού τι γράφει στο συμπέρασμα του δικού του “θρησκευτικού” βιβλίου ο Γάλλος:

Δώσαμε σ’ αυτό το βιβλίο τον υπότιτλο “Το Θεμέλιο του Οικουμενισμού”. Πρόκειται βέβαια για έναν υπερβολικό τίτλο. Ο πραγματικός οικουμενισμός παρίσταται ήδη πλήρως στο ένα ή το άλλο θεώρημα του Αρχιμήδη, σε ορισμένες πολιτικές πρακτικές των Ελλήνων, σε μια τραγωδία του Σοφοκλή, ή στην ερωτική ένταση την οποία μαρτυρούν τα ποιήματα της Σαπφούς. […] Ο ισχυρισμός ότι “υπάρχει μια άπειρη αλληλουχία πρώτων αριθμών” διατηρεί μια αδιαμφισβήτητη οικουμενικότητα. Ο ισχυρισμός “Χριστός ανέστη” έχει, θα έλεγε κανείς, αφαιρεθεί από την αντίθεση ανάμεσα στο οικουμενικό και το ιδιαίτερο, διότι είναι μια αφηγηματική πρόταση που δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχει ιστορική αξία. […] Έτσι, σε αντίθεση με τις αποτελεσματικές διαδικασίες αλήθειας (επιστήμη, τέχνη, πολιτική, αγάπη), η παυλική ρήξη δεν βασίζεται στην παραγωγή ενός οικουμενικού δεδομένου. Ο προσανατολισμός της σε ένα μυθολογικό συγκείμενο που ανάγεται αδήριτα σε ένα και μόνο σημείο (Χριστός ανέστη) αφορά μάλλον τους νόμους της οικουμενικότητας γενικότερα. […] Για αυτό και μπορεί να περιγραφεί ως θεωρητική ρήξη, εφόσον γίνεται κατανοητό ότι στην περίπτωση αυτή το “θεωρητική” δεν αντιτίθεται προς το “πρακτική”, αλλά προς το πραγματική. […] Για τον Παύλο, το αληθειακό συμβάν απορρίπτει τη φιλοσοφική Αλήθεια, ενώ για μας η μυθοπλαστική διάσταση του συμβάντος αυτού απορρίπτει την αυτοπροβολή του ως πραγματική αλήθεια. (Άγιος Παύλος: Το θεμέλιο του οικουμενισμού--οι εμφάσεις δικές μου).

Σε αντίθεση με τον Ζίζεκ, ο Μπαντιού αρνείται σε οποιαδήποτε θρησκευτική δήλωση, όσο ζωτικά ριζοσπαστική και αν είναι, το δικαίωμα της άμεσης ή της προνομιακής ταύτισης είτε με την οικουμενικότητα είτε με την αλήθεια (το προνόμιο αυτό φυλάσσεται αυστηρά για συμβαντικές ρήξεις που αφορούν στις περιοχές της επιστήμης, της πολιτικής, της αγάπης και της τέχνης). Ο Μπαντιού παραμένει πλήρως αδιάφορος ως προς τους ισχυρισμούς αλήθειας (truth claims) του θρησκευτικού λόγου, περιλαμβανομένου του θρησκευτικού λόγου του Παύλου (και βέβαια ο Μπαντιού δεν υποβαθμίζει το γεγονός ότι ο λόγος του Παύλου παραμένει, σε τελική ανάλυση, θρησκευτικός· ότι είναι αδύνατο να αποκοπεί ποτέ ολοκληρωτικά από ένα, μινιμαλιστικό έστω, θρησκευτικό πυρήνα). Ακριβώς επειδή έχει ξεκαθαρίσει τα πράγματα σε ό,τι αφορά τον θρησκευτικό οικουμενισμό όμως, ο Μπαντιού μπορεί να είναι εξίσου αδιάφορος σε ό,τι αφορά τις πολιτικές αρετές του φιλελευθερισμού. Την ίδια στιγμή, ο Ζίζεκ αντιστάθμιζε τις υποτιθέμενα ρηξικέλευθες δηλώσεις του για τους "αληθώς πιστούς" Ταλιμπάν με τη δήλωση (στην συνέντευξή του μαζί με τον Bernard Henri-Lévy, για παράδειγμα) ότι είναι γνήσια και αδιαπραγμάτευτα με το μέρος της φιλελεύθερης αντίστασης σε πρακτικές όπως ο αντισιωνισμός, ο πατριαρχικός σεξισμός, η βία εις βάρος των γυναικών, και ο ρατσισμός. Για τον Μπαντιού δεν χρειάζονται αμυντικογενείς διαβεβαιώσεις περί καλής πίστεως απέναντι στα προοδευτικά στοιχεία του φιλελευθερισμού. Αφενός ο κομμουνισμός είναι αδιαπράγματευτα χειραφετητικός και αντίθετος σε οποιαδήποτε μορφή κοινοτιστικής διάκρισης· και αφετέρου, για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν έχει παραχωρηθεί ούτε σπιθαμή στο στρατόπεδο του φονταμενταλιστικού κοινοτισμού. Για τον Ζίζεκ όμως, ο απρόσεκτος και χονδροειδής συμβιβασμός στο μέτωπο που λέγεται “κοινοτιστική δόξα” οδηγεί σε βιαστικές και μάλλον ανειλικρινείς “παραχωρήσεις” στο μέτωπο που λέγεται “πολιτικός ανταγωνισμός” με τον φιλελευθερισμό.




Δεν υπάρχουν σχόλια: