Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Από την Αθήνα στην Santa Cruz




Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μανιφέστο ομάδας καταληψιών στο University of California, Santa Cruz, με το οποίο ο γράφων διατηρεί παιδαγωγικούς και ερευνητικούς δεσμούς και αίσθημα πολιτικής αλληλεγγύης. Αν και περιέχει ικανό αριθμό χαρακτηριστικά αφελών ή και παροδηγητικών διαπιστώσεων--συμπτωμάτων του σχεδόν αποκλειστικά πανεπιστημιακού και εφηβικά πομπώδους χαρακτήρα μιας εκδοχής του αριστερού ριζοσπαστισμού στις ΗΠΑ--έχει το ενδιαφέρον του, κυρίως σε ό,τι αφορά την επιτυχημένη του καταγραφή ενός κλίματος αυξανόμενης απογοήτευσης και οργής μέσα στην μικρο- και μεσο-αστική τάξη που αποτελούσε έως πρότινος την ιδεολογική ραχοκοκκαλιά της χώρας.


Μήνυμα από ένα απόν μέλλον

I

Όπως η κοινωνία την οποία υπηρέτησε πιστά, το πανεπιστήμιο είναι χρεωκοπημένο. Η χρεωκοπία αυτή δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι η ένδειξη μιας πιο θεμελιώδους έλλειψης πολιτικού και οικονομικού ρευστού, η οποία κυοφορείται εδώ και πολύ καιρό. Κανείς δεν ξέρει τι σκοπό έχει το πανεπιστήμιο πλέον. Το νιώθουμε. Το παλιό εγχείρημα της δημιουργίας ενός πολιτισμένου και μορφωμένου πολίτη έχει εκλείψει. Το ίδιο και το πλεονέκτημα που είχε κάποτε ο πτυχιούχος στην αγορά εργασίας. Αυτά είναι πλέον φαντασιώσεις, φαντασματικά υπολείμματα που αιωρούνται σε κακοσυντηρημένες αίθουσες.

Αντιφατική αρχιτεκτονική, τα φαντάσματα χαμένων ιδεωδών, ο ορίζοντας του νεκρού μέλλοντος: αυτά είναι τα απομεινάρια του πανεπιστημίου. Μέσα σ' αυτά τα απομεινάρια, οι περισσότεροι από μας είμαστε απλά ένα συνοθύλευμα από ανταγωνιστικές συνήθειες και καθήκοντα. Ακολουθούμε την ρουτίνα των τεστ και των εργασιών μας με ένα είδος αστόχαστης και απαράλλαχτης υπακοής, που την στηρίζουν ανέκφραστες πικρίες. Τίποτε δεν είναι ενδιαφέρον, τίποτε δεν μπορεί να γίνει αισθητό. Η παγκόσμια ιστορία με τις παρελάσεις των καταστροφών της δεν είναι πιο αληθινή από τα παράθυρα όπου εμφανίζεται.

Για αυτούς που η εφηβεία τους δηλητηριάστηκε από την εθνικιστική υστερία που ακολούθησε την 11η Σεπτέμβρη, ο δημόσιος λόγος δεν είναι παρά μια σειρά ψεμάτων και ο δημόσιος χώρος είναι χώρος όπου μπορεί να συμβούν εκρήξεις (αν και δεν συμβαίνουν ποτέ). Κατατρεγμένοι από την ασαφή επιθυμία να συμβεί επιτέλους κάτι--αν και δεν φανταζόμαστε ποτέ ότι μπορούμε να το προκαλέσουμε εμείς--βρίσκουμε σωτηρία στην άγευστη ομοιογένεια του διαδικτύου, ανάμεσα σε φίλους που δεν βλέπουμε ποτέ, και που όλη τους η ύπαρξη είναι μια σειρά από επιφωνήματα και ανόητες φωτογραφίες, ο λόγος τους το κουτσομπολιό των εμπορευμάτων. Η ασφάλεια και η άνεση υπήρξαν τα συνθήματά μας. Γλιστράμε μέσα στον υλικό κόσμο χωρίς να αγγιχθούμε ή να συγκινηθούμε. Οδηγούμε την κενότητά μας από μέρος σε μέρος.

Μπορούμε όμως να είμαστε ευγνώμονες για την πτώχευσή μας. Η απομυθοποίηση είναι πλέον προϋπόθεση και όχι εγχείρημα. Η πανεπιστημιακή ζωή αποκαλύπτεται επιτέλους ως αυτό που πάντα ήταν: μια μηχανή που παράγει υπάκουους καταναλωτές και παραγωγούς. Ακόμα και ο ελέυθερος χρόνος είναι ένα είδος εκπαίδευσης για τη δουλειά. Οι ηλίθιοι στις αδελφότητες πίνουν μέχρις εσχάτων με την ευσυνειδησία δικηγόρων που δουλεύουν ως αργά στο γραφείο. Αυτοί που κάπνιζαν μαριχουάνα και έκαναν κοπάνα στο λύκειο τώρα παίρνουν Adderall και πηγαίνουν στη δουλειά. Τροφοδοτούμε το εργοστάσιο διπλωμάτων από τους διαδρόμους στο γυμναστήριο. Τρέχουμε ατελείωτα πάνω σε ελλειπτικούς κύκλους.

Δεν έχει νόημα επομένως να σκεφτόμαστε το πανεπιστήμιο ως αλαβάστρινο πύργο στην Αρκαδία, είτε ειδυλλικό είτε άπραγο. "Δουλέψτε σκληρά, παίξτε σκληρά" ήταν το ανυπόμονο σλόγκαν μιας γενιάς που εκπαιδεύτηκε...για τι; Για να φτιάχνει καρδούλες στον αφρό του καπουτσίνο ή να πληκτρολογεί ονόματα και αριθμούς σε βάσεις δεδομένων. Το απαστράπτον τεχνολογικό μέλλον του αμερικάνικου καπιταλισμού έχει εδώ και πολύ καιρό συσκευαστεί και πουληθεί στην Κίνα για λίγα ακόμα χρόνια δανεικών σκουπιδιών. Το πανεπιστημιακό πτυχίο δεν αξίζει πλέον περισσότερο από μια μετοχή στην Τζένεραλ Μότορς.

Δουλεύουμε και δανειζόμαστε για να δουλεύουμε και να δανειζόμαστε. Και οι δουλειές για τις οποίες δουλεύουμε είναι αυτές που έχουμε ήδη. Τρία τέταρτα των φοιτητών δουλεύουν ενώ σπουδάζουν, πολλοί με πλήρες ωράριο απασχόλησης. Για τους περισσότερους, το ποσοστό απασχόλησης ενώ είναι φοιτητές είναι το ίδιο με αυτό που θα έχουν αφού αποφοιτήσουν. Και εν τω μεταξύ, αντί για παιδεία συσσωρεύουμε χρέη. Εργαζόμαστε για να βγάλουμε λεφτά που έχουμε ήδη ξοδέψει, και η μελλοντική μας εργασία έχει ήδη πωληθεί στην χειρότερη αγορά που υπάρχει. Το μέσο φοιτητικό δάνειο ανέβηκε 20% τα πρώτα 5 χρόνια του 21ου αιώνα—80-100 % για τους έγχρωμους φοιτητές. Το σύνολο των φοιτητικών δανείων—αριθμός αντιστρόφως ανάλογος με την κρατική χορηγία για την εκπαίδευση—αυξήθηκε σχεδόν 800% από το 1977 ως το 2003. Αυτό που πληρώνουν τα δανεικά μας δίδακτρα είναι το προνόμιο να πληρώνουμε εισφορές κάθε μήνα για το υπόλοιπο της ζωής μας. Αυτό που μαθαίνουμε είναι η χορογραφία της πίστωσης: δεν μπορείς να περπατήσεις ως το μάθημα χωρίς να σου προσφέρουν ακόμα ένα κομμάτι πλαστικό με 20% επιτόκιο. Οι πτυχιούχοι των οικονομικών του χτες αγοράζουν τις θερινές τους κατοικίες με τα κατεστραμμένα μέλλοντα των πτυχιούχων στις ανθρωπιστικές επιστήμες σήμερα.

Αυτές είναι οι προοπτικές για τις οποίες προετοιμαζόμαστε από το δημοτικό. Αυτοί που ήρθαμε να επικυρώσουμε το προνόμιο παραδώσαμε τα νιάτα μας σε ένα σμήνος φροντιστηρίων, μια ομοβροντία ψυχολογικών τεστ, την υποχρεωτική προσφορά υπηρεσιών στον δημόσιο τομέα—την κυνική εφαρμογή μισο-αληθειών προς την κατασκευή ενός ελκυστικού προφίλ για αιτήσεις εισδοχής. Δεν είναι άξιο απορίας που αυτοκαταστρεφόμαστε τη στιγμή που ξεφεύγουμε απ' το καμουτσίκι της γονικής προειδοποίησης. Απ' την άλλη, όσοι από μας ήρθαν εδώ για να υπερκεράσουν τις οικονομικές και κοινωνικές δυσχέρειες των οικογενειών μας ξέρουμε ότι για κάθε έναν από μας που "τα καταφέρνει", άλλοι δέκα θα μας αντικαταστήσουν--ότι η λογική του εγχειρήματος έχει μηδέν εις το πηλίκον. Και όπως και να χει, το κοινωνικο-οικονομικό στάτους παραμένει ο βασικότερος δείκτης πρόβλεψης της επιτυχίας του φοιτητή. Αυτοί από μας που οι δημοσκοπήσεις αποκαλούν "μετανάστες", "μειονότητες", και "έγχρωμους" έχουν κληθεί να πιστέψουν στην αριστοκρατία της αξίας. Τώρα όμως μας μισούν όχι παρά τα όσα κατορθώνουμε, αλλά εξαιτίας τους. Και ξέρουμε ότι τα κυκλώματα μέσα από τα οποία μπορούμε να λευτερωθούμε από την βία των καταγωγών μας απλά αναπαράγουν την δυστυχία του παρελθόντος στο παρόν, για κάποιον άλλον, κάπου αλλού.

Αν το πανεπιστήμιο μας διδάσκει κυρίως πώς να είμαστε χρεωμένοι, πώς να σπαταλούμε την εργασιακή μας δύναμη, πώς να παγιδευόμαστε σε ανόητα άγχη, μας διδάσκει και πώς να είμαστε καταναλωτές. Η εκπαίδευση είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα το οποίο θέλουμε χωρίς να μας ενδιαφέρει. Είναι ένα πράγμα που κάνει τους αγοραστές του πράγματα. Η μελλοντική θέση κάποιου στο σύστημα, η σχέση του με τους άλλους, αγοράζεται πρώτα με χρήματα και μετά με την επίδειξη υπακοής. Πρώτα πληρώνουμε, και μετά "δουλεύουμε σκληρά." Και εκεί είναι το σχίσμα: είμαστε αυτοί που αποφασίζουν και συνάμα αυτοί που αποφασίζονται, οι καταναλωτές και ταυτόχρονα οι καταναλωνόμενοι. Είναι το ίδιο το σύστημα που υπακούμε, τα παγερά κτίρια που επιβάλλουν την υποταγή. Αυτοί που διδάσκουν έχουν όλο τον σεβασμό ενός αυτόματου συστήματος τηλεφωνικών μυνημάτων. Η μόνη λογική που κυριαρχεί εδώ είναι αυτή της ικανοποίησης του καταναλωτή: ήταν εύκολο το μάθημα; ήταν σέξι ο καθηγητής/η καθηγήτρια; Μπορούσε ο κάθε ηλίθιος μαλάκας να πάρει 10; Ποιο είναι το νόημα του να αποκτήσεις γνώσεις όταν μπορείς να τις αποκτήσεις με το πάτημα μερικών πλήκτρων; Ποιος χρειάζεται τη μνήμη όταν έχουμε το διαδίκτυο; Ποιος χρειάζεται εκπαίδευση στο να σκέφτεται; Δεν μπορεί να μιλάτε σοβαρά. Ποιος χρειάζεται ηθική αγωγή; Υπάρχουν αντι-καταθλιπτικά για αυτό.

Εν τω μεταξύ, οι μεταπτυχιακοί φοιτητές, που υποτίθεται ότι είναι οι πιο πεφωτισμένοι από μας, είναι και οι πιο υπάκουοι. Το "κάλεσμα" για το οποίο εργάζονται δεν είναι παρά μια φαντασίωση ότι γλιστρούν και πέφτουν από το πλέγμα της δομής, έξω από την αγορά εργασίας. Κάθε μεταπτυχιακός φοιτητής είναι ένας δυνητικός Ροβινσώνας Κρούσος, ο οποίος ονειρεύεται μια νησιωτική οικονομία που εξαιρείται από τις αναγκαιότητες της αγοράς. Δεν υπάρχει καμμία συναίσθηση αντίφασης πλέον μεταξύ της διδασκαλίας της ολοκληρωτικής κριτικής του καπιταλισμού τη μέρα και του γυαλίσματος στην ομιλία πρόσληψης τη νύχτα. Το ότι η ευχαρίστησή μας είναι η δουλειά μας απλά κάνει τα συμπτώματά μας πιο διαχειρίσιμα. Η αισθητική και η πολιτική καταρρέουν, με την ευγενική χορηγεία της αντικατάστασης της ιστορίας από την ιδεολογία: ποτό και καλές τέχνες και άλλο ένα σεμινάριο για την έννοια του είναι, η σταθερή ροή κειμένων, κάθε πίξελ πληρωμένο από κάποιον κάπου, κάποιον όχι-εμένα, όχι-εδώ, όπου όλα όσα φαίνονται είναι αγαθά και όλα τα αγαθά φαίνονται διαθέσιμα με πίστωση.

Το μεταπτυχιακό είναι απλά το ξεφτισμένο υπόλειμμα ενός φεουδαλικού συστήματος προσαρμοσμένου στη λογική του καπιταλισμού--από τα δυσθεώρητα ύψη των καθηγητών-σταρ στις σειρές των βοηθών καθηγητών και των συμβασιούχων που πληρώνονται κυρίως κακή τη πίστη. Ένα είδος μοναστισμού κυριαρχεί εδώ, με όλες τις γοτθικές τελετουργίες μοναστηριού Βενεδικτίνων, και όλους τους παράξενους θεολογικούς ισχυρισμούς περί της ευγένειας της εργασίας αυτής, του βασικού της αλτρουϊσμού. Οι παρακατιανοί είναι ικανοποιημένοι παίζοντας τους μαθητευόμενους στους αφέντες, ανίκανοι να κάνουν τις μαθηματικές πράξεις που απαιτούνται για να καταλάβεις ότι τα 9/10 από μας θα διδάσκουν τέσσερα μαθήματα το εξάμηνο για να πληρώσουμε τις επιταγές του 1/10 που συντηρούν τον μύθο ότι όλοι μας μπορούμε να είμαστε ο ένας και μοναδικός. Φυσικά θα γίνω το αστέρι, θα πάρω την δουλειά που οδηγεί σε μονιμότητα σε μια μεγάλη πόλη και σε μια νεο-αστικοποιημένη γειτονιά.

Καταλήγουμε ερμηνεύοντας την 11η θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ: "Οι φιλόσοφοι απλά ερμήνευσαν τον κόσμο με διαφορετικούς τρόπους. Το ζητούμενο είναι να τον αλλάξεις." Στην καλύτερη, μαθαίνουμε την ικανότητα του φοίνικα να φτάνουμε στα όρια της κριτικής και να πεθαίνουμε εκεί, μόνο για να ξαναξεκινήσουμε από την ίδια, φαινομενικά άσβεστη, εστία. Θαυμάζουμε το πρώτο κομμάτι αυτής της παράστασης: μας φωτίζει τον δρόμο. Αλλά χρειαζόμαστε τα εργαλεία για να διασπάσουμε εκείνο το σημείο αυτοκτονικής σκέψης, την εξάρτησή της από την πρακτική.

Οι ίδιοι αυτοί που εξασκούν "κριτική" είναι επίσης οι πιο ευάλωττοι στον κυνισμό. Αλλά αν ο κυνισμός είναι το αντεστραμμένο πρόσωπο του ενθουσιασμού, τότε κάτω από κάθε απογοητευμένο αριστερίζοντα ακαδημαϊκό κρύβεται ένας ριζοσπάστης. Το ανασήκωμα του ώμου, το γεμάτο ανία πρόσωπο, το σφίξιμο της αμηχανίας όταν συζητούμε για το ότι οι ΗΠΑ δολοφόνησαν ένα εκατομμύριο Ιρακινούς μεταξύ του 2003 και του 2006, ότι κάθε τελευταία δεκάρα που αρμέγεται από τους φτωχότερους πολίτες της ταϊζεται στην τραπεζική βιομηχανία, ότι οι θάλασσες θα φουσκώσουν, ότι θα πεθάνουν δισεκατομμύρια και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε-- αυτή η άβολη στάση έρχεται από την αίσθηση κάποιου ότι δυίσταται ανάμεσα στο είναι και το θα έπρεπε να είναι της σύγχρονης αριστερής σκέψης. Νιώθει κανείς ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και όμως, από την άλλη, ότι είναι εφικτός ένας άλλος κόσμος.

Δεν θα είμαστε τόσο μικροπρεπείς. Η σύνθεση των θέσεων αυτών βρίσκεται ακριβώς μπροστά μας. Ένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός· είναι απαραίτητος. Το θα πρεπε και το είναι είναι ένα. Η κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας βρίσκεται εδώ και τώρα.

II

Το πανεπιστήμιο δεν έχει δική του ιστορία. Η ιστορία του είναι η ιστορία του κεφαλαίου. Η βασική του λειτουργία είναι η αναπαραγωγή της σχέσης ανάμεσα το κεφάλαιο και την εργασία. Αν και δεν είναι εταιρεία η οποία πωλείται και αγοράζεται, το δημόσιο πανεπιστήμιο επιτελεί παρ' όλα αυτά αυτή τη λειτουργία όσο αποτελεσματικά γίνεται, προσαρμοζόμενο όλο και περισσότερο στην επιχειρησιακή μορφή των ομολόγων του. Αυτό στο οποίο γινόμαστε μάρτυρες πλέον είναι οι τελικές κινήσεις σε αυτή τη διαδικασία, όπου το προσωπείο του εκπαιδευτικού θεσμού υπαναχωρεί μπροστά στην επιχειρησιακή εξομάλυνση της παραγωγής.

Ακόμα και στη χρυσή εποχή του καπιταλισμού που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και διήρκεσε ως τα τέλη του 60, το φιλελεύθερο πανεπιστήμιο ήταν ήδη υπόλογο στο κεφάλαιο. Στην κορύφωση της δημόσιας χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης στη δεκαετία του 50, το πανεπιστήμιο ήδη επανασχεδιαζόταν για να παράγει τεχνοκράτες με τις ομάδες ικανοτήτων που κρινόταν απαραίτητες για να νικηθεί ο κομμουνισμός και να διατηρηθεί η αμερικανική ηγεμονία. Ο ρόλος του κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν να νομιμοποιήσει την φιλελεύθερη δημοκρατία και να αναπαράγει μια φαντασιακή κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών--ακριβώς επειδή κανείς δεν ήταν ελεύθερος και ίσος.

Αλλά αν αυτή η ιδεολογική λειτουργία του δημόσιου πανεπιστημίου χρηματοδοτήθηκε τουλάχιστον καλά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, η κατάσταση άλλαξε ανεπιστρεπτί το 60, και κανένα ποσοστό σοσιαλδημοκρατικού χτυπήματος των τακουνιών δεν θα φέρει πίσω τον νεκρό κόσμο της μεταπολεμικής οικονομικής άνθησης. Ανάμεσα στο 1965 και το 1980 τα ποσοστά κέρδους άρχισαν να πέφτουν, πρώτα στις ΗΠΑ, και μετά στον υπόλοιπο βιομηχανοποιημένο κόσμο. Ο καπιταλισμός, αποκαλύφθηκε, δεν μπορούσε να συντηρήσει την ευζωία που έκανε εφικτή. Για το κεφάλαιο, η αφθονία εμφανίζεται ως υπερ-παραγωγικότητα, η ελευθερία από την εργασία ως ανεργία. Αρχίζοντας απ' το 70, ο καπιταλισμός εισήλθε σε μια τελειωτική κάμψη όπου η μόνιμη εργασία κατέστη περιστασιακή και οι μισθοί της εργατικής τάξης πάγωσαν, ενώ αυτοί που κατείχαν τις υψηλές θέσεις αποζημιώθηκαν για ένα διάστημα για τις απόκρυφες οικονομικές τους νεκρομαντείες, οι οποίες αποδείχθηκαν οι ίδιες αβάσιμες.

Σε ό,τι αφορά την δημόσια εκπαίδευση, η μακρόχρονη πορεία ύφεσης σήμαινε την παρακμή των φορολογικών εισοδημάτων, η οποία οφειλόταν τόσο στα πτωτικά ποσοστά οικονομικής ανάπτυξης όσο και στην προτεραιότητα μέριμνας για τις επαπειλούμενες μεγαλοεπιχειρήσεις. Η επιδρομή στο δημόσιο πορτοφόλι χτύπησε την Καλιφόρνια και το υπόλοιπο έθνος στη δεκαετία του 1970. Συνέχισε να χτυπά με κάθε πτωτική στροφή του επιχειρηματικού κύκλου. Αν και δεν είναι άμεσα υπεύθυνο απέναντι στην αγορά, το πανεπιστήμιο και τα συνδεδεμένα με αυτό όργανα υπόκεινται στην ίδια λογική περικοπής κόστους με τις άλλες βιομηχανίες. Η πτώση των φορολογικών εισοδημάτων έχει καταστήσει την περιστασιακότηα της εργασίας αναπόφευκτη. Οι καθηγητές που βγαίνουν στην σύνταξη δημιουργούν θέσεις όχι για μονιμότητα αλλά για ανασφαλώς απασχολημένους βοηθούς καθηγητών, συμβασιούχους και λέκτορες που κάνουν την ίδια δουλειά για λιγότερα λεφτά. Η άυξηση των διδάκτρων αντισταθμίζει τις περικοπές ενώ οι εργασίες τις οποίες οι φοιτητές πληρώνουν για να εκπαιδευτούν να κάνουν εξαφανίζονται.

Εν μέσω της σημερινής κρίσης, η οποία θα είναι μακρά, πολλοί στην αριστερά θέλουν να επιστρέψουμε στην χρυσή εποχή της δημόσιας εκπαίδευσης. Φαντάζονται αφελώς ότι η κρίση του παρόντος είναι ευκαρία να απαιτήσουμε την επιστροφή του παρελθόντος. Αλλά τα κοινωνικά προγράμματα που εξαρτώταν από υψηλά ποσοστά κέρδους και ισχυρή οικονομική ανάπτυξη έχουν παρέλθει. Είναι αδύνατο να μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε μάταιες απόπειρες να αδράξουμε το ανεπιστρεπτί χαμένο, αγνοώντας το προφανές γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομο "δημόσιο πανεπιστήμιο" σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Το πανεπιστήμιο υπόκειται στην αληθινή κρίση του καπιταλισμού και ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται προγράμματα για την ανθρωπιστική παιδεία. Η λειτουργία του πανεπιστημίου ήτανε πάντοτε να αναπαράγει την εργατική τάξη εκπαιδεύοντας τους μελλοντικούς εργάτες ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου. Η κρίση του πανεπιστημίου σήμερα είναι κρίση της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, κρίση μια περιόδου στην οποία το κεφάλαιο δεν μας χρειάζεται πλέον ως εργάτες. Δεν μπορούμε να απελευθερώσουμε το πανεπιστήμιο από τις απαιτήσεις της αγοράς ζητώντας να επιστρέψει το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης. Ζούμε το τέλος της ίδιας της λογικής της αγοράς πάνω στην οποία βασίστηκε αυτό το σύστημα. Η μόνη αυτονομία στην οποία μπορούμε να ελπίζουμε υφίσταται πέρα από τον καπιταλισμό.

Αυτό σημαίνει ότι ο αγώνας μας δεν μπορεί να κινηθεί προς τα πίσω. Οι παλιοί φοιτητικοί αγώνες είναι απομεινάρια ενός εξαφανισμένου κόσμου. Στη δεκαετία του 60, καθώς άρχιζε να παίρνει την κάτω βόλτα το μεταπολεμικό οικονομικό μπουμ, οι ριζοσπάστες που βρισκόντουσαν μέσα στα όρια του πανεπιστημίου κατάλαβαν ότι ήταν εφικτός ένας άλλος κόσμος. Μπουκωμένοι από το τεχνοκρατικό μάνατζμεντ, θέλοντας να σπάσουν τις αλυσίδες μια κομφορμιστικής κοινωνίας, και απορρίπτοτας την αλλοτριωμένη εργασία ως αχρείαστη σε μια εποχή αφθονίας, οι φοιτητές προσπάθησαν να συνδεθούν με ριζοσπαστικά τμήματα της εργατικής τάξης. Όμως ο τρόπος ριζοσπαστικοποίησής τους, υπερβολικά συνδεδεμένος με την οικονομική λογική του καπιταλισμού, απέτρεψε μια τέτοια σύνδεση από το να ριζώσει. Επειδή η αντίσταση τον πόλεμο του Βιετνάμ επικέντρωσε την κριτική στον καπιταλισμό ως αποκιοκρατική μηχανή πολέμου και λιγότερο στην εκμετάλλευση της ντόπιας εργασίας, οι φοιτητές χωρίστηκαν εύκολα από μια εργατική τάξη που αντιμετώπιζε διαφορετικά προβλήματα. Στο μεταίχμιο του μεταπολεμικού μπουμ, το πανεπιστήμιο δεν ήταν εγκολπωμένο στο κεφάλαιο στο βαθμό που είναι σήμερα και οι φοιτητές δεν είχαν προλεταριοποιηθεί τόσο έντονα από τα χρέη και την διαλυμένη αγορά εργασίας.

Για αυτό ο αγώνας μας είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Η φτώχεια της φοιτητικής ζωής έχει γίνει μόνιμη. Δεν υπάρχει υπόσχεση εξόδου. Αν η οικονομική κρίση του 70 ήρθε να σπάσει τη ραχοκοκκαλιά της πολιτικής κρίσης του 60, το γεγονός ότι σήμερα η οικονομική κρίση έρχεται πριν από την αντίστοιχη πολιτική σημαίνει ότι μπορούμε στο τέλος να υπερκεράσουμε την συμβιβαστική προσάρτηση και την εξουδετέρωση αυτών των παλιότερων αγώνων. Δεν θα υπάρξει επιστροφή στη φυσιολογική ζωή.

III

Θέλουμε να σπρώξουμε τον πανεπιστημιακό αγώνα στα όριά του.

Αν και αποκηρύσσουμε την ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου και την αυταρχική του διακυβέρνηση, δεν αναζητούμε δομικές μεταρρυθμίσεις. Απαιτούμε όχι ελεύθερο πανεπιστήμιο αλλά ελεύθερη κοινωνία. Ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο στο μέσο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας είναι σαν βιβλιοθήκη σε φυλακή· λειτουργεί μόνο ως διασκέδαση από τη μιζέρια της καθημερινότητας. Αντί για αυτό, αναζητούμε να διοχετεύσουμε τον θυμό των απαλλοτριωμένων φοιτητών και των εργατών στην κύρηξη πολέμου.

Πρέπει να αρχίσουμε από την παρεμπόδιση της λειτουργίας του πανεπιστημίου. Πρέπει να διακόψουμε την φυσιολογική ροή σωμάτων και πραγμάτων και να σταματήσουμε την εργασία και τα μαθήματα. Να φτιάξουμε οδοφράγματα, να κάνουμε καταλήψεις και να πάρουμε πίσω αυτό που μας ανήκει. Αντί να βλέπουμε τέτοιες ταραχές ως εμπόδια στο διάλογο και την αλληλοκατανόηση, τις βλέπουμε ως αυτό που έχουμε να πούμε, αυτό που θέλουμε να γίνει κατανοητό. Αυτή είναι η μόνη στάση που έχει νόημα όταν οι κρίσεις ξεσκεπάζουν τα αντικρουόμενα συμφέροντα των θεμελίων της κοινωνίας. Οι επικλήσεις ενότητας είναι βασικά κενές νοήματος. Δεν υπάρχει σημείο επαφής ανάμεσα σε αυτούς που υπερασπίζονται το στάτους κβο και αυτούς που θέλουν να το καταστρέψουν.

Ο πανεπιστημιακός αγώνας είναι ένας ανάμεσα σε πολλούς, ένας τομέας όπου εγκαινιάστηκε ένας νέος κύκλος άρνησης--σε χώρους εργασίας, γειτονιές, και γκέτο. Το μέλλον όλων μας είναι αλληλένδετο, και έτσι το κίνημά μας πρέπει να ενωθεί με αυτά των άλλων, διαρρηγνύοντας τους τοίχους των πανεπιστημιακών συμπλεγμάτων και πλημμυρίζοντας τους δρόμους. Τις τελευταίες εβδομάδες, οι δάσκαλοι των δημόσιων σχολείων του Bay Area, οι εργαζόμενοι στα υπεραστικά λεωφορεία, και οι άνεργοι έχουν απειλήσει με διαδηλώσεις ή απεργίες. Κάθε ένα από αυτά τα κινήματα ανταποκρίνεται σε διαφορετική όψη της ανανεωμένης επίθεσης του καπιταλισμού εις βάρος της εργατικής τάξης σε εποχή κρίσης. Αν τα δούμε απομονωμένα, εμφανίζονται μικρά, μυωπικά, χωρίς ελπίδα επιτυχίας. Αν τα συγκεράσουμε όμως, βλέπουμε την δυνατότητα εξαπλωμένης άρνησης και αντίστασης. Το χρέος μας είναι να κάνουμε ξεκάθαρες τις κοινές συνθήκες που, όπως ένα κρυμμένο υπόστρωμα νερού, τροφοδοτούν κάθε αγώνα.

Έχουμε δει αυτού του είδους την αναστάτωση στο πρόσφατο παρελθόν--μια εξέγερση που αρχίζει από τις αίθουσες διδασκαλίας και εξαπλώνεται προς τα έξω για να αγκαλιάσει ολόκληρη την κοινωνία. Δύο μόλις χρόνια πριν το γαλλικό κίνημα κόντρα στο νόμο που επέτρεπε στους εργοδότες να απολύουν νεαρούς εργαζόμενους αναίτια έφερε τεράστιες μάζες στους δρόμους. Οι μαθητές και οι φοιτητές, οι δάσκαλοι, οι γονείς, τα απλά μέλη των συνδικάτων, και οι άνεργοι νέοι από τα banlieue βρέθηκαν μεταξύ τους στην ίδια πλευρά των οδοφραγμάτων. ('Ομως η αλληλεγγύη αποδείχθηκε ευάλωττη· οι εξεγέρσεις των νέων μεταναστών στις περιφερειακές συνοικίες και των φοιτητών στο κέντρο δεν συναντήθηκαν ποτέ, και ορισμένες φορές υπήρξαν εντάσεις μεταξύ των δύο ομάδων). Οι Γάλλοι φοιτητές αντελήφθηκαν την ψευδαίσθηση του πανεπιστημίου ως ασύλου και αποδέχθηκαν το γεγονός ότι απλά εκπαιδευόντουσαν για την αγορά εργασίας. Βγήκαν στους δρόμους ως εργάτες, διαμαρτυρόμενοι για το επισφαλές τους μέλλον. Η θέση τους συνέθλιψε τους διαχωρισμούς ανάμεσα στα σχολεία και τους χώρους εργασίας και προκάλεσε την άμεση υποστήριξη πολλών εργαζομένων και ανέργων σε μια μαζική χειρονομία προλεταριακής άρνησης.

Καθώς το κίνημα αναπτυσσόταν, διαφάνηκε μια αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στην επανάσταση και τη μεταρρύθμιση. Η μορφή του κινήματος ήταν πιο ριζοσπαστική από το περιεχόμενό του. Ενώ η ρητορική των αρχηγών των φοιτητών επικεντρώθηκε στην επιστροφή του στάτους κβο, οι πράξεις της νεολαίας--οι εξεγέρσεις, τα αυτοκίνητα που αναποδογυρίστηκαν και κάηκαν, ο αποκλεισμός δρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών, και τα κύματα καταλήψεων που έκλεισαν γυμνάσια και πανεπιστήμια ανακοίνωναν την έκταση της απογοήτευσης και της οργής της νέας γενιάς. Παρ' όλα αυτά όμως το κίνημα διαλύθηκε γρήγορα όταν το νέος νόμος καταργήθηκε. Ενώ το πιο ριζοσπαστικό τμήμα του κινήματος προσπάθησε να επεκτείνει την εξέγερση σε μια γενικότερη επανάσταση ενάντια στον καπιταλισμό, δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει σημαντική υποστήριξη και έτσι οι διαδηλώσεις, οι καταλήψεις και τα οδοφράγματα ατόνησαν και γρήγορα πέθαναν. Τελικά το κίνημα δεν μπόρεσε να υπερβεί τους περιορισμούς του μεταρυθμισμού.

Η ελληνική εξέγερση τον Δεκέμβρη του 2008 διάρρηξε πολλούς από αυτούς τους περιορισμούς και σηματοδότησε την αρχή ενός νέου κύκλου ταξικών αγώνων. Με πρωτεργάτες φοιτητές που απαντούσαν στη δολοφονία ενός Αθηναίου νέου από την αστυνομία, το κίνημα συναποτελέστηκε από εβδομάδες επεισοδίων, λαφυραγώγησης, και καταλήψεων σε πανεπιστήμια, συνδικάτα, και τηλεοπτικούς σταθμούς. Ολόκληρες οικονομικές και εμπορευτικές περιοχές παραδόθηκαν στις φλόγες, και αυτό που έλειπε από το κίνημα σε αριθμούς αντισταθμίστηκε από την γεωγραφική του έκταση, που απλώθηκε από πόλη σε πόλη, εγκολπώνοντας ολόκληρη την Ελλάδα. Όπως και στη Γαλλία επρόκειτο για εξέγερση της νεολαίας, για την οποία η οικονομική κρίση αποτελεί απόλυτη ακύρωση του μέλλοντος. Φοιτητές, επισφαλείς εργαζόμενοι, και μετανάστες ήταν οι πρωταγωνιστές, και μπόρεσαν να πετύχουν ένα επίπεδο ενότητας που ξεπέρασε κατά πολύ τις ευάλωττες συμμαχίες του γαλλικού κινήματος.

Είναι το ίδιο σημαντικό ότι οι Έλληνες δεν πρόβαλλαν σχεδόν καμμία απαίτηση. Παρά το γεγονός ότι οι διαδηλωτές προσπάθησαν φυσικά να αναμορφώσουν το αστυνομικό σύστημα ή να ασκήσουν κριτική σε συγκεκριμένες κυβερνητικές πολιτικές, σε γενικότερο επίπεδο δεν ζήτησαν τίποτε απολύτως από την κυβέρνηση, το πανεπιστήμιο, τους χώρους εργασίας ή την αστυνομία. Όχι γιατί θεώρησαν κάτι τέτοιο στρατηγικά προτιμότερο αλλά γιατί δεν ήθελαν τίποτε που να μπορούν να τους προσφέρουν αυτοί οι θεσμοί. Εδώ το περιεχόμενο συνέπεσε με τη μορφή· ενώ τα αισιόδοξα σλόγκαν που εμφανιζόταν παντού στις γαλλικές διαδηλώσεις συγκρουόταν με τις εικόνες φλεγόμενων αυτοκινήτων και σπασμένων γυαλιών, στην Ελλάδατα τα επεισόδια ήταν το προφανές μέσο με το οποίο μπορούσε να αρχίσει να πραγματοποιείται η καταστροφή ενός ολόκληρου πολιτικού και οικονομικού συστήματος.

Τελικά, η δυναμική που δημιούργησε την εξέγερση καθόρισε επίσης τα όριά της. Αυτό που την έκανε εφικτή ήταν η ύπαρξη μιας ευρείας ριζοσπαστικής υποδομής στις αστικές περιοχές, και κυρίως στην περιοχή των Εξαρχείων στην Αθήνα. Οι καταλήψεις, τα μπαρ, τα καφέ όπου συγκεντρώνονταν φοιτητές και μετανάστες δημιούργησαν την ατμόσφαιρα από την οποία προέκυψε η εξέγερση. Όμως αυτή η ατμόσφαιρα ήταν ξένη για τους περισσότερους μεσήλικες εργάτες, οι οποίοι δεν είδαν τον αγώνα ως δικό τους. Αν και πολλοί εξέφρασαν αλληλεγγύη με την εξεγερμένη νεολαία, αντιλήφθηκαν το θέμα ως κίνημα εισερχομένων, δηλαδή ενός τμήματος του προλεταρίου το οποίο έψαχνε είσοδο στην αγορά εργασίας αλλά δεν είχε επίσημη απασχόληση σε εργασίες πλήρους ωραρίου. Η εξέγερση, που ήταν ισχυρή στα πανεπιστήμια και τις συνοικίες των μεταναστών, δεν εξαπλώθηκε στους χώρους εργασίας.

Στόχος του αγώνα σήμερα είναι να διασαφηνιστεί η αντίφαση ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την υπέρβαση των μεταρρυθμιστικών απαιτήσεων και η υλοποίηση ενός αληθινά κομμουνιστικού περιεχομένου. Καθώς τα συνδικάτα των φοιτητών και των καθηγητών ασχολούνται με την προώθηση διαφόρων "θεμάτων", πρέπει να αυξήσουμε την ένταση μέχρι να γίνει ξεκάθαρο ότι θέλουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρέπει να αποκαλύπτουμε διαρκώς την ασυναρτησία των απαιτήσεων για δημοκρατικοποίηση και διαφάνεια. Τι σπουδαίο έχει το δικαίωμα να δεις πόσο αφόρητα είναι τα πράγματα, ή να εκλέγεις αυτούς που μας πηδάνε; Πρέπει να εγκαταλείψουμε την κουλτούρα του φοιτητικού ακτιβισμού, με τα ηθικολογικά της σλόγκαν περί μη βίας και την εμμονή της σε μονόπλευρα θέματα. Η μόνη επιτυχία με την οποία μπορούμε να ικανοποιηθούμε είναι η κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η βέβαιη μιζέρια και ο θάνατος που μας υπόσχεται για τον 21ο αιώνα. Όλη μας η δράση πρέπει να ωθεί τα πράγματα προς την κοινοτικοποίηση· δηλαδή την αναδιοργάνωση της κοινωνίας σύμφωνα με μια λογική ελεύερου δούναι και λαβείν και την άμεση κατάργηση του μισθού, της μορφής της αξίας, της υποχρεωτικής εργασίας, και της ανταλλαγής.

Οι καταλήψεις θα είναι κρίσιμες τακτικές στον αγώνα μας, αλλά θα πρέπει να αντισταθούμε στην τάση να τις χρησιμοποιήσουμε μεταρρυθμιστικά. Οι διαφορετικές στρατηγικές χρήσεις της κατάληψης διασαφηνίστηκαν τον τελευταίο Γενάρη όταν οι φοιτητές κατέλαβαν ένα κτίριο στο New School της Νέας Υόρκης. Μια ομάδα φίλων, κυρίως μεταπτυχιακών φοιτητών, αποφάσισαν να καταλάβουν την Φοιτητικό κέντρο και να το προκηρύξουν απελευθερωμένο χώρο για τους φοιτητές και το κοινό. Σύντομα ήρθαν και άλλοι, αλλά πολλοί από αυτούς προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν την πρωτοβουλία ως πίεση για μεταρρυθμίσεις, κυρίως για την απομάκρυνση του προέδρου του Πανεπιστημίου. Οι διαφορές αυτές κορυφώθηκαν καθώς ξεδιπλωνόταν η κατάληψη. Ενώ οι μεταρρυθμιστές φοιτητές επικεντρώθηκαν στην εγκατάλειψη του κτιρίου εφόσον γινόταν απτές παραχωρήσεις από την διοίκηση του πανεπιστημίου, άλλοι περιφρόνησαν εντελώς αυτές τις απαιτήσεις. Είδαν την κατάληψη ως δημιουργία ενός στιγμιαίου ανοίγματος στον καπιταλιστικό χώρο και χρόνο, μια ανακατανομή που σκιαγραφούσε τις παρυφές μιας νέας κοινωνίας. Είμαστε με αυτή την αντι-μεταρρυθμιστική στάση. Αν και ξέρουμε ότι οι ελεύθερες ζώνες θα έχουν μερικό και εφήμερο χαρακτήρα, οι εντάσεις ανάμεσα στο πραγματικό και το εφικτό που αποκαλύπτουν μπορούν να ωθήσουν τον αγώνα σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε την τακτική αυτή μέχρι να γενικευτεί. Οι πρώτοι Αργεντίνοι πικετέρος του 2001 πρότειναν τον δρόμο που πρέπει να πάρουν οι λαϊκοί αγώνες: μπλόκα που σταμάτησαν την διακίνηση των αγαθών από τόπο σε τόπο. Μέσα σε μήνες, η τακτική αυτή απλώθηκε στη χώρα χωρίς επίσημο συντονισμό ανάμεσα σε ομάδες. Με τον ίδιο τρόπο, η επανάληψη μπορεί να καθιερώσει την κατάληψη ως ενστικτώδη και άμεση μέθοδο εξέγερσης μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο. Έχουμε δει ένα νέο κύμα καταλήψεων στις ΗΠΑ τον τελευταίο χρόνο, τόσο σε πανεπιστήμια όσο και σε εργασιακούς χώρους: στο New School και το NYU, στο Republic Windows Factory στο Σικάγο, όπου οι εργάτες αντιτάχθηκαν στο κλείσιμο του εργοστασίου καταλαμβάνοντάς το. Τώρα ήρθε η σειρά μας.

Για να πετύχουμε τους στόχους μας, δεν μπορούμε να βασιστούμε στις ομάδες που εμφανίζονται ως εκπρόσωποί μας. Είμαστε πρόθυμοι να συνεργαστούμε με συνδικάτα και φοιτητικές ενώσεις όταν το βρίσκουμε χρήσιμο, αλλά δεν αναγνωρίζουμε την αυθεντία τους. Πρέπει αν δράσουμε εξ ονόματός μας άμεσα, χωρίς διαμεσολάβηση. Πρέπει να αποσπαστούμε από οποιεσδήποτε ομάδες προσπαθούν να περιορίσουν τον αγώνα λέγοντάς μας να πάμε πίσω στη δουλειά ή το μάθημα, να διαπραγματευτούμε, να συμφιλιωθούμε. Αυτή ήταν η περίπτωση και στη Γαλλία. Το αρχικό κάλεσμα σε διαμαρτυρία έγινε από τις ενώσεις της εθνικής δευτεροβάθμιας και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και από κάποια συνδικάτα. Στο τέλος, όταν οι ομάδες που εκπροσωπούσαν τα αιτήματα ζήτησαν ηρεμία, άλλες ομάδες προχώρησαν μόνες τους. Και στην Ελλάδα τα συνδικάτα αποκάλυψαν τον αντεπαναστατικό τους χαρακτήρα ακυρώνοντας απεργίες και καλώντας σε αυτοσυγκράτηση.

Αντί να γίνονται κοπάδια εκπροσώπων, καλούμε τους φοιτητές και τους εργάτες να αυτο-οργανωθούν. Ενθαρρύνουμε τους προπτυχιακούς φοιτητές, τους βοηθούς καθηγητών τους λέκτορες, τους καθηγητές, τους υπαλλήλους υπηρεσιών, και το προσωπικό να αρχίσουν συναντήσεις για συζητήσουν την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Όσο περισσότερο μιλάμε μεταξύ μας και βρίσκουμε τα κοινά μας συμφέροντα, τόσο πιο δύσκολο θα γίνει για την διοίκηση του πανεπιστημίου να μας βάλει τον ένα ενάντια στον άλλο σε ένα μάταιο ανταγωνισμό για οικονομικούς πόρους. Οι πρόσφατοι αγώνες στο NYU και το New School πλήρωσαν το κόστος της απουσίας τέτοιων δεσμών. Αν υπάρχει κάποιο μάθημα να αντλήσουμε από αυτούς είναι ότι πρέπει να χτίσουμε πυκνά δίκτυα αλληλεγγύης τα οποία να βασίζονται στην αναγνώριση του κοινού εχθρού. Τα δίκτυα αυτά δεν μας κάνουν μόνο να αντιστεκόμαστε στον συμβιβασμό και την εξουδετέρωση, αλλά μας επιτρέπουν να εδραιώσουμε νέα είδη συλλογικών δεσμών. Αυτοί οι δεσμοί είναι η αληθινή βάση του αγώνα μας.

Θα σας δούμε στα οδοφράγματα.

Ερευνήστε και καταστρέψτε.

2009





Δεν υπάρχουν σχόλια: