Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού (συνέχεια)


3.3 Τα δύο καθεστώτα νοήματος
Παρά τις όποιες αντιρρήσεις και αντι-αντιρρήσεις, θα υπάρξουν χωρίς αμφιβολία σχεσιαστές οι οποίοι απλά θα αρνηθούν να παραδεχτούν την συνάφεια του επιχειρήματος περί του αρχι-απολιθώματος. Αν ισχύσει κάτι τέτοιο, τότε θα είναι απίθανο να μην αρνηθούν επίσης ότι ο προγονικός χώρος έχει οποιαδήποτε πραγματικότητα. Έτσι, ο δύσκαμπτος σχεσιαστής θα επιμείνει ότι αν και και το αρχι-απολίθωμα μοιάζει να παραπέμπει σε μια σχεσιακή οντότητα, αυτό αποτελεί πλάνη, εφόσον η ιδέα μιας μη-σχεσιακής πραγματικότητας εξυπακούει ότι κάτι μπορεί να φανερωθεί ανεξάρτητα από τις συνθήκες της εμφάνισης, πράγμα παράλογο. Για τον αμετανόητο σχεσιαστή, το αρχι-απολίθωμα υπάρχει βέβαια εδώ και τώρα, στο σχεσιακό παρόν, αλλά ως τέτοια, η ύπαρξη του συνεχίζει να εξαρτάται από τις συνθήκες της εμφάνισης. Όμως, ο προγονικός χρόνος στον οποίο μοιάζει να παραπέμπει θα πρέπει να εννοηθεί ως κάποιου είδους γνωστική παραίσθηση. Εφόσον το νόημα της προγονικής δήλωσης, η οποία σκιαγραφεί το προγονικό φαινόμενο ως κάτι ανεξάρτητο από τις συνθήκες εμφάνισής του, συνεχίζει να εξαρτάται από τις συνθήκες τις οποίες φαίνεται να απορρίπτει, ο ισχυρογνώμων σχεσιαστής θα υπερασπιστεί μεν την κατανοησιμότητα της προγονικής δήλωσης, αλλά μόνο με το κόστος του να αρνηθεί την πραγματικότητα του προγονικού φαινομένου. Αυτό σημαίνει ότι η κυριολεκτική πρωταρχικότητα του προγονικού φαινομένου, η οποία δειγματίζεται από την προγονική δήλωση, μετατρέπεται σε κάτι σαν ψευδο-εντύπωση μνήμης η οποία δημιουργείται μεν στο ανθρώπινο παρόν αλλά προβάλλεται αναδρομικά πάνω στο προ-ανθρώπινο παρελθόν. Συνεπώς, ο σχεσιαστής θα αποδεχθεί ότι το κυριολεκτικό νόημα της προγονικής δήλωσης αναφέρεται πράγματι σε μια μη-σχεσιακή πραγματικότητα, αλλά αυτό ισχύει πριν προστεθεί η αποφασιστική προϋπόθεση: η προγονική δήλωση φυσικά φαίνεται να σκιαγραφεί μια πραγματικότητα που προηγείται της ανάδυσης της σκέψης, αλλά μπορεί να την σκιαγραφήσει μόνο μέσω της σκέψης και για την σκέψη. Για τον σχεσιαστή, το κυριολεκτικό νόημα της προγονικής δήλωσης μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σε μια πραγματικότητα που προηγείται της ανάδυσης των συνθηκών οι οποίες εγγυώνται την εννοιολογική της κατανοησιμότητα. Αλλά το κυριολεκτικό αυτό νόημα είναι απλώς επιφανειακό. Γίνεται εφικτό εξαιτίας ενός βαθύτερου καθεστώτος νοήματος, το οποίο αγκυροβολεί αυτό το εμπειρικό ή οντικό νόημα σε μια βασικότερη, δηλαδή υπερβατική ή οντολογική διάσταση του νοήματος. Η τελευταία μετατρέπει την ανεξάρτητη πραγματικότητα την οποία σκιαγραφεί η προγονική δήλωση σε μια ανεξάρτητη πραγματικότητα για μας. Υπάρχουν δύο καθεστώτα νοήματος και αλήθειας για τον σχεσιαστή: το οντικό ή εμπειρικό καθεστώς που προσιδιάζει στις επιστήμες· και το οντολογικό ή υπερβατικό καθεστώς το οποίο αποτελεί προνόμιο της φιλοσοφίας. Οι επιστήμονες προϋποθέτουν αφελώς την εννοιολογική αυτονομία του πρώτου, αλλά ο σχεσιαστής φιλόσοφος βρίσκεται πάντοτε εκεί για να τους θυμίζει ότι αυτό εξαρτάται απόλυτα από το δεύτερο. Με τον ίδιο τρόπο, ο σχεσιαστής θα επιμείνει ότι υπάρχουν δύο χρονικότητες σε λειτουργία και ότι ο επιστήμονας τις έχει “αφελώς” ταυτίσει μεταξύ τους: υπάρχει η παράγωγη, απλά οντική χρονικότητα του φυσικού-κοσμολογικού χρόνου, και η πρωταρχική, οντολογική χρονικότητα (ή “διάρκεια”), η οποία αποτελεί την προϋπόθεση της πρώτης. Η ρεαλιστική ερμηνεία της προγονικής δήλωσης μοιάζει βέβαια να εξυπακούει την εγγραφή του οντολογικού χρόνου μέσα στον φυσικό-κοσμολογικό χρόνο. Για τον σχεσιαστή όμως, αυτό αποτελεί βασικό λογικό σφάλμα: γιατί πώς θα μπορούσε η συγκροτητιτική οντολογική χρονικότητα να εξαρτάταται ποτέ από τον οντικό χρόνο τον οποίο συγκροτεί; Έτσι, η σχεσιακή ερμηνεία του προγονικού φαινομένου επιμένει ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη “λογική τάξη” και όχι στην χρονολογική αλληλουχία: θα πρέπει να απορρίψουμε την επιφανειακή χρονολογία στην οποία ο φυσικός-κοσμολογικός χρόνος προηγείται και συνάμα έπεται του βιωμένου ή συνειδητού χρόνου, και να κοιτάξουμε πέρα από αυτόν, στην θεμελιώδη λογική τάξη δια της οποίας ο δεύτερος παραμένει η προϋπόθεση του πρώτου. Πράγματι, για τον σχεσιαστή, η εμπειρική χρονολογία είναι απλώς συνέπεια που δημιουργείται από την οντολογική χρονικότητα η οποία προσιδιάζει στον συσχετισμό.

Η απάντηση όμως του σχεσιαστή εξακολουθεί να είναι αμφισβητίσιμη. Διότι η λογικά επεξεργαστική λειτουργία η οποία αποδίδεται στον βιωμένο ή συνειδητό χρόνο μπορεί να υποστηριχτεί σε σχέση με τις συνθήκες εκείνες που μπορούν να εκληφθούν ως συγκροτητικές για την εμπειρία του χρόνου ως διάστασης συναφούς με την ζωή ή την συνείδηση· δεν μπορεί να υποστηριχτεί ανεξάρτητα από την δυνατότητα κάθε τέτοιας εμπειρίας. Στην πραγματικότητα, η σχεσιακή υπεράσπιση ήδη προϋποθέτει εξ αρχής την εργαλειακή αντίληψη της επιστήμης η οποία θα έπρεπε να είναι το συμπέρασμά της. Η εργαλειακή αντίληψη θεωρεί ότι οι οντότητες των οποίων η ύπαρξη τίθεται από την επιστημονική θεωρία είναι απλώς υποθετικές μυθοπλασίες ή υπολογιστικοί μηχανισμοί, κενοί από κάθε πραγματικότητα ανεξάρτητη του νου. Πράγματι, η άδηλη προαπόφαση ότι η επιστημονική θεωρία έχει απλά εργαλειακή σημασία για την ανθρώπινη εμπειρία και ότι εγκολπώνεται ολοκληρωτικά από αυτή, είναι η βάση του ισχυρισμού ότι οι προϋποθέσεις της ανθρώπινης εμπειρίας της πραγματικότητας είναι επίσης προϋποθέσεις των οντοτήτων την ύπαρξη των οποίων θέτει η επιστήμη. [10] Η σχεσιακή υπεράσπιση αφήνεται αυτάρεσκα σε μια μη αποδεκτή συνεπαγωγή, από την χρονικότητα ως συνθήκη της εμπειρίας στην χρονικότητα ως συνθήκη των διάφορων μη εμπειρικών φαινομένων τα οποία περιγράφονται από την επιστήμη, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του φυσικού-κοσμολογικού χρόνου. Αυτό όμως ήδη προϋποθέτει ως δεδομένο ακριβώς αυτό το οποίο προσπαθεί να αποδείξει η σχεσιακή αντίρρηση προς την ρεαλιστική ερμηνεία της προγονικής δήλωσης: δηλαδή, ότι τα επιστημονικά φαινόμενα, προγονικά ή όχι, είναι απλώς αφαιρέσεις οι οποίες αντλούν το οποιοδήποτε νόημα διαθέτουν από κάποια υποτίθεται πιο πρωταρχική διάσταση της ύπαρξης. Η αποκάλυψη αυτής της αντιμετάθεσης του στόχου σε προϋπόθεση δεν αρκεί για να εδραιώσει την αλήθεια του επιστημονικού ρεαλισμού· ξεσκεπάζει όμως το γεγονός ότι πέρα απ’ το να υποδεικνύει το θεμελιακό του στάτους σε ό,τι αφορά την εμπειρία, ο σχεσιασμός αποτυγχάνει να υπερασπιστεί τον ισχυρισμό ότι η χρονικότητα η οποία είναι συμβατή με τη ζωή και τη συνείδηση είναι απαραίτητα πιο θεμελιώδης από ό,τι ο φυσικός-κοσμολογικός χρόνος.

Φυσικά, ο σχεσιασμός μπορεί απλά να αποκρύψει αυτή την δυσκολία αποφασίζοντας να καταστήσει τον συσχετισμό προαιώνιο, δηλαδή υποθέτοντας την αιωνιότητα της Ζωής ή του Πνεύματος ως οντολογικών απολύτων· το αποτέλεσμα είναι ο βιταλισμός [11] ή ο απόλυτος ιδεαλισμός. Εναλλακτικά, ο σχεσιαστής μπορεί να σταματήσει εντελώς να συμβιβάζεται με την επιστήμη και να αρνηθεί απλώς την κυριολεκτική αλήθεια των προγονικών δηλώσεων της επιστήμης συνολικά. Αυτό θα σήμαινε ότι πρέπει να επιμείνει ότι το σύμπαν δεν μπορεί να υπήρξε πριν την απαρχή της ζωής και της συνείδησης. Έτσι βέβαια, οι σχεσιαστές θα οδηγούνταν σε μια θέση η οποία είναι αξιοπρόσεκτα κοντινή σε αυτή των κρεασιονιστών.[12] Και πράγματι, όπως παρατηρεί με οξύτητα ο Meillasoux, ο ισχυρισμός ότι η χρονολογική προτεραιότητα του προγονικού χρόνου σε σχέση με τον βιωμένο ή συνειδητό χρόνο αποτελεί ένα δόλωμα που μας αποσπά από την αντίληψη της υποφώσκουσας λογικής προτεραιότητας του δεύτερου, φέρει άβολες ομοιότητες με το κρεασιονιστικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο τα απολιθώματα εμφυτεύτηκαν από τον Δημιουργό του κόσμου για να ελεγχθεί η πίστη μας σ’ αυτόν (Après la finitude, σ. 36). Μήπως και η κοσμολογία αποτελεί εφεύρεση της υπερβατικής συνείδησης για να ελεγχθεί η πίστη μας στην αιωνιότητα της δεύτερης;

Οι επιστήμονες έχουν καλούς λόγους να αντιστέκονται στο επιχείρημα των σχεσιαστών ότι ο τελικός εγγυητής της αλήθειας ή του ψεύδους των προγονικών δηλώσεων βρίσκεται μέσα στην παροντική μας σχέση με τον κόσμο και όχι σε μια πραγματικότητα ανεξάρτητη από τον νου, δισεκατομμύρια χρόνια πριν: πρόκειται για τα σφάλματα μιας σοφιστικέ εκδοχής του κρεασιονισμού. Από αυτή την άποψη, ίσως ο επιστημονικός ρεαλισμός σε ό,τι αφορά το αρχι-απολίθωμα να είναι λιγότερο αφελής από τον μετα-καντιανό ιδεαλισμό, ο οποίος έχει γίνει υπερβολικά χονδροειδής για να εκπλήσσεται από τον ρεαλισμό. Αν η ιδέα της πραγματικότητας-αυτής καθεαυτής έχει καταστεί φιλοσοφικά ακατανόητη, τότε ίσως αυτό να μην είναι σύμπτωμα κάποιου προβλήματος με την “πραγματικότητα” αλλά με τα κριτήρια κατανοησιμότητας που επέβαλλε η μετα-καντιανή φιλοσοφία. Διότι αυτό που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ο σχεσιασμός είναι η κυριολεκτική κατανοησιμότητα της προγονικής δήλωσης και η συνεπαγόμενη πραγματικότητα του προγονικού φαινομένου —και δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει για τον σημαντικό λόγο ότι η εμπειρική εγγραφή του υποτιθέμενα υπερβατικού συσχετισμού θα τράβαγε ουσιαστικά το χαλί κάτω απ΄τα πόδια του σχεσιακού οικοδομήματος.

Τελικά, η καντιανή διαχείριση εμπειρικών και υπερβατικών καθεστώτων νοήματος και η συνεπακόλουθη κατανομή εργασίας μεταξύ του οντικού πανοράματος των επιστημών και της οντολογικής αυθεντίας της φιλοσοφίας είναι αυτό που πρέπει να αμφισβητηθεί. Και αυτό γιατί έχει μετατραπεί σε δικαιολογία ώστε να αποφεύγει κανείς την θεμελιώδη πρόκληση που τίθεται για τη φιλοσοφία από την αποκάλυψη, μέσω των σύγχρονων επιστημών, μιας πραγματικότητας που είναι αδιάφορη τόσο για τη ζωή όσο και για τη σκέψη. Αντί να καλλιεργεί ένα στεγανό από όπου θα αποφαίνεται υπερβατικά για τους ισχυρισμούς των φυσικών επιστημών, η φιλοσοφία θα πρέπει να προσπαθήσει να ανέλθει στο επίπεδο της πρόκλησης των τελευταίων, παρέχοντας την δέουσα θεωρησιακή οχύρωση για την πειραματική επιστημονική εξερεύνηση μιας πραγματικότητας η οποία δεν έχει ανάγκη να συμμορφώνεται με κανένα από τα δυνητικά συμφέροντα ή στόχους του Λόγου. Εφόσον έχουμε απορρίψει τον ισχυρισμό ότι η εμπειρικο-υπερβατική κατανομή εργασίας δίνει μια ικανοποιητική λύση για τα θεωρησιακά προβλήματα τα οποία θέτει η επιστήμη στη φιλοσοφία, μπορούμε να ξαναθεμελιώσουμε ένα ισοϋψές πεδίο πάνω στο οποίο η φιλοσοφία θα πρέπει να αναμορφώσει την έννοια της μη-σχεσιακής πραγματικότητας ώστε να μπορεί να εξηγήσει καλύτερα τις θεωρησιακές συνέπειες της επιστημονικής της εξερεύνησης –αντί να καθυποτάσσει διαρκώς την τελευταία τραβώντας το σχεσιακό λουρί. Γιατί από τη στιγμή που βάζουμε την επιστήμη και τη φιλοσφία στο ίδιο επίπεδο σε σχέση με το πραγματικό, γίνεται απαραίτητο να επιμείνουμε ότι δεν υπάρχει εφικτός συμβιβασμός μεταξύ των ισχυρισμών του σχεσιασμού και των προγονικών ισχυρισμών της επιστήμης: αν ο σχεσιασμός αληθεύει τότε οι προγονικοί ισχυρισμοί της επιστήμης είναι ψευδείς· και αν αληθεύουν οι τελευταίοι τότε ο σχεσιασμός είναι ψευδής. Στην πραγματικότητα, όλα σχεδόν όσα μας διδάσκουν οι επιστήμες για τον κόσμο φαίνονται να παραπέμπουν στο ψεύδος του σχεσιασμού: ενώ ο δεύτερος συνεχίζει να επιμένει για την μη προσπερασιμότητα της ζωής και του νου, οι πρώτες συσσωρεύουν υπομονετικά αποδείξεις για την περιφερειακή και εφήμερη θέση τους. Το ζήτημα επομένως είναι: από τότε που συνελήφθη από τον Kant, πώς κατάφερε ο σχεσιασμός να φτάσει να φαίνεται αξιόπιστη λύση στο ερώτημα για το εφικτό της επιστημονικής γνώσης;

[10] Αν και ο Kant είναι βέβαιο ότι δεν θα επικύρωνε μια εργαλειακή αντίληψη της επιστήμης, η διατύπωσή του είναι αυτή που εκφράζει πιο συνοπτικά τον τρόπο με τον οποίο οι σχεσιαστές καθιστούν την εμπειρική πραγματικότητα των επιστημονικών αντικειμένων συνάρτηση υπερβατικών προϋποθέσεων αντικειμενικοποίησης: “Οι συνθήκες της δυνατότητας ύπαρξης της εμπειρίας γενικότερα είναι επίσης συνθήκες της δυνατότητας ύπαρξης των αντικειμένων της εμπειρίας” (Critique of Pure Reason, Α 158/Β 197).
[11] Βιταλισμός (vitalism): Φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας δύναμης της ζωής (élan vitale), η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο στη βάση των νόμων της φυσικής, και η οποία σε ένα βαθμό αυτοκαθορίζεται. Στη σύγχρονη εποχή, ο βιταλισμός εκφράζεται κυρίως από τη φιλοσοφία του Henri Bergson, και, σε ένα βαθμό, από τους Gilles Deleuze και Félix Guattari.
[12] Κρεασιονισμός (creationism): Συνήθως, η θρησκευτικής έμπνευσης άρνηση της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης των ειδών και η επιμονή στην ιδέα της δημιουργίας των μορφών της ζωής από κάποια ανώτερη δύναμη.




Δεν υπάρχουν σχόλια: