Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού (συνέχεια)




Προγονικότητα και χρονολογία

Οι απαντήσεις του Meillasoux στους σχεσιαστές κριτικούς του είναι τόσο διεσδυτικές όσο και δημιουργικές, και αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, μια σημαντική προσθήκη στο ήδη βαρύνον επιχείρημά του ενάντια στον σχεσιασμό. Παρ’ όλα αυτά, είναι επίσης ευάλωττες σε ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πώς η διάκριση μεταξύ προγονικότητας και χωροχρονικής απόστασης στον Meillasoux μπορεί να συνταιριαστεί με όσα μας δίδαξε η φυσική του εικοστού αιώνα σχετικά με την βασική αλληλεξάρτηση χώρου και χρόνου, όπως αυτή εκφράζεται από την αντίληψη για τον τετραδιάστατο χωροχρόνο στους Άινσταϊν και Μινκόφσκι. Το “πριν” και το “μετά” είναι όροι εμμενώς σχεσιακοί, και μπορούν να γίνουν κατανοητοί μόνο μέσα σε ένα χωροχρονικό πλαίσιο αναφοράς. Υπ’ αυτή την άποψη, η επιμονή του Meillasoux στην ασυμφιλίωτη διάζευξη μεταξύ ενός χάσματος μέσα στην εμφάνιση και το χάσμα της εμφάνισης συνεχίζει να εξαρτάται από την επίκληση της κλιμακωτής ασυμβατότητας μεταξύ του ανθρωπομορφικού χρόνου τον οποίο πριμοδοτεί ο σχεσιασμός και του κοσμολογικού χρόνου μέσα στον οποίο εγκαθίσταται ο πρώτος. Αυτή η ασυμβατότητα αποδίδεται στην βασική ασυμμετρία μεταξύ κοσμολογικού και ανθρωπολογικού χρόνου: ενώ ο πρώτος υποτίθεται ότι συμπεριλαμβάνει την αρχή και το τέλος του δεύτερου, δεν ισχύει το αντίστροφο. Ο Meillasoux όμως επιχειρηματολογεί ενάντια στον σχεσιασμό από λογική μάλλον παρά από εμπειρική βάση—πράγματι, θα δούμε παρακάτω πώς αυτό τον οδηγεί να επαναλάβει τον καρτεσιανό δυισμό της σκέψης και της προέκτασης [extensa]—ενώ η ασυμμετρία στην οποία αναφέρεται εδώ είναι ακριβώς συνέπεια ενός εμπειρικού γεγονότος, και όπως δέχεται και ο ίδιος (σ. 161), δεν υπάρχει a priori λόγος να μην τύχει να είναι συμβλητή με την ύπαρξη του σύμπαντος η ύπαρξη του νου και άρα και του συσχετισμού. Αυτός ακριβώς είναι ο ισχυρισμός του εγελιανισμού, ο οποίος εκλαμβάνει τον νου ή Geist ως αυτο-σχεσιακή αρνητικότητα η οποία είναι ήδη εμμενής στην υλική πραγματικότητα. Έτσι, η υπέρβαση την οποία ο Meillasoux αποδίδει στον προγονικό χρόνο ως χρόνο ο οποίος υπάρχει ανεξάρτητα από τον συσχετισμό, συνεχίζει να βασίζεται στην επίκληση της χρονολογίας: αυτό το οποίο επικαλείται το επιχείρημα περί ασυμμετρίας είναι το (εμπειρικό) γεγονός ότι ο κοσμολογικός χρόνος προηγήθηκε του ανθρωπομορφικού χρόνου, και λογικά έπεται επίσης του χρόνου αυτού. Δεδομένης αυτής της έμμεσης επίκλησης της χρονολογίας στον ισχυρισμό του Meillasoux ότι το αρχι-απολίθωμα δειγματίζει την απουσία εμφάνισης και όχι κάποιο χάσμα μέσα της, καθίσταται δύσκολο να δούμε πώς η χρονική προτεραιτότητα την οποία αποδίδει στον προγονικό χώρο θα μπορούσε ποτέ να γίνει κατανοητή εντελώς ανεξάρτητα από το χωροχρονικό πλαίσιο σε σχέση με το οποίο η κοσμολογία συντονίζει τις σχέσεις ανάμεσα σε παρελθοντικά, παροντικά και μελλοντικά συμβάντα. Μια απλή αλλαγή του πλαισίου που καθορίζει την χρονολογία θα αρκούσε να διαλύσει την υποτιθέμενη ασυμβατότητα ανάμεσα στον προγονικό και τον ανθρωπολογικό χρόνο, και έτσι θα γεφύρωνε την εννοιολογική άβυσσο η οποία υποτίθεται πως χωρίζει την προτεραιότητα από την χωροχρονική απόσταση.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι το ακόλουθο: όσο η αυτονομία αυτού που υπάρχει καθεαυτόν [an sich/in-itself] γίνεται αντιληπτή με όρους απλά χρονολογικής ασυμφωνίας μεταξύ κοσμολογικού και ανθρωπολογικού χρόνου, τόσο θα παραμένει πάντα εφικτό για τον σχεσιαστή να μετατρέπει την υποτίθεται απόλυτη προτεραιότητα του προγονικού χώρου σε μια προτεραιότητα που υπάρχει απλά “για μας” και όχι “καθεαυτή.” Προσδένοντας την πρόκληση απέναντι στον σχεσιασμό στο χωροχρονικό πλαίσιο το οποίο προτιμά η σύγχρονη κοσμολογία, ο Meillasoux εκθέτει την αυτονομία του καθεαυτόν στην χρονολογία. Η μοναδική ελπίδα να εξασφαλίσουμε την ξεκάθαρη ανεξαρτησία του “an sich” βρίσκεται αναγκαστικά στην απελευθέρωσή του από την χρονολογία και όχι μόνο από την φαινομενολογία. Θα δούμε στο πέμπτο κεφάλαιο ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια αντίληψη της αντικειμενικότητας η οποία αποκλείει την χρονολογική σχεσιακότητα όσο και την φαινομενολογική σκοπιμότητα. Οι χωροχρονικές σχέσεις θα πρέπει να εκληφθούν ως συνέπειες της αντικειμενικής πραγματικότητας, αντί να γίνεται αντιληπτή η αντικειμενική πραγματικότητα ως συνέπεια χωροχρονικών σχέσεων. Με το να επιμένει στην διάκριση μεταξύ προγονικού χρόνου και χωροχρονικής απόστασης, ο Meillasoux επαναλαμβάνει αθέλητα την πριμοδότηση του χρόνου σε σχέση με τον χώρο που χαρακτηρίζει ως σύμπτωμα τον ιδεαλισμό, και υιοθετεί ασυνείδητα τον ισχυρισμό των αντιπάλων του ότι κάθε μη προγονική πραγματικότητα μπορεί να εξηγηθεί χωρίς πρόβλημα από τον συσχετισμό. Έτσι, η διεισδυτικότητα των απαντήσεων του Meillasoux που συζητήθηκαν πιο πάνω φτάνει στην πραγματικότητα να αποκρύπτει τις σημαντικές του παραχωρήσεις προς τον σχεσιασμό. Γιατί δεν είναι βέβαια απλά τα προγονικά φαινόμενα τα οποία θέτουν τον σχεσιασμό υπό αμφισβήτηση, αλλά η πραγματικότητα που περιγράφουν οι σύγχρονες φυσικές επιστήμες συνολικά. Σύμφωνα με τις επιστήμες αυτές, μας περιβάλλουν διαδικασίες οι οποίες επισυμβαίνουν μάλλον ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σχέση μπορεί να τύχει να έχουμε μαζί τους: η τεκτονική των πλακών, η θερμοπυρηνική τήξη και η γαλαξιακή διαστολή (για να μην αναφερθούμε σε άγνωστα ακόμα αποθέμετα πετρελαίου ή είδη εντόμων) είναι τόσο αυτόνομες, ανεξάρτητες από τους ανθρώπους πραγματικότητες, όσο και η διαστρωμάτωση της γης. Το γεγονός ότι αυτές οι διαδικασίες είναι σύγχρονες με την ύπαρξη της συνείδησης, ενώ η διαστρωμάτωση της γης προηγήθηκε χρονικά, δεν έχει καμμία σημασία. Το να θεωρούμε το αντίθετο, και να επιμένουμε ότι μόνο η προγονική διάσταση υπερβαίνει την σχεσιακή συγκρότηση, είναι σαν να υπονοούμε ότι η ανάδυση της συνείδησης σηματοδοτεί κάποιου είδους ουσιώδη οντολογική ρήξη, κατακερματίζοντας την αυτονομία και την συνοχή της πραγματικότητας, έτσι ώστε από την στιγμή που εμφανίζεται στο προσκήνιο η συνείδηση, τίποτε να μην μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει ανεξάρτητα από αυτή πλέον.[8] Ο κίνδυνος είναι ότι δίνοντας προτεραιότητα στο αρχι-απολίθωμα ως το μοναδικό παράδειγμα μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τον νου, ο Meillasoux παραχωρεί υπερβολικά πολύ έδαφος στον σχεσιασμό τον οποίο θέλει να συντρίψει. [9]

-------------------
[8] Ουσιαστικά, αυτή είναι και η θέση του Slavoj Žižek: “Ο μόνος τρόπος να εξηγήσουμε αποτελεσματικά την κατάσταση της συνείδησης του εαυτού μας είναι να επιβεβαιώσουμε την οντολογική ατέλεια της ίδιας της ‘πραγματικότητας’· υπάρχει “πραγματικότητα” μόνο στον βαθμό που υπάρχει ένα οντολογικό “χάσμα”, ένα “ρήγμα” στο κέντρο της· δηλαδή ένα τραυματικό πλεόνασμα, ένα ξένο σώμα το οποίο δεν μπορεί να αφομοιωθεί σ’ αυτή (Slavoj Žižek, The Parallax View, Λονδίνο, Verso, σ. 242). Η θέση ότι η συνείδηση ή η υποκειμενικότητα δεν είναι πραγματική οντότητα αλλά μάλλον μια άϋλη ρωγμή που ανατέμνει την οντολογική τάξη βρίσκεται στο κέντρο της (ευφυούς) μίξης Lacan και Hegel στον Žižek. Προς τιμήν του, και σε συμμόρφωση με την δέσμευση του στον “διαλεκτικό υλισμό”, ο Žižek έχει δείξει συνεπές ενδιαφέρον για τις γνωστικές επιστήμες (βλ. Žižek, The Parallax View, σ. 146-250). Είναι παρ’ όλα αυτά δύσκολο να συνταιριαστεί ο υποθετικός “υλισμός” του Žižek με τον ισχυρισμό του ότι η ίδια η πραγματικότητα δομείται γύρω από τον τραυματικό πυρήνα της υποκειμενικότητας. Εάν η πραγματικότητα αυτή καθεαυτή συγκροτείται απαραίτητα σε σχέση με το ρήγμα της συνείδησης του εαυτού, τότε όλες οι υλικές διαδικασίες οι οποίες σύμφωνα με τον Δαρβίνο προηγήθηκαν της συνείδησης του εαυτού θα πρέπει να απορριφθούν ως φαντασματικές “ψευδείς μνήμες”, οι οποίες δημιουργούνται από ένα υπερβατικό υποκείμενο σε κατάσταση ντελίριου.

[9] Είμαι υπόχρεος στους Graham Harman, Robin Mackay και Damian Veal για όλες αυτές τις κριτικές επισημάνσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια: