Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού (συνέχεια)




Δειγματίζοντας το υπερβατικό


Αφού αποτύχει στην απόκρουση του επιχειρήματος για το αρχι-απολίθωμα υιοθετώντας αυτή τη γραμμή υπεράσπισης, ο σχεσιαστής υιοθετεί μια δεύτερη στρατηγική. Αυτή συνίσταται στην αμφισβήτηση του ισχυρισμού ότι η προγονικότητα αφορά μια χρονική διάσταση κατά την οποία η σχεσιακή χρονικότητα περνά από την ύπαρξη στην ανυπαρξία. Διότι μια τέτοια παραδοχή προδίδει μια βασική σύγχυση ανάμεσα στο υπερβατικό επίπεδο στο οποίο λειτουργούν οι συνθήκες του συσχετισμού και στο εμπειρικό επίπεδο στο οποίο υφίστανται οι οργανισμοί ή/και οι υλικές οντότητες που στηρίζουν αυτές τις συνθήκες. Τα τελευταία είναι βέβαια χωροχρονικά αντικείμενα σαν όλα τα άλλα· αναδύονται και εξαλείφονται μέσα στον φυσικό χωροχρόνο· αλλά τα πρώτα παρέχουν τις συνθήκες αντικειμενικοποίησης χωρίς τις οποίες η επιστημονική γνώση για τα χωροχρονικά αντικείμενα—και άρα και για το ίδιο το αρχι-απολίθωμα—δεν θα ήταν εφικτή. Αν και αυτές οι συνθήκες δειγματίζονται με φυσικό τρόπο από συγκεκριμένα υλικά αντικείμενα—για παράδειγμα, από ανθρώπινους οργανισμούς—δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν με τον ίδιο τρόπο και έτσι δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μπορούν να περάσουν από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, εκτός και αν επιθυμούμε να υποπέσουμε σε παραλογισμό. Έτσι, συνεχίζει ο σχεσιαστής, ο ισχυρισμός ότι οι συνθήκες αντικειμενικοποίησης αναδύθηκαν στον χωροχρόνο είναι ένας παραλογισμός, διότι αντιμετωπίζει τις υπερβατικές συνθήκες σαν να ήταν αντικείμενα δίπλα σε άλλα αντικείμενα. Αλλά οι υπερβατικές συνθήκες της χωροχρονικής αντικειμενικοποίησης δεν υπάρχουν χωροχρονικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αιώνιες, γιατί ένας τέτοιος ισχυρισμός θα τις ξανα-υποστασιοποιούσε και θα απέδιδε σ’ αυτές ένα άλλο είδος αντικειμενικής ύπαρξης, σε υπερβατολογικό ή και υπερφυσικό επίπεδο αυτή τη φορά. Δεν είναι όμως ούτε υπερβατολογικές ούτε υπερφυσικές· είναι λογικές προϋποθέσεις της απόδοσης σε κάτι της ύπαρξης, και όχι αντικειμενικά υπαρκτές οντότητες. Ως προϋποθέσεις για την επιστημονική κατανόηση της εμπειρικής πραγματικότητας—της οποίας το αρχι-απολίθωμα αποτελεί βασικό παράδειγμα—δεν μπορούν οι ίδιες να αντικειμενικοποιηθούν επιστημονικά χωρίς να δημιουργηθούν παράλογες και παράδοξες διαπιστώσεις. Ο ισχυρισμός ότι ο προγονικός χρόνος περιλαμβάνει τη γέννηση και το θάνατο της υπερβατικής υποκειμενικότητας είναι ακριβώς ένα τέτοιου είδους παράδοξο, αλλά διαλύεται μόλις διαγνωστεί η σύγχυση που το δημιούργησε.

Για τον Meillasoux όμως, η αρχική αξιοπιστία της απάντησης αυτής αποκρύπτει την εκ θεμελίων ανεπάρκειά της, γιατί βασίζεται σε μια υπόρρητη αμφιταλάντευση. Μας λέει ο σχεσιασμός ότι η υπερβατική υποκειμενικότητα δεν μπορεί να αντικειμενικοποιηθεί, και άρα ότι ούτε αναδύεται ούτε πεθαίνει στον χωροχρόνο. Αλλά μας λέει επίσης ότι δεν είναι ούτε αθάνατη ούτε αιώνια, όπως είναι μια υπερβατολογική μεταφυσική αρχή. Πράγματι, αυτό ακριβώς διαχωρίζει την υπερβατική υποκειμενικότητα μέσα στην υποτιθέμενη περατότητά της από κάθε μεταφυσική υποστασιοποίηση της αρχής της υποκειμενικότητας, η οποία θα την καθιστούσε ανάλογη με μια ατέρμονα διαρκούσα ουσία. Όμως ως περατή, η υπερβατική υποκειμενικότητα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το συγκεκριμένο σύνολο των υλικών συνθηκών οι οποίες της παρέχουν εμπειρική υποστήριξη. Έτσι, ο Husserl επιμένει στον απαραίτητο παραλληλισμό ο οποίος καθιστά το υπερβατικό αδιαχώριστο από το εμπειρικό. Πράγματι, είναι αυτός ο απαραίτητος παραλληλισμός ο οποίος διαχωρίζει το υπερβατικό υποκείμενο από τον μεταφυσικό του προκάτοχο. Συνεπώς, αν και η υπερβατική υποκειμενικότητα δειγματίζεται απλώς στον νου των φυσικών οργανισμών, δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από αυτό τον νου και τους οργανισμούς που τον υποστηρίζουν. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει στον χώρο και τον χρόνο, δεν έχει άλλου είδους ύπαρξη εκτός από την χωροχρονική ύπαρξη των φυσικών σωμάτων στην οποία δειγματίζεται. Και η ανθρώπινη λογική δεν είναι απέραντη στο βαθμό ακριβώς που βασίζεται στον περατό νου πεπερασμένων φυσικών οργανισμών με περιορισμένες αισθητηριακές και νοητικές ικανότητες. Όμως αν η υπερβατική υποκειμενικότητα δειγματίζεται αναγκαστικά δια της χωροχρονικής ύπαρξης φυσικών οργανισμών, τότε δεν είναι ακριβές να ισχυριζόμαστε ότι μπορεί να διαχωριστεί εντελώς από τα αντικειμενικά υπάρχοντα σώματα. Στο κατόπι της χαϊντεγγεριανής κριτικής του “σιωπηλού” ή ασώματου υποκειμένου του κλασικού υπερβατισμού, η μετα-χαϊντεγγεριανή φιλοσοφία μπορούμε να πούμε ότι ότι έχει αποδυθεί σε μια αυξανόμενη “σωματοποίηση” του υπερβατικού. Ο Μερλώ-Ποντί είναι μάλλον ο πιο επιφανής (αν και όχι ο μόνος) υποστηρικτής του οιονεί-υπερβατικού στάτους της ενσωμάτωσης. Συνεπώς, αν και η υπερβατική υποκειμενικότητα δεν μπορεί να αναχθεί σε αντικειμενικά υπάρχοντα σώματα, δεν μπορεί επίσης να διαχωριστεί από αυτά, γιατί η ύπαρξη των σωμάτων παρέχει τις συνθήκες δειγματισμού για το υπερβατικό υποκείμενο. Έτσι, συμπεραίνει ο Meillasoux, αν και είναι εντελώς βάσιμο να επιμείνουμε ότι ο συσχετισμός παρέχει την υπερβατική συνθήκη που είναι απαραίτητη για την γνώση της χωροχρονικής ύπαρξης, είναι επίσης απαραίτητο να επιμείνουμε ότι ο χρόνος στον οποίο αναδύονται και εξαλείφονται τα σώματα τα οποία παρέχουν τις προϋποθέσεις του δειγματισμού είναι και ο χρόνος ο οποίος καθορίζει τις συνθήκες δειγματισμού του υπερβατικού. Ο προγονικός όμως χρόνος ο οποίος καθορίζει τις συνθήκες δειγματισμού του υπερβατικού δεν μπορεί να εγκολπωθεί μέσα στο χρόνο που είναι ταυτόσημος με τον συσχετισμό, γιατί είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο περνούν από την ύπαρξη στην ανυπαρξία οι προϋποθέσεις ενσωμάτωσης πάνω στις οποίες βασίζεται ο συσχετισμός. Εκεί όπου λείπουν αυτές οι συνθήκες δειγματισμού, λείπει και ο συσχετισμός. Έτσι, ο προγονικός χρόνος ο οποίος δειγματίζεται από το αρχι-απολίθωμα είναι απλώς ο χρόνος της ανυπαρξίας του συσχετισμού. Ο προγονικός αυτός χρόνος δειγματίζεται από αντικειμενικά φαινόμενα όπως είναι το αρχι-απολίθωμα· η ύπαρξή του όμως δεν εξαρτάται από τις προϋποθέσεις αντικειμενικοποίησης πάνω στις οποίες βασίζεται η γνώση για το αρχι-απολίθωμα, γιατί καθορίζει μάλλον αυτές τις προϋποθέσεις δειγματισμού οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις αντικειμενικοποίησης. (Θα δούμε στο έβδομο κεφάλαιο ότι ο καθοριστικός ρόλος τον οποίο αποδίδει ο Meilassoux στον “προγονικό χρόνο” μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητός με τους όρους μιας “αντικειμενικότητας” η οποία παρέχει τον “καθορισμό σε τελική ανάλυση” για κάθε ποικιλία υπερβατικής χρονικότητας).




Δεν υπάρχουν σχόλια: