Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός. Το Αίνιγμα του Ρεαλισμού.


Το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ray Brassier, όπου τίθεται το βασικό, και σκανδαλώδες για την μετα-καντιανή φιλοσοφία, ερώτημα: αν η εμφάνιση της πραγματικότητας βασίζεται σε μια σειρά υπερβατικών συνθηκών όπως η σκέψη ή το είναι, τι σημαίνει το γεγονός ότι υπήρξαν δισεκατομμύρια χρόνια πριν να εμφανιστούν οι υποτιθέμενα "υπερβατικές" προϋποθέσεις της εμφάνισης αυτής, και ότι θα υπάρξουν δισεκατομμύρια χρόνια μετά την εξαφάνισή τους;




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Το αίνιγμα του ρεαλισμού
Το πλεονέκτημα του υπερβατικού δεν συνίσταται στο ότι καθιστά τον ρεαλισμό ψευδαίσθηση αλλά μάλλον στο ότι τον καθιστά πηγή έκπληξης, δηλαδή προφανώς αδιανόητο, και όμως αληθή, και έτσι εξαιρετικά προβληματικό.
Quentin Meillasoux [1]

3.1 Το αρχι-απολίθωμα: Quentin Meillasoux
Ο Γάλλος φιλόσοφος Quentin Meillasoux πρότεινε πρόσφατα μια ιδιαίτερα θελκτική διάγνωση της πιο προβληματικής όψης της σχέσης της μετα-καντιανής φιλοσοφίας με τις φυσικές επιστήμες. Η πρώτη προσκρούει στο αίνιγμα του “αρχι-απολιθώματος” [arche-fossil]. Το απολίθωμα είναι ένα υλικό που φέρει τα ίχνη της προϊστορικής ζωής, αλλά το “αρχι-απολίθωμα” είναι ένα υλικό που φέρει τα ίχνη “προγονικών” φαινομένων που προηγούνται ακόμη και της εμφάνισης της ζωής. Παρέχει την υλική βάση για πειράματα που μας δίνουν υπολογισμούς για προγονικά φαινόμενα—όπως το ραδιενεργό ισότοπο του οποίο ο ρυθμός αποσύνθεσης μας παρέχει ένα δείκτη της ηλικίας δειγμάτων πετρωμάτων, ή το φως των αστεριών του οποίου η ένταση μας παρέχει ένα δείκτη της ηλικίας απόμακρων αστέρων. Η φυσική επιστήμη παράγει προγονικές θέσεις όπως το γεγονός ότι το σύμπαν είναι περίπου 13.7 δισεκατομμυρίων ετών, ότι η γη σχηματίστηκε περίπου πριν 4.5 δισεκατομμύρια χρόνια, ότι η ζωή στη γη αναπτύχθηκε περίπου πριν 3.5 δισεκατομμύρια χρόνια, και ότι οι πρώτοι πρόγονοι του γένους Homo εμφανίστηκαν πριν περίπου 2 εκατομμύρια χρόνια. [2] Παράγει όμως και ένα όλο και αυξανόμενο αριθμό “απογονικών” θέσεων, όπως το ότι ο γαλαξίας μας θα συγκρουστεί με τον γαλαξία της Ανδρομέδας σε τρία δισεκατομμύρια χρόνια· ότι η γη θα αποτεφρωθεί απ’ τον ήλιο σε 4 δισεκατομμύρια χρόνια· ότι όλα τα αστέρια του σύμπαντος θα σταματήσουν να λάμπουν σε 100 τρισεκατομμύρια χρόνια· και ότι, τελικά, ένα τρις τρισεκατομμύρια χρόνια από τώρα, όλη η ύλη στον κόσμο θα διαλυθεί σε αδέσμευτα στοιχειώδη σωματίδια. Οι φιλόσοφοι θα έπρεπε να εκπλήσσονται περισσότερο από τέτοιου είδους πρότασεις από ό,τι φαίνεται να ισχύει, και αυτό γιατί θέτουν σημαντικό πρόβλημα σε ό,τι αφορά την μετα-καντιανή φιλοσοφία. Παραδόξως όμως αυτή μοιάζει να τελεί εντελώς εν αγνοία του προβλήματος. Ο ισχυρισμός ότι αυτές οι θέσεις είναι φιλοσοφικά αινιγματικές δεν έχει καμμία σχέση με επιφυλάξεις σχετικά με τις μεθόδους μέτρησης ή με θέματα εμπειρικής ακρίβειας, ή με άλλες αντιρρήσεις περί επιστημονικής μεθοδολογίας. Είναι αινιγματικές γιατί το κυριολεκτικό τους νόημα παρουσιάζει εκθαμβωτικές φιλοσοφικές συνέπειες. Διότι το νόημα αυτό μοιάζει να παραπέμπει σε κάτι το οποίο παραβιάζει τις βασικές συνθήκες της εννοιολογικής κατανοησιμότητας που απαιτεί η μετα-καντιανή φιλοσοφία. Για να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, πρέπει να σκιαγραφήσουμε το περιεχόμενο της δεύτερης.

Παρά τις όποιες διαφορές τους, οι μετα-καντιανοί φιλόσοφοι μοιράζονται, μπορούμε να πούμε, μια βασική πεποίθηση: ότι είναι παράλογη η ιδέα ενός κόσμου αυτού καθεαυτού [world-in-itself], ο οποίος υπάρχει ανεξάρτητα από την σχέση μας με αυτόν. Η αντικειμενική πραγματικότητα πρέπει να τυγχάνει υπερβατικής εγγύησης, είτε από την καθαρή συνείδηση, είτε από την διυποκειμενική συμφωνία, είτε από την κοινότητα ορθολογικών υποκειμένων: χωρίς τέτοιους εγγυητές, είναι μια μεταφυσική χίμαιρα. Ή, για αυτούς που περιφρονούν αυτό το οποίο αποκαλούν “απαρχαιωμένο” καρτεσιανό λεξιλόγιο της “αναπαραστικότητας”, ή του “δυϊσμού υποκειμένου/αντικειμένου”, και γενικότερα της επιστημολογίας, η προ-θεωρητική σχέση μας με τον κόσμο είτε την χαρακτηρίζουμε ως Dasein είτε ως “Ζωή” μας παρέχει τις οντολογικές προϋποθέσεις να κατανοήσουμε τους επιστημονικούς ισχυρισμούς που απαριθμήθηκαν πιο πάνω. Δεν είναι άξιο απορίας, συνεπώς, το γεγονός ότι οι μετα-καντιανοί φιλόσοφοι είναι εκ συνηθείας υπεροπτικοί σε ό,τι αφορά αυτούς και άλλους επιστημονικούς ισχυρισμούς σχετικά με τον κόσμο, χαρακτηρίζοντάς τους ως αποψιλωμένες αφαιρέσεις των οποίων το νόημα παρακάμπτει την πιο ουσιώδη υπο-αναπαραστατική ή προ-θεωρητική σχέση με τα φαινόμενα. Για τους φιλοσόφους αυτούς, είναι αυτή η σχέση με τον κόσμο—το Dasein, η Ύπαρξη, η Ζωή—που μας παρέχει την πρωταρχική συνθήκη εμφάνισης όλων των φαινομένων, περιλαμβανομένων των προγονικών εκείνων φαινομένων στα οποία εστιάζοτναι οι πιο πάνω προτάσεις. Έτσι, ακόμα και αν είναι καν κατανοητή η ιδέα του κόσμου αυτού καθαυτού, ως μιας σφαίρας φαινομένων που υφίστανται ανεξάρτητα απ’ τη σχέση μας μαζί τους, είναι κατανοητή μόνο ως κάτι καθεαυτού ή ανεξάρτητου “για μας.” Αυτή είναι η κυρίαρχη δοξασία της μετα-μεταφυσικής φιλοσοφίας: αυτό που είναι ουσιώδες δεν είναι ούτε κάποια υποστασιοποιημένη ουσία ούτε το πραγμοποιημένο υποκείμενο, αλλά μάλλον η σχέση ανάμεσα σε μια μη-αντικειμενικοποιήσιμη σκέψη και ένα μη-αναπαραστάσιμο είναι, η πρωταρχική αμοιβαιότητα ή “συν-οικειοποίηση” λόγου και φύσης που με μιας ενώνει και διαχωρίζει τους όρους τους οποίους συσχετίζει. Αυτή η έμφαση στη σχεσιακότητα στην μετα-μεταφυσική φιλοσοφία—της οποίας το χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η ενασχόληση με τη “διαφορά”—έχει αναχθεί σε μια ορθοδοξία η οποία γίνεται ακόμη πιο παραπλανητική από το γεγονός ότι προβάλλεται διαρκώς ως σημαντική καινοτομία. Ο Meillasoux την ονομάζει “σχεσιασμό”. Ο σχεσιασμός δέχεται την αδιάλυτη πρωταρχικότητα της σχέσης μεταξύ της σκέψης και των συνεπαγομένων της απέναντι στην μεταφυσική υποστασιοποίηση ή την αναπαραστατική πραγμοποίηση είτε του ενός είτε του άλλου όρου της σχέσης. Ο σχεσιασμός είναι λεπτολόγος: δεν αρνείται ποτέ ότι οι σκέψεις μας ή οι δηλώσεις μας στοχεύουν ή έχουν ως πρόθεση πραγματικότητες ανεξάρτητες του νου ή της γλώσσας· απλά θέτει ως όρο ότι αυτή η προφανώς ανεξάρτητη διάσταση παραμένει εκ των έσω συσχετισμένη με τη σκέψη και τη γλώσσα. Έτσι, ο σύγχρονος σχεσιασμός απορρίπτει την προβληματική του σκεπτικισμού, και της επιστημολογίας γενικότερα, ως παρωχημένη καρτεσιανή εμμονή: υποτίθεται ότι δεν υπάρχει πρόβλημα στο πώς μπορούμε να αναπαριστούμε την πραγματικότητα με επάρκεια, εφόσον είμαστε “πάντοτε ήδη” έξω από τον εαυτό μας και βυθισμένοι ή σε επαφή με τον κόσμο (και πράγματι, αυτή η συγκεκριμένη κοινοτυπία προτάσσεται διαρκώς ως η μεγάλη χαιντεγγεριανή-βιτκενσταϊνική ανακάλυψη). Προσέξτε ότι ο σχεσιασμός δεν χρειάζεται να πριμοδοτήσει την “σκέψη” ή την “συνείδηση” ως την σχέση-κλειδί—αρκεί να την αντικαταστήσει με το “είναι-στον-κόσμο”, την “αντίληψη”, την “αισθητικότητα” [sensibility], την “αυθόρμητη κατανόηση” [intuition], το “συναίσθημα” [affect], ακόμη και την “σάρκα.” Πράγματι, όλοι αυτοί οι όροι έχουν εμφανιστεί στις ειδικά φαινομενολογικές εκδοχές του σχεσιασμού. [4]


Το αρχι-απολίθωμα όμως αποτελεί ένα δίλημμα για τον σχεσιαστή. Πώς μπορεί να εξηγήσει ο σχεσιαστής τους προγονικούς ισχυρισμούς της επιστήμης; Ο σχεσιασμός επιμένει ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναγνωρίσιμη πραγματικότητα ανεξάρτητη από την σχέση μας με αυτήν· ότι δεν υφίστανται φαινόμενα χωρίς κάποιου είδους υπερβατικό λειτουργό—όπως η ζωή ή η συνείδηση ή το Dasein—ο οποίος να δημιουργεί τις συνθήκες εμφάνισης μέσα από τις οποίες μπορούν να εμφανιστούν τα φαινόμενα. Απούσης της πρωταρχικής σχέσης και αυτών των υπερβατικών συνθηκών εμφάνισης, τίποτε δεν μπορεί να καταστεί πρόδηλο, κατανοητό, αντιληπτό, ή γνωστό. Έτσι, θα συνεχίσει ο σχεσιαστής, ούτε τα φαινόμενα που περιγράφουν οι επιστήμες είναι εφικτά ανεξάρτητα από τη σχέση μέσα από την οποία εμφανίζονται τα φαινόμενα. Και επιπλέον, θα προσθέσει ο σχεσιαστής, είναι ακριβώς η υπερβατική φύση της σχέσης ως sine qua non για την γνώση που θολώνει την προοπτική του εμπειρικού ιδεαλισμού. Έτσι, κόντρα στον Berkeley, ο Kant ισχυρίζεται ότι τα γνωστά πράγματα δεν εξαρτώνται από την αντίληψη για αυτά, ακριβώς επειδή τα πράγματα που μπορούν να γίνουν γνωστά είναι αναπαραστάσεις και οι αναπαραστάσεις δημιουργούνται από υπερβατικές συνθέσεις κατηγορικής μορφής και αισθητού υλικού. Η σύνθεση βασίζεται στην καθαρή αντίληψη [apperception], η οποία παράγει την υπερβατική μορφή του αντικειμένου ως απαραίτητου συνεπαγόμενού [correlate] της και ως εγγυητή της αντικειμενικότητάς της. Το υπερβατικό αντικείμενο δεν μπορεί να γίνει γνωστό γιατί παρέχει τη μορφή της αντικειμενικότητας η οποία εγκολπώνει όλα τα γνωστοποιήσιμα αντικείμενα. Και όλα αυτά πρέπει να συνδεθούν μεταξύ τους σε αλυσίδες αιτιατού οι οποίες εγοκλπώνονται από την ενότητα της εφικτής εμπειρίας και περιβάλλονται από τους αμοιβαίους πόλους του υπερβατικού υποκειμένου και αντικειμένου. Όμως το αρχι-απολίθωμα αρχειοθετεί μια πραγματικότητα που δεν εμπίπτει ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους και η οποία αρνείται να ενσωματωθεί στο δίκτυο πιθανών εμπειριών που ενώνει όλα τα γνωστοποιήσιμα αντικείμενα μεταξύ τους, γιατί συνέβει σε ένα χρόνο πριν την δυνατότητα της εμπειρίας. Έτσι το αρχι-απολίθωμα παραμπέμπει σε μια γνωστοποιήσιμη πραγματικότητα η οποία δεν είναι δεδομένη στο υπερβατικό αντικείμενο της εφικτής εμπειρίας. Πρόκειται για μια πιθανότητα που ο Kant απορρίπτει ξεκάθαρα:

Μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι τα αληθινά πράγματα του παρελθόντος είναι παρόντα στο υπερβατικό αντικείμενο της εμπειρίας· αλλά είναι αντικείμενα για μένα και αληθινά σε παρελθοντικό χρόνο μόνο εφόσον αναπαριστώ προς τον εαυτό μου (είτε υπό το φως της ιστορίας είτε με ενδείξεις που με καθοδηγούν είτε με μια σειρά αιτιών και αποτελεσμάτων) την ιδέα ότι μια ενελικτική σειρά πιθανών αντιλήψεων σε συμφωνία με εμπειρικούς νόμους —ή αλλιώς, η πορεία του κόσμου— μας οδηγεί σε μια σειρά παρελθοντικών στιγμών ως προϋποθέσεων του παρόντος χρόνου. Πρόκειται όμως για μια σειρά η οποία μπορεί να αναπαρασταθεί ως πραγματική όχι αυτή καθαυτή αλλά μόνο σε σχέση με μια εφικτή εμπειρία. Συνεπώς, όλα τα συμβάντα τα οποία έχουν λάβει χώρα στις αχανείς περιόδους που προηγήθηκαν της δικής μου ύπαρξης δεν σημαίνουν τίποτε παρά την πιθανότητα να επεκτείνω την αλυσίδα της εμπειρίας από την παροντική αντίληψη πίσω, προς τις συνθήκες οι οποίες καθορίζουν αυτήν την αντίληψη χρονικά. [5]


Για τον Kant λοιπόν, ο προγονικός χρόνος του αρχι-απολιθώματος δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ως υπάρχων αυτός καθαυτός αλλά μόνο ως συνδεδεμένος με μια εφικτή εμπειρία. Δεν μπορούμε όμως να αναπαραστήσουμε στον εαυτό μας καμμία ενελικτική σειρά πιθανών αντιλήψεων σε συμφωνία με εμπειρικούς νόμους που να είναι ικανοί να μας οδηγήσουν από τις τωρινές μας συνθήκες στον προγονικό χρόνο τον οποίο αρχειοθετεί το αρχι-απολίθωμα. Είναι αυστηρά αδύνατο να επιμηκύνουμε την αλυσίδα της εμπειρίας από την σύγχρονή μας αντίληψη του ραδιενεργού ισοτόπου στον καιρό της διαστρωμάτωσης της γης στον οποίο παραπέμπει η ραδιενέργειά του. Γιατί η ολότητα της χρονολογικής σειράς που είναι συναφής με την εφικτή εμπειρία δημιουργήθηκε η ίδια από αυτόν τον γεωλογικό χρόνο όπου απλά δεν υπήρχε αντίληψη. Δεν μπορούμε να επιμηκύνουμε την αλυσίδα εφικτών αντιλήψεων προς τα πίσω, πριν από την ανάδυση των νευρικών συστημάτων, τα οποία και παρέχουν τις υλικές προϋποθέσεις για την δυνατότητα αισθητηριακής εμπειρίας.

Έτσι είναι ακριβώς η αναγκαιότητα μιας πρωταρχικής σχέσης, είτε ανάμεσα σε αυτόν που γνωρίζει και αυτό που γίνεται γνωστό, είτε ανάμεσα στο Sein και το Dasein, η οποία προσκρούει πάνω στις προγονικές θέσεις της επιστήμης. Αγνοώντας επιδεικτικά τις υπερβατικές συνθήκες οι οποίες υποτίθεται ότι είναι απαραίτητες για κάθε εμφάνιση, οι θέσεις αυτές περιγράφουν περιστατικά που συμβαίνουν πριν την ανάδυση της ζωής, και αντικείμενα που υπάρχουν ανεξάρτητα από κάθε σχέση με τη σκέψη. Παρομοίως, οι απογονικές θέσεις της επιστήμης αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία συμβαίνουν μετά τον αφανισμό της ζωής και την εξάλειψη της σκέψης. Πώς όμως μπορούν αυτές οι προτάσεις να είναι αληθείς αν ο σχεσιασμός έχει αξιόπιστη βάση; Διότι δεν περιγράφουν απλώς συμβάντα τα οποία λαμβάνουν χώρα ανεξάρτητα από την ύπαρξη της ζωής και της σκέψης, αλλά και εγγράφουν τις ίδιες τις υπερβατικές συνθήκες της εμφάνισης μέσα σε ένα απλώς εμπειρικό χρονικό ορίζοντα. Πώς μπορεί η σχέση με την πραγματικότητα την οποία ενσωματώνει η ζωή ή η σκέψη να χαρακτηριστεί ως υπερβατικά απαραίτητη [sine qua non] για την δυνατότητα της χωροχρονικής εμφάνισης όταν η επιστήμη δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ζωή και η σκέψη, και άρα η ίδια αυτή η βασική σχέση, έχουν καθορισμένη αρχή και τέλος στον χωροχρόνο; Δεν εξυπακούουν οι προγονικές και απογονικές θέσεις της επιστήμης την ιδέα ότι οι οντολογικά παραγωγικές συνθήκες της χωροχρονικής εμφάνισης τις οποίες πριμοδοτούν οι σχεσιαστές—το Dasein, η ζωή, η συνείδηση, και τα λοιπά—είναι οι ίδιες απλώς χωροχρονικά συμβάντα όπως οτιδήποτε άλλο; Αν αρχίσουμε να παίρνουμε τα ερωτήματα αυτά σοβαρά, τότε η υπεροψία με την οποία η μετα-καντιανή φιλοσοφία καταδέχεται να ασχοληθεί με το τι λένε οι φυσικές επιστήμες για τον κόσμο αρχίζει να φαίνεται λιγότερο ως αριστοκρατική αποστασιοποίηση και περισσότερο ως παιδαριώδης απάρνηση.
------------------
[1] Quentin Meillasoux, Après la finitude. Éssai sur la nécessité de la contingence. Παρίσι, Seul, 2006, σ. 39.

[2] Οι λέξεις “δισεκατομμύρια” και “τρισεκατομμύρια” θα έχουν παντού το νόημα που έχουν στη διεθνώς αναγνωρισμένη αμερικανική ορολογία, δηλαδή χίλια εκατομμύρια και ένα εκατομμύριο εκατομμύρια αντίστοιχα.

[3] Ο Graham Harman έχει διατυπώσει μια βαρυσήμαντη κριτική αυτής της τάσης στην σύγχρονη φιλοσοφία, εντοπίζοντας σ’ αυτή το αρχέτυπο ενός γενικευμένου αντι-ρεαλισμού. O Harman ισχυρίζεται ότι είτε το συναφές ζήτημα είναι η επιστημολογική σχέση μεταξύ νου και κόσμου, είτε η φαινομενολογική σχέση μεταξύ νοήσεως και νοήματος, ή η εκστατική σχέση μεταξύ Είναι [Sein] και Dasein, ή η αντιληπτική σχέση μεταξύ συμβάντος-αντικειμένων, ή η διαδικαστική σχέση μεταξύ ύλης και μνήμης, η έμφαση στην σχεσιακότητα αποκρύπτει την ασυνεχή πραγματικότητα των αντικειμένων για χάρη των αμοιβαίων τους εξιδανικεύσεων. Η εξαιρετικά πρωτότυπη ανάγνωση του Heidegger από τον Harman μας προσφέρει το σημείο εκκίνησης για αυτόν τον πλήρη αναπροσανατολισμό της φαινομενολογίας μακριά από την πρωταρχικότητα της ανθρώπινης σχέσης με τα πράγματα και προς τα ίδια τα πράγματα, ανεξάρτητα από της σχέση τους με τους ανθρώπους ή με τα άλλα πράγματα. Συνεπώς, το βασικό χρέος αυτής της “αντικειμενο-κεντρικής” φιλοσοφίας συνίσταται στην εξήγηση του πώς τα αυτόνομα αντικείμενα μπορούν καν να έχουν διαδραστικές σχέσεις μεταξύ τους. Με αυτό το σκοπό, ο Harman ανέπτυξε μια ιδιαίτερα ευφυή θεώρηση της “δια της διαμεσολάβησης τρίτου αιτιατικότητας” [vicarious causation]. Ο Harman σκιαγραφεί τις βασικές διαστάσεις αυτού του εγχειρήματος στο Tool-Being: Heidegger and the Metaphysics of Objects, Σικάγο, Open Court, 2002, και τις αναπτύσσει περαιτέρω στο Guerilla Metaphysics: Phenomenology and the Carpentry of Things, Σικάγο, Open Court, 2005.

[4] Παραθέτω ορισμένες από τις παραδειγματικές εκφάνσεις του σχεσιακού πιστεύω από τρεις φιλοσόφους του κανόνα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας: του Nietzsche, του Husserl και του Heidegger:

“Ενάντια στην επιστημονική προκατάληψη —το μεγαλύτερο παραμύθι από όλα είναι το παραμύθι της γνώσης. Θα θέλαμε να ξέρουμε τι είναι αυτά τα πράγματα-αυτά-καθεαυτά· αλλά για δες, δεν υπάρχουν πράγματα-αυτά-καθεαυτά! Αλλά ακόμα και υπήρχε ένα αυτό καθεαυτό, ένα πράγμα χωρίς προϋποθέσεις, θα ήταν για αυτόν ακριβώς τον λόγο αδύνατο να το γνωρίσουμε! […] Κάτι το οποίο δεν αφορά κανένα δεν υπάρχει καν.” Friedrich Nietzsche, The Will to Power, §555.

“Η ύπαρξη της φύσης δεν μπορεί να είναι η προϋπόθεση της ύπαρξης της συνείδησης, εφόσον η ίδια η φύση φανερώνεται τελικά ως κάτι το οποίο συσχετίζεται με τη συνείδηση, Η φύση υπάρχει μόνο ως ύπαρξη η οποία συγκροτείται από σταθερά σύνολα συνείδησης.” Edmund Husserl, Ideas Pertaining to a Pure Phenomenology and to a Phenomenological Philosophy: First Book, αγγ. μτφρ. F. Kersten, Λονδίνο, Kluwer, 1982.

“Αυτό που προσφέρεται μέσα απ’ τη χειραφέτηση [από την περί φύσης προδιάθεση] είναι η ανακάλυψη του οικουμενικού, απόλυτα αυτοκαθοριζόμενου και απόλυτα αυτάρκους συσχετισμού ανάμεσα στον ίδιο τον κόσμο και την συνείδηση του κόσμου […] ο απόλυτος συσχετισμός ανάμεσα στα όντα κάθε είδους και κάθε νοήματος, από τη μία, και από την άλλη, της απόλυτης υποκειμενικότητας, που συγκροτεί το νόημα και την οντική αξία με την ευρύτερη έννοια. Κατά τη διάρκεια της σταθερά διηνεργημένης εποχής [ο κόσμος] βρίσκεται μπροστά στο βλέμμα μας ως κάτι καθαρά συσχετιζόμενο με την υποκειμενικότητα η οποία του δίνει οντικό νόημα, και μέσα από τις αξιολογήσεις της οποίας υπάρχει καν κόσμος.” Edmund Husserl, The Crisis of the European Sciences and Transcendental Phenomenology, αγγ. μτφρ. David Carr, Evanston, Ιλλινόι, Northwestern University Press, 1970, σ. 151-2.

“Φυσικά, μόνο εφόσον υπάρχει Dasein (δηλαδή εφόσον είναι οντικά εφικτή μια κατανόηση του Είναι), “υπάρχει” Είναι. Όταν δεν υπάρχει Dasein, “δεν υπάρχει” και “ανεξαρτησία”, ούτε “υπάρχει” το “αυτό καθεαυτό.” Στην περίπτωση αυτή, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει ούτε κατανοητό ούτε μη κατανοητό. Στην περίπτωση αυτή, ακόμη και οι οντότητες μέσα στον κόσμο δεν θα μπορούσαν ούτε να αποκαλυφθούν ούτε να αποκρυφθούν. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχουν οντότητες, ούτε μπορεί να ειπωθεί ότι δεν υπάρχουν.” Martin Heidegger, Being and Time, αγγ. μτφρ. E. Macquarrie και J. Robinson, Οξφόρδη, Blackwell, 1962, σ. 255 (ελληνική έκδοση ως Είναι και Χρόνος, 2 τόμοι, μτφρ. Γιάννης Τζαβάρας, Αθήνα, Δωδώνη, 1985, 1998).

[5] Immanuel Kant, Critique of Pure Reason, αγγ. μτφρ. N.K. Smith, Λονδίνο, Macmillan, 1929, A 495 (ελληνική έκδοση ως Κριτική του καθαρού λόγου, μτφρ. Αναστάσιος Γιανναράς, Αθήνα, Παπαζήσης, 1976)· οι εμφάσεις έχουν προστεθεί από τον συγγραφέα.



Δεν υπάρχουν σχόλια: