Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Ray Brassier, Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός




Ray Brassier

Το μηδέν χωρίς δεσμά: Διαφωτισμός και αφανισμός

Μτφρ: Radical Desire


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Από την εποχή του Κοπέρνικου, ο άνθρωπος κινείται απ΄το κέντρο προς το Χ.
Friedrich Nietzsche[1]

Όσο περισσότερο κατανοητό φαίνεται το σύμπαν, τόσο περισσότερο άσκοπο φαίνεται.
Steven Weinberg [2]


Ο όρος “μηδενισμός” έχει τη χροιά του τετριμμένου. Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για το θέμα, και κάθε αίσθηση του επείγοντος που η λέξη μπορεί να είχε κάποτε κοινωνήσει έχει αμβλυνθεί από την υπερβολική έκθεση σ' αυτή. Το αποτέλεσμα είναι μια εκφώνηση διαβρωμένη από την καταθλιπτική οικειότητα και την νεφελώδη απροσδιοριστία. Παρ’ όλα αυτά, λίγα μόνο άλλα θέματα φιλοσοφικής συζήτησης διαθέτουν τέτοια άμεση επίδραση σε ανθρώπους με ελάχιστο ή καθόλου ενδιαφέρον για τα προβλήματα της φιλοσοφίας όσο ο ισχυρισμός του μηδενισμού στην πιο “αφελή” του εκδοχή: η ύπαρξη στερείται αξίας. Το βιβλίο αυτό προήλθε από την πεποίθηση ότι αυτός ο προφανώς μπανάλ ισχυρισμός περιέχει κρυμένο βάθος το οποίο δεν έχει ακόμη βυθομετρηθεί από τους φιλοσόφους, παρά την πληθώρα ενημερωμένων συγγραμάτων και άρθρων για το θέμα. Παρά το γεγονός ότι η φιλοσοφική βιβλιογραφία για τον μηδενισμό είναι εντυπωσιακά αχανής, και περιλαμβάνει πολλά σημαντικά έργα από τα οποία έμαθα πολλά, η λογική της συγγραφής αυτού του βιβλίου ήταν η πεποίθηση ότι κάτι το οποίο έχει θεμελιώδη φιλοσοφική σημασία είχε μείνει άδηλο, θαμμένο κάτων από λόγιες πραγματείες περί των ιστορικών πηγών, σύγχρονων διακλαδώσεων και μακροπρόθεσμων συνεπειών του μηδενισμού. Πράγματι, οι όψεις αυτές του θέματος έχουν χαρτογραφηθεί με τέτοια πληρότητα που ο απλούστερος τρόπος για να διαλευκάνω τον στόχο αυτού του βιβλίου είναι να εξηγήσω τι δεν σκοπεύει να κάνει.

Πρώτα και κύρια δεν αφορά τον μηδενισμό ως ασθένεια, η οποία απαιτεί διάγνωση και παροχή αντιδότου. Ούτε όμως εξαίρει το πάθος της περατότητας ως μέσο οχύρωσης ενάντια στη μεταφυσική ύβρη (Critchley 1997), ούτε υμνεί την απροσδιοριστία της ερμηνείας ως καλοδεχούμενη χειραφέτηση από τον καταπιεστικό οικουμενισμό του Διαφωτισμού (Vattimo 1991 και 2004). Ούτε ακόμα προσπαθεί να επιβεβαίωσει την αυθεντία του ορθολογισμού μπροστά στον σκεπτικισμό και τον ιρασιοναλισμό, είτε υπερασπιζόμενο τον πλατωνισμό από τις επιδρομές του χαϊντεγγεριανού υπαρξισμού (Rosen 2000), είτε τον χεγκελιανισμό κόντρα στις σφεντόνες και τα βέλη του γαλλικού μεταδομισμού (Rose 1984). Τέλος, δεν αποπειράται να προσφέρει μια εννοιολογική γενεαλογία του μηδενισμού (Cunningham 2002), μια κριτική προϊστορία της προβληματικής (Gillespie 1996), ή μια συνοπτική περίληψη των διακλαδώσεών του στην φιλοσοφία και τη λογοτεχνία του 19ου και 20ου αιώνα (Souche-Dagues 1996).

Τα βασικά επιχειρήματα του βιβλίου αυτού είναι δύο. Πρώτον, ότι η απομαγεία του κόσμου, εφόσον γίνεται κατανοητή ως συνέπεια της διαδικασίας δια της οποίας ο Διαφωτισμός συνέθλιψε “τη μεγάλη αλυσίδα της ύπαρξης” και μουντζούρωσε το “βιβλίο του κόσμου”, είναι απαραίτητη συνέπεια της διαβρωτικής ισχύος του ορθολογισμού, και άρα αποτελεί μια ενδυναμωτική τροχιά διανοητικής ανακάλυψης, και όχι καταστροφική σμίκρυνση. Το έργο του Jonathan Israel παρείχε άμεση πηγή έμπνευσης για αυτή την ιδέα· η επιβλητική του ανάκληση στη μνήμη του ζωτικού ρόλου της φιλοσοφίας στην πιθανόν σημαντικότερη (και υπό εξέλιξη ακόμη) διανοητική επανάσταση των τελευταίων δύο χιλιάδων ετών παρέχει ένα αξιέπαινο και απαραίτητο αντίδοτο κόντρα στο κύμα αντι-διαφωτιστικού ρεβιζιονισμού με το οποίο συναίνεσε μεγάλο τμήμα της φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. [3] Η απομαγεία του κόσμου αξίζει να εξαίρεται ως επίτευγμα διανοητικής ωριμότητας και όχι να αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας ως μέσο παράλυσης και πτώχευσης. Το δεύτερο βασικό επιχείρημα αυτού του βιβλίου είναι ότι ο μηδενισμός δεν είναι, όπως επέμενε ο Jacobi και τόσοι άλλοι άλλοι φιλόσοφοι, παθολογική επιδείνωση του υποκειμενισμού, η οποία εξαλείφει τον κόσμο και περιστέλλει την πραγματικότητα σε συνάρτηση του καθαρού εγώ· αντίθετα, αποτελεί την αναπόδραστη συνέπεια της ρεαλιστικής πεποίθησης ότι υπάρχει μια πραγματικότητα ανεξάρτητη από τον νου, η οποία παρά τις αυθαίρετες υποθέσεις του ανθρώπινου ναρκισισμού, είναι αδιάφορη ως προς την ύπαρξή μας και εν αγνοία των “αξιών” και “νοημάτων” με την οποία επιθυμούμε να την επενδύουμε για να την καταστήσουμε πιο φιλόξενη. Η φύση δεν είναι ούτε το δικό μας ούτε κανενός το “σπίτι”, ούτε και κάποιος ιδιαίτερα καλοπροαίρετος δημιουργός. Θα έκαναν καλά οι φιλόσοφοι να αποφύγουν να εκδόσουν και άλλες προσταγές σχετικά με την ανάγκη να επανεγκαταστήσουμε το νόημα της ύπαρξης και το σκοπό της ζωής, ή να επιδιορθώσουμε την συντετριμμένη αρμονία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Η φιλοσοφία θα 'πρεπε να είναι κάτι περισσότερο από μελό αποδέκτης του αξιολύπητου ολοφυρμού της ανθρώπινης αυτοεκτίμησης. Ο μηδενισμός δεν είναι υπαρξιακό δίλημμα αλλά θεωρησιακή (speculative) δυνατότητα. Η σκέψη έχει συμφέροντα που δεν συμπίπτουν με αυτά της ζωής: στην πραγματικότητα μπορούν —και έχουν— αντιταχθεί σε αυτά της δεύτερης. Είναι αυτή την δυνατότητα που έχει ως στόχο να διερευνήσει αυτό το βιβλίο. Τα ελείμματά του είναι προφανή και δυστυχώς το χάσμα ανάμεσα στην φιλοδοξία και την ικανότητα σημαίνει ότι δεν είναι ούτε όσο εξονυχιστικό ούτε όσο συνοπτικό θα έπρεπε ώστε να μπορέσει να θέσει το θέμα επί τάπητος με πειστικότητα. Χρειάζεται να αποδειχθούν πολύ περισσότερα για να δημιουργηθεί ένα επιχείρημα που να είναι αρκετά ισχυρό για να ανταπεξέλθει στις σκεπτικιστικές κριτικές που είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν τα βασικά επιχειρήματα του βιβλίου. Παρ’ όλα αυτά, τα ζητήματα που εγείρονται εδώ, όσο ελλειπώς και αν τίθενται, θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως προκαταρκτικές εφορμήσεις σε μια διερεύνηση που ελπίζω να αναπτύξω περισσότερο σε μελλοντικές μου εργασίες.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο κεφάλαιο εισάγει το ζήτημα που απασχολεί το πρώτο τμήμα του βιβλίου, την “καταστροφή της πρόδηλης εικόνας.” Εστιάζεται στην διάκριση του Wilfrid Sellars ανάμεσα στην “πρόδηλη” και την “επιστημονική” εικόνα του “ανθρώπου στον κόσμο.” Το αρχικό κεφάλαιο εξετάζει επίσης την μονομαχία ανάμεσα στις κανονιστικές φιλοδοξίες του λαϊκότροπου ψυχολογικού λόγου και σε μια αναδυόμενη επιστήμη της γνώσης η οποία επιθυμεί να αφανίσει εντελώς την πίστη στην “πίστη” ώστε να ενσωματώσει εκ νέου τον νου στην επιστημονική εικόνα. Το δεύτερο κεφάλαιο αναλύει την επιδραστική κριτική στον επιστημονικό ορθολογισμό που αποπειράθηκαν οι Adorno και Horkheimer στο όνομα μιας εναλλακτικής αντίληψης της σχέσης ανάμεσα στη λογική και την φύση, που άντλησε έμπνευση από τους Hegel και Freud. Το τρίτο κεφάλαιο, το τελευταίο του πρώτου τμήματος, εξετάζει την κριτική του Meillasoux στον “σχεσιασμό” (correlationism) που ελλοχεύει στην καντιανο-χεγκελιανή αντίληψη της σχέσης μεταξύ φύσης και λογικής, πριν εντοπίσει δυσκολίες σε ό,τι αφορά την προσπάθεια του ίδιου του Meillasoux να επαναδιεκδικήσει την ορθότητα της αυθόρμητης μαθηματικής αντίληψης (intuition). Το δεύτερο τμήμα του βιβλίου χαρτογραφεί την “ανατομία της άρνησης” και αρχίζει με το τέταρτο κεφάλαιο, όπου εξετάζεται το πώς ο Alain Badiou παρακάμπτει τις δυσκολίες που ανακύπτουν από την επίκληση της αυθόρμητης διανοητικής αντίληψης στον Meillasoux, αναπτύσσοντας έτσι μια αφαιρεσιακή (subtractive) αντίληψη του είναι, η οποία αποφεύγει μεν τον ιδεαλισμό της αυθόρμητης αντίληψης, καταβάλλοντος όμως το κόστος του εξίσου προβληματικού ιδεαλισμού της εγγραφής (inscription). Το πέμπτο κεφάλαιο προσπαθεί να βρει ένα δρόμο πέρα από το τέλμα ανάμεσα στον ιδεαλισμό της σχεσιακότητας (correlation) από τη μία, και τον ιδεαλισμό της μαθηματικής αυθόρμητης αντίληψης ή της εγγραφής από την άλλη. Αντλεί έτσι από το έργο του François Laruelle ώστε να αναπτύξει ένα θεωρησιακό ρεαλισμό (speculative realism) ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με μια μη διαλεκτική λογική της άρνησης. Το τρίτο και τελευταίο τμήμα του έργου, “το τέλος του χρόνου”, προσπαθεί να θέσει αυτή τη λογική σε λειτουργία, αρχίζοντας από το έκτο κεφάλαιο και την κριτική αναδόμηση της οντολογικής λειτουργίας που αποδίδεται στη σχέση μεταξύ θανάτου και χρόνου στο Είναι και xρόνος του Heidegger και στο Διαφορά και επανάληψη του Deleuze. Τέλος, το έβδομο κεφάλαιο επιχειρεί μια αναδρομή στο νιτσεϊκό αφήγημα περί υπερκέρασης του μηδενισμού υπό το φως των κριτικών προοπτικών που αναπτύσσονται στα προηγούμενα κεφάλαια, πριν προτείνει μια θεωρησιακή επανεγγραφή της θεωρίας για την ενόρμηση του θανάτου του Freud, όπου η μετουσίωση του τελευταίου γίνεται αντιληπτή ως το κλειδί για την ανακάλυψη του στενού δεσμού ανάμεσα στη θέληση για γνώση και την θέληση για ανυπαρξία.

------------------
[1] Friedrich Nietzsche, The Will to Power, επιμ. και αγγ. μτφρ. W. Kaufman, Νέα Υόρκη, Vintage, 1968, §1 (ελληνική έκδοση ως Η θέληση για δύναμη, μτφ. Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα, Βάνιας, 2008).

[2] Steven Weinberg, The First Three Minutes, Λονδίνο, Φλαμίνγκο, 1983, 149.

[3] Jonathan Israel, Radical Enlightenment: Philosophy and the Making of Modernity 1650-1750, Οξφόρδη, Oxford University Press, 2001· Enlightenment Contested: Philosophy, Modernity and the Emancipation of Man 1670-1752, Οξφόρδη, Oxford University Press, 2006.






Δεν υπάρχουν σχόλια: