Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος έβδομο)


Μετά τον νεοφιλελευθερισμό
Ποιες είναι σήμερα οι προοπτικές της αναμόρφωσης του καπιταλισμού μετά τις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού; Κάποιες αλλαγές είναι αναπόφευκτες, καθώς οι ηγεμονικές ιδέες της περιόδου έχουν ξαφνικά κηρύξει πτώχευση, ακόμη και τη στιγμή που, όπως και οι μεγάλες τράπεζες τις οποίες εξυπηρέτησαν, τυγχάνουν στήριξης για λίγο ή απομακρύνονται διακριτικά απ’ το προσκήνιο. Σε αυτή όμως την φθαρμένη κατάσταση, η μέχρι πρότινος τάση του νεοφιλελευθερισμού να ποζάρει ως φορέας διανοητικής ανωτερότητας και ρεαλισμού δεν θα γίνεται πλέον ανεκτή. Ένας από τους πιο ευσυνείδητούς του αποστόλους έκανε πρόσφατα την ακόλουθη ανακοίνωση: “Ακόμη ένας ιδεολογικός θεός απέτυχε. Οι υποθέσεις που κυριάρχησαν στην πολιτική επί τρεις δεκαετίες μοιάζουν ξαφνικά όσο απαρχαιωμένες είναι και αυτές του επαναστατικού σοσιαλισμού.”[13] Αλλά η λαϊκή επένδυση σε αυτές τις ιδέες υπήρξε μάλλον επιδερμική και εξαρτήθηκε από την αντίληψη ότι δεν υπήρχε εναλλακτικός δρόμος για την οικονομία ώστε να βαδίσει μπροστά. Αν και τα ανακλαστικά των περισσότερων πολιτικών συστημάτων καθιστούν την καθαρή ρήξη με την τάξη των πραγμάτων αδιανόητη, θα περίμενε κανείς από αυτές τις κυβερνήσεις να αντιδράσουν πραγματιστικά καθώς οι οικονομίες αρχίζουν να συρρικνώνονται, δηλαδή να εγκαταλείψουν περαιτέρω πειραματισμούς με την απορύθμιση και την ιδιωτικοποίηση, ενώ θα προσπαθούν να στηρίξουν τις αγοραστικές αξίες μέσω γιγαντιαίων δημόσιων παρεμβάσεων στις λίγες περιπτώσεις όπου υπάρχουν τέτοιου είδους επιλογές.
Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η απο-νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού θα μας επέστρεφε σε έναν προγενέστερο κεϋνσανισμό, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι πιθανό. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν απλά μια αναχώρηση “ανάστροφης πορείας” από τα τριάντα χρόνια κεντρικά διαχειριζόμενου μεταπολεμικού καπιταλισμού, αλλά και μια συνέχισή του με άλλα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που ίσως φτάνει στο τέλος του είναι ολόκληρη η μετά το 1945 περίοδος του καπιταλισμού, κατά την οποία οι κυβερνήσεις ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν την ικανότητα να εξομαλύνουν τους κύκλους της αγοράς και τις περιόδους κάμψης μέσα από τη δημιουργία ζήτησης. Αν τα τελευταία τράντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού υπήρξαν μάρτυρες μιας γιγαντιαίας κατά μέσο όρο εξάπλωσης του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους που λειτούργησε ως αντιστάθμισμα της επίμονα αργής ανάπτυξης στην πραγματική οικονομία, είναι ικανές οι κυβερνήσεις να τονώσουν ρεαλιστικά τις οικονομίες τώρα, αναλαμβάνοντας περισσότερα χρέη μέσω δημόσιων εξόδων; Ο κεϋνσανισμός της δεκαετίας του 30 ήταν θεραπεία για οικονομίες που είχαν ήδη φτάσει στον πάτο, όχι μέσο που απέτρεπε χρεωμένες οικονομίες απ’ την περικοπή των χρεών τους. Η αύξηση του αμερικανικού χρέους απλά παρατείνει το σωρευτικό πρόβλημα των τεράστιων παγκόσμιων προβλημάτων της στρεβλής κατανομής και ανισότητας, ακόμη και αν η εναλλακτική λύση του να αφεθεί το πρόβλημα να ξετυλιχτεί σε ένα χαοτικό “ο σώζων ευατόν σωθήτο” θα έκανε τα πράγματα πολύ χειρότερα.
Η ελπίδα ότι η παρούσα κρίση θα μπορούσε να διευκολύνει μια μετάβαση προς τον πράσινο καπιταλισμό είναι πιθανόν το ίδιο αβάσιμη. Ενώ η ίδια η στασιμότητα μπορεί να επιβραδύνει σημαντικά την συνεχιζόμενη, ξέφρενη επιδείνωση του φυσικού περιβάλλοντος, η μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας και στην πράσινη τεχνολογία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υποβαθμιστεί από την μείωση στις τιμές των καυσίμων που θα προκληθεί από μια παρατεταμένη κάμψη της αγοράς. Φυσικά, οι δημόσιες δεσμεύσεις των ισχυρών κρατών μπορούν να μετατοπιστούν στην κατεύθυνση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας ή της πράσινης τεχνολογίας ώστε να ξεπεραστούν τέτοια αντι-κίνητρα, εφόσον αναδυθεί μια πολιτική έλλογα προσανατολισμένη προς το μακροπρόθεσμο. Όμως προς το παρόν φαίνεται απίθανο μια τέτοια πολιτική να μπορεί επίσης να τιθασευθεί από το στενά εννοούμενο εγχείρημα της αναστήλωσης του καπιταλισμού. Η κλίμακα λαϊκής υποστήριξης για επαρκώς διορθωτικά μέτρα θα ξεπερνούσε αυτά τα όρια και έτσι θα τύγχανε πολύ σθεναρής αντίστασης, εκτός αν η ραγδαία επιδείνωση εξέθετε πληθυσμούς με κοινωνική σημασία σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης. Όσο αποφασιστικές και να γίνουν αυτές οι προσπάθειες για την εξοικονόμηση και την βιωσιμότητα, το οικολογικό αδιέξοδο του καπιταλισμού είναι πιθανό να αποδειχθεί το πιο απόλυτο από όλα.
Αυτά τα προβλήματα πάντοτε γίνονται αντιληπτά και αντιμετωπίζονται από ολόκληρους λαούς ως προβλήματα πεδίου, δηλαδή εννοούνται ως επιλύσιμα (και ικανά να αναλυθούν) μόνο στο καπιταλιστικό πεδίο….Στο πηδάλιο είναι αυτή ή η άλλη τάξη, αυτό ή το άλλο καθεστώς, και αυτή ή η άλλη λύση επιτάσσεται, αυτή ή η άλλη κατεύθυνση υιοθετείται κλπ· και μέχρι να πλαισιωθούν, να δοκιμαστούν, να εξουθενωθούν και να απορριφθούν οι πραγματικές και φανταστικές δυνατότητες του πεδίου, δεν ανακύπτει κανένα άλλο πεδίο. Αν και το ίδιο το πεδίο μπορεί να μην ικανοποιεί την λογική (η φαντασία μπορεί να ταυτοποιεί άλλα πεδία, η εμπειρία να προτείνει ακόμη περισσότερα), στο πεδίο πρακτικής το οποίο βρίσκεται σε λειτουργία στο παρόν υπάρχει ακόμη αρκετή λογική, η οποία εργάζεται για τους σκοπούς ολόκληρων λαών και για να δικαιολογήσει αυτό που ήδη συμβαίνει.[14]
Με τις γιγάντιες εξαγορές χρεών της, η κυβέρνηση Ομπάμα προσπάθησε να διασώσει ό,τι μπορεί να διασωθεί από το νεοφιλελεύθερο κατεστημένο, περιλαμβανομένης, φυσικά, της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Η προσπάθεια αυτή, ακόμη και αν κινηθεί πέρα από την παθητικότητα των τωρινών μέτρων, είναι παραπάνω από πιθανό να αποτύχει σε συνάρτηση με τους δικούς της όρους. Τα επίπεδα κόστους και κρατικού χρέους που απαιτούνται για να τονωθεί μια μη βιώσιμη κεφαλαιαγορά και για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος του πληθωρισμού θα εξαναγκάσουν στο τέλος τους ξένους κατόχους αποθεμάτων σε δολάρια να εγκαταλείψουν περαιτέρω αγορές χρέους με βάση το δολάριο, και έτσι θα αυξήσουν το κόστος του χρέους. Μέχρι τώρα, οι κυβερνήσεις της ανατολικής Ασίας χρηματοδοτούν ευχαρίστως τα αμερικανικά κυβερνητικά και εξωτερικά ελείμματα, έτσι ώστε να συντηρήσουν την αμερικανική κατανάλωση και άρα και τις δικές τους εξαγωγές. Αλλά με την κρίση να φτάνει ακόμη και στην Κίνα, οι κυβερνήσεις αυτές είναι πιθανό να χάσουν την ικανότητα να χρηματοδοτούν τα αμερικανικά ελείμματα, ιδιαίτερα καθώς αυτά φτάνουν σε μεγέθη χωρίς προηγούμενο και επιστρέφουν μειωμένα κέρδη.
Προς το παρόν, οι ισχυρότερες οικονομίες εξαγωγών στον κόσμο συνεχίζουν να συσσωρεύουν αποθέματα δολαρίων, διότι φοβούνται ότι αν σταματήσουν θα αρχίσει αγώνας δρόμου απαλλαγής από δολάρια, ο οποίος θα καταλήξει σε μια επίπονη υποτίμηση των αποθεμάτων τους. Επιπλέον, εν τη απουσία οποιουδήποτε άλλου επαρκώς μεγάλου και ρευστοποιήσιμου μέσου αποθήκευσης της αξίας, τα θησαυροφυλάκια των ΗΠΑ διατηρούν μια αβάσιμη πλέον αύρα ασφάλειας. Αλλά το σημείο ανατροπής μπορεί να μην βρίσκεται και τόσο μακριά· η εγκατάλειψη του δολαρίου μπορεί να υιοθετηθεί παρά τις καλύτερες προσπάθειες να αποφευχθεί· ή οι ΗΠΑ μπορεί να επιχειρήσουν να ρευστοποιήσουν το φόρτο χρεών τους προς ξένους με χρήματα που τυπώνονται σε κλίμακα που θα αφήσει να ξεσπάσει μια εκρηκτική περίοδος υπερπληθωρισμού, που με τη σειρά της θα υπονομεύσει τα θεμέλια της παγκόσμιας αγοράς για πολύ καιρό. Αυτή η ανεπίλυτη κατάσταση έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο: τα επίπεδα χρέους δεν μπορούν να μειωθούν μέσω γιγαντιαίων υποτιμήσεων γιατί το παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό κόστος θα είναι αβάσταχτο· αλλά και το να υποστηριχτούν τα τωρινά επίπεδα με περισσότερα χρέη είναι μη βιώσιμο οικονομικά, ακόμη και στις καλύτερες πιθανές περιπτώσεις συντονισμού. Με δεδομένη την έλλειψη θάρρους τους, οι τωρινές προσπάθειες να στηριχτεί ένα παραπαίον κατεστημένο με τεράστια πακέτα τόνωσης είναι πιθανόν να έχουν τη μοίρα των προσπαθειών των κυβερνήσεων της πρώιμης φάσης της μεγάλης ύφεσης να κάνουν το ίδιο πράγμα μέσα από μέτρα αυστηρότητας. Η “λύση” στο συγκυριακό πρόβλημα της οικονομικής κατάρρευσης μπορεί να είναι η παρατεταμένη και δυσβάταχτη απουσία δράσης σε συνδυασμό με μια εποχική μετατόπιση προς το στάσιμο κράτος. Η πρώτη διαδικασία ίσως να έχει ήδη αρχίσει· η δεύτερη μπορεί να είναι το εγχείρημα μιας ολόκληρης γενιάς.


[13] Martin Wolf, “Seeds of its own destruction”, Financial Times, 8 Μάρτη 2009.
[14] Bertolt Brecht, Ημερολόγια 1934-1955, 14 Ιούνη 1940.




Δεν υπάρχουν σχόλια: