Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος έκτο)


Η γκρίζα κοινωνία
Ανεξάρτητα από τις αρετές αυτού του απολογισμού, είναι αβέβαιο το αν η ιστορία της βιώσιμης παραγωγικότητας μέσα από βιομηχανικές επαναστάσεις θα συνεχιστεί στην εποχή του τομέα υπηρεσιών. Ο Μαρξ υπονόησε ότι το “εσωτερικό” κόστος του κεφαλαίου που φέρουν οι εταιρίες θα αυξηθεί, κατεβάζοντας το περιθώριο κέρδους. Αυτό που προκύπτει είναι ότι κάποια εξωτερικά κοινωνικά έξοδα αυξάνονται μακροπρόθεσμα και δεν μπορούν να αντισταθμιστούν με αυξήσεις παραγωγικότητας σε άλλα κομμάτια της οικονομίας. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός θα έπαιρνε νέο δάνειο ζωής αν έβρισκε τρόπο να χαμηλώσει σημαντικά το κόστος της υγείας, της παιδείας και της φροντίδας για τους ηλικιωμένους χωρίς να μειώσει δραστικά το επίπεδο και την ποιότητα των παροχών. Αλλά οι επαναστάσεις στην παραγωγικότητα οι οποίες μείωσαν τον αγροτικό πληθυσμό σε μονοψήφια ποσοστά, και οι οποίες κάνουν το ίδιο τώρα με την βιομηχανική εργατική δύναμη —με το αντιστάθμισμα βέβαια της μεταφοράς της παραγωγής σε φτηνότερες ζώνες εργασίας— δεν είναι πιθανό να επαναληφθούν για μεγάλα τμήματα αυτού που ονομάζεται οικονομία των υπηρεσιών. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι καπιταλιστικές οικονομίες βαδίζουν μακροπρόθεσμα προς το στάσιμο κράτος.
Ο λόγος που η βιομηχανική παραγωγή είναι “τεχνολογικά προοδευτική” έχει να κάνει με τις εμμενείς της ποιότητες –η παραγωγή στον τομέα αυτό μπορεί εύκολα να τυποποιηθεί, και συνεπώς, οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την παραγωγή μπορούν επίσης να τυποποιηθούν ως ένα σύνολο οδηγιών που μπορεί εύκολα να αναπαραχθεί. Στην περίπτωση των υπηρεσιών, υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικές δραστηριότητες σε ό,τι αφορά την συμβολή τους στην αύξηση της παραγωγικότητας. Ορισμένες υπηρεσίες που είναι απρόσωπες, όπως οι τηλεπικοινωνίες, έχουν χαρακτηριστικά παρόμοια με την βιομηχανία και έτσι μπορούν να καταστούν “τεχνολογικά προοδευτικές.” Όμως οι προσωπικές υπηρεσίες, όπως κάποιοι τύποι ιατρικής περίθαλψης, δεν μπορούν να τυποποιηθούν εύκολα και να υποταχτούν στις ίδιες μεθόδους μαζικής παραγωγής που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία. Αυτοί οι τύποι υπηρεσιών, επομένως, θα είναι “τεχνολογικά στάσιμοι”. Γενικά, αν υπάρχουν δυο δραστηριότητες, μία από τις οποίες είναι “τεχνολογικά προοδευτική” και η άλλη “τεχνολογικά στάσιμη”, τότε μακροπρόθεσμα ο μέσος όρος ανάπτυξης θα καθοριστεί από την δραστηριότητα της οποίας η παραγωγική ανάπτυξη είναι πιο αργή.[11]
Δεν είναι ξεκάθαρο το πώς ο “μεταβιομηχανικός” καπιταλισμός θα μπορέσει να μειώσει το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής, δεδομένων των μακροχρόνιων προβλημάτων της τεχνολογικής στασιμότητας σε τομείς όπως αυτός της υγείας. Η οικονομική αυτή μετάβαση αλληλεπικαλύπτεται με τη σειρά της με μια δημογραφική, σύμφωνα με την οποία οι γηρασμένοι πληθυσμοί καταλήγουν να υποστηρίζονται από όλο και μικρότερο αριθμό παραγωγικών εργατών: έως το 2050, 22% του παγκόσμιου πληθυσμού θα είναι πάνω από 60 χρονών. Για την Ασία, το ποσοστό θα είναι 24%. Ο πυρήνας της μετά το 1970 κρίσης της συγκυρίας είναι ένα ανεπίλυτο πρόβλημα υπερπαραγωγικότητας και πτωτικών αποδόσεων, το οποίο οδηγεί σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, που με τη σειρά της θεραπεύεται και ταυτόχρονα επιδεινώνεται από την αντισταθμιστική συσσώρευση χρέους. Η εγγενώς αργή ανάπτυξη της παραγωγικότητας του τομέα υπηρεσιών επιδεινώνει περισσότερο το πρόβλημα της ζήτησης, ενισχύοντας άλλες τάσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η κρίση της συγκυρίας του νεοφιλελευθερισμού έχει διαπλακεί με την εποχική-δομική κρίση της μετάβασης σε μια αναπτυξιακά αργή μεταβιομηχανική οικονομία του τομέα υπηρεσιών –στην γηρασμένη, γκρίζα κοινωνία την οποία ανέλυσε ο Robin Blackburn.[12]
Οι μελέτες του Blackburn εξερευνούν τους τρόπους με τους οποίους η επέκταση των ταμείων συντάξεων έχει δημιουργήσει τις δυνατότητες για μια κοινωνικοποίηση της οικονομικής σφαίρας, ενώ η ανάπτυξη αυτή παραμένει ταυτόχρονα παγιδευμένη και εγκλωβισμένη σε βραχυπρόθεσμες, σπεκουλαδόρικες λογικές. Εγγενής διάσταση του προβλήματος έιναι η αντίληψη ότι οι σύγχρονες οικονομίες έχουν καταλήξει να βασίζονται σε όλο και μεγαλύτερη κρατική υποστήριξη των περιβαλλόντων υποδομής που συντηρούν την αξία της μορφής της ζωής. Τόσο η βιωσιμότητα του καπιταλισμού όσο και η μορφή οποιουδήποτε πράγματος υπάρχει πέρα από τον δικό του ορίζοντα βασίζονται στο αν αναδύεται μια πολιτική η οποία θα μετακινήσει αυτή την διαδικασία κοινωνικοποίησης της κατασκευής και συντήρησης υποδομών πάνω σε ένα έλλογο και προσχεδιασμένο μονοπάτι, αντί η διαδικασία αυτή να παίρνει τη μορφή μιας διαρκώς αυξανόμενης δημόσιας επιδότησης των υποτονικών δυνάμεων του ιδιωτικού κεφαλαίου. Είναι δύσκολο να φαναστούμε μία κοινωνικά αποδεκτή, μη σπάταλη επίλυση πολλών από αυτά τα “βιοπολιτικά” προβλήματα μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Η ιστορική του ζωτικότητα και επεκτασιμότητα έχει βασιστεί σε μια δημογραφική νεότητα που δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη.


[11] Robert Rowthorn και Ramana Ramaswamy, “Deindustrialization: Causes and Implications”, IMF Working Paper 97/42, Απρίλης 1997.
[12] Robin Blackburn, Banking on Death, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2003· και Age Shock, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2007.




Δεν υπάρχουν σχόλια: