Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος τρίτο)




Η ελαστικότητα του κεφαλαίου

Ως τώρα δεν έχει προκύψει γενική πτώση στα επίπεδα τιμών του είδους που απαντήθηκε στις δεκαετίες του 1870 και 1930, με εξαίρεση τις αγορές κατοικίας. Αυτό μαρτυρά τις εντυπωσιακές δυνατότητες του μεταπολεμικού κράτους να υποστηρίξει την ζήτηση, αν και μπορούν και αυτές να φτάσουν στα όρια τους σύντομα, καθώς ο φόρος αίματος της ανεργίας συνεχίζει να αυξάνεται παντού. Η σύγχρονη μορφή σταθεροποίησης και οι συσπειρώσεις της αγοράς τις οποίες καθιστά εφικτές έχουν ως κόστος το αυξανόμενο χρέος, το οποίο δεν μπορεί να διαιωνιστεί επ’ άπειρον. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα φύγει στο τέλος ο πάτος από το βαρέλι των τιμών, όπως έκανε κατά την περίοδο της μεγάλης ύφεσης. Στην πραγματικότητα, οι αντιπληθωριστικές συνέπειες μιας μεγάλης πτώσης στην κατανάλωση —συνέπεια της προσπάθειας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να αποπληρώσουν τα χρέη τους— είναι πιθανό να συνδυαστούν, αλλά και ενίοτε να συγκρουστούν, με πληθωριστικές και υπερπληθωριστικές φούσκες οι οποίες θα προκύψουν ως συνέπειες προσπαθειών να ενισχυθούν ασθενικές οικονομίες με ενέσεις όλο και μεγαλύτερης ρευστότητας, δηλαδή με την εκτύπωση χρημάτων. Στα επόμενα χρόνια, είναι πιθανό να δούμε την γένηση μιας νέας και αποσβολωτικής μορφής στασιμότητας και πληθωρισμού (stagflation).

Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει αν θα ήταν εφικτό μετά τη δεκαετία του 1970 αντί να στηρίζεται η συνολική ζήτηση μέσα απ’ το χρέος να είχε εξαπολυθεί μια κρίση κλίμακας ικανής να εξαλείψει τις τεράστιες ποσότητες περιθωριακής και ανεπαρκούς ιδιοκτησίας κεφαλαίου που κρατάει σε χαμηλά επίπεδα τα ποσοστά απόδοσης, αποκαθιστώντας έτσι τις απαραίτητες συνθήκες για μια δυναμικότερη συσσώρευση κεφαλαίου. Το σοκ Carter-Volcker ήταν ένα σύντομο πείραμα σε αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά, αν οι ΗΠΑ είχαν εμμείνει σε μια τέτοια στρατηγική, οι δομικές προσαρμογές κλίμακας ανάλογης με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στην Λατινική Αμερική θα ήταν η ημερήσια διάταξη σε μεγάλο τμήμα του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ). Ίσως, αν οι κοινωνίες του ΟΟΣΑ μπορούσαν να αντέξουν ένα ξεκαθάρισμα τέτοιας κλίμακας, οι ρυθμοί ανάπτυξης να είχαν επιστρέψει σιγά-σιγά σε επίπεδα τα οποία να μπορούν να συντηρήσουν ένα ρυθμό ανάπτυξης λιγότερο εντυπωσιακό αλλά και λιγότερο εξαρτημένο από το χρέος και τις σπεκουλαδόρικες επενδύσεις. Θα είχε όμως υλοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο; Η δημοσιοικοινομική αυστηρότητα σε αυτή την περίοδο οδήγησε απλά σε ανάπτυξη μέσω του επανασυντονισμού της οικονομίας με τις εξαγωγές. Αν οι ΗΠΑ είχαν μείνει στον δρόμο Volcker κατά την δεκαετία του 80, θα μπορούσαν πολύ πιθανόν να είχαν βυθίσει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία (και όχι απλά την Λατινική Αμερική) στην ύφεση, και έτσι δεν θα είχαν κανέναν στον οποίο να μπορούν να εξάγουν. Όπως και να ’χει, λίγες κοινωνίες του μεταπολεμικού τύπου ευμάρειας θα μπορούσαν να αντέξουν τόσο δραστικές αναπροσαρμογές και απώλειες προνομίων χωρίς την ξεκάθαρη προοπτική της επιστροφής σε αυξανόμενα επίπεδα κατανάλωσης.

Τα υψηλά ποσοστά ανάπτυξης συντήρησαν το κοινωνικό συμβόλαιο του μεταπολεμικού καπιταλισμού στη δύση. Ακόμη και μετά την χρυσή του εποχή, ο σφριγηλός καταναλωτισμός παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη κληρονομιά. Όχι μόνο τέθηκε εκτός συζήτησης η προοπτική μιας εξαγνιστικής έκρηξης εκτεταμένης δημιουργικής καταστροφής μετά την αρχή της οικονομικής κάμψης στη δεκαετία του 70, αλλά τα χαμηλότερα ποσοστά κατανάλωσης τα οποία χαρακτήρισαν παλαιότερες περιόδους του καπιταλισμού δεν είχαν πλέον κοινωνικο-πολιτική νομιμότητα. Χρειαζόταν αυξανόμενα επίπεδα χρέους για να συγκρατήσουν την δυνητική πτώση στην κατανάλωση. Αυτό συνέβει παρά την μαζική είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας, η οποία κατέστησε κυρίαρχα τα νοικοκυριά με διπλό εισόδημα. Η αύξηση του χρέρους σε αυτή την περίοδο, έχοντας γίνει εφικτή ουσιαστικά από τη διάθεση χρημάτων κατά παραγγελία, εξέφρασε θεσμοθετημένες προσδοκίες αυξανόμενης ευμάρειας. Αν και είναι αλήθεια ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων τρίαντα ετών υπήρξαν χαμηλοί αν συγκριθούν με πιο μακρινούς ιστορικούς μέσους όρους, υπήρξαν χαμηλοί σε σχέση με τις ιστορικά διαμορφωμένες προσδοκίες που, όπως είπε ο Μαρξ για τα επίπεδα μισθών, καθόρισαν τα κριτήρια του τι είναι ψηλό και τι χαμηλό.

Υπάρχουν ακόμη ανέπαφα κοινωνικοπολιτικά όρια στην προς τα κάτω αναπροσαρμογή του επιπέδου διαβίωσης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, και μάλλον και σε κάποιες από τις πιο επιτυχημένες αναπτυσσόμενες χώρες επίσης. Ο νεοφιλελευθερισμός έφερε ανεργία σε υψηλή κλίμακα στην Ευρώπη, μακροπρόθεσμη στασιμότητα των μισθών στην Αμερική και αυξανόμενη ανασφάλεια για την απασχόληση και τις παροχές παντού. Πέρα όμως από την περίπτωση του ενός πέμπτου του πληθυσμού που βρίσκεται στον πάτο της κλίμακας, πολλές από τις καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες αποσοβήθηκαν από τις κοινωνικές παροχές, την αύξηση του εισοδήματος των γυναικών (το οποίο επέτρεψε την ανάπτυξη τπυ γενικού εισοδήματος των νοικοκυριών) και, σε ορισμένες χώρες, το αυξανόμενο χρέος από πιστωτικές κάρτες και τον πληθωρισμό των τιμών κατοικίας. Σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ, το ποσοστό των δημόσιων παροχών επί του ΑΕΠ αυξήθηκε καθ’ όλη την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού, κυρίως λόγω του σταθερά αυξανόμενου κόστους της υγείας στις γηρασμένες αυτές κοινωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι ότι η Medicare εκτινάχθηκε στα χρόνια της διακυβέρνησης του G.W. Bush. Χωρίς όμως το προστατευτικό μαξιλάρι του χρέους και του σπέκουλου, τα επίπεδα διαβίωσης μπορεί να αρχίσουν να χειροτερεύουν με τρόπους που θα θυμίζουν περισσότερο τη δεκαετία του 30 και λιγότερο αυτή του 80. Φυσικά, πολλές χώρες δοκίμασαν την εμπειρία της κατάρρευσης σε επίπεδα ανάλογα της μεγάλης ύφεσης κατά τη δεκαετία του 80 και του πρώιμου 90, ή στην ακολουθία κρίσεων από το 1997 ως το 2001· αλλά εκτός από την περίπτωση της Αφρικής, οι χώρες αυτές είχαν την παρηγοριά της ανάπτυξης με βάση τις εξαγωγές για να στηριχτούν αφού είχαν περάσει τα βάσανα της δομικής αναπροσαρμογής. Δεν υπάρχουν συγκρίσιμες “υψηλές δυνάμεις” για να επιβάλλουν την δομική αναπροσαρμογή στις μεγαλύτερες αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά δεν υπάρχει επίσης άμεσος δρόμος αναπροσαρμογής μέσω του συνδυασμού δημοσιοοικονομικής αυστηρότητας και εξαγωγών. Όλες οι σημερινές ηράκλειες προσπάθειες εξαγοράς χρεών και ενίσχυσης της οικονομίας αποδεικνύουν ότι οι ηγέτες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών γνωρίζουν πως ότι ήταν, υποτίθεται, καλό για τις κοινωνίες του τρίτου κόσμου απορρίπτεται ασυζητητί για αυτές του πρώτου.




Δεν υπάρχουν σχόλια: