Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ντοσιέ: Κρίση: Gopal Balakrishnan, Το στάσιμο κράτος (μέρος δεύτερο)




Περιοδοποιώντας το παρόν

Οι ιστορικοί έχουν επί μακρόν ασχοληθεί με το πρόβλημα της παρακμής και της πτώσης των κοινοτήτων, των μέσων με τα οποία συγκεκριμένοι τρόποι ζωής φτάνουν στο τέλος τους μέσα από δομικές αλλαγές, εξάλειψη, ή την στροφή σε απλές απομιμήσεις αυτού που υπήρξαν κάποτε. Όποιος μελετά το πρόβλημα της ποιοτικής ιστορικής αλλαγής σήμερα μπορεί να αντλήσει από διάφορες παραδόσεις σκέψης για τη στιγμή, ή και ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία κάποια τάξη των ανθρώπινων πραγμάτων παύει να υπάρχει. Υπάρχουν στιγμιαίες καταρρεύσεις —η πτώση των Προ-Κολομβιανών πολιτισμών, η ανατροπή του παλιού καθεστώτος στη Γαλλία, η αυτο-εξαϋλωση του Σοβιετικού μπλοκ— όπως επίσης και μακροχρόνιες μεταβάσεις τις οποίες δεν θα μπορούσε να γνωρίζει κανείς σύγχρονός τους, όπως η παρακμή της αρχαίας δουλείας και η μετάβαση στο φεουδαλισμό. Πώς μπορεί λοιπόν να ξεδιπλωθεί το τέλος του καπιταλισμού, σε ποιο χρονικό διάστημα, και σύμφωνα με ποιες διαστάσεις;

Η καθοριστική, επεκτατική ορμή του καπιταλισμού (M-C-M) [5] εξαρτάται από ένα αχανές σύνολο επικουρικών και εν μέρει αυτόνομων υποδομών και δυναμικών. Υπ’ αυτή την άποψη, η σύγχρονη δυσμενής κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο καπιταλιστικός πολιτισμός δεν είναι απλώς ζήτημα της συσσωρευτικής δομής της οικονομικής αποτελμάτωσης. Θα ισχυριστώ ότι η αναδυόμενη τάση προς την κοσμική επιβράδυνση έχει επιδεινωθεί —“υπερκαθοριστεί”— από αυξανόμενα προβλήματα δημογραφικής ανισομέρειας, οικολογικής επιδείνωσης, πολιτικο-ιδεολογικής απονομιμοποίησης και γεωπολιτικής δυσπροσαρμοστικότητας. Φύση, πολιτισμός, πόλεμος: η επεκτατική κοινωνικο-οικονομική ορμή που εν μέρει συνέθεσε αυτές τις διαφορετικές ιστορικές διαστάσεις σε ένα παγκόσμιο σύστημα μπορεί πλέον να παραπαίει, αφήνοντας σκόρπια στοιχεία και τάσεις της παλιάς τάξης πραγμάτων να παραμένουν ζωντανά, με ακαθόριστα όμως περιθώριο ζωής. Ίσως να μην χρειαστεί πολλές γενιές για να φτάσει μια μη δυναμική καπιταλιστική τάξη πραγμάτων να εξελιχθεί σε έναν άνισο, ανερμάτιστο μετα-καπιταλισμό. Όπως και να ’χει, είναι βέβαιο ότι το τέλος του καπιταλισμού θα είναι όσο καινοφανές όσο και οτιδήποτε άλλο συνδέεται μ’ αυτόν.

Αν η κατάρρευση της παγκόσμιας αγοράς κατά τη Μεγάλη Ύφεση φάνηκε αρχικά να επιβεβαιώνει τη μία ή την άλλη “ορθόδοξη” ερμηνεία του Μαρξ, στην πραγματικότητα, καμμία θεωρία καπιταλιστικής κρίσης δεν έχει αποδειχθεί επαρκής μέθοδος εξήγησης του φαινομένου. Οι αιτίες για το βάθος και μακροβιότητα της Μεγάλης Ύφεσης δεν έχουν ακόμα γίνει κατανοητές, τουλάχιστο σε ότι αφορά τις ΗΠΑ, που σε αντίθεση με τη Γερμανία ήταν σαφώς λιγότερο εξαρτημένες από μια ανισόρροπη μεσοπολεμική παγκόσμια οικονομία για την ανάπτυξή τους. Αν και όλες οι καπιταλιστικές κρίσεις πηγάζουν από αναρχικές, αυτο-υπονομευτικές διαδικασίες επέκτασης, αυτή η αυτο-υπονόμευση έχει αποτύχει να προσαρτηθεί σε μια γενική σταθερά και λαμβάνει καινούργιες μορφές με κάθε συγκυρία. Η έξοδος από το παγκόσμιο οικονομικό αδιέξοδο πήρε μια πορεία μετά το 1873 —μια βαθμιαία εκκαθάριση των αδυνάτων μέσα στο σύστημα, χωρίς την απότομη κατάρρευση της παραγωγής ή του επιπέδου διαβίωσης, φτάνοντας τελικά να οδηγήσει στην άνοδο της οικονομίας στη δεκατία του 1890· και άλλη μορφή μετά το 1919 —μια εξαγνιστική αποκάθαρση του συστήματος μέσω της βαριάς ύφεσης, η οποία επιλύθηκε μόνο με το ξέσπασμα του πολέμου. Κάθε βασική κρίση του καπιταλισμού ξεδιπλώνεται σε ένα νέο κοινωνικο-ιστορικό κόσμο, ο οποίος έχει μετατρέψει τους συσχετισμούς της παλίρροιας και την άμπωτης των αξιών. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν υπάρχουν γενικά εφαρμόσιμες διαγνώσεις και ιάσεις.

Καθώς τα πολιτικά μέτρα αποτυγχάνουν, έχει αναδυθεί ένας αριθμός ευρέως μαρξιστικών απολογισμών της οικονομίας της περιόδου. Το έργο του Giovanni Arrighi, του Robert Brenner και του David Harvey είναι απλώς ο κολοφώνας μιας ευρύτερης παραγωγής ιδεών για την σύγχρονη εποχή του κεφαλαίου και του κράτους. Συγκρινόμενος με προηγούμενα επεισόδεια καπιταλιστικής κρίσης, ο μακρύς δρόμος της σημερινής στροφής προς τα κάτω έχει θεωρητικοποιηθεί πολύ πιο αναλυτικά. Στις δεκαετίες του 1930 και του 1970, ακόμα και αυτοί που δεν πίστευαν ότι ο καπιταλισμός είχε ξεπεράσει την τάση του να δημιουργεί κάμψεις και συντριβές απέτυχαν να εξηγήσουν τις αιτίες μιας ξαφνικής παγκόσμιας οικονομικής δυσπραγείας. Τι εξηγεί τη διαφορά; Ίσως ο νεοφιλελευθερισμός να έχει εξανδραποδίσει πολλούς από τους ρυθμιστικούς θεσμούς που σε προηγούμενες εποχές παρεμπόδιζαν και επαναρύθμιζαν την λογική του κεφαλαίου. Ίσως οι χωρίς προηγούμενο παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες οι οποίες οδήγησαν στην σημερινή κρίση να ήταν πάντα δυσκολότερο να αγνοηθούν, ακόμα και όταν οι αγορές έφταναν σε διαρκώς νέα ύψη. Όπως και να έχει το πράγμα, στην εποχή των παγκόσμιων θριάμβων του, το κεφάλαιο εμφανίζει μια σειρά από τα όρια του. Και όμως, παρά την αντίληψη του ευρύτερου ρίσκου, ακόμη και οι σκληρότεροι κριτικοί του νεοφιλευθερισμού υπέθεσαν ότι αυτή η αστάθεια εξέφραζε την δυναμική και την χοντροκομένη υγεία του συστήματος.


Η μακρά δεκαετία του 1970

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως μια παρατεταμένη, αποτυχημένη προσπάθεια να υπερκεραστεί η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970. Ο Robert Brenner ισχυρίζεται ότι η βασική πηγή της σημερινής κρίσης είναι η μειωμένη ζωτικότητα των αναπτυγμένων οικονομιών για ολόκληρη την περίοδο που ακολουθεί. Η σταδιακή αυτή επιβράδυνση είναι το αποτέλεσμα μακροπρόθεσμης κάμψης του ποσοστού απόδοσης για τις επενδύσεις κεφαλαίου. [6] Παρά την συνακόλουθη μείωση του τμήματος του εισοδήματος που πηγαίνει για μισθούς και παροχές σε όλες τις ηγετικές οικονομίες, ο Brenner δείχνει ότι το ποσοστό απόδοσης δεν κατάφερε να επανήψει μετά τη δεκαετία του 70, εξαιτίας της επίμονης υπερσυγκέντρωσης παραγωγικής δύναμης στις παγκόσμιες κατασκευαστικές βιομηχανίες, καθ υπέρβαση αυτής που απαιτούνταν για να αποδώσει την προηγούμενη απόδοση. Το καθοδικά κινούμενο ποσοστό κέρδους, ενίοτε αντεστραμμένο από σπασμωδικές στροφές προς τα επάνω, απέδωσε μικρότερα πλεονάσματα για επανεπένδυση, οδηγώντας στην επιβράδυνση της ανάπτυξης εργοστασίων και εξοπλισμού. Στις κυρίαρχες και χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, αυτό οδήγησε είτε στην τελμάτωση των μισθών ή στην υψηλότερη ανεργία. Σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσουν την κερδοφορία, οι εργοδότες παγκόσμια κράτησαν χαμηλά τα επίπεδα μισθών και παροχών, ενώ οι κυβερνήσεις μείωσαν την αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Αλλά η συνέπεια αυτών των περικοπών ήταν η παρατεταμένη αρπορία της αύξησης ζήτησης, η οποία ενίσχυσε την στασιμότητα που δημιούργησε η υπέρμετρη παραγωγή. Το σωρευτικό πρόβλημα της επιβράδυνσης αποδείχθηκε πέραν αμφιβολίας δια της σταθερής, συστηματικής επέκτασης του κρατικού, του εταιρικού και του οικογενειακού χρέος. Αν και πολλοί έχουν εκφέρει την αντίρρηση ότι η εικόνα αυτή της οικονομικής απόδοσης του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου είναι υπερβολικά αρνητική, η οικομενική αύξηση του χρέους θα έπρεπε να εκληφθεί ως απόδειξη, εκ πρώτης όψεως, του ότι υπήρξε πράγματι επιβράδυνση. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το γιατί συνέβει.

Αλλά υπό ποια έννοια δημιουργήθηκε παγκόσμια αύξηση του χρέους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου; Στο κάτω-κάτων, σε κάθε δεδομένη στιγμή, οι επενδύσεις —περιλαμβανομένων των αγορών ανατοκιζόμενου χρέους— υποτίθεται ότι βρίσκονται σε ισορροπία με τις αποταμιεύσεις. Το πρόβλημα ήταν ότι ένα ολοένα αυξανόμενο τμήμα αυτής της παγκόσμιας δεξαμενής αποταμιεύσεων έφτασε να στηρίζει την καλπάζουσα αύξηση του καταναλωτικού χρέους και του μη βιώσιμου σπέκουλου αντί να βρίσκει διέξοδο σε μορφές επένδυσης οι οποίες θα μπορούσν να παράξουν βιώσιμη αύξηση εισοδήματος. Οι εξαγωγές άλλων χωρών δημιουργούν αποθέματα τα οποία αγοράζουν το χρέος των ΗΠΑ με επιτόκια αρκετά χαμηλά ώστε οι τελευταίες να διατηρούν τα κεκτημένα. Η πραγματική οικονομική ιστορία της περιόδου δεν είναι διδακτικό θεατρικό έργο όπου οι ενάρετοι παραγωγοί και αποταμιευτές αντιμετωπίζουν τους τζογαδόρους και τους σπάταλους. Οι κατασκευαστικοί τομείς των κυρίαρχων εξαγωγικών οικονομιών του κόσμου –της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Γερμανίας—εξαρτιόταν από την συσσώρευση του χρέους και των σπεκουλαδόρικων επενδύσεων όσο και ο επενδυτικός και κτηματικός τομέας των χρεωμένων χωρών. Ο λόγος είναι ότι καθώς βυθίστηκε το εισόδημα από επενδύσεις σε εργοστάσια και εξοπλισμό, το επίπεδο της συνολικής ζήτησης εξαρτιόταν ολοένα και περισσότερο από την μετατροπή των αποταμιεύσεων σε ανατοκιζόμενο χρέος, το οποίο, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να αυξηθεί πέρα από κάθε συνάρτηση με την εισροή εισόδων που στο τέλος το στηρίζουν. Το χρέος είναι η ρίζα των μυριάδων μορφών των τελικά αβάσιμων αιτημάτων για πλούτο. “Όπως με το άγγιγμα του ραβδιού του μάγου, επενδύει τα μη παραγωγικά χρήματα με την δύναμη της δημιουργίας και έτσι τα μετατρέπει σε κεφάλαιο, χωρίς να τα αναγκάζει να εκτεθούν στις δυσκολίες και τους κινδύνους που παραμονεύουν κατά την χρήση τους στην βιομηχανία και ακόμη και στην τοκογλυφία.”

Στο τέλος, φυσικά, το χρήμα εκτίθεται σε όλες τις δυσκολίες και τους κινδύνους της χρήσης του. Σύμφωνα με την επισκόπηση του Brenner, η παροντική κρίση είναι η αναπόδραστη επάνοδος της πίεσης για ένα συστηματικό ξεκαθάρισμα των αδύνατων το οποίο δεν αφέθηκε να ολοκληρωθεί στην διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, παρά τους πολλαπλούς γύρους μείωσης εργοδοσίας και τις μαζικές αναχωρήσεις κεφαλαίου από πληθυσμιακά πυκνές κατασκευαστικές γραμμές σε φτηνότερα μέρη και οικονομικά πορτφόλιο. Η κατάρρευση της αμερικανοκεντρικής οικονομικής και οικοδομικής φούσκας είναι το τέλος της γραμμής για μια ολόκληρη περίοδο εισοδηματικών ανισορροπιών που αμφισβητούν την βαρύτητα, για φούσκες περιουσιακών στοιχείων και για την δημιουργία χρεών. Φυσικά, η νεοφιλελεύθερη εποχή έχει ξαναγίνει μάρτυρας γιγαντιαίων εξαγορών χρεών: από την αρχή της δεκαετίας του 80, τέτοιου είδους εκκαθαριστικές επιχειρήσεις λειτούργησαν ως ουσιωδώς βασικές συνθήκες επανέναρξης της δυναμικής του μπουμ και της φούσκας. Αλλά σε αντίθεση με προηγούμενα τοπικά επεισόδια νεοφιλελεύθερης κατάρρευσης, αυτό εδώ λαμβάνει χώρα σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, και καμμία εξαγορά χρεών δεν μπορεί ρεαλιστικά να συγκρατήσει την παγκόσμια οικονομία από την είσοδο σε μια νέα εποχή παγκόσμιας ύφεσης ή σε μια παρατεταμένη περίοδο σταθεροποίησης αργών ρυθμών ανάπτυξης, ή ίσως και σε ένα νέο συνδυασμό των δύο.

[5] Money-Capital-Money, η κατά τον Μαρξ φόρμουλα μετατροπής των χρημάτων σε κεφάλαιο και ξανά σε χρήμα.



Δεν υπάρχουν σχόλια: